Η λιτανεία των ευσεβών ψάλων δια τον κοτζάμπασην Πτολεμαΐδος

 

Το κακό με πολλά παλιά κλασικά σκίτσα του Μποστ είναι πως όταν τα βλέπουμε, πενήντα χρόνια μετά, δεν είναι πάντα εύκολο να κατανοήσουμε τους υπαινιγμούς αφού αγνοούμε τα γεγονότα που σατιρίζονται ή έστω τις μικρές τους λεπτομέρειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σημερινή γελοιογραφία, που δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία στις 30 Απριλίου 1960 και αφορά κάποια γεγονότα εντελώς ξεχασμένα σήμερα, μια περιοδεία του πανίσχυρου τότε Τάκη Ροδόπουλου, του Θεσσαλιάρχη πολιτικού που διετέλεσε κατ’ επανάληψη Πρόεδρος της Βουλής επί κυβερνήσεων ΕΡΕ, καθώς και τα εγκαίνια ενός εργοστασίου αζωτούχων λιπασμάτων στην Πτολεμαΐδα. Ο Ροδόπουλος ήταν όπως είπα πανίσχυρος τότε και είχε το παρατσούκλι «ο μοχλός». Μια εποχή, κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή. Σήμερα, αποδεικνύεται ότι το μοναδικό ανθεκτικό του εισιτήριο προς την υστεροφημία είναι πως ήταν αδελφός του συγγραφέα Μ. Καραγάτση.

 

Πενήντα χρόνια μετά, η αναδίφηση που έκανα στα σώματα των εφημερίδων δεν με βοήθησε να διαλευκάνω εντελώς τα γεγονότα, επομένως η παρουσίαση που θα κάνω έχει κενά. Τότε, γιατί αυτήν τη γελοιογραφία και όχι άλλην; Διότι περιέχει γουστόζικες αναφορές σε διάφορα έργα του Καραγάτση. Καθώς το ενδιαφέρον για τον Καραγάτση αναζωπυρώθηκε πρόσφατα, κακό δεν είναι να δούμε τη μοναδική μποστική γελοιογραφία που έχει καραγατσικά θέματα. Βέβαια, ο Καραγάτσης στη γελοιογραφία πληρώνει άδικα τα σπασμένα: όπως λένε, καθόλου δεν ήθελε να τον συσχετίζουν με τον αδελφό του –λέγεται μάλιστα ότι κατέβηκε δυο φορές στις εκλογές αντίπαλός του, με το κόμμα του Μαρκεζίνη (χωρίς καμιά πιθανότητα επιτυχίας και χωρίς να κάνει προεκλογική εκστρατεία), περίπου για να τον πικάρει.

 

 

Τον Απρίλιο του 1960 εγκαινιάστηκε από τον Κ. Καραμανλή στην Πτολεμαΐδα, με μεγάλη πομπή, ένα εργοστάσιο αζωτούχων λιπασμάτων. Στα εγκαίνια παρευρέθηκαν όχι μόνο κυβερνητικοί αξιωματούχοι αλλά και Αμερικανοί, αφού το εργοστάσιο είχε φτιαχτεί με αμερικανική βοήθεια και φαίνεται ότι υπήρξε εκτεταμένη μεταφορά αυθόρμητου πλήθους, ή τουλάχιστον έτσι καταγγέλλει ο αντιπολιτευόμενος τύπος της εποχής. Τις ίδιες μέρες, ο πρόεδρος της Βουλής Τάκης (Κωνσταντίνος) Ροδόπουλος πραγματοποιεί περιοδεία στη Θεσσαλία στην οποία κάνει περίπου εθναρχική εμφάνιση: όπως μεταδίδει ο κακεντρεχής ανταποκριτής της «Ελευθερίας», πρόεδροι κοινοτήτων τού ζητούν συγνώμη που τα χωριά τους ψήφισαν ΕΔΑ στις περασμένες εκλογές, αυθόρμητοι χειροκροτητές τον αποκαλούν «Μοχλό της Ελλάδος», ενώ ο υπουργός Κ. Τσάτσος επισημαίνει την προσφορά της οικογένειας Ροδόπουλου στην περιοχή (ο πατέρας του Τ. Ροδόπουλου ήταν επίσης βουλευτής).

 

Εικάζω (μπορεί όμως να πέφτω κι έξω) ότι ο Μποστ έμπλεξε επίτηδες την περιοδεία της Θεσσαλίας με τα εγκαίνια της Πτολεμαΐδας για να πιάσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, πολύ περισσότερο που το όνομα της πόλης (το καινούργιο, διότι παλιά λεγόταν Καϊλάρια) του δίνει την ευκαιρία να παρομοιάσει τη δυναστεία των Ροδόπουλων με τους Πτολεμαίους.

 

Στο βήμα βλέπουμε δαφνοστεφή τον Τάκη Ροδόπουλο, με ύφος αυτοκρατορικό και με το προεδρικό κουδούνι στο χέρι, και πίσω σε δεύτερο πλάνο τον Καραμανλή με μακεδονική περικεφαλαία και τον Παν. Κανελλόπουλο ως ραψωδό. Μεταφερόμενο πλήθος επευφημεί. Οι υπαινιγμοί είναι αμέτρητοι, να απαριθμήσω όσους μπόρεσα να επισημάνω, ξεκινώντας από τον τίτλο.

 

Η λιτανεία των ευσεβών είναι σπόντα για το έργο του Καραγάτση «Η λιτανεία των ασεβών» ενώ ο κοτζάμπασης Πτολεμαΐδος παραπέμπει στο μυθιστόρημα «Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου». Οι επευφημούντες αποκαλούνται «τύποι Γιούνγκερμαν», ενώ ένας από αυτούς φωνάζει «Δος μοι παστών και τηγανίσω», εξαιρετικό λογοπαίγνιο με την αρχιμήδεια ρήση «Δος μοι πα στω [πού να σταθώ] και την γαν κινάσω [και θα κινήσω τη γη]», καθόλου ξεκάρφωτη αν σκεφτούμε ότι η ρήση αυτή υμνεί τη δύναμη του μοχλού και ότι ο Ροδόπουλος είχε το παρατσούκλι Μοχλός.

 

Άλλωστε, μοχλών λαβέ αναφωνεί και ο Κανελλόπουλος, ενώ συνεχίζει «Γεύμα χαμένο και πληρωμένο», που είναι υπαινιγμός για το έργο Αίμα χαμένο και κερδισμένο του Μ. Καραγάτση. Άλλα λογοπαίγνια γίνονται με το όνομα Ροδόπουλος και τα ρόδα. Θα ξεχωρίσω το άφταστο ο ροδοδάκτυλος υιός (η ροδοδάκτυλος ηώς). Να προσέξουμε και το «Τάκου-τάκου ο αργαλειός μου» που είναι στίχος από δημοτικό τραγούδι, με δεύτερο στίχο «τάκου έρχεται ο καλός μου», που εδώ κάνει λογοπαίγνιο με τον Τάκη.

 

Το μαιανδρικό κείμενο της μπορντούρας έχει ως εξής:

 

Όποιαν πέτραν κι αν σηκόσης όποιαν πέτραν κι αν ροτήσης

δια Ροδόπουλον φωνάζη κε το τραγουδούν αι βρύσεις

Κι όποιον μέρος και να σκάψης θ’ ακουστή από τη γη

πως ιδρύθη η δυναστεία κατελθών οι Πελασγοί.

 

Και στο Αλκαζάρ το ξέρουν και τα βότσαλα του Κήπου

πως οι στρατηγοί του οίκου ήσαν φίλοι του Φιλίππου

κι ένας κλάδος που διχάσθη ήταν συναναστραφείς

με συνταγματάρχας Λιάπκιν κε προήλθαν συνγραφείς

 

Αλλ’ ο Τάκης μην ακούσας του πατρός την συνβουλήν

είχε κλίσιν στων κωδώνων κε εισήλθεν στην Βουλήν

κε κατώρθωσε να έχη, ελαχίστους ενοχλών,

δίπλωμα κωδονοκρούστου και ν’ ακούη εις «Μοχλόν».

 

Και πάλι γίνεται αναφορά σε έργο του Καραγάτση, στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν.

 

Μερικά λογοπαίγνια είναι δυσδιάκριτα· πόσοι θα αναγνωρίσουν σήμερα ότι οι τελευταίοι, προειδοποιητικοί, στίχοι του επευφημούντος αγρότη «σκέψου οι άλλοι μήναι / δεν είναι Πτολεμάιος αιώνιοι δεν είναι», παραπέμπουν στο παλιό ποίημα του Σπ. Βασιλειάδη Ο Μάιος, όπου και οι στίχοι «Δεν είναι ο βίος Μάιος αιώνια, δεν είναι»; (Παρένθεση: παλιότερα, που το ποίημα ήταν γνωστό, συνηθισμένο ‘ραμόνι’ από παρανάγνωση ήταν να το απαγγέλλουν: Δεν είναι ο βίος Μάιος, Ιούνιος δεν είναι. Ξαναπαρένθεση: αυτό μού το έχει πει ο παππούς μου, δεν είμαι αυτήκοος).

 

Σήμερα που ο Ροδόπουλος έχει ξεχαστεί είναι δύσκολο να συλλάβουμε την απόλυτη κυριαρχία που άσκησε επί αρκετά χρόνια στην πολιτική ζωή του νομού Λάρισας ή τουλάχιστον στο εθνικόφρον τμήμα του, αφού τα ποσοστά της ΕΔΑ στον νομό ήταν πολύ υψηλά. Κυριαρχία η οποία βέβαια δεν διάρκεσε αιώνια, αφού το 1963 η ΕΡΕ ηττήθηκε στις εκλογές και ο Ροδόπουλος, αν και πρώτευσε σε σταυρούς, έχασε την άμεση άσκηση εξουσίας.

 

Να πω εδώ ότι ο Μ. Καραγάτσης δεν έμελλε να ζήσει την αποκαθήλωση του αδελφού του. Αν και πολύ νεότερος (18 χρόνια, βρήκα κάπου) θα πεθάνει λίγους μήνες μετά το παραπάνω σκίτσο του Μποστ, τον Σεπτέμβριο του 1960, μόλις 52 χρονών. Ίσως να μην ξέρουν όλοι πως οι τελευταίες λέξεις που έγραψε ήταν απόλυτα ταιριαστές με τη στάση που κρατούσε απέναντι σε πολλά: «Ας γελάσω!»

 

Με τον Καραγάτση θα κλείσω το σημείωμα, δίνοντας την υπόσχεση μέσα στον άλλο μήνα να ανεβάσω εδώ ένα στιγμιότυπο από καβγά Λαπαθιώτη και Καραγάτση, μέσα από τις στήλες λογοτεχνικού περιοδικού, στον οποίο εμπλέκονται έμμεσα και οι γονείς τους, βουλευτές Λαρίσης και οι δύο στις αρχές του 20ού αιώνα.