Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Ιδού λοιπόν ο Φασουλής, που οίστρους κατεβάζει

καθώς ο Βούδας των Ινδών υπό συκήν ρεμβάζει,

και τον καφέ τον θεριακλή της Υεμένης πίνων

φιλοσοφεί ακάματος επί των ανθρωπίνων.

1

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και την ζωήν μου σύρω

μ’ ολίγα ψευτοδάκρυα, μ’ ολίγα ψευτογέλια,

κι άμα κοιτάζω στα ψηλά και χαμηλά και γύρω

όλα παντού μου φαίνονται τρελλού παππά Βαγγέλια.

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος με χέρια και με πόδια,

σκυλιά γαυγίζουν πίσω μου, με κουτουλούν οι τράγοι,

τρώγω την γην, που του ζευγά την αυλακώνουν βόδια,

πριν λαίμαργα την σάρκα μου εκείνη καταφάγει.

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και σαν χαράζ’ ημέρα

στον κάθε παλιοκαφενέ ξαπλώνομαι ανάσκελα,

κι αυτός, που κατ’ εικόνα του μ’ ετίναξ’ εδώ πέρα

ως δείγμα της προνοίας του μου στέλλει πάντα φάσκελα.

Άνθρωπος είμαι, φύσεως πετώσης και πεζής,

Ηράκλειτος φιλόσοφος και δημοσιογράφος

κι όταν κανένας μ’ ερωτά “σ’ αρέσει βρε, να ζεις;”

του απαντώ “τρομάρα μου αν έλειπε κι ο τάφος”.

2

Δεν ξέρω τι ζητώ

και τρέχω ψωραλέος

μετά του Περικλέτου.

Στα χέρια μου κρατώ

κρανίον βασιλέως

και καύκαλο επαίτου.

Και χύνω άνω κάτω,

κοιτάζων τα ουράνια,

στο πρώτο ρετσινάτο,

στο δεύτερο σαμπάνια.

3

Τις δύναμις ενήργησε και διεπλάσθ’ η σφαίρα;

Ο ένας είπε τη φωτιά κι ο άλλος τον αέρα

κι ο τρίτος μόνο το νερό,

αλλ’ ο σοφός Εμπεδοκλής εδέχθη και τα τρία

και τέλος πάντων έγινε μεγάλη φασαρία

σ’ εκείνον τον παλιό καιρό.

Καθένας ήτο βέβαιος πως ηύρε το σωστό

και κάθε τόσο άλλαζαν του κόσμου τον Χριστό

με χίλια δυο μπερδέματα…

Αλλά εδιάβασα κι εγώ αυτά τα κολοκύθια

κι εις ένα κι άλλο σύστημα ευρήκα την αλήθεια

πως είναι όλα ψέμματα.

4

Βρε Φασουλή καημένε, δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου,

τους ψωροφιλοσόφους στο διάβολο δεν στέλλεις;

Δεν σε αρκεί να χάσκεις στη ράχη του Πηγάσου,

μα και φιλοσοφίες αρχίζεις να μου θέλεις;

Όπως κι αν διεπλάσθη το Σύμπαν τι σε μέλει;

Κι αν εξ αυτής παρήχθη της μάζης ή εκείνης,

κι αν ήτο πρώτα χάος ή μια φωτονεφέλη,

εσύ μπορείς με τούτο καλλίτερος να γίνεις;

Και αν στων συστημάτων εγκύψεις την σωρείαν,

και αν του Δημοκρίτου δεχθείς την θεωρίαν,

καθ’ ήν εκ των ατόμων συνίσταται η φύσις,

κι επί της θεωρίας αυτής φιλοσοφήσεις.

Θαρρείς το άτομόν σου δεν θάναι όπως είναι,

πως ασθενές σαρκίον ως τώρα δεν θα μένει,

πως δεν θα το μαραίνουν οι πόθοι και αι οδύναι,

κι ουδέ θα παίζη λόρδα και η παραδερμένη;

Κι αν του Θαλή το ύδωρ αρχήν αναγνωρίσεις

κι υδραυλικής σπουδήσεις μεθόδους περισσάς,

πιστεύεις πως καμμία δεν θα στειρεύση βρύσις

και συ από την δίψα ποτέ δε θα λυσσάς;

Και αν του Ηρακλείτου το σύστημα σ’ εξαίρει

κι ειπείς αρχήν των όλων το πυρ το αδηφάγον,

νομίζεις ότι πάντα θα είναι καλοκαίρι

και δεν θα τουρτουρίζεις την εποχήν των πάγων;

Κι αν ως ο Πυθαγόρας και συ ανακηρύξεις

πως είναι αρμονία τα πάντα και ρυθμός,

κι αν αριθμούς αγνώστους ενώσεις κι αναμίξεις,

κι ειπείς πως άρχει πάντων το εν κι ο αριθμός.

Νομίζεις πως τ’ αυτιά σου ποτέ δεν θα ταράξει

βαρύτονος, τενόρος, ή άλλος φουκαράς,

που με βρυγμούς οδόντων ελπίζει να μαλάξει

την άμουσον καρδίαν σκορδόπιστης κυράς;

Ή μήπως των πλουσίων τα πλούτη θα σαρώσεις;

Ή μήπως το πουγγί σου θα βρίσκεται γεμάτο;

Ή τάχα θα μπορέσεις το σπίτι να πληρώσεις,

που έκτισες με χρέος στον Φαληρέα κάτω;

Και αν δεχθείς ακόμη σαν τον Αναξιμένη

πως ο αήρ, το Σύμπαν και άπειρον σημαίνει,

θαρρείς πως θα περάσει και μόνον μια ημέρα,

που δεν θα καβουρδίσεις κοπανιστόν αέρα;

Και αν τας πολιτείας τας ουρανογενείς

του Πλάτωνος ποθήσεις ευγενεστάτου θρέμματος,

μη τάχα ζωοκλέπτης, δεν θα μπορεί κανείς

να γίνει Ταξιάρχης και Σύμβουλος του Στέμματος;

Και αν τον έρωτά σου δεχθείς τον ιδεώδη,

μήπως δεν θα σηκώνουν τον κόσμον εις το πόδι

προικοθηρών πεινώντων τοσαύται συμμορίαι,

οπόταν ξεμυτίζουν πολύφερνοι κυρίαι;

Νομίζεις οι ερώντες πως θα πετούν στα νέφη

και πως ποτέ δεν θάχουν για τίποτ’ άλλο κέφι;

Ή μη κι ο έρως θάναι καπνός, ατμός και σκόνη,

και γυναικός κοιλία ποτέ δεν θα φουσκώνει;

Και αν του Σωφρονίσκου ακούσεις τον υιόν,

που εν ανακηρύττει του Σύμπαντος Θεόν,

ασύλληπτον καθ’ όλα και άυλον κι αιώνιον,

κι εις τούτο αποβλέπων ερρώφησε το κώνειον.

Κι αν, στην Χαναναίαν πετάξας νοερώς,

εις τον Θεόν εκείνον πιστεύσεις του Σινά,

θαρρείς πως δεν θα φθάσει ουδέποτε καιρός,

οπού θα προσκυνήσεις και συ τον Μαμμωνά;

Θαρρείς τον εαυτό σου διττώς αν διαιρέσεις,

εις νουν και εις αισθήσεις, πως δεν θα μείνεις βλαξ;

Θαρρείς πως ασφαλίζεις τας μεταξύ των σχέσεις

κι αυτό δεν θάναι δούλον του άλλου εναλλάξ;

Και αν του Επικούρου την Ηδονήν δεχθείς

και τύχει καμμιάν ώρα και συ να ορεχθείς

να φας μονάχος ένα μουλκέικο πεπόνι

θαρρείς πως τάντερά σου δεν θα θερίσουν πόνοι;

Κι αν την αχρείαν σάρκα εξ ηδονών κορέσεις

νομίζεις πως με άλγος ποτέ σου δεν θα κλαύσεις;

Κι αν το βαρύν χιτώνα της αρετής φορέσεις,

θαρρείς πως δεν θα θέλεις εκείνας ν’ απολαύσεις;

Νομίζεις πως δεν είναι κι αυτό κι εκείνο χίμαιρα;

Πιστεύεις και εις όρκους και εις λόγους της τιμής;

Νομίζεις ότι τούτο, που θα ποθήσεις σήμερα,

και αύριον επίσης θα το επιθυμείς;

Κι αν είσαι ανθρωπίσκος εκ της κοινής αγέλης

θα μακαρίζεις κλαίων σκηπτούχους Βασιλείς,

κι αν Βασιλεύς καλείσαι, θαρθεί στιγμή να θέλεις

να δειάζεις ανωνύμους θαλάμους της Αυλής.

Βρε Φασουλή, καημένε, ως εδώ πέρα μείνε,

πολλή φιλοσοφία και σκέψις ας σου λείπει…

δι’ ό,τι πράγμα χαίρεις αυτό χαρά δεν είναι,

δι’ ό,τι πράγμα πάσχεις αυτό δεν είναι λύπη.

Δεν είσαι ούτ’ ευδαίμων, αλλ’ ούτε δυστυχής,

ευκόλως μην πιστεύης στον ένα και στον άλλον,

ουδ’ εις αθανασίαν, ουδ’ εις θνητόν ψυχής,

και δι’ αυτό κι εκείνο να στέκεις αμφιβάλλων.

Ο κόσμος ας κινείται και τούτο το Βασίλειον

ας στρέφετ’ αιωνίως η γη περί τον ήλιον,

κι εκείνος περί ταύτην ας κινηθεί αν θέλει…

δι’ όλας τας κινήσεις πεντάρα μη σε μέλει.

Ατάραχος θεώρει του κεραυνού το βέλος,

του κόσμου τα βιβλία εις τα σκουπίδια όλα,

κι ενόσω την αρχή του δεν βλέπεις και το τέλος

υπόμενε, ανέχου, ανθρώπους γεννοβόλα.

5

Ποσάκις μόλις είδα την ημέραν

επόθησα του Σύμπαντος την σφαίραν

εις άμορφον σωρόν να μεταβάλλω

κι επάνω εις ερείπια να ψάλλω.

Και άλλοτε στους τοίχους μου σαν είδα

να τρέχει σιχαμένη κατσαρίδα,

κι ετόλμησα κι εγώ να την σκοτώσω

ποσάκις δεν την έκλαυσα και πόσο!

6

Όλα θαρρώ πως κλαίνε

και τους καημούς των λένε.

Αμάν! καθείς φωνάζει,

κι ακούω να στενάζει

βασανισμένη πλάσις,

το κύμα της θαλάσσης,

η ρεματιά, η φτέρη,

το μαλακό αγέρι,

Και παν το αναπνέον

μου ψάλλει πόνον νέον

με νηστικών ορνέων

απαίσιον κρωγμόν.

Ο βρέμων καταρράκτης,

ο φλέγων κεραυνός,

και της αυγής ο κράκτης,

ο γαύρος πετεινός.

Και βλέπω από πέρα

ποιμενική φλογέρα

να καίει τον αέρα

με φλόγας στεναγμών…

Ακούω εν’ αηδόνι

σε χαμηλό κλαδί

να πικροκελαϊδεί

και η ψυχή μου λυώνει.

Και γάϊδαρος παρέκει

αποσταμένος στέκει

με φόρτωμα στη ράχη…

Θεέ μου, πως γκαρίζει!

ποιος τάχατε γνωρίζει

τη βάσανα να τάχει!

7

Κι εγώ για να ξεχνάω

των στεναγμών τον δρόμο

μου έρχεται να κάνω

συχνά τον Αστρονόμο.

Και λησμονών τα βάρη

κοιτάζω προς τον Άρη,

και βλέπω προς τον Κρόνο

για να περνώ τον χρόνο.

Ίσως κι από ψηλά

κανείς βασανισμένος

εδώ στα χαμηλά

κυττάζει σαστισμένος.

Κι ο νους του όλος κρίση,

καθώς και ο δικός μου

ζητεί να βρει μια λύση

στο πρόβλημα του κόσμου.

Και δεν μπορεί και κλαίει,

και δεν μπορώ και κλαίω,

όρσε κι αυτός μου λέει,

όρσε κι εγώ του λέω.

8

Την σοφίαν, λέει ζητεί

ο μεγάλος Πυθαγόρας

και αυτήν σκοπόν κηρύττει

πας σοφός εκ πάσης χώρας.

Μα κι εγώ, κυρ Πυθαγόρα,

την γυρεύω κάθε ώρα

και γι’ αυτήν γυρνώ με δίσκο,

μα του κάκου… δεν τη βρίσκω.

9

Που βρίσκεται, που κάθεται, γιατί να μην ηξεύρω;

Κι αν της σοφίας κάποτε τ’ απόκρυφα σπουδάζω

δεν προσπαθώ με την σπουδήν το βέβαιον να εύρω…

την ώρα θέλω να περνώ και να διασκεδάζω.

Κι οπόταν εκ του υψηλού στραφώ στην κοινωνίαν

κι εμπρός μου τύχει να ιδώ κανέναν Παυσανίαν,

που πριν οκάδες είκοσι τα μέλη του εζύγιζαν,

κι εκ της νηστείας της πολλής τα γόνατά του λύγιζαν.

Μα σήμερα, που έπεσε στο Κεντρικόν σαν γλάρος,

μετρά οκάδες εκατό το ειδικόν του βάρος,

εις τούτον τον περίεργον σπουδάζω πατριώτην

τον νόμον της βαρύτητος, την δύναμιν την πρώτην.

Κι οπόταν βλέπω κάποτε Δημόσιον Ταμίαν,

πως προσπαθεί τον πειρασμόν να φύγει του παρά,

αν και δεινώς μαστίζεται από την βουλιμίαν,

να! η κεντρόφυξ δύναμις φωνάζω εν χαρά.

Αλλ’ όταν τέλος τον ιδώ με όλην του την πάλην

ακάθεκτος να σύρεται περί το κέντρον πάλιν,

ως ότου γίνει άφαντος με το Ταμείον όλον,

βλέπω την άλλην δύναμιν, που λέγουν κεντρομόλον.

10

Όσους μεγάλους κόπους,

φιλόσοφε κι αν κάμεις,

μονάχα στους ανθρώπους

ερεύνα τας δυνάμεις

μυστηριώδους φύσεως.

Κι όστις εις τούτους μόνον

σπουδάζει να εγκύψει,

καθ’ άπαντα τον χρόνον

ανέρχεται εις ύψη

σοφίας και ποιήσεως.

11

Όστις ποθεί ευχάριστα την ώρα να σκοτώσει

εδώ να κύψει πρέπει…

θαρρώ πως πασ’ απόστασις ποτέ δεν είναι όση

το μάτι μας την βλέπει.

Κι όταν εις πάσαν εποχήν καυμάτων και χειμώνων

ο άνθρωπος οδεύει,

τας αποστάσεις ο σκοπός τας μεγαλώνει μόνον

κι αυτός τας συντομεύει.

Κι αυτό μου τόπε Βουλευτής με λιπαράν γαστέρα:

“Εις όποιο κι αν ευρίσκομαι της πόλεως σημείον,

καμμία δεν μου φαίνεται οδός συντομοτέρα

παρά εκείνη, που τραβά στο Κεντρικόν Ταμείον”.

12

Ψηλά μη βλέπεις, σοφέ μου χάχα,

κι όλα τα κάνει ο νους μονάχα,

μικρά, μεγάλα λόγια χαμένα…

τέτοια τα δείχνει ο νους σ’ εμένα.

Ό,τι εκείνος θαρρεί πως πρέπει

και πως ταιριάζει με το εγώ,

τούτο καθένας καλόν το βλέπει

και τούτο θέλω και κυνηγώ.

Ο νόμος γράφει “ποτέ μην κλέψεις,

μηδέ πεντάρα μηδέ βελόνι”,

αλλ’ όταν έλθουν τοιαύται σκέψεις,

καθείς τον νόμον τον φασκελώνει.

13

Γιατί αλήθεια πάντα καθένας να γυρεύει

εκείνο που ο νόμος σαφώς απαγορεύει;

Πως κι ο Αδάμ ακόμη, που τόσο ετιμάτο,

οπού ποτέ σκοτούρες δεν είχε και δουλειές,

και μες στους Παραδείσου τους κήπους εκοιμάτο

με πάνθηρας, με σαύρας και με δεντρογαλιές,

τον απηγορευμένον ωρέγετο να φάγει

ως που κατεκρημνίσθη με το δεξί του πλάγι;

Στον δρόμο να με σφίξει, πηγαίνω προς εκεί,

οπού πάσα μας ανάγκη ρητώς απαγορεύεται;…

Θεούλη μου, τι κόσμος! … ας πάει να κουρεύεται.

14

Θεέ μου, τι κόσμος! … πολλάκις το είπα…

μου πίνει το αίμα κι ο ψύλλος κι η σκνίπα,

και όμως δεν έχω ποτέ μου το θάρρος

να ρίψω μακράν του βίου το βάρος.

Το είπα… η πλήξις την πλήξιν μου φέρνει…

δεν θέλω θυέλλας, ανοίξεις, λειμώνας…

σαν έλθουν οι πάγοι ζητώ καλοκαίρι,

σαν έλθει και τούτο ζητώ τους χειμώνας.

Στο χάος το πρώτον το Σύμπαν ας πέσει

κι εν άλλο ας γίνει καθώς μου αρέσει,

αλλ’ όμως συστρέφω κι αυτό ανωκάτω

και δεύτερον, τρίτον και τέταρτον πλάττω.

15

Παντοτεινή μουρμούρα

και κλάψα και φαγούρα.

Τι τ’ όφελος, χαμένε,

φιλοσοφίας τόσης!

Οι άνθρωποι σου λένε:

“Σκοτώσου να γλυτώσεις”.

Μα συ και αν γκρινιάζεις

δεν έχεις νου χαζό

και στους κουτούς φωνάζεις:

“Στο πείσμα σας θα ζω”.

16

Κι αν λέγει πας σοφός

πως της ζωής το φως

και όλα τα βαρύνεται,

αλλ’ είναι μασκαράς

και κάλπικος παράς

και ως τοιούτος κρίνεται.

Κι ο Λεοπάρδης έπληττε με γόους στον αέρα

και την ζωήν την εύρισκε σιχαμερό τσιμπούρι,

αλλ’ όταν εις τον τόπον του ενέσκηψε χολέρα

πρώτος ο αφιλότιμος το έκοψε κουμπούρι.

Όμως κι εγώ, που την ζωήν πετώ εις τα σκυλιά,

σπανίως τρέχω στην Βουλήν ν’ ακούσω κάθε ρήτορα,

εκ φόβου μήπως έξαφνα βροντήσει πιστολιά

και κράξω προς βοήθειαν Χριστόν και Θεομήτορα.

17

Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,

πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη…

αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα

δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει, ό,τι κάνει.

Αν έλεγε καθένας τι κρύπτει κατά βάθος

χωρίς κανένα φόβον, χωρίς κανένα πάθος,

θα βλέπαμε αμέσως το παν ν’ ανατραπεί,

θα βλέπαμε αμέσως το παν μορφήν ν’ αλλάξει,

μα σήμερα κι ο κλέπτης θ’ακούσεις να σου πει:

“Εγώ ποτέ να κλέψω;… πα! πα! Θεός φυλάξοι!”

18

Είδα κουφό μια μέρα και είπα εν σπουδή:

“Ποτέ του δεν θ’ ακούσει εκείνα που θα δει”.

Κι είδα στραβό και είπα “μη για το φως στενάξεις

εκείνα που θ’ακούσεις, ποτέ δεν θα κυττάξεις”.

Κι είδα βουβό και είπα “γιατί στενοχωρείσαι;

έχεις το μέγα δώρον, γκράτειαν της γλώσσης”.

Κι είδα χωλό και είπα “ευτυχισμένος είσαι,

που δεν μπορείς να τρέχεις και στας διαδηλώσεις”.

19

Το κάθε δώρον, η κάθε χάρις,

περνά ως πόνος και δυστυχία…

ο κόσμος είναι όπως τον πάρεις,

χαραί και λύπαι, ψευδή λαχεία.

Αν σε βαραίνουν οι στεναγμοί

και τόσα πάθη παντοτεινά,

πλην όμως έλθει και μια στιγμή,

που θα γελάσεις αληθινά.

Αν όμως όλα σου δείχν’ η πλάσις

με όψεις μόνον απατηλάς,

ποτέ στ’ αλήθεια δεν θα γελάσεις

κι ας κάνεις πάντα ότι γελάς.

20

Είδα εις τον τάφον γαύρου Βασιλέως

να καθίσει κάποιος πλάνης πειναλέος.

Είπε πόσην δόξαν είχε τ’ όνομά του

κι έφυγε τρις πτύσας εις το άγαλμά του.

Ήλθε κι ένας άλλος, λόγιος συγγράφων,

και σοφούς χαράξας εις την πλάκα στίχους,

έκαμε ευσχήμως δίπλα εις τον τάφον

ό,τι κάνεις σκύλος αναιδώς στους τοίχους.

21

Ιδού λοιπόν ο κόσμος την δόξαν βεβηλών!…

αι αμοιβαί τοιαύται, τοιαύτα τα βραβεία…

ορίστε και δόξα… που είσαι, Βαβυλών;

Που είναι η Ευδαίμων εκείνη Αραβία,

με τόσων αρωμάτων μυροβολούσαν χλόην,

με βάλσαμον, με κύπρον, με σμύρναν, με αλόην;

Που Μωυσής ξηραίνων τον δρόμον τον υγρόν;

Εις άγνωστον κοιμάται της Χαναάν αγρόν.

Πεντάπολις, που είσαι; Που είσθε τόσαι χώραι;

Καπνόν και σκόνην βλέπω και την Ιεριχώ,

και με τα τύμπανά των του Ισραήλ αι κόραι

δεν εξυμνούν ερήμων κοιλάδων την ηχώ.

Χειμάρρους δεν σκιάζουν οι κέδροι του Λιβάνου,

παιάνας δεν ακούω πολέμων καλλινίκων,

ουδέ παρά τας όχθας εκεί του Ιορδάνου

απλώνουν τους καρπούς των οι κλάδοι των φοινίκων.

Πως έσβησε το κλέος του καθενός μεγάλου;

Τις ομιλεί ακόμη περί του μεγαλείου;…

Τι έγινε κι η δόξα του ίππου Βουκεφάλου;

Τι έγινε κι ο Δόρκων αυτός του Ηρακλείου;

Που έθαψαν κι εκείνη του Βαρλαάμ την όνον;

Που δε κι η τρεφομένη από το Πρυτανείον;…

Ίσως μετεμψυχώθη με την ροήν των χρόνων

στους Έλληνας εκείνους των νέων καφενείων.

Εγέρασε ο κόσμος κι ακόμα θα γεράσει

κι η δόξα της δικής μου γαϊδάρας θα περάσει.

22

Όσοι ώρες έχουν

και καιρό για χάσιμο

κι εις κηδείας τρέχουν

με καυμάτων βράσιμο,

όταν Χάρος πάρει

τούτο το κουφάρι,

που δεν έχει πιάσιμο,

θάλθουν και θα κλαίνε

δόξα μια φορά,

κι όλοι των θα λένε:

“Βρε τον μασκαρά!

είχε και παράσημο!”

23

Οπόταν φασκελώνω τον κόσμο τον χυδαίον

κι εις τας μετεμψυχώσεις εγκύπτω των Χαλδαίων,

μου έρχεται η σκέψις πως ίσως δεν χαθώ,

αλλ’ εις κανένα ζώον θα μετεμψυχωθώ.

Γιατί να μην πιστεύω και τους Χαλδαίους; είπα…

πας ο τυφλώς πιστεύων λογίζεται μακάριος…

γιατί, οπόταν βλέπω βουλιμιώντα γύπα,

να μην ειπώ πως ήτον Αλαταποθηκάριος;

Κι οπόταν άνδρας βλέπω εμπρός μου Βουληφόρους

να παραβαίνουν πάντας τους ανθρωπίνους όρους

και να κλωτσούν αγρίως και με τα δυο ποδάρια

πώς να μην πω πως είναι τουλάχιστον μουλάρια;

Αυτά για κολοκύθια ως σήμερα θαρρούσα,

μα τώρα ποιος κόσμος πραγματικώς εξαίσιος…

φαντάζομαι πως είναι σαρανταποδαρούσα

ο Περικλής, ο Κόδρος, ο Νεύτων, ο Καρτέσιος.

24

Μετά την μετεμψύχωσιν σ’ ανοίγεται η Πύλη

ωραίων Παραδείσων,

υπάρχουν δε Παράδεισοι πολλοί τε και ποικίλοι

εν μέσω των αβύσσων.

Εις τούτον Άγγελοι χρυσοί τας πτέρυγάς των σμίγουν

με μουσικάς ευμόπλους

ο δ’ Αβραάμ και Ισαάκ στους ευσεβείς ανοίγουν

χαριτοβρύτους κόλπους.

Στον άλλον όρη και βουνά με μέλι και πιλάφι

και αδαλίσκαι που στιγμή δεν κάνουν και νισάφι,

και αν επλάσθης με ροπήν προς την πολυγαμίαν

εκάστην ώραν ημπορείς ν’ αλλάζεις κι από μίαν.

Πλην μ’ απολαύσεις κι αγαθά προς ταύτα παραπλήσια

υπήρχον κι άλλοι προ πολλού Παράδεισοι κι Ηλύσια,

μα παν κι αυτοί στον διάβολο με Κρόνους και με Δίας

και τους θεούς των σήμερα φρουρεί ο Καββαδίας.

Και πηλαλείς εδώ κι εκεί να εύρεις ποιος σ’ αρέσει

ωσάν σκυλί που του κρεμούν οπίσω καραβάνα,

αλλ’ αν απ’ όλους δεν βρεθεί κανείς να σε χωρέσει,

υπάρχει άλλος ανοικτός… του Βούδα η Νιρβάνα.

25

Μηδέ πιλάφια ειν’ εδώ κι αγγέλων πανηγύρεις,

μηδέ πολυγαμία…

εκεί Μηδέν αιώνιον, μακαριότης πλήρης,

κι ανταμοιβή καμμία.

Με μαρτυρίου στέφανον την κεφαλήν δεν στέφεις

κι αν όντως μάρτυς ήσο…

χωρίς ελπίδ’ ανταμοιβής και πάλιν επιστρέφεις

εις το Μηδέν οπίσω.

Εις τούτον τον Παράδεισον της ιεράς σιγής,

οπού τελείως θνήσκεις,

παντός δικαίου αληθούς και μάρτυρος της γης

το Πάνθεον ευρίσκεις.

Εις τούτον τον Παράδεισον, που δεν σε περιμένει

ουδέποτε τρυφή,

χωρίς χυδαία όνειρα κοιμούνται κουρασμένοι

οι αληθώς σοφοί.

26

Σεις όσοι εφορέσατε ακανθωτούς στεφάνους

και θρόνους εσαρώσατε,

κι από σκηπτούχους Καίσαρας κι αιμοχαρείς τυράννους

λαούς απολυτρώσατε.

Σεις όσους δεν επτόησεν ακόλαστος Σατράπης

δια των μαρτυρίων,

και άφθονον εχύσατε την δρόσον της αγάπης

και εις ψυχάς αγρίων.

Σεις όσοι εσκορπίσατε του λόγου την ειρήνην

στων πόνων την κοιλάδα,

και μεταλαμπαδεύσατε την άσβεστον εκείνην

της επιστήμης δάδα.

Σεις όσοι ατενίζοντες προς ύψιστον σκοπόν,

προφήται αληθείς,

ερρίψατε τα σπλάχνα σας εις στόματα γυπών

ως άλλοι Προμηθείς.

Σεις όσοι και τους κώνωπας ακόμη διϋλίσατε

με παν το δυνατόν,

και εις φασματοσκόπια και πρίσματ’ ανελύσατε

το φως των πλανητών.

Σεις όσοι εχαράζατε τους πριν αβάτους δρόμους

ανά τους ουρανούς,

κι εστράφη προς του Σύμπαντος τους αιωνίους νόμους

πας υγιαίνων νους.

Σεις όσοι εξελίξατε την ανθρωπίνην πλάσιν

με μόχθους ερευνών,

κι ευρόντες εχωρίσατε εις είδος και εις κλάσιν

τα πλήθη των γενών.

Σεις όσους δεν ετρόμαξεν ο Δράκων ο πυρίπνους

βαρβάρου αμαθείας

κι εις ρόδων ετρυφήσατε αρωματώδεις ύπνους

και εις εκστάσεις θείας.

Σεις όσοι συνετρίψατε παν είδωλον του σκότους

στο κοίλον της παλάμης,

και τόσας εδεσμεύσατε κρυπτάς κι αναλλοιώτους

της φύσεως δυνάμεις.

Σεις όσοι ανεστείλατε τον ρουν και τας φοράς

ακατασχέτου ρεύματος,

και τα δεσμά εθραύσατε δουλείας βδελυράς

του ανθρωπίνου πνεύματος.

Προς σας του Βούδ’ ανοίγεται ο μέγας ουρανός,

Επαγγελίας χώρα,

κι εις ταύτην την επίζηλον Εδέμ του Μηδενός

αναπαυθείτε τώρα.

Εκεί ας αναπαύεται πας μάρτυς και πας ήρως,

γευθείς σοφίας μάνα…

δεν είναι αμοιβή παντός και του τυχόντος κλήρος

του Βούδα η Νιρβάνα.

Χρυσούς ορθούται στον Ναόν εκείνον της σιγής

ο τρίπους της Πυθίας,

και δεν εισέρχεται ποτέ χειρώναξ εναγής

κι εχθρός της αληθείας.

Εκεί φωτίζει την πυκνήν του Μηδενός σκοτίαν

φως αληθών θαυμάτων,

και βλέπομεν αθάνατον την αριστοκρατίαν

των ευγενών πνευμάτων.

27

Εγώ αυτόν τον Βούδα τον εκτιμώ πολύ…

τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!

Αν κι ήτο Βασιλέως κραταιοτάτου θρέμμα,

εμούντζωσε τον θρόνον, εμούντζωσε το στέμμα,

και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν

κι εδίδασκε τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.

Κι εμόναζε ρεμβάζων αυτός ο Ηγεμών

πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν,

και πότε εις χειμάρρους κι υπό συκής,

ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής,

κι εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά

κι εφώλιαζαν επάνω λογής λογής πουλιά.

Τροφή του ήσαν μόνη τα χόρτα κι αι οπώραι

και προς τα ύψη καθ’ εαυτόν ελάλει,

κι εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι

παγίδας να του στήνουν με τα γυμνά των κάλλη,

και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε

κι εκείνη τον εφίλει κι αυτή τον εγαργάλιζε.

Όμως ο μέγας Βούδας, κατανικών τα πάθη,

στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,

και πριν στον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον ένατον

και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια του,

μ’ αφρούς θυμούς και λύσης επήραν τα βρεμμένα των

και άφησαν τον Βούδα να κάθεται στα χάλια του.

Εγώ αυτόν τον Βούδα τον εκτιμώ πολύ…

τι άνθρωπος τωόντι και ποία κεφαλή!

Ν’ ανθέξ’ εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίσει;

Να μη του φέρει ρίγος και της σαρκός το χνούδι;

Δόξα πολλή στον Βούδα, μα να με συγχωρήσει

αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι.

28

Κι εμπρός μου είχαν έλθει μια φορά

γυναίκες πονηραί να με τρελλάνουν,

που ήσαν σαν τα κρύα τα νερά,

και άρχισαν τα μάγια να μου κάνουν.

Εστάθησαν ολόρθες εμπροστά μου

κι εσκόρπιζαν αρώματα και μύρα

κι επέμεινα κι εγώ με τα σωστά μου

να δείξω σαν τον Βούδα χαρακτήρα.

Μα μόλις είδα κάποιας λίγο πόδι

κι άλλη τόνα χέρι ξεμανίκωσε,

ο Βούδας μου εφάνη τότε βόδι

κι ο διάβολος μ’ επήρε και μ’ εσήκωσε.

29

Κι αν ο Βούδας των νεύρων

ηγωνίζετο την δράσιν,

μα δε ζει κανείς ηξεύρων

ποίαν άρα είχε κράσιν.

Αλλ’ αν ήτο σαν κι εμένα

τον αχρείον, τον κανάγια,

δεν θα πήγαιναν χαμένα

της αγάπης τόσα μάγια.

30

Εμπρός στην σάρκ’ αν τρέμετε

νομίζω πως το παν

από την κράσιν κρέμεται

κι αυτό το αγαπάν.

Κι εγώ δεν θέλ’ ο τάλας

σφοδράς επιθυμίας,

που να γεννούν μεγάλας

εντός μου τρικυμίας.

Αλλ’ όταν αι δυνάμεις

δεν είναι αρκεταί,

τι διάβολο να κάμεις,

ω Βούδ’ αγαπητέ;

31

Κι ο Επίκτητος μου λέγει:

“καθυπόταξε το πνεύμα

κάθε πόθον που σε φλέγει

και θεώρει τον ως ψεύμα”.

Κι είπα πλήρης ηρεμίας:

“κλάσμα γνήσιον αν κάνω

και το πνεύμ’ ας είναι άνω

πονηράς επιθυμίας”.

Πλην τους όρους αίφνης είδα

αντιστρόφως παρ’ ελπίδα,

κι ανεφάνη κλάσμα νόθον

εις των σκέψεων το ρεύμα,

έχον άνωθεν τον πόθον,

έχων κάτωθεν το πνεύμα.

32

Μπορεί να είσαι άνθρωπος εκ της κοινής σωρείας

και να μη δίδεις προσοχήν ποτέ προς τας κυρίας.

Αλλ’ ημπορεί να λέγεσαι φιλόσοφος Σενέκας

κι ενός παρά να γίνεσαι και δούλος στας γυναίκας.

Ω πονηροί απόγονοι της παμπονήρου Εύας,

σπανίως οι σοφοί για σας ωμίλησαν με σέβας,

κι αυτή του Σοπενχάουερ και η δική μου γλώσσα

εξήμεσ’ εναντίον σας κακά μυρία όσα.

Αλλ’ όσα είπαν οι σοφοί εξώλης και προώλης

σεις, δαίμονες του πονηρού, αν κινηθείτε μόλις,

αμέσως τ’ ανατρέπετε με μόνον το ριπίδι σας

και κάθε Σοπενχάουερ τον κάνετε σκουπίδι σας.

33

Κι αν είσθε κούφα, ως λέγουν, πλάσματα

και καρακάξες και νεροβράσματα,

έτσι σας έπλασε η φύσις μόνον

και στον αιώνα και προ αιώνων.

Αν δεν σας στόλιζε στόμα στωμύλον

κι ανοησίας χάρις αβρά,

δεν θα ελέγεσθε ωραίον φύλον

και της δικής μας πλευράς πλευρά.

Πως η καρδιά μου για σας λυπείται,

όταν την φύσιν σας τοιαύτην βλέπει…

μ’ όσα κι αν κάμετε, μ’ όσα κι αν πείτε,

πάντα θα μένετε όπου σας πρέπει.

Και αν χαρίσουν κι εις σας προνόμια

με τα δικά μας καθ’ όλα όμοια,

κι εξ ίσου νέμεσθε μαζί μ’ εμάς

και τ’ αξιώματα και τας τιμάς.

Κι αν η κυρία Παρέν εκδώσει

εφημερίδων σοφών σωρείας,

κι αν επεμείνει και αν ιδρώσει

σοφάς να κάμει και τας κυρίας.

Πάντα τα χείλη σας θα σαλιαρίζουν

για τον ποδόγυρο τον τρισμακάριο,

για ποιες παντρεύονται, για ποιες χωρίζουν,

για ποιες εχόρεψαν με Σεκρετάριον.

34

Κι ένας σοφός μεγάλος κάθε σοφήν γαλιάνδρα

την παραβάλλει μ’ ένα φτιασιδωμένο άνδρα.

Κι εγώ σαν δω γυναίκα δι’ όλης της ημέρας

να έχει την σοφίαν ως μόνον της αγώνα,

μου φαίνεται πως βλέπω περίεργόν τι τέρας,

πούναι μισό γυναίκα και το μισό Γοργόνα.

Ποτέ δεν θα μπορούσα να ερασθώ με πάθος

την Σεβινιέ, την Στάελ, και κάθε τέτοια κόρυζα.

35

Τ’ είναι κι αυτός ο Έρως!… τι τούψαλαν τωόντι

σοφών και τροβαδούρων τα στόματα τ’ απύλωτα…

εκείνος είν’ αιτία να μας πονεί το δόντι

και σύρει τον πλανήτην οπίσω του ως Είλωτα.

Ενώ χαλούν ντουνιάδες εκείνος το χαβά του…

χωρίς ποτέ καθόλου ν’ ανοίγει τα στραβά του,

ακούραστος τοξεύει καρφιά, βελόνες, βέλη,

και που εκείνα πάνε κουκούτσι δεν τον μέλει.

Όταν ιδείς των άλλων τας φρένας να μεθύσει

αρνείσαι εις εκείνους και κοκοβιού μυαλά,

αλλ’ αν ποτέ κι απάνω στο σβέρκο σου καθίσει

για κοκοβιό νομίζεις αυτόν που σε γελά.

Εκείνη δ’ εκείνον κι εκείνος δι’ εκείνην..

την βλέπει στους αστέρας, την βλέπει στην σελήνην,

κι ενώ πετά μαζί της προς ιδεώδη χώραν

κι ο νους και η ψυχή του αλλοφρονεί και φλέγεται,

εκείνη ποιος ηξεύρει αν κατ’ αυτήν την ώραν

δεν βρίσκεται εις μέρος, πουν εντροπή να λέγεται.

36

Τ’ είναι κι αυτός ο Έρως;… Ασφάλειαν δεν έχεις

κι αν πας Χατζής να γίνεις εις τα Ιεροσόλυμα…

ως Σούτσου Οδοιπόρος οπίσω του θα τρέχεις

ως που να ξεθυμάνεις εις ένα γεννοβόλημα.

Όσο τυφλός κι αν είναι, όσο κι αν είναι νάνος,

εμπρός του τύφλα νάχει παν αγαθόν επίγειον…

κι εγώ θαρρώ πως στέκει ψυλός σαν Καραπάνος

και της ζωής ιδρώνει να βρει το Ισοζύγιον.

Πικρόχολος τοξότης, αλλά και τι γλυκός!…

αν δε κι ο έρως βίον δεν μας χαρίζει άλυπον,

όμως για να μιλήσω σαν μαθηματικός

εκείνος μένει μόνον πηλίκον και κατάλοιπον.

37

Λατρεία προς τον Έρωτα, με όσα κι αν του ψάλλω,

κι ο Ππαπας στην εικόνα του γονατιστός ας στέκεται,

και δι εμέ καλλίτερον δεν είναι σύμπλεγμ’ άλλο,

παρ’ όταν ένας σάτυρος με Νύμφην περιπλέκεται.

Αν δε μ’ αυτόν φιλοσοφώ, αλλ’ όμως τον φοβούμαι,

κι αν τυχ’ εις ύδατα πηγής να εγκατοπτρισθώ,

δεν ξέρω πως τον Νάρκισσον αμέσως ενθυμούμαι

και τρέμω την ιδίαν μου μορφήν μην ερασθώ.

38

Εμπρός!… λυγίζεσθαι, κιχλίζετε, γελάτε,

ω γύναια παμπόνηρα,

σκιρτώντα δε και πηδηκτά πλησίον μου ελάτε

ωσάν σκιαί και όνειρα.

Και πρώτη, πρώτ’ η Δαλιδά να έλθει από σας,

που του Σαμψώνος έκοψε τας τρίχας τας χρυσάς,

τυφλόν δε και παράλυτον και παίγνιον της μοίρας

εις τας εχθράς τον έρριψε των Φιλισταίων χείρας.

Τον Ιωσήφ τον πάγκαλον κοιτάζω μ’ απορίαν

να φεύγει την σφαδάζουσαν του Πετεφρή κυρίαν,

κι αυτή χύμα επάνω του με γλαρωμένα μάτια

και του παγκάλου γίνεται το φόρεμα κομμάτια.

Εμπρός μου βλέπω κύπτουσαν και την Βησθαβεέ,

που τον Δαβίδ οπίσω της τον έσυρεν ως πτώμα,

κι ο Προφητάναξ έκραε “συγχώρα με, Θεέ,

το πνεύμα είναι πρόθυμον, αλλ’ ασθενές το σώμα”.

Ω Σαμαρείτις, είδωλον και ξόανον ωραίον,

η δροσερά σου λάγηνος τα χείλη μου ας βρέξει,

κι είπες γελώσα κι εις εμέ καθώς στον Ναζωραίον

πως άνδρα δεν εγνώρισες, ενώ επήρες έξη.

Ξανθίππη, κάθε νεύρον μου η θέα σου ταράττει,

όταν σκεφθώ, κυρά,

πως άδειαζες στην κεφαλήν εκείνην του Σωκράτη

δοχεία ρυπαρά.

Ω Κλεοπάτρα, σύλλαβε τον χάχα τον Ρωμαίον

εντός χρυσού δικτύου,

κι ας τον ιδώ νικώμενον και φεύγοντα δρομαίον

την άκραν του Ακτίου.

Προβαίνετε, προβαίνετε, με μειδιώντα χείλη,

προβαίνω δε κι εγώ,

και μίαν μίαν από σας φορών το πετραχήλι

την εξομολογώ.

Μαγδαληνή, που έσκυψες στου κόσμου το Σωτήρα,

κι ενώπιόν μου σκύψε,

και με δακρύων ποταμούς και μ’ αλαβάστρων μύρα

κι εμού τους πόδας νίψε.

Εμπρός, προβαίνεται και σεις, που το παραγλεντήσατε

με τας παραλυσίας,

αλλ’ όταν τα γεράματα σας πήραν, εζητήσατε

τον στέφανον οσίας.

Ηρωδιάς χορεύτρια, η κοιμωμέν’ εις κρίνα,

γυρεύεις επί πίνακος την κάραν του Προδρόμου,

αλλά κι εγώ προς χάριν σου, Συλφίς και Μπαλαρίνα,

δεν δυσκολεύομαι πολύ να κόψω το ξερό μου.

Ω Μεσσαλίνα, παστρικό του Νέρωνος κουμάσι,

που πείραζε τα νεύρα σου παν απρεπές κι ανήθικον,

την άσπιλόν σου αρετήν η Ρώμη ας θαυμάζει,

όταν εις τρώγλας μαίνεσαι μαζί με κάθε πίθηκον.

Ω Μεσσαλίνα, παστρικό του Νέρωνος κουμάσι,

ειπέ μου, σε παρακαλώ, στην πίστη σου, στο φως σου,

πως έπνιξεν στον Τίβεριν εξ έρωτος προς σε

τον εραστή σου κι αδελφόν ο Πάπας αδελφός σου.

Λαίδυ Μακβέθ, σκολόπενδρα, οπού διψάς το στέμμα

με ρύπους αμαρτίας

σε βλέπω την πορφύραν σου να πορφυρώνεις μ’ αίμα

του Δούκα της Σκωτίας.

Συ, Μήδεια, κατάκοψε, χωρίς ποσώς να φρίττεις

τα μέλη του Αψύρτου,

και ας τα φάγει κυημά ο Βασιλεύς Αιήτης,

πατήρ σου και πατήρ του.

Ω Κλυταιμνήστρα πρόβαινε μετά μακρών κρηδέμνων,

και των θεραπαινών σου,

και δείξε μου πως έσπαιρνεν ο Άναξ Αγαμέμνων

υπό το φάσγανόν σου.

Ελένη Σπαρτιάτισσα, Μαρκόφλα της Ελλάδος,

ανάπτ’ η παρειά μου…

εσύ αιματοκύλισες στους δρόμους της Τρωάδος

το γένος του Πριάμου.

Τα αιμοβόρα πάθη σας και την ακολασίαν

τελείως συγχωρώ,

αν και δεν έχω άνωθεν προς τούτο εξουσίαν,

αλλ’ ούτε ημπορώ.

Ας κύψω έντρομος κι εγώ εμπρός εις τας Ανάσσας

της αληθούς τρυφής,

κι ας πέσω σφάγιον κι εγώ υπό τα φάσγανά σας

εις αίματα βαφείς.

Εις λήθην ρίπτω του λοιπού τα αίσχη σας τ’ ανόσια

και δεν τ’ αναδιφώ,

μα δώσετε και προς εμέ τα χείλη σας τ’ αμβρόσια

το νέκταρ να ροφώ.

Ας λάμπει δε το βλέμμα σας, καθώς Αποσπερίτης,

Αυγερινός και Σείριος,

κι ας είμαι Σαρδανάπαλος και χαύνος Συβαρίτης

και μαλθακός Ασσύριος.

Του πυρετού μου έρχονται κακές ανατριχίλες…

μην ανατείλεις, χαραυγή, μη σιωπάτε, κούκοι,

κι ελάτε, περδικόστηθες και μαρμαροτραχήλες,

κι ας φέρ’ η Μάκβεθ ναργιλέ κι η Δαλιδά τσιμπούκι.

Αλλ’ όχι, φύγετε μακράν… ποθώ να ησυχάσω

από κτηνώδη πάθη…

μακράν μου, πριν εκνευρισθώ και πριν της ώρας χάσω

τ’ αυγά με το καλάθι.

Σεις ημπορείτε, γύναια, ν’ αρπάσετε το δόρυ

κι από τον Τελαμώνιον,

και να γελούν τα σκέλη του ωσάν κονδυλοφόροι

προς αίσχος σας αιώνιον.

39

Ενώ εσπούδαζα ποτέ βατράχους ανατέμνων

εμπρός μου τράγος με ορμήν επέρασε μεγάλην,

κι ευθύς στην μετεμψύχωσιν ο νους μου πήγε πάλιν

Και είπα “να! των Μυκηνών ο μέγας Αγαμέμνων”.

Μίαν ημέραν θερινήν, ενώ με οίστρον λαύρον

εφανταζόμην κρύσταλλα και φως Βορείου Σέλαος,

χρυσόκερων αντίκρυσα κατέναντί μου ταύρον

και είπα “να! κι ο αδελφός του πρώτου, ο Μενέλαος”.

40

Τον Σοπενχάουερ ζητώ

και πάσαν ώραν μελετώ

τα όσα ψάλλει γαυριών

εις την φυλήν των κυριών.

Δεν ήταν άνθρωπος σκαιός

να στρίβουν τα μυαλά του…

ας αναπαύσει ο Θεός

τα σάπια κόκκαλά του.

Αλλ’ αν πολλά ηλάλαζε

κακόλογα ο σκύλος,

τρις της ημέρας άλλαζε

ασπρόρουχα, ο φίλος.

41

Ο πάλαι Πυγμαλίων, γνωστός στην οικουμένην

ηγάπησε γυναίκα εις πέτραν σκαλισμένην,

και τόσον ερωτεύθη, οπού την παρεκάλει

να ζωντανέψει μ’ όλα τα πέτρινά της κάλλη,

ως που ζωή γεμάτη κι η πέτρα εσηκώθη

κι εκείνος εζουρλάθη και την εστεφανώθη.

Κι εζήλευε μαζί της σαν άγριος Οθέλος,

αλλ’ όμως, ο ερίφης, την έπαθε στο τέλος,

και είπε τότε μόνο “καλά κι εγώ να πάθω,

και πρέπει από τώρα και στο εξής να μάθω

πως αν με κάθε ξύλο μπορεί να γίνει Γιάννης,

μα κι όποια πέτρα κόψεις και μια γυναίκα κάνεις”.

42

Νάφθας ατμούς ανέπνευσα κι εμέθυσα και είπα:

“γιατί σαν κόττα κάποτε κι εγώ να μην κλωσσώ,

και να μην ζουν οι άνθρωποι σε μια και άλλη τρύπα,

καθώς εδίδασκε ποτέ ο κύριος Ρουσσώ;

Γιατί εκείνο που σ’ εμάς νομίζετ’ ευπρεπές,

αλλού δεν το νομίζουν,

γιατί με όσα λέγονται στον τόπο μας ντροπές,

αλλού δεν κοκκινίζουν;

Γιατί οπόταν έξαφνα η σύνευνός σου πρήσκεται

και εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν ευρίσκεται,

μαζί της δεν εντρέπεσαι να βγαίνεις στον περίπατον

κι αυτή θαρρεί το φούσκωμα εγκαύχημά της ύπατον;

Γιατί οπόταν λέγεσαι Ηγούμενος Μονής

δεν σ’ επιτρέπουν συνοδός κυρίας να γενείς,

και μόνον όταν κλείνεσαι μονάχος στον οντά σου

σεμνή ελέους αδελφή προσεύχεται κοντά σου;

Γιατί κι ο Μέγας Σολομών, και νου και ρώμης,

πολλάς Ρεβέκκας έτρεφε υπείκων εις τον Πλάστην,

ο δε Ηλιογάβαλος της περικλύτου Ρώμης

και από μίαν άλλαζε Ρωμαίαν καθ’ εκάστην;

Γιατί ποτέ δεν έχομεν δι’ όλα γνώμην μίαν

κι όπως εγώ δεν σκέπτεται κι ο νους του Οττεντότου,

και την τιμήν μου θεωρεί εκείνος ατιμίαν,

κι ο ένας λέγει το μακρύ κι ο άλλος το κοντό του;

Γιατί μ’ αυτό που σκέπτομαι δεν συμφωνεί το άλλο;

Γιατί δεν είναι φύλλα δυο και πρόσωπα παρόμοια;

Γιατί καθώς ο Έρασμος νυχθημερόν να ψάλλω

εις της μωρίας την θεάν μωρότατα εγκώμια;”

Και μια φωνή μ’ απήντησε “μην είσαι φαφλατάς,

κι αυτά στον κόσμο γίνονται για νάχεις να ρωτάς”.

43

Μια μέρα που δεν ήξευρα, τι διάβολο να κάνω,

τα δάκρυά μου σε βαθύ εστράγγισα ποτήρι,

και μια και δυο στον χημικό τα πήγα Χρηστομάνο

και κάνε μου, παρακαλώ, του είπα, το χατήρι

να τ’ αναλύσεις και να βρεις πως είναι καμωμένα,

για να μην κλαίω στο εξής κι εγώ εις τα χαμένα.

Κι ο χημικός μ’ απάντησε “αυτά, ξερό κεφάλι,

δεν είναι άλλο τίποτα παρά χλωριούχον κάλι”.

Ορίστε και τα δάκρυα, που άφθονα τα χύνεις,

οπόταν κόμμα αντίπαλον βυζαίνει την πατρίδα,

και συ απ’ έξω κάθεσαι και ξεροκαταπίνεις

και γίνονται για το ψωμί τα μάτια σου γαρίδα.

Ορίστε και τα δάκρυα και οι τόσοι κοπετοί!…

και να θαρρώ το κλάψιμο πως είναι κάτι τι;

Αν έζης σήμερα και συ, κλαψάρ’ Ιερεμία,

γέλιο τρελλό θα σούκανε το κλάμμα η Χημεία.

44

Τ’ είναι αυτό το σώμα μας, που ζει και αποθνήσκει!…

οστά, πλευραί και τένοντες και μυς και σωληνίσκοι,

και νωτιαίοι μυελοί με μυελούς προμήκεις,

και άλλα τοιαύτα πράγματα εκστάσεως και φρίκης.

Ένα κεφάλι απ’ εμπρός και απ’ οπίσω ράχη,

μια μύτη με πτερύγια και κοίλωμα σχιστό,

κι άμα σ’ αρχίσει έξαφνα το διαβολοσυνάχι

σου λεν “με τις υγείες σου” και λες “ευχαριστώ”.

Ένας λαιμός, που χωρατά καθόλου δεν σηκώνει,

κάτι σαγόνια, μάγουλα, και γένια και μουστάκι,

και κάτι μάτια με φακούς, που τα στραβών’ η σκόνη

και πας στον Διαμαντόπουλο και στον Αναγνωστάκη.

Κάτι ποδάρια έπειτα με γόνατα και σκέλη

κι όμως κανείς ελεύθερα δεν πάει όπου θέλει,

και δυο ξεράδια στα καλά των άλλων να τ’ απλώνεις

και δάκτυλα για να μετράς και για να φασκελώνεις.

Μια γλώσσα για να λες καλά και κλέη προηγούμενα,

για να τσακίζει κόκκαλα κι αν βάλει γλωσσοδέτη,

και κάτι δόντια που πονούν εις τα καλά καθούμενα,

και πηλαλείς στον Μπάμπανο και εις τον Κασσαβέτη.

Αμυγδαλαί και σταφυλαί και σιελώδης ύλη

κι αυτιά με τύμπανα, λοβούς, κοχλίας δίχως κέρατα

που μπαινοβγαίνουν εις αυτά πεταλωμένοι ψύλλοι

και μυίγες κι αλογόμυγες και άλλα τέτοια τέρατα.

Φλέβες, ιδρώς, επιδερμίς, κι αδένες ένα πλήθος,

και μικροβίων υπ’ αυτά μεγάλη ευτοκία,

και αρτηρίαι πάμπολλαι και μια καρδιά και στήθος,

που κάθε τόσο γίνεται βασάνων κατοικία.

Και φλέβες αγωνίζονται με τόσας αρτηρίας

περί της διαθρέψεως και της κυκλοφορίας,

κι απάνω κάτω ορμητικόν το αίμα σου πηγαίνει,

χωρίς ποσώς να εννοείς με τούτο τι συμβαίνει.

Νεφρά, συκώτια, κι άντερα κι υγρά πολλά και σπλήνες,

χυλός, χολή και πάγκρεας κι εντερικοί σωλήνες,

κι ένα στομάχι έπειτα ως είδος τι κυψέλης

για να χωνεύει εύκολα κι εκείνα που δεν θέλεις.

Τα όπισθέν μας σχήαμτος σφαιροειδούς τυμπάνου,

και παν εκ τούτων εκβληθέν η γη τ’ απορροφά,

κατόπιν δε το ξανατρώς υπό μορφήν λαχάνου,

ανδράκλας, πράσσου, ρίγανης, κολοκυθοκορφά.

Συστατικά προς χώνευσιν και κένωσιν ποικίλα,

και τοσ’ αγγεία στρογγυλά, τριχοειδή και κοίλα,

και κάτι άλλα πράγματα κι ανώνυμα και κρύφια,

που σαν τα βλέπεις σούρχεται και σκέψις και κατήφεια.

Η κύστις, πόνους φέρουσα ενίοτε δεινούς,

εκ ταύτης δε ποτίζεται των Αθηνών η χώρα,

και τέλος πάντων η ψυχή κι ο παντοκράτωρ νους,

με τον οποίον σκέπτομαι αυτά που γράφω τώρα.

45

Που να είσαι, ω ψυχή μου;… Δεν σε ευρίσκω πουθενά,

και με κάνεις να θυμώνω και να παίρνω τα βουνά.

Που να κάθεσαι, ψυχή μου; Απ’ εμπρός ή απ’ οπίσω;

Όσο σ’ ένα κι άλλον τοίχο το ξερό μου κι αν κτυπήσω,

δεν μπορώ να καταλάβω μητ’ εγώ μηδέ κανείς

αν εσύ το αίμα είσαι ή το αίμα συ κινείς.

Μήπως είσαι νους, ως γράφει ο σοφός Αριστοτέλης;

Αλλ’ αν είναι νους και μόνον πως δεν κάνεις ό,τι θέλεις;

Μη, ως λέγει ο Σενέκας είσαι σώμα θέλον θρέψιν;

Αλλ’ αν είσαι σώμα μόνον, πως με φέρεις προς την σκέψιν;

Είσαι δούλη της σαρκός μας ή του σώματος κυρία;

Ένα τάχα μέρος μόνον χωριστόν αποτελείς,

ή χωρίζεσαι εις δύο, ή χωρίζεσαι εις τρία,

όπως γράφει και κηρύττει ο Μακράκης ο πολύς;

Αν ενίοτε μαζί σου απιστώ και αμφιβάλλω,

μα πιστεύω πότε πότε πως υπάρχεις δίχως άλλο.

Κι αν υπάρχεις, ω ψυχή μου, που θα πας σαν τα κορδώσω;

Και το πνεύμα μου στας χείρας του Κυρίου παραδώσω;

Είσαι άυλος, ψυχή μου, και την ύλην συντηρείς

κι ως τοιαύτη στα κεφάλια των ανθρώπων δεν χωρείς,

ή εξ ύλης συγκειμένη πάσαν ύλην κυβερνάς

και τους πόθους παροξύνεις και τας σκέψεις μας γεννάς;

Όλα πρόβλημα και γρίφος κι όλα λόγια στον αέρα…

ε! σοφοί, δεν μ’ απαντάτε;… Την κακή ψυχρή σας μέρα.

Κι όμως τόση βασιλεύει αρμονία θαυμαστή,

που κι ο δύσπιστος πιστεύει κι ο πιστεύων δυσπιστεί.

46

Και τ’ είσαι, άνθρωπε μωρέ, που φλυαρείς εμπρός μου,

αν με τα ζώα τα λοιπά παραβληθείς του κόσμου;

Έχεις την χαίτη λιονταριού και το κεντρί της σφήκας;

Έχεις πτερά του παγωνιού και της στρουθοκαμήλου;

ή του προβάτου το μαλλί, το γάλα της κατσίκας,

τα δόντια του ελέφαντος, το στόμα κροκοδείλου;

Έχεις το χλιμίντρισμα εκείνο της φοράδας;

Έχεις λαγού περπατησιά και κάβουρα ποδάρια,

ή του ξιφία την ουρά, ή καν της σουσουράδας,

ή καν της πείνας το φαγί και τα μαργαριτάρια;

Έχεις αυτιά του γαϊδουριού, της κουκουβάγιας μάτι,

ή της χελώνας το καυκί και τζίτζικα λαρύγγι,

κι οπόταν θέλεις, ημπορείς, βρε άνθρωπε σακάτη,

να βγάλεις από μέσα σου ιπποποτάμου ξύγκι;

Μπορείς να πέσεις στο νερό από ψηλά σαν γλάρος

και το μακρύ το ράμφος σου μαρίδες να ρουφήσει;

Μπορείς και συ ν’αλατισθείς καθώς ο μπακαλιάρος

κι από τ’ αλάτι το πολύ να γίνεις στοκοφίσι;

Μπορείς σκουλήκι εν ταυτώ και πεταλούδα νάσαι

κι από το σάπιο σου να βγει μεταξωτή λουρίδα,

ή, όπερ σπουδαιότερον, μπορεί ν’ αποκοιμάσαι

μ’ ένα ποδάρι κρεμαστός, καθώς την νυκτερίδα;

Μπορείς να ζεις χωρίς βρακιά, παπούτσια και φωκόλα,

ή τρία καν πηδήματα να κάνεις σαν ζαρκάδι;

Μπορεί από τα σπλάχνα σου να έβγει καμμιά κόλλα,

χαβιάρι, αυγοτάραχο, ή της μουρούνας λάδι;

Μπορεί από το δέρμα σου να δούμε μια διφθέρα,

σαμούρια, γούνες, στρώματα, παπλώματα, καπότες;

Μπορείς καθώς τον κόκορα μονάχα σε μια μέρα

να χωρατεύεις μ’ εκατό τριάντα πέντε κότες;

Μπορείς και συ να χώνεσαι στις τρύπες σαν ποντίκι;

ή να πετάς σαν κότσυφας, σαν σπίνος, σαν ορτύκι;

Μπορείς ποτέ τα όσα τρως, βρε άνθρωπε τεμπέλη,

να τα μασσάς σαν μέλισσα και να τα βγάζεις μέλι;

Ου! να χαθείς, κηφηναριό… στων μελισσών το σμήνος

εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος,

και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγεις στην κυψέλην,

οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Με όλην την σοφίαν σου, την τόσον πνευματώδη,

δεν ημπορείς στα σύννεφα και μια φωλιά να κτίσεις,

μηδέ να βγάλεις κέρατα σαν τράγος ή σαν βόδι,

και μοναχά ως σύζυγος μπορεί να τ’ αποκτήσεις.

Ό,τι μικρόν και αφανές η πτέρνα σου πατεί

γελά με τα καμώματα της λογικής αγέλης,

κι αν πεις, κι εις ένα μύρμηγκα στον κόσμο τι ζητεί;

Θα σ’ απαντήσει αυθαδώς: “αμμέ και συ τι θέλεις;”

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθισε μια μέρα

σ’ ενός βοδιού το κέρατο κι εσφύριζ’ εκεί πέρα,

κι είπε το βόδι με ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα:

“Και όταν ήλθες κι έφυγες χαμπάρι δεν σ’ επήρα”.

Αν ημπορείς, βρε άνθρωπε, πες του και συ αυτά,

όταν στ’ αυτιά σου νηστικό σφυρίζοντας πετά.

Με σφύριγμα και δάγκωμα κακά σε ξημερώνει,

αν δεν σκεφτείς δελτάριον ν’ ανάψεις Ζαμπιρόνη.

Βλέπεις αυτόν τον μπούρμπουλα, τον αφανή στο χώμα,

που με τα πόδια του κυλά την μια και άλλη βρώμα;

Μεγάλης έτυχε ποτέ στην Αίγυπτον λατρείας

ως του Ηλίου σύμβολον, δυνάμεως κι ανδρείας.

Και ύστερα κορδώνεσαι και θεωρείς ως δώρον

και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης,

συ, του Δαρβίνου η μαϊμού, συ, δίπουν μαστοφόρον,

συ, άνθρωπε θαυμάσιε, που κακό ψόφο νάχεις.

47

Βρέχε, ουρανέ,

και νερό να ρίξεις

οπού να μας πνίξεις.

Βρόντα, κεραυνέ,

κι ας ανάψ’ η σφαίρα

όλη πέρα πέρα.

Δίσκε της ημέρας

που η ζωή μας είσαι,

πάγωσε και σβήσε.

Και αυτής της σφαίρας

πας φλογίζων Πόλος

ας παγώσει όλος.

Πλήρης εκ φωτός

νέος κόσμος λάμπει

ως χρυσή τις κάμπη.

Μα γεννά κι αυτός

φιλοσόφους κλαίοντας

κι έτσι πάει λέοντας.

48

Τ’ είναι κι αυτός ο Φασουλής;… Καθείς θα ερωτά…

ακούσατε περί αυτού να σας ειπώ αυτά.

Και πρώτον ως φιλόσοφος τι σύστημα πρεσβεύει

και πότε σοβαρεύεται και πότε χωρατεύει

κανείς καλά δεν εννοεί…

Μελείχιος φιλόσοφος, αλλ΄όμως και φρικτός,

το σύστημά του ήλιος και ζόφος της νυκτός,

αγγέλων και όφεων πνοή.

Φύσις διπλή, μετέχουσα της γης και του απείρου,

και όπως οι σχολιασταί του τραγωδού Σαιξπήρου

περί του Χάμλετ συζητούν και άρες μάρες ψάλλουν,

τουουτοτρόπως και γι’ αυτόν καμπόσοι θ’ αμφιβάλλουν

αν ως ο Χάμλετ τον τρελλόν συχνά εποσποιείτο

ή αν τοιούτος πάντοτε με τα σωστά του ήτο.

Ως άνθρωπος εις τους πτωχούς πεντάρα δε δανείζει,

αλλ’ ούτε ως παράσιτος τους έχοντας σκοτίζει,

πρεσβεύων σαν τον Σααδή

πως αν δανείζεις στους μικρούς κι από τρανούς δανείζεσαι

φίλον ποτέ δεν αποκτάς και γρήγορ’ αφανίζεσαι,

κι ένας δεν τρέχει να σε δει.

Αλλ’ αν αυτήν του την αρχήν φυλάττει στερεάν

εν τούτοις όμως δέχεται πλουσίων δωρεάν,

και ψωροϋπερήφανος δεν φαίνεται τραχύς,

κι επεύχεται νυχθημερόν εξ όλη τους ψυχής

ως Κροίσοι πάντες να πλουτούν κι αυτός να είναι ψώρα

κι ευγνωμονών να χαίρεται τα ζείδωρά των δώρα.

Ως νοικοκύρης βλάσφημα υποδαυλίζει έπη,

οπόταν σφουγγαρίσματα στο σπιτικό του βλέπει,

μπογάδες και σκουπίδια,

μήτε ποτέ στην αγορά πηγαίνει να ψουνίσει

κι ούτε κανείς στο σπίτι του τον είδε να γυρίσει

με δύο κουνουπίδια.

Ως σύζυγος, αν και πολύ περί πολλά τυρβάζει

και της σοφίας η σπουδή συχνότατα τον βάζει

σε χίλιες τόσες συλλογές,

τελεί πιστώς τα χρέη του ως ήμερον αρνίον

και ακραδάντως πέποιθε πως κάθε του τεκνίον

δεν είναι κλάσμα συμμιγές.

Ως Έλλην δε και ποιητής καθόλου δν ξεχάνει

μήτε το “Έλληνες εσμέν” του λάλου Δεληγιάννη,

μηδέ και το Τρικούπειον ρητόν θα λησμονήσει,

πως “η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει”,

προ πάντων δε του Κότταρη το “κλιέφτω, κλιέφτεις, κλιέφτει”,

που τους Ρωμιούς οιστρηλατεί κι εις όλους βάζει νέφτι.

Μ’ εκούρασε η πολλή φιλοσοφία,

της γλώσσης η μεγάλη ευστροφία,

και τόσαι ποικιλόμορφοι στροφαί,

και τώρα προς στιγμήν θα σιωπήσω

κι αμέριμνος δι’ όλα θα καπνίσω

κανένα δυο τσιγάρα με καφέ.

Κι αφού από της σκέψεως τον κόπον

το πνεύμα μου ολίγον ξεκουράσω,

και πάλιν την σοφίαν των ανθρώπων

εν στόματι μαχαίρας θα περάσω.

********