Οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών

του Γεωργίου Αθάνα

 

   

Βρίσκω στις επαρχίες που τριγυρίζω
κάποιες κυρίες θλιμμένες και χλωμές,
που ζούνε πάντα σ’ ένα χάος γκρίζο
γεμάτο πλήξη, ανία και τιμές.

Στα σκοτεινά σαλόνια τους κινούνται
σαν τις ψυχές στον Άδη, έτσι θαρρώ.
Έρχονται οι ξένοι, μάταια συγκινούνται
και προσφέρουν το χέρι τους το αβρό.

Πόσα χεράκια τέτοια έχω φιλήσει!
Ήτανε κρύα, παγωμένα, νεκρικά,
σάμπως να τα ‘χε ο θάνατος αγγίσει
μάταια κι αυτός και δοκιμαστικά.

Στις πληχτικές εκείνες ατμοσφαίρες
του κάκου οι ερωτικοί χτυπούν παλμοί,
ζωντανεύουν σα φίδια οι χρυσές βέρες
και πνίγουν της καρδιάς την όποια ορμή!

Οι σύζυγοι αυστηρή εθιμοτυπία
κρατούν μαζί τους και τις απατούν.
Κάπου κάπου ξεσπά η ζηλοτυπία,
μα συγγνώμη αυτές πρώτες τους ζητούν.

Παιδιά δεν έχουν. Στείρες ή είχαν ένα
και πέθανε μικρό από ιλαρά.
Φυλάν λίγα μαλλάκια του κρυμμένα,
τα βλέπουνε και κλαιν κάθε φορά.

Στη μουσική ζητούν παραμυθία
και στ’ αυθόρμητα δάκρυα πού και πού.
Α, ναι! Πολλές ιδρύουν και σωματεία
θρησκευτικού η κοινωνικού σκοπού.

Παράξενα που με κοιτούν τον πλάνο
οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών!
Μόλις φύγω καθίζουνε στο πιάνο
να γεμίσουν το χάος των καρδιών.

Μα τίποτε ποτέ δε θα γεμίσει
της ζωής τους το απέραντο κενό…
Πόσες τέτοιες κυρίες έχω γνωρίσει.
Με θυμούνται; Καμιά δε λησμονώ.

 

 

Ποιητική Ανθολογία Παπύρου (Βίπερ 100), σελίδες 16-17.