Κώστας Βάρναλης - Θυσία
 
Το μυτερό σου το σκουφί,
Μίδα, απ’ την άτριχη κορφή
πέτα κάτω
κι άμε να φέρεις απ’ τ’ αχούρι
το διχρονίτικο γαϊδούρι,
το βαρβάτο.
 
Που λάμπ' η πέτσα του γιαλί
κι αφέντης δεν το καβαλεί
και τη νιότη
την απερνάει στα πισινά του
ολόρθο, κ’ είναι τ’ αχαμνά του
όλο αξιότη!
 
Φέρτο στη μέση τ’ αλωνιού
και στο ριζό του πλατανιού
ρίχ’ το χάμου,
Είν’ η σειρά του να δοξάσει
τους γόνιμους θεούς, να πιάσ' η
προσφορά μου!
 
Πόψε παντρέβομαι. Γι’ αυτό
σου αξίζει τέτιο ένα σφαχτό
κοτσονάτο
εσένα, Πρίαπε ασκημομούρη,
πού’ σαι και συ σαν το γαϊδούρι,
το βαρβάτο.

 

Το ποίημα αυτό του Βάρναλη υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο, αλλά με αρκετά μικρολαθάκια, οπότε το διόρθωσα αφού έκανα αντιπαραβολή με την έντυπη έκδοση.

 

Η μνήμη παίζει περίεργα παιχνίδια –πέρα απ’ τα άλλα λαθάκια που θυμόμουν, ενώ ήμουν βέβαιος ότι υπάρχει μια παραπάνω συλλαβή στον τρίτο στίχο κάθε στροφής (πέτα το κάτω, κι όλη τη νιότη κτλ.) στην έντυπη έκδοση δεν βρίσκω να υπάρχει.

 

Κι ένα ανέκδοτο: ο ποιητής με φιλική συντροφιά είχε πάει κυριακάτικη εκδρομή σε μια ταβέρνα στην Πάχη Μεγάρων, όπου είχε κάνει παλιότερα σχολάρχης, και κάποιος απάγγειλε τη Θυσία. Όταν τελείωσε, ένας ντόπιος από διπλανό τραπέζι, τους πλησίασε συνεσταλμένα: -- Με το συμπάθειο, τους είπε, αλλά το διχρονίτικο γαϊδούρι δεν είναι βαρβάτο!