Η ΨΑΘΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΛΙΑ

 

Μόλις βλέπαμε το μπάρμπα-Λια να βάνει τη μεγάλη ψάθα του ξέραμε στα σίγουρα πως άρχιζε το καλοκαίρι. Έτσι σα να λέμε η ψάθα του μπάρμπα-Λια, ήταν το ρολόι του χρόνου μας, το ημερολόγιο και το βαρόμετρό μας. Ο μπάρμπα-Λιας έβγαλε απ’ το σεντούκι την ψάθα του = Άνοιξη. Φόρεσε την ψάθα του = Καλοκαί­ρι. Έβγαλε την ψάθα του = Φθι­νόπωρο. Έκρυψε την ψάθα του = Χειμώνας. Ολάκερα χρόνια το ί­διο. Όσο ξάνθαιναν οι μέρες τό­σο μαύριζε το μούτρο του μπάρ­μπα-Λια.

Εμείς τότες, παιδιά, μαζεύαμε λίγο - λίγο τα μυστικά του κό­σμου,, συλλαβίζαμε τα χρώματα, πιάναμε φιλίες με τα πουλιά, κου­βεντιάζαμε με τα λουλούδια. Εί­χαμε πάντα στην τσέπη μας ένα μικρό σημειωματάριο κι ένα μο­λύβι, σαν ένα πουλί που δεν ξέ­ρει ακόμα να τραγουδήσει. Τα δειλινά ήταν ήμερα στον κάμπο. Είχαν μια θλίψη τρυφερή σαν τον πονοκέφαλο ενός σπουργιτιού. Σφίγγαμε τα δάχτυλα να κρατή­σουμε το φως πού φεύγει, να κρα­τήσουμε λίγο τριανταφυλλί, λίγο μενεξεδένιο, να το χαρίσουμε στον κόσμο σιωπηλά για να του δείξουμε πόσο τον αγαπάμε. Σαν όταν έφευγε ένας παιδικός μας φίλος να πάει στη χώρα να σπου­δάσει και μεις φυλάγαμε κάποιο παλιό βιβλίο του ή κάποιο ξύλινο σπαθί του, κι ύστερις από χρό­νια που ανταμώναμε του δείχνα­με το βιβλίο και το σπαθί, σιωπηλά με βλέφαρα χαμηλωμένα.

 

-- Ετούτο το σπαθάκι. Και το βιβλίο...

-- Α, ναι.

-- Πόσος καιρός. Υπάρχει ακό­μα;

 

Χαμογελούσε. Βράδιαζε στον κάμπο. Σώπαιναν λίγο - λίγο τα τζιτζίκια. Δυο χέρια σφίγγονταν.

-- Αδέρφι.

-- Αδέρφι.

 

Τι πολλά που ήταν τ’ άστρα. Αλήθεια τι πολλά. Έτσι έλεγε ο μπάρμπα-Λιας σα βράδιαζε. Ανασήκωνε την ψάθα του και το κεφάλι του κι αφαιραινότανε να κοιτάζει ψηλά. Ύστερα έσκυφτε κι έλεγε:

 

-- Δεν ξέρω μωρέ μάτια μου ποιος διάολος βάνει τους αθρώπους να βγάζει ο ένας του αλλουνού τα μάτια. Μήγαρις και δεν έχει ή γης τόπο για όλους; Μήγα­ρις και δεν έχει ο ουρανός μιλιούνια αστέρια, χίλια και δυο χι­λιάδες στο μερτικό του καθενού;

Δεν ήξερε ακόμα ο μπάρμπα-Λιας. Έσκυφτε πιότερο και βού­λιαζε ολάκερος μέσα στη συλλοή του.

 

-- Τι να τα σκέβεται κανείς; Δεν έχει ουδ’ αρχή ουδέ τέλος τούτος ό ντουνιάς.

Συγνέφιαζε το μούτρο του κι η ψάθα του έδειχνε φθινόπωρο.

 

Τα καλοκαίρια εκεί στον κάμ­πο του Άι-Δημήτρη μάς βρίσκα­νε να λαχανιάζουμε απ’ την κάψα κι από κάτι πιο βαθύ, πιο τρανό, που δεν ξέραμε ακόμα τ’ όνομά του. Ο μπάρμπα-Λιας μαλάκωνε στο ποτάμι βέργες από αλυγαριές, και καλάμια. Καθόταν κάτου απ’ τη μεγάλη συκιά του μποστανιού κι έπλεκε καλάθια. Μας έφτιαχνε και μας κάτι μικρά πού μαζεύαμε βατόμουρα. Ο ίσκιος της συκιάς άλλαζε κάθε τόσο θέ­ση και μαζί του μετακόμιζε κι ο μπάρμπα-Λιας τα σύνεργά του, τις βέργες του, το σουγιά, το σταμνί και την κολοκύθα που ’χε για ποτήρι.

Δαιμονίζονταν τα τζιτζίκια. Πια κάτου τα βατράχια. Καψαλιζόντουσαν τα σκοίνα. Τα χελιδόνια κόβαν βόλτες γύρω στην ψάθα του.

 

-- Μπάρμπα-Λια, τα χελιδόνια βαλαν στο μάτι την ψάθα σου. Θα στη βουτήξουνε να φτιάξουν τη φωλιά τους.

 

Γέλαγε ο μπάρμπα-Λιας, κά­του απ’ τα γκαρδιακά μουστάκια του κι η ψάθα του κατάφωτη γύ­ρω απ’ το πέτρινο πρόσωπό του ήταν σαν πλεχτός ήλιος, ήταν σαν εκείνες τις ζωγραφιές στον τοίχο του ερημοκκλησιού.

 

Οι ντομάτες βγάζαν τα μουσούδια τους πίσω απ’ τα φύλλα και κοίταζαν κατακόκκινες απ’ την ντροπή τους το γαϊδούρι του μπάρμπα-Λια και τη γαϊδάρα της κυρα-Κώσταινας που κάναν τη δουλειά τους.

 

-- Η ζωή τραβάει το δρόμο της. Οι αθρώποι και τα ζα γεννοβολάνε. Οι ντομάτες κοκκινίζουνε. Τα πουλιά κάνουν τ’ αυγά τους. Τα παιδιά μεγαλώνουνε. Και γω γερνάω.  Μα τι τα θες, όσο γερνάω όλο και πιο νέος μού φαίνεται πως γίνουμαι. Νά, μαθές. Τούτο που ξέρω σήμερις δεν το ’ξερα προψές. Και λέω πώς τούτο που θα μάθω ταχιά δεν το ξέρω σή­μερις. Έτσι, πώς να το πεις, κά­τι καινούργιο ξεμυτίζει απ’  την καρδιά κι από το τσερβέλο σαν τη μυτίτσα που τσιμπάει το τσό­φλι τού χελιδονίσιου αυγού και βγαίνει το πουλί και τραγουδάει. Για τουτονά σας λέω πως γίνου­μαι πιο νέος.

 

Α, τί καλά που τα ’λεγε ο μπάρμπα-Λιας. Τώρα το ξέραμε πια πως αντίς να πάρουν τα χελι­δόνια την ψάθα του, είχε πάρει ετούτος τις φωλιές τους μέσα στην καρδιά του. Για τούτο κάθε πού άνοιγε το στόμα του έβγαινε κι ένα χελιδόνι. Μάθαμε και μεις να τραγουδάμε.

Έτσι όλο κάτι μάθαινε ο μπάρ­μπα-Λιας κι όλο ξανάνιωνε. Έ­τσι μάθαμε και μεις μια μέρα πως ό μπάρμπα-Λιάς βγήκε αντάρ­της στα βουνά να πολεμήσει τον οχτρό. Πήρε μαζί το δίκαννο, πή­ρε και την ψάθα του κι έδωσε να του κεντήσουν στη μέση, εκεί μπροστά - μπροστά, μια λέξη: ΕΛΑΣ.

Τ’ άλλα τα παλληκάρια, οι πιο πολλοί συχωριανοί του, τον πειράζανε:

-- Τι τη θέλεις, μπάρμπα-Λια την ψάθα σου στη μέση του χει­μώνα. Άλλαξες τα συνήθεια σου.

 

Κι ό μπάρμπα-Λιας χαμογε­λώντας:

-- Αμ βλέπεις άλλαξε ο και­ρός. Τώρα έχουμε όλο καλοκαίρι.

 

Κι αλήθεια φώταγε σαν ήλιος η ψάθα του μπάρμπα-Λια και μέ­σα στην καρδιά του μουρλαίνουνταν χίλιες χιλιάδες χελιδόνια.

Ύστερα μάθαμε πως ό μπάρ­μπα-Λιας σκοτώθηκε σε κάποια μάχη λίγο πριχού λακήσει ο ο­χτρός. Ωστόσο μάς έμεινε η καρ­διά του μ’ όλα της τα χελιδόνια να τραγουδάνε στον καινούργιο χειμώνα πού πλάκωσε. Μας έμει­νε κι η ψάθα του σαν ένας ήλιος του άσβηστου καλοκαιριού. Η ψάθα του, που την κρατάει στα χέρια της η Λευτεριά κι αερίζει το δακρυσμένο κι ιδρωμένο πρό­σωπο της Ρωμιοσύνης.

-- Ναι, μπάρμπα-Λια, θ’ αλλά­ξει ο καιρός, θα ’χουμε τότες πάν­τα καλοκαίρι. Κι οι καρδιές, ξέ­ρεις, και τα χελιδόνια. Ω, τι τρα­γούδια που θ’ ακούσεις μπάρμπα-Λια μας.

 

 

 

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 9 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (7.7.1945). Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

 

Επιστροφή στην Εισαγωγή 

Επιστροφή στην Ανθολογία ποιημάτων από τα Ελεύθερα Γράμματα

Αρχική σελίδα KEIMENA