Ο φίλος Νίκος Λυκιαρδόπουλος παρουσιάζει εδώ τη συλλογή της Χρύσας Καζάλα, που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι γραμμένη στο καριώτικο ιδίωμα. Από τη μεριά μου, να επισημάνω ότι η τροπή του "παλιός" σε "παγιός" και τα συναφή δεν είναι αποκλειστικά καριώτικο φαινόμενο: ένας κερκυραίος θα το διεκδικούσε αδιάλλακτα για 'δικό του' γνώρισμα. Ν.Σ.



Χρύσα Καζάλα

από τη συλλογή «Καριώτικα (παγιά λαγιά)» (εκδ. Νότιος Άνεμος)

 

Η συλλογή αυτή εκδόθηκε μόλις φέτος και είναι το πρώτο της βιβλίο. Δεν φαντάζομαι να έχει εκδώσει κάτι άλλο από τότε.

 

Αντιγράφω από τον πρόλογό της:

 

"Γεννήθηκα στον Εύδηλο Ικαρίας όπου και μεγάλωσα. … Μετά το 1980 ζω μόνιμα στον Εύδηλο. … Αρκετά ποιήματά μου δημοσιεύτηκαν σε τοπικές εφημερίδες. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδω και περιέχει τα ποιήματά μου που έχουν κοινό παρανομαστή τη χρήση της ικαριώτικης ντοπιολαλιάς."

 

 

Μερικοί γενικοί κανόνες του ικαριώτικου ιδιώματος, για να γίνει η ανάγνωση πιο κατανοητή:

 

Της Κοινής Νεοελληνικής   το -λιά γίνεται -γιά (π.χ. λαλιάλαγιά)

                                             το -χια γίνεται -θκιά (π.χ. πάθιαπάθκια)

Το τελικό ενώνεται με το αρχικό κ- της λέξης που ακολουθεί και το κάνει αισθητά ηχηρό (προφέρεται  ng). Στα παρακάτω ποιήματα γράφεται σαν τελικό (π.χ. πήρα τη ρύμην κι έφτασα  → πήρα τη ρύμηγ κι ήφτασα).

Παρεμπιπτόντως, η χρονική αύξηση στα ρήματα είναι η-.

Αντίστοιχα, το τελικό , όταν ακολουθεί λέξη που αρχίζει με π- ή μπ-, γράφεται

(π.χ. στην πεζούλαστημ πεζούλα, και προφέρεται stim mbezula)

Πολλές συνιζήσεις (-ια) γίνονται (π.χ. πιπεριάπιπερέ)

Τέλος, τα σύμφωνα γ, δ, θ συχνά σιγώνται, όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φωνήεντα ή στην αρχή της λέξης (π.χ. θα φέρωα φέρω

 

 

 

Καριώτικα του σιφουνιού

 

Γέμισε το σιφούνιμ μας, παίξε το πιαυλάκι

Α! νάμουν νιος να πέταα στης Λάμπρας το γιατάκι.

 

Γιατί μού βάλλεις στραμπελές κι όλο με ρίχτεις χάμω;

- Είναι τα πάθκια μου για σε σαν του γιαλού την άμμο.

 

Α σε ποτίσω ακόνιζα κι ύστερ’ αποκοιμίσου,

να σεργιανώ στον ύπνο σου μέχρι να βγει η ψυχή σου.

 

Ξάπλωσε στημ πεζούλα μου και κάμε μου παρέα,

αδά που καλοκαίρεψεν κι η νύχτα είν’ ωραία.

 

Μια μπουλιστρίνα μάθκια μου α φέρω στη γιορτή σου,

μπας καταφέρω ο φτωχός να κλέψω ένα φιλί σου.

 

Στα γκρίφια και στα κάγκαβα ψάχω να σε πετύχω,

κι εσύ ’σουνα με το Μαθκιό πισ’ αφ της γραις τον τοίχο.

 

Πήρα τη ρύμηγ κι ήφτασα όξω αφ’ το πορτί σου,

γιατί μ’ ορμήνεψ’ ο Θεός να κοιμηθώ μαζί σου.

 

Ο ήλιος ηκαλάμωσε κι ήμπ’ αφ’ το παραθύρι μου,

θλάψου πριχού άψει ο τσεφτές τ’ αναμικιώρη κύρη μου.

 

Να πού ’ρτεν ήλιου βούτημα και ’γω θαρρώ ακόμα,

πως είμαι βυζανιάρικο και κατουρώ το στρώμα.

 

Πουλί μου ταξιδιάρικο, μάζεψε τα φτερά σου,

γιατ’ ήρτεν άκρια καιρού, για σπιτοΰριν βιάσου.

 

Ήμπαζ’ ολίον το σκαρί ήτονε και φουρτούνα,

κι ο τρίκερης ηπήρεν του του γάμου του τη σκούνα.

 

 

 

Γλωσσάρι

 

ακόνιζα = δηλητηριώδες φυτό

αναμικιώρης = ανάποδος

άψει = ανάψει

ηκαλάμωσε = ανέτειλε, ανέβηκε ένα καλάμι

θλάψου = κρύψου

μπουλιστρίνα = δώρο

πιαυλάκι (πιδαυλάκι) = αυλός, φλογέρα

σιφούνι = στραβόραδη ξεραμένη κολοκύθα που χρησιμοποιείται για την εξαγωγή             κρασιού από το πιθάρι με τη βοήθεια του καλαμιού (αυλί)

στραμπελές = τρικλοποδιές

τρίκερης = ο διάβολος

τσεφτές = εμπροσθογεμές πυροβόλο όπλο

 


Σχέδιο Μάρσαλ

 

Είχα μια θκειαμ που μίλαγε

με τημ παγιά μας τη λαγιά,

μού λεε τόσα πράματα που ηγίνουντα στη Νικαριά.

Μα ’γω την ηπερίμπαιζα,

γιατί ’μουμ μορφωμένη,

έτσα μου μάθαν στο σκογειό,

με κάμαν φαντασμένη.

 

Ημεγαλώσαμεν μαθό

μ’ αυτήν τη βιταμίνα

και γάλα αμερικάνικο

που ’ρχουνταγ κάθε μήνα.

Κι όποιο παιδί εν ήθελε

αυτές τις αηδίες

ο δάσκαλος μάς μάλωνε:

«αυτά ειν’ αχαριστίες».

 

Που ηπεριφρονούσαμεν

το σχέδιο του Μάρσαλ

και εν ηαγαπούσαμε

του σύμμαχου τηγ κάστα.

Μάς ήμαθαν "ουάν, του, θρι"

και "γιες" όλο να λέμε

το "νο" εμ μας το μάθασι,

γι’ αυτό και τώρα κλαίμε.

 

Α! καημένη θείτσα μου,

πώς μού ’μεινε μεράκι,

που εν ήκουα εσένανε

παρά το Δασκαλάκι.

 

 

Γλωσσάρι

 

ηπερίμπαιζα = περιέπαιζα

θκεια = θεία

Νικαριά = Ικαρία

 

 


Γράμμα στη συμπεθέρα

 

Τα ’μαθες συμπεθέρα μου

πως α μεταλλαχτούμε

κι ααπημένες τώρα πια

οι δυο μας θε να ζούμε;

Ημεταλλάχτη η ντομαθκιά

και μοιάζει, λέει, με μήλο

κι ο πλάτανος στη ρεμαθκιά

εθ θάχει ούτε φύλλο.

 

Μού φέρασι ροδάκινο

που μοιαζεμ με δαμάσκηνο,

απόξω ήτονε γουλί

σαν του Λιωνή τηγ κεφαλή.

Αυτά που λέμε λάχανα

εθ θάναι όπως πρώτα,

α μπήουσιν τα χάχανα

κι άναι μισή η κότα.

 

Και κάμνουσιγ και όργανα

όχι για παναϋρισμό

μα αυτά που α τα αλλάζουσι

στ’ αθρώπου τον οργανισμό.

Α παίρνει ο κόσμος μάθκια, αφκιά

κι α ’φήνει τα φθαρμένα

και οι φτωχοί α παίρνουσιν

τα μεταχειρισμένα.

 

Και εν ηξέρω ελόου μου

το σκέβγομαι λιάκι

να το μπροβάρω κείνο δα

που είδα μυαλουάκι;

Μα ένας φόβος με κρατεί,

χαβρόντου το στανιό σου,

σκέψου να τ’ άλλαξες κι εσύ

και πάρω το δικό σου!

 

 

 

 

Γλωσσάρι

 

α μπήουσιν = θα μπήγουνε

κι άναι = και θα ’ναι

μάθκια = μάτια

Χαβρόν του! = το σταυρό του! (μετωνυμία για να μαλακώσει η βλασφημία, κάτι                            αντίστοιχο με την "Παναχαϊκή")  


Μπουλιστρίνα καριώτικια

 

Θλαμένο ήτο το νησί,

η χρεία το ’χεγ κάμει,

μα ’τονε δροσολόημα

πρι στάξουν οι σαϊτάνοι.

 

Ο συμπληαστής μού ηφώναξε:

ε!ε! κιουρά Χρουσή

έρκεται ασκέρι της ΕΟΚ

ηφροκάλισές την την αυλή;

 

Κι ελόου μου που πάσκιζα

λιάκιν να παστρέψω,

σαν ήκουσά το βούτησα

τα χοιρόφκια γλήορα

και μπουλιστρίνα την κοπρέ

για καφαρτέν να πέψω.

 

 

 

 

Γλωσσάρι

 

ελόου μου = ελόγου μου, εγώ

θλαμένο = κρυμμένο

καφαρτέ = γεύμα

μπουλιστρίνα = δώρο

παστρέυω = καθαρίζω

σαϊτάνοι = σατανάδες

στάζω = έρχομαι ξαφνικά

συμπληαστής = γείτονας

φροκαλίζω = σκουπίζω

χοιρόφκια= φτυάρια για την κοπριά του χοίρου