ΠΑΡΑΜΥΘΙ

…Στα μισά του δρόμου, θα βρούμε και τον πύργο και της Πεντάμορφης, που θα τη φυλάν οι αραπάδες, γιατί κι αυτήν την κυνηγάν οι δράκοι και θέλουν να την πάρουν στη σπηλιά τους, επειδή ο ρήγας, ο πατέρας της, τους έχει στήσει πόλεμο, και δεν τους αφήνει, τόσα χρόνια, να κάτσουν σε χλωρό κλαρί. Γι' αυτό, και κείνοι, περιμένουν τη στιγμή, που θα τους καταφέρουν να την κλέψουν...Εμείς, όμως, δε φοβόμαστε τους δράκους - δεν είναι έτσι; - και θα τη βοηθήσουμε, κι κείνη, να γλιτώσει. .Αν θέλεις, πάλι, Θα την αφήσουμε στα νύχια τους για λίγο, για να χαρούμε πιο πολύ, όταν θα τη γλιτώσουμε... Κι αν θέλεις, πάλι, θα μπούμε και στον πόλεμο του ρήγα με τούς δράκους - με τη μεριά του ρήγα, φυσικά - και θα κάνουμε, κ' εμείς, τα παλικάρια...Αλλά μπορεί να μην τα θέλεις όλ' αυτά. Μπορεί να θέλεις και να ναυαγήσουμε, να χαθούμε, να βασανιστούμε - να πέσουμε στα χέρια των αγρίων - και να ξαναβγούμε στη στεριά μας, έπειτα από πολλές περιπλανήσεις... Αν το προτιμάς αυτό, δε θα μπούμε στη βάρκα με τους κύκνους, αλλά σ' ένα ταξιδιώτικο καίκι, και θ' αρμενίσουμε για τους τόπους μακρινούς. Κ' έπειτα, στη μέση τού πελάγου, θα μάς πιάσει μια μεγάλη τρικυμία - κ' έτσι θα ναυαγήσουμε πιο εύκολα... Θα πιαστούμε, κι οι δυο, σ' ένα σανίδι, κ' εκείνο θα μάς φέρει, κολυμπώντας, ως τα βράχια των ανθρωποφάγων. Κι αυτοί θα μάς τσακώσουν, θα μάς δέσουν, κ' έτσι δεμένους και βασανισμένους, θα μας πάνε, γραμμή, στο βασιλιά τους... Κι ο βασιλιάς θα ν' ένας άσχημος αράπης, με χαλκάδες στα ρουθούνια και στ' αυτιά, με φτερά χρωματιστά, στο κούτελο, κι όταν θα γελάει, τη νύχτα, με τα φώτα, τα δόντια του θ' αστράφτουν σουβλερά, και το στόμα του θα. μοιάζει σαν πηγάδι. Θα μάς μιλήσει, σε μια, γλώσσα φοβερή, χειρονομώντας και γουρλώνοντας τα μάτια - τόσο στρυφνή και τόσο φοβερή, που δε θα ξέρουμε κ' εμείς τι να του πούμε… Θα κάνουμε νοήματα, για να μάς λυπηθεί - κ' εκείνος θα μουγκρίζει και θα σκούζει... Τώρα, τι θέλεις; Θέλεις ν' ανάψουν γύρω μας φωτιές, και να βαράνε κρόταλα και τούμπανα, για να μάς φάνε, στα τέλος τής γιορτής, και να γλιτώσουμε με χίλιες πονηριές ή θέλεις να μάς κάνουν βασιλιάδες; Θέλεις να μάς κάνουν βασιλιάδες ;.. Τότε θα μάς φέρουν δυο κλαριά - δυο σκουπόξυλα, καλύτερα, μεγάλα - και θα μάς τα βάλουν με το στανιό στο χέρι θα μάς κρεμάσουν χάντρες στο λαιμό, και θα μάς πάνε, ίσα, στο θεό τους - ένα μεγάλο ξόανο, στη μέση, της πλατείας. θα μάς περικυκλώσουνε χορεύοντας και κάνοντας διάφορες γκριμάτσες, και θα φωνάζουν, θα φωνάζουν, σαν τρελοί.., Και μια νύχτα, ύστερ' από καιρό, καθώς θα σεργιανάμε το γιαλό, θα δούμε μακριά, κάποιον καπνό - και θα ν' ένα καράβι τής πατρίδας μας... Θα πέσουμε στη θάλασσα, μ' όλα μας τα στολίδια, και θα πάμε κολυμπώντας, στο καράβι. Κ' εκείνο θα μάς πάρει, και θα φύγουμε… 'Η μήπως προτιμάς, όταν θα ναυαγήσουμε, να βρεθούμε στον πάτο τής θάλασσας και να μας πάρουν οι γοργόνες κ' οι σειρήνες, να μάς πάνε στους λαμπρό τους το παλάτι, το στολισμένο μέσα στα κοράλλια- κ' εκεί να βρούμε τη Βασί.λισσά τους, ξαπλωμένη σ' ένα πράσινο ντιβάνι, μ' ένα μεγάλο στέμμα στο κεφάλι, όλο μαργαριτάρια, και περλάντια , μια βασίλισσα ξανθή και γαλανή, μισή ψάρι, και μισή γυναίκα; Κ' οι νεράιδες θα μάς τραγουδήσουν, τότε τα πιο γλυκά και πιο παράξενα τραγούδια τους - οι σβέλτες και κατάξανθες νεράιδες, με τις χρυσές, κυματιστές πλεξούδες, και τις λυγερές κορμοστασιές;.. Κι οι νεράιδες, τις βραδιές της καλωσύνης, θά βγαίνουν, πατώντας στους αφρούς, και θα χορεύουν ξωτικούς χορούς, μόνο και μόνο για να μάς ευχαριστήσουν και να μάς κάνουν να τις αγαπήσουμε και να μείνουμε παντοτινά μαζί τους… Και θα τις αγαπήσουμε κι εμείς τις καλές, πεντάμορφες νεράιδες και θα μείνουμε για κάμποσο μαζί τους -ώσπου θα φύγουμε μια μέρα κι από εκεί! Ή μήπως θες να μην τις αγαπήσουμε και να φύγουμε αμέσως από εκεί κι αυτές να κλαίνε και να μας παρακαλάνε, τραβώντας τις χρυσές τους τις πλεξούδες και κάνοντας με τα' αναφιλητά τους να ραϊζουν οι πέτρες και τα βράχια; Αν θέλεις πάλι να τις αγαπήσουμε, θα μείνουμε κοντά τους πέντε χρόνια. Θα μείνουμε στο νεραϊδοπαλάτι που θα 'ναι πράσινο, γαλάζιο και χρυσό -ή χρυσό και κόκκινο αν το προτιμάς, αφού θα 'ναι σκαλισμένο στα κοράλλια. Κι όταν θα γιομίζει το φεγγάρι θα βγαίνουμε κι εμείς με τις νεράιδες καβαλώντας απάνω στους αφρούς και θ' ανακατευόμαστε κι εμείς με τους χορούς τους, ντυμένοι με του φεγγαριού το ασήμι. Σιγά - σιγά θα μάθουμε και το γλυκό τραγούδι τους -ένα τραγούδι που θα στάζει μέλι, γιομάτο πάθος, καημό και νοσταλγία - και θα το λέμε κι εμείς με τη σειρά μας, κοιτώντας προς τα' απόμακρα βουνά, τα βουνά της μακρινής πατρίδας μας, που θα φαντάζουν γαλάζια μες στη νύχτα…Κι έπειτα που να πάμε; Που να πάμε; Να πάμε στο νησί των γερο - μάγων που βρίσκεται στη μέση της θαλάσσης; Είναι κάτι γέροι τετραπέρατοι με σκούφιες μυτερές και μ' άσπρα γένια που μέρα - νύχτα, βρίσκονται σκυμμένοι στα βιβλία, κι όλο μελετάνε…μελετάνε… ποιος ξέρει τάχα τι να μελετάνε; - και ξέρουν όλα όσα γίνονται στον κόσμο, τα μυστικά της γης και του ουρανού! Θα μας δεχτούνε, δίχως να μιλάνε. Θα μπούμε μες στη σκοτεινή σπηλιά τους, που θα στριφογυρίζουν νυχτερίδες, και θα μας κοιτάνε κουκουβάγιες με τα μεγάλα, στρογγυλά τους μάτια. Και τα βιβλία που θα μελετάνε, θα 'ναι γιομάτα σχήματα παράξενα, σχήματα μαγικά και μπερδεμένα… Αλλά κι εκεί θα βαρεθούμε γρήγορα και θα φύγουμε μια νύχτα κι από εκεί…

 

 

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

(Δημοσιεύτηκε στον "Νουμά" τεύχος 524, 1914)

Για το "Μανιφέστο" του Λαπαθιώτη έχει γράψει σχετικό άρθρο και ο Γρηγ. Ξενόπουλος 
1