ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ

 

Ξυπνώ ποθώντας τον ευλογημένο στίχο,

σπάσαν τα νεύρα μου να κυνηγώ τη ρίμα·

σκληρό να παίρνω σβάρνα κάθε οικείο μου μνήμα,

να κλέβω τους νεκρούς, να τους αλλάζω σ’ ήχο.

 

Πόσο ευσυνείδητος! Αν κι άρρωστος (και βήχω)

μετρώ λογάριθμους και τονική στο ποίημα·

ζυγίζω στο, πότε βραχέα, μακρά στο, κρίμα·

ανισοσυλλαβίες παλεύουν ν’ αποτύχω.

 

Μα θα φκιαχτή το γαμημένο το σονέττο·

κι ανταμοιβή μου η αθανασία κι ένα μπουκέττο

ευώδεις κρίνοι, από τα χέρια της Καλής μου.

 

Μετά, θ’ αναπαυθώ στους θείους ασφοδελώνες

μ’ όλους τους μείζονας ποιητές· κι οι Παταγόνες

θα προσκυνούν τα ελληνικά της ποιητικής μου.