ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ

 

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης

με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.

Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.

Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας

κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.

Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.

Εμείς ερωτευθήκαμε την ουσία του είναι μας

και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.

Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.

Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’

αυτόν τον κόσμο

Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο

Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

 

Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.  

 

 

 

            ΕΡΑΣΤΕΣ

 

Περάσανε οι ώρες τους γοργά

και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι

με βήματα επίσημα κι αργά

και καμπαρντίνα κουμπωμένη.

 

Και λυπηθήκαμε τους εραστές

με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους

να νείρονται αγκαλιές ζεστές

σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

 

 

 

ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΗΜΕΡΑ

 

Με το φως στα μάτια

με το γέλιο στα φορέματα και στον ουρανό

γέλιο μικρών παιδιών στους περιβόλους

χαρτάκια από καραμέλες και το καλό πουλί

που γνωρίζει του καθενός τη μοίρα.

Αυτός ο θριαμβευτικός άνεμος

πνέοντας κατά τη δύση μαζί με τα μάτια

των κοριτσιών που κρατούν παρθενικό μαντήλι

πάνω από τα κεφάλια των γερόντων.

Όλα κινούνται με χορτάρινη γαλήνη

μες στην οσμή των θυμιαμάτων, της δάφνης

μες στα θροΐζοντα φοινικόκλαρα:

τα κλειστά καταστήματα

οι κωδωνοκρουσίες

κι αυτές οι χιλιάδες τα σοσόνια των κοριτσιών

που μέσα τους φυτρώνει το εφηβικό φυτό.

Γεμάτες οι πλατείες και τα καφενεία

από εορταστές ντυμένους τα καλά τους.

Τι χαρμόσυνη πανηγυρική ημέρα!

Τι εξαίρετος ήλιος για μέρα φθινοπωρινή!

Οι κύριοι με το σαγόνι στο στήθος

Καταλαμβάνονται από νάρκη, με την εφημερίδα τους

στα γόνατα, με κρυωμένον τον καφέ τους˙

οι κυρίες, οι αγαπητές κυρίες των πανηγυριών

αναπολούν τη νεότητα τους προσβλέποντας τις νέες

 που σήμερα φυτρώνει στο στήθος τους λουλούδι.

ένα γραμμόφωνο

δεν προσέχει κανείς

μόνο συντείνει για να ολοκληρωθεί η χαρά

με το συντριβανάκι της πλατείας στη μέση.

Όμως όλοι αυτοί

λησμόνησαν τις θλιβερές οικίες τους

με τους θρηνητικούς μπουφέδες της σάλας

με τα δωμάτια των παιδιών που βλέπουνε προς την αυλή.

Λησμόνησαν κάτι τραπέζια που προέρχονται εκ προικός

Μια ραπτομηχανή θέμα χιλίων συζητήσεων

και τις ραϊσμένες ανθοστήλες για τα αποτσίγαρα…

Και να που οι κατοικίες, μνησίκακες

τώρα που έπεσε το βράδυ

καρτερούν στην κρύα σκοτεινιά με μοχθηρές πόρτες

αυτούς που ξέφυγαν υπό το πρόσχημα της πανηγύρεως.

 

 

Γιώργος Μακρής, Γραπτά, Εκδόσεις Εστία 1986.