|
Αργυρόκουπα του Λορέντζου Μαβίλη (1860-1912) |
|
|
|
Κρουσταλλένιο, διάφανο,
γεμάτο απ΄ άδολο κρασί που πορφυρίζει, με κούνημα θερμό μ΄ αίστημα
ακράτο ένα φτωχό ποτήρι σ΄ αντικρύζει, σε λαχταράει, σε γγίζει
και τ΄ αφράτο κρασί σαν αίμα χύνεται,
σκορπίζει, και το ποτήρι μένει άδειο
ως τον πάτο γιατί το γγίξιμό σου το
τσακίζει. Μα συ στέκεις ατάραχτη και
κρύα αργυρόκουπα, πλούσια
ιστορισμένη, με την περήφανή σου θεωρία. Είσαι να σ΄ αγαπούν
συνηθισμένη· στης ζωής την πικρή χαροκοπία δε δείχνεις με τι σ΄ έχουν
γεμισμένη.- |
|
|
|
Περιοδικό Γράμματα, Τόμος 2, αρ. 13 (1913) |