ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

 

 

Πρόλογος

Γλωσσική αυτοβιογραφία

Ο Κ. Χατζόπουλος ως φαρσέρ

Ι) Η φάρσα του

ΙΙ) Η τρέλα του

ΙΙΙ) Σχεδιάσματα και απόπειρες

Γεράσιμος Βώκος

Η «Τέχνη» και ο Μαλλιαρισμός

Ένας ουτοπιστής ελληνολάτρης

Λάμπρος Πορφύρας

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πώς εγνώρισα τον Γκεόργκε Μπραντές

Μια παλαιά φωτογραφία

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος

Πώς εγνώρισα τον Πιέρ Λοτί

Πώς εγνώρισα τον Γκαμπριέλ Ντ’ Αννούντζιο

Πώς εγνώρισα τον Ζαν Μωρέας

Nicolas Segur (Ν. Επισκοπόπουλος)

Γρηγόριος Ξενόπουλος

Πώς πρωτογνώρισα τον Δροσίνη και τον Παλαμά

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Στις σελίδες αυτές, που είναι Ιστορία, μολονότι κοινή μ’ αυτήν έχουν θεά, τη Μνημοσύνη, δε θα κρατήσω ούτε χρο­νολογική σειρά, ούτε ιστορική μέθοδο. Είναι σκόρπια φύλλα που τα προσφέρω στον αναγνώστη, όπως τα φέρνει η μνήμη, που αγαπά να κάνει, πολλές φορές, τα πρώτα ύστερα και τα ύστερα πρώτα, που κάποτε στα μακριά ρίχνει ζωηρότερο το φως της και στα κοντινά θαμπότερο, που τέλος, από τα πρό­σωπα και τα πράγματα που πέρασαν μπροστά της, κρατεί, τώρα, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, παρατρέχοντας μια σπου­δαία πράξη, και τώρα πάλι σταματά στις μεγάλες γραμμές, σβήνοντας από τον πίνακά της κάθε τι άλλο. Ιδιοτροπίες της μνήμης, που αν δεν έχουν πάντοτε κάποιο βαθύτερο λόγο, έχουν όμως πάντοτε την ιδιαίτερη χάρη τους. Θα μου ήταν βέβαια εύκολο γράφοντας τις σελίδες αυτές να τους δώσω κάποια ιστορική μέθοδο, να συμπληρώσω τις χρονολογίες τους να κατατάξω την ύλη της διήγησής μου με τη χρονολογική της σειρά και να συμπληρώσω, από πληροφορίες ή διαβάσματα, τα κενά, που βρίσκονται ανάμεσά της. Προτίμησα να μεταφέρω στο χαρτί πρόσωπα και πράγματα, με την αταξία και το ανακάτωμα, που μου τα παραδίνει η μνήμη μου, η μνήμη, που, όπως ξέρουμε όλοι μας, αγαπά να ξαναγυρίζει στα παλιά, από δρόμους δικούς της, χωρίς να προτιμά πάντοτε τη συντομότερη «ευθεία», και να σταματά όπου τη βγάλει το περπά­τημά της, σαν το διαβάτη, που έχασε το δρόμο του και είναι ευχαριστημένος που τον έχασε. Ο αναγνώστης, αν θέλει, μπο­ρεί να με ακολουθήσει στο άταχτο αυτό ταξίδι, ανάμεσα σε πρόσωπα και πράγματα, όπως του το προσφέρω.

 

 

γλωσσικη αυτοβιογραφια

 

Η αυτοβιογραφία, είπε σε κάποιο πρόλογο του ο Οσκάρ Ουάιλδ, είναι ταυτοχρόνως η υψηλότερη και η ταπεινότερη μορφή της κριτικής. Μία αυτοβιογραφία… γλωσσική δεν ξέρω τι έπρεπε να είναι. Χωρίς άλλο όμως έπρεπε να είναι η βαρετότερη. Ίσως μάλιστα το είδος αυτό να είναι και όλως διόλου ανύπαρκτο και ακατανόητο, για κάθε άλλο ντόπο, έξω από την Ελλάδα. Εδώ όμως το πράγμα αλλάξει. Όχι μόνο το είδος ημπορεί να υπάρξει, έστω και σαν φαινόμενο πρωτάκουστο, μα να έχει και όλο το ενδιαφέρον, το πάθος, τις περιπέτειες, τα δραματικά στοιχεία, όλες τις συγκινήσεις μιας αυτοβιογραφίας ερωτικής, πολιτικής, φιλολογικής και ό,τι άλλο. Η γλώσσα στην Ελλάδα είναι λίγο απ’ όλα: θεότης, έρως, ζήλεια, δεισιδαιμονία, είδωλο, εικόνα, φάν­τασμα, θαύμα, εξωτικό. Χύνονται γι’ αυτήν αίματα, λόγια, μελάνια και σπλάχνα ανθρώπων. Υψώνονται γροθιές και κλωτσιές, πέφτουν μπάτσοι και καλαμάρια, φλιτζάνια του καφέ πετούν στον αέρα, εφημερίδες καίονται γι’ αυτήν σα καταραμένα σώματα αιρετικών και εφημερίδες πλουτίζουν. Παλιοί φίλοι για το χατίρι της γίνονται από δυο χωριά, αντρόγυνα χωρίζουν, η μητέρα χάνει το παιδί της, το παιδί απαρνιέται τη μητέρα του. Κυβερνήσεις πέφτουν και κυβερνήσεις σηκώνονται για την αγάπη της. Η μια Ακρόπολις τρέμει για τις κολώνες της και η άλλη «Ακρόπολις» χάνει, τα πιεστήριά της. Ο κόσμος γέμισε από Τορκουεμάδες, από μάρτυρες κι από προφήτες. Οι Έλληνες πολεμούν με τους Ρωμιούς κι οι Ρωμιοί με τους Έλληνες. Και μέσα στο μεγάλο κακό:

 

Η μάνα κρύβει το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά της,

γιατί ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι. Φοβάται μην το χάσει.

 

Ένας άνθρωπος, που η τύχη τον έριξε στην Ελλάδα να δουλεύει με τη γλώσσα και να παλεύει μ’ αυτήν όλη τη ζωή του, είναι τραγωδία και κωμωδία μαζί, όπως κάθε εξαιρετική ζωή. Είναι μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, κινδύ­νους, ξαφνικά, βάσανα και πόνους. Κάτι τι σαν τη ζωή του Σεβάχ Θαλασσινού και του Ρόβινσον. Και μια γλωσσική αυτοβιογραφία στην Ελλάδα, αν είναι ανιαρή και βαρετή, το λάθος θα είναι σ’ εκείνον που την γράφει.

Γι' αυτό πριν καταπιαστώ να γράψω κι εγώ τη δική μου, γονατίζω ταπεινά κι επικαλούμαι, να με προβοδίσουν στον αγώνα μου, όλες τις Μούσες του Ελικώνα κι όλες τις ξω­θιές της Μαλλιαρωσύνης.

Πώς πρωτογνώρισα — που να ’δινε ο Θεός να μην τη γνωρίσω ποτέ μου — πως πρωτοαντίκρισα στη ζωή μου τη Γλώσσα δεν θυμούμαι καλά καλά. Όταν άρχισα να πρωτολέω τα λόγια, που λένε σήμερα κι οι κούκλες όταν τους ζουλούνε το στομάχι τους, δεν ήξερα πως το πράγμα αυτό λέγεται: Γλώσσα. Έμαθα να μιλώ, όπως έμαθα να τρώω, να περ­πατώ και τα τραβώ τα γένια του πατέρα μου. Όλοι μιλούσαν γύρω μου και μου φαινότανε πολύ φυσικό. Το μόνο, που μου φαινότανε αφύσικο, ήτανε, γιατί δεν μιλούσε σαν εμέ κι η γάτα μας. Της έκαμα πολλές τυραννίες, την ετσίμπησα, της έσφιξα το λαιμό, τη μάδησα για να μιλήσει, μα επειδή, και καλά, δεν ήθελε να βγάλει λέξη, το πήρα από­φαση· τότε η μητέρα μου μου είπε, πως η γάτα έχει τη δική της γλώσσα. Ήτανε η πρώτη φορά που έλαβα κάποια ιδέα πως υπάρχει μια γλώσσα που μιλούσα εγώ κι άλλη μια που μιλούσε η γάτα μας και πως, με το στανιό, δεν μπο­ρούσα να την κάμω να μιλάει σαν κι εμένα.

Ύστερα, άκουσα κι άλλους ανθρώπους, που μιλούσαν και δεν τους καταλάβαινα, Ήτανε ένας Ιταλός ψαράς, μια ξανθή δασκάλα κι ο γιατρός του σπιτιού μας. Όταν τους άκουγα, μ’ έπιαναν τα γέλια. Είχαν κι αυτοί τη γλώσσα τη δική τους, κι επειδή όλες οι ξένες γλώσσες μου φαίνονταν ένα πράγμα, είχα την ιδέα πως η γάτα μας καταλάβαινε τι έλεγαν. Ύστερα η μητέρα μου μου είπε, πως ο ψαράς μιλούσε ιταλικά, η δασκάλα γερμανικά κι ο για­τρός βαθιά ελληνικά. Αυτή ήτανε η πρώτη μου γνωρι­μία, όπως θα ’λεγα σήμερα, με τη γλωσσολογία κι η πρώτη μου αντίληψη της συγκριτικής γλωσσολογίας. Έπειτα τα συνήθισα όλα αυτά, όπως συνηθίζει καθένας κάθε παρά­ξενο, και μου ’μενε η διασκέδαση, όταν έβλεπα τον ψαρά, να φωνάζω ξεκαρδισμένος, πίσω από κανένα έπιπλο: Πέσι! Πέσι! όταν έβλεπα τη δασκάλα: φρόιλάιν! φρόιλάιν! κι όταν έβλεπα το γιατρό: φέψη, φέψη. Το φέψη αυτό υποθέτω τώρα πως ήθελε να πει: αφέψημα. Και περνούσα ωραία τον καιρό μου.

Ύστερα από κάμποσο καιρό, ο πατέρας μου με πήρε μια μέρα στα γόνατά του και μου είπε, πως είναι καιρός ν’ αρ­χίσω να μαθαίνω γράμματα. Αφού το είπε ο πατέρας, θα ήτανε σωστό. Μέρα μέρα, νύχτα νύχτα. Είχα την ιδέα και την έχω ακόμα, πως ο πατέρας μου τα ήξερε όλα, καλύτερα κι από τον Θεό. Δεν τολμούσα ποτέ να ρωτήσω το γιατί. Ρώτησα μονάχα τη μητέρα μου: Γιατί θα τα μάθω τα γράμματα; Κι εκείνη φαίνεται, πως δεν ήξερε καλά καλά το γιατί. Μου είπε μονάχα: «Άνθρωπος αγράμματος ξύλον απελέκητον». Δεν κατάλαβα τίποτε. Το μόνο, που έκανα, ήτανε να προσέχω από τότε στα ξύλα, ποια είναι πελεκημένα και ποια απελέκητα. Κι επειδή βαριόμουνα τους νεωτερισμούς καν τα γράμματα με τρόμαζαν λιγάκι, μου φαινότανε πως τα απελέκητα ξύλα ήσαν πιο όμορφα απ’ τα πελεκημένα. Μα δεν τολμούσα να το πω.

Την άλλη μέρα ήρθε ο δάσκαλος. Ήτανε ένας νέος λιγνός, κιτρινιάρης, σπανός και μιλούσε σα γυναίκα. Η μητέρα μου τον έλεγε δασκαλάκη. Αυτό μου άρεσε. Όπως ήμουνα κι εγώ παιδάκι, ο δασκαλάκης δεν με φόβιζε τόσο. Μου φαινότανε σαν παιγνίδι.

Ο δασκαλάκης μου ’φερε κάτι πλάκες, τετράδια, πετροκόνδυλα και μολύβια. Τέτοια παιγνίδια δεν είχα ιδεί ακόμη· τα πήρα στο χέρι μου, τα στριφογύριζα και τα καμάρωνα.

Ο δασκαλάκης πήρε δύο καρέκλες, τις έβαλε κοντά στο τραπέζι, δίπλα δίπλα, κάθισε κοντά μου και μου είπε κά­ποια λόγια, που δεν τα θυμούμαι. Δεν ξέρω γιατί, μα όταν άρχισε να μου μιλεί, θυμήθηκα το Ναπολιτάνο τον ψαρά και μ’ έπιασαν τα γέλια. Ο δασκαλάκης με χάιδεψε στην πλάτη με καλοσύνη, η μητέρα μου με μάλωσε. Ο δασκα­λάκης είπε τότε — το θυμούμαι καλά:

 — Μη το μαλώνετε, κυρία. Έτσι είναι όλα τα παιδάκια. Όταν αρχίσουν να μαθαίνουν ελληνικά, τους φαίνονται πα­ράξενα και γελούνε. Ύστερα συνηθίζουν.

Και ξανάρχισε:

 — Πρόσεξε, παιδί μου. Τα στοιχεία του αλφαβήτου της ελληνικής γλώσσης είναι είκοσι και τέσσαρα τον αριθμόν. Εμένα με ξανάπιασαν τα γέλια.

 — Πες το και συ, παιδί μου..., ξαναείπε ο δασκαλάκης. Το ξαναείπα.

 — Σιγά σιγά θα συνηθίσεις. Δεν σου το είπα εγώ; Ο δασκαλάκης είχε δίκιο. Συνήθισα. Μήπως δεν είχα συνηθίσει και το μουρουνόλαδο; Όχι μόνο συνήθισα, μα σε λίγο καιρό έπαιζα στα δάχτυλα παρατατικούς, υπερσυντελίκους, μέσους μέλλοντας, δυικούς αριθμούς: τω ανθρώπω, τοιν ανθρώποιν και χίλια δύο πράγματα, που δεν τα θυ­μούμαι σήμερα. Άρχισα να γίνομαι σοφός. Σε μισό λεπτό έκλινα τον άνθρωπο, σε δυο λεπτά το: τύπτω, τύπτεις. Η γλώσσα μου γύριζε σαν σφοντύλι. Απ’ τα παιδιά είχα μάθει να λέω γρήγορα κι άλλα πράγματα: «Άσπρη πέτρα ξέξασπρη απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, εκκλησιά πελεκητή, μαρμαροκοντυλοπελεκητή», και άλλα. Μια φορά μάλιστα, που πήρα τον κατήφορο σ’ ένα συνηρημένο: «χρύσεος χρυσούς, του χρυσέου χρυσού...» δεν ξέρω πώς κόλλησα στο τέλος: «Και ποιος την εμολυβοκοντυλοπελέκησε;…» με μια γρηγοράδα καταπληκτική...

Ο δασκαλάκης μου χτύπησε μια με τον χάρακα στο κεφάλι. Ήτανε η πρώτη φορά που μ’ έδειρε.

Ωστόσο ήμουνα πρώτος στη γραμματική. Πολλές φορές έλεγα μέσα μου: γιατί τάχα να τα μαθαίνω όλα αυτά τα πράγματα; Μα ντρεπόμουνα και να ρωτήσω, μήπως με περάσουν για κουτό. Έτσι θα είναι, έλεγα. Πρέπει να τα μάθω. Όπως πρέπει να βγάζω το καπέλο μου όταν μπαίνω σ’ ένα σπίτι, να τρώω με το πιρούνι και όχι με τα χέρια, να ση­κώνομαι όταν μπαίνουν μεγαλύτεροί μου, καθώς έλεγε ο πα­τέρας, έτσι έπρεπε να μάθω και τους υπερσυντελίκους. Το πήρα απόφαση. Τίποτε πια δεν μου ’κανε εντύπωση.

Πλησίαζε σε λίγο κι η πρωτοχρονιά, θυμούμαι. Τ’ άλλα χρόνια, εκείνο το πρωί πήγαινα στον πατέρα και τη μητέρα μου, τους φιλούσα το χέρι και τους έλεγα: «Χρόνια πολλά, να ζήσετε». Κι έπαιρνα τα δώρα μου μ’ ένα φιλί. Τώρα όμως ήμουνα γραμματισμένος. Ο δασκαλάκης μου είπε πως πρέ­πει να κάνω ένα γράμμα συγχαρητήριο στους γονείς μου και να το δώσω ο ίδιος το πρωί πρωί.

 — Μα γιατί να κάνω γράμμα; του είπα. Μήπως θα το στείλω με το ταχυδρομείο; Δεν είναι καλύτερα να τα πω;

 — Όχι, παιδί μου, είπε ο δασκαλάκης. Δεν είσαι ακόμη δυνατός στα ελληνικά και δεν θα μπορέσεις να τα πεις. Πιάσε και γράφε.

Μου υπαγόρευσε, έγραψα, το διόρθωσε, το αντίγραψα και, το άλλο πρωί, το πήγα στον πατέρα μου, χωρίς να βγάλω λέξη. Στεκόμουνα ορθός σα στρατιώτης. Ο πατέρας μου διάβασε το γράμμα και δάκρυσε. Με φίλησε και μου ’δωκε μια λίρα. Πρώτη φορά που πήρα τέτοιο μεγάλο δώρο. Και είπα μέσα μου: «Ξέρουν αυτοί τι λένε, οι υπερσυντέλικοι βγάζουν χρυσάφι. Ο πατέρας μου το είχε φυλάξει το γράμμα αυτό σαν κειμήλιο. Είναι λίγος μάλιστα καιρός, που το βρήκα στα χαρτιά του και σας το διαβάζω, για να κλάψετε και σεις:

 

«Πότνιοι γεννήτορες,

Επί τη πρώτη του ενιαυτού, ανάπλεως συγκινήσεως και ευγνωμοσύνης, ανθ’ ων πολλά τε με ηγαπήσατε, πολλά τε δ’ ευ εποιήσατε, επεύχομαι ημίν υγείαν ευτυχίαν και παν το καταθύμιον.

Έρρωσθε

Ο εσαεί ευγνώμων υιός.

 

Και το συγκινητικό αυτό κείμενο έφερε την υπογραφή μου, με ωραία, καλλιγραφικά γράμματα.

Από τότε, πρέπει να τ’ ομολογήσω, η αγάπη και η υπό­ληψή μου για όλους τους παρακειμένους και τους υπερσυντελίκους, με τη λάμψη του χρυσού εικοσαφράγκου, αύξησε σημαντικά. Κι όταν από τα χέρια του δασκαλάκη παρα­δόθηκα στο σχολείο, όνειρό μου ήτανε να μάθω να γράφω γράμματα σαν εκείνα που μου υπαγόρευσε ο πρώτος μου, ο σπανός δασκαλάκης.

Δεν άργησα να το καταφέρω. Με τη βοήθεια των κυ­ρίων άρθρων της «Παλιγγενεσίας», που παίρνανε εκείνο τον καιρό στο σπίτι, και με κάτι σημειώσεις, που κρατούσα από όλες τις λέξεις που μου χτυπούσαν στο αυτί από τον Ξενο­φώντα, τον Ισοκράτη και τον Λουκιανό, έγινα «λόγιος νέος», από μαθητής της πρώτης του Γυμνασίου. Οι εκθέσεις μου στο σχολείο έκαναν εντύπωση. Ένας καθηγητής μου και αγαπητός μου φίλος τώρα μου είχε γράψει κάτω από μια έκθεσή μου: «Ξένης χειρός όζει.» Θαρρώ, πως το βλέπω ακόμα με κόκκινα ζωηρά γράμματα. Ποτέ στη φιλολογική μου ζωή δεν έλαβε τέτοιο θυμίαμα η φιλοδοξία μου. Η γλώσσα άρχισε να υψώνεται μπροστά μου σαν είδωλο. Τα στοιχεία του αλφαβήτου μου φαίνονταν σαν κάποιες νότες, με τις οποίες έπαιζα μια μουσική, που λίγοι την ήξεραν. Η τυπογραφική μελάνη άρχισε τον ίδιο καιρό να μου γαρ­γαλίζει την μύτη και ο συγγραφεύς να σκιρτά στα σπλά­χνα μου...

Δεν είχα αισθανθεί την ανάγκη να πω κάτι τι, ούτε είχα τι να πω. Ήθελα, μόνο και μόνο να γράφω, όπως έγραφε η «Παλιγγενεσία». Οι φράσεις, οι λέξεις, τα σχή­ματα του λόγου πετούσαν μέσα στα νου μου. Ζητούσα ένα σώμα να το ντύσω με το ωραία αυτά κυριακάτικα φορέ­ματα. Η ψυχή μου δηλαδή έμοιαζε σαν εμπορικό ετοίμων ενδυμάτων. Ήσαν όλα κρεμασμένα, ένα ένα, με τη σειρά. Στο τέλος εύρισκα μια έννοια, μια κούκλα. Η κούκλα πα­ρουσιαζότανε μπροστά μου με πρόστυχα, φτωχικά ρούχα.

Είχα την αντίληψη που είχε ο Σούτσος για το Σολωμό:

Ιδέαι πλούσιαι φτωχά ενδεδυμέναι

Της έβγαζα τα κουρέλια της και την έντυνα τα γιορτιάτικα. Παραδείγματος χάριν: «Ένα πρωί περπατούσαμε στο περιγιάλι». Τα έτοιμα ρούχα αμέσως σ’ ενέργεια: «Ωραίαν τινά πρωίαν εβαδίζομεν παρά θίνα αλός». Κι έτσι έβγαινε ένα έργο. Οι εφημερίδες του τόπου μας την άλλη ημέρα μου χαρίζανε την αθανασία.

Ο τίτλος του «λογίου νέου» μου ανήκε. Τα συγχαρητή­ρια έπεφταν βροχή στον πατέρα μου: «Να χαίρεσθε τον υιόν σας. Εύγε του. Κατέχει την γλώσσαν μας». Δεν ήτανε λίγο αυτό που κατείχα. Θυμούμαι μάλιστα, πως κάποτε ήρθε στο σπίτι μας ένας γείτονας μας, παλαιός οικονομικός έφο­ρος και κατόπιν γραμματέας λιμεναρχείου, ένας άνθρωπος, που φημιζότανε για τα ελληνικά του και ήταν μοναδικός για να γράφει αναφορές. Κόσμος και κόσμος ερχόταν να πιάσει σειρά στο σπίτι του με τα χαρτόσημα στα χέρια. Δεν ήτανε δηλαδή, να πούμε, σα δημόσιος γραφεύς, απ’ αυτούς που γράφουνε ακόμη σε κάποια μέρη της Ευρώπης τα γράμματα και τα ραβασάκια στις αγράμματες γυναικούλες. Αυτός έγραφε αναφορές σε υπαλλήλους, σε γιατρούς, σε σπουδαίους ανθρώπους. Διότι «κατείχε την γλώσσαν», πρά­γμα που δεν ήτανε του καθενός. Εκείνη την εποχή είχα γράψει κι εγώ μια αναφορά σ’ ένα τελειόφοιτο της ιατρικής, που ζητούσε υποτροφία. Η αναφορά μου έπεσε στα χέρια του επισήμου αναφορογράφου. Κι ο αναφορογράφος, που έβλεπε να κινδυνεύει το ψωμί του, ήλθε να συγχαρεί τον πατέρα μου και να του πει ότι «κατέχω κι εγώ την γλώσ­σαν», αλλά ότι ακόμη δεν ήμουν τόσο δυνατός για να γράφω αναφορές κι έπρεπε να κοιτάξω πρώτα τα μαθήματά μου. Αυτό ήτανε ένας δεύτερος τίτλος τιμής. Είχαν αρχίσει να με φθονούνε.

Από τότε πήρα τον ανήφορο. Δύο βήματα μου έλειπαν να φθάσω τον Ξενοφώντα. Περπατούσα περήφανος στον δρόμο. Η φήμη μου στην μικρή μας κοινωνία είχε απλωθεί. Μερικοί, που με σύσταιναν σε άλλους, επρόσθεταν: «ένας νέος που κατέχει την γλώσσαν μας». Και οι άλλοι με κοίταζαν με σεβασμό. Μόνο κάποιος ξένος, που με σύστησαν μια φορά με τον ίδιο τίτλο, μου φάνηκε σαν αδιάφορος. Φαίνεται, πως τέτοιος τίτλος δεν είχε περάσει στον τόπο του. Αργότερα κατάλαβα το γιατί. Ο δάσκαλός μας μας εδιάβαζε μια φορά τον Όμηρο και, σιγά σιγά, έφθασε εκεί που λέει: μελισσάων αδινάων...

Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε, χτύπησε το χέρι του στην καθέδρα και φώναξε με στόμφο:

 — Αδινάων, άων, άων. Να γλώσσα, βρε παιδιά! Μπο­ρεί να το πει αυτό ο σκυλόφραγκος;

Έτσι είναι αυτοί οι Φράγκοι είπα κι εγώ μέσα μου. Πού να καταλάβουν αυτοί από γλώσσα;

Ωστόσο εγώ ένοιωθα πως κάτι με ξεχώριζε, από τους άλλους ανθρώπους: «Κατείχον την γλώσσαν».

Όλοι οι άλλοι άνθρωποι, που περνούσαν κοντά μου, ήσαν τιποτένιοι. Άνθρωποι χωρίς γλώσσα, πρόστυχοι, αγελαίοι, μηδαμινοί. Επήγαινα μόνος μου περίπατο «παρά θιν αλός.» Έβλεπα μπροστά μου τον «ατρύγετον πόντον». Ανάπνεα την «ποντιάδα αύραν . Και καθώς φορούσα και γυαλιά από τότε, υποθέτω πως θα έμοιαζα σα μικρός φιλό­σοφος «της ελεεινής μορφής». Άλλα και η δόξα έχει τα κακά της. Η καρδιά μου, με όλο αυτό το φορτίο των ελ­ληνικών, άρχιζε να χτυπά. Τα κορίτσια, που περνούσαν στην ακρογιαλιά, με τα κοντά φορέματα και τις μακριές πλε­ξίδες, μ’ έκαναν να ξεχάσω τη σοφία μου.

Λόγια γλυκά ανέβαιναν στα χείλη μου, κάποιες λέξεις που δεν θα ταίριαζαν ούτε στις αναφορές του ελληνιστή του γείτονα μου, ούτε στα σπουδαία έργα, που έγραφα όλη τη νύχτα. Γύριζα να κοιτάξω τα κορίτσια, μα εκείνα, αντί να μου χαμογελάσουν, με κοίταζαν — έτσι μου φαινότανε — με σεβασμό. Ήμουνα νέος που κατείχε την γλώσσαν. Τι μαρτύριο να είναι κανένας μεγάλος άνθρωπος! Το ίδιο είχε πάθει ο Μωυσής, όπως λέει στο γνωστό ποίημα του ο Αλ­φρέδος δε Βινιύ. Άπλωνε τα χέρια του για αγκαλιάσματα, κι οι γυναίκες της Ιουδαίας γονάτιζαν και τον προσκυνούσαν. Ήτανε ο άνθρωπος που είχε μιλήσει με τo Θεό. Και παρακαλούσε τον Θεό να τον λυτρώσει απ’ αυτό το μαρτύριο:

Ma main laisse l’effroi sur la main qu'elle louche, L’orage est dans ma voix, l’éclair est sur ma bouche. Aussi, loin de m’aimer, voila qu’ils tremblent tous: Et quand j’ouvre les bras, on tombe a mes genoux. Ο Seigneur! J’ai vécu puissant et solitaire Laissez moi m’endormir du sommeil de la terre.

Σε μια τέτοια στιγμή παρακάλεσα, κι εγώ, τον Θεό να με γλυτώσει από τη… Γλώσσα. Οι παρακείμενοι, οι υπερσυντέλικοι και οι μονολεκτικοί μέλλοντες άρχισαν να με πνίγουν. Γύρισα στο σπίτι μελαγχολικός. Άνοιξα τα παρά­θυρα μου ν’ αναπνεύσω.

Απάνω στο τραπέζι μου ένα μεγάλο περιοδικό της Λει­ψίας, ανοικτό, είχε ένα κομμάτι από κάποια μετάφρασή μου του «Τορκουεμάδα» του Ουγκώ. Ήτανε δηλαδή η μετά­φραση του κ. Βουτυρά, διορθωμένη σε στίχους. Μπροστά μια επιστολή μου προς τη σύνταξη, που τελείωνε: «Περί της μεταφράσεως άλλοι… κρινόντων». Δηλαδή κρινέτωσαν και κρινόντων. Το αίμα μου ήρθε στο κεφάλι. Άρπαξα τον Τορκουεμάδα και τον έκαψα στη φωτιά του κεριού.

Μαζί του κάηκαν μέλλοντες, παρακείμενοι, «κρινέτωσαν», «κρινόντων», προστακτικές, ευκτικές αναρίθμητες. Ένα βάρος έφυγε από πάνω μου. Οι μυρωδιές του κήπου πλημ­μυρούσαν την κάμαρά μου. Τα τραγούδια του δρόμου έμ­παιναν με θάρρος από το ανοικτό παράθυρο και, τερέτιζαν στ’ αυτιά μου. Από το ίδιο παράθυρο έφευγε η σοφία μου. Ήμουν σα μεθυσμένος. . .

Επιτρέψετε μου να παρωδήσω την παροιμία: Όταν η ομορφιά μπαίνει απ’ τη θύρα, η ψευτιά φεύγει απ’ το παράθυρο. Δεν μπορούσα να υποφέρω πια την ιδέα, πως τα ωραία κορίτσια, που περπατούσαν στην ακρογιαλιά, είχαν ρίνας, όμματα και ώτα. Η τελευταία μάλιστα λέξη, που μου έτυχε πάντα στις χρηστομάθειες να την απαντήσω δε­μένη με την, έννοια κάποιου τετραπόδου, μου έκανε φρίκη αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσα να χωνέψω ακόμα, πως είχαν τα ωραία κορίτσια πλοκάμους — όπως τα χταπόδια — και πως κάθε μετάξι των πλοκάμων αυτών μπορούσε να λέγεται θριξ. Όταν συλλογιζόμουν, πως κάτω από τα ωραία τους χείλια έκρυβαν οδόντας, χωρίς να θέλω μου ’ρχότανε στον νου μου η ζωολογία, οι κάπροι, τα χαυλιόδοντα και οι μασέλες που έβλεπα στην προθήκη του οδοντοϊατρού: «Κα­τασκευάζονται τεχνητοί οδόντες». Έπειτα συλλογιζόμουνα τους πόδας των, τας χείρας των, τας γαστροκνημίας των, και θαρρούσα, πως μου άδειαζαν κρύα νερά στη ράχη μου. Χωρίς να θέλω έπειτα συλλογιζόμουν, πως τα ωραία κορι­τσάκια έκρυβαν κάτω από τα μαβιά φορέματα του σχολείου ωμοπλάτας και μ’ έπιανε μελαγχολία· θυμόμουν το φτωχόν εκείνο, τον Κλεάνθη, που έγραφε «εις όστρακα και βοών ωμοπλάτας». Και δεν έφθανε αυτό. Τα ωραία κορίτσια φο­ρούσαν εσθήτας, άλλα είχαν την κόμην «αναδεδεμένην εις κοσσύμβους» και άλλα «άνετον καλύπτουσαν τας ωμοπλά­τας», εβάδιζαν σαν στρατιώτες, εθεώντο της ακτής, εμειδίων, ελάλουν, άδον, και κάποτε εκάγχαζον. Άλλα πάλι «κύπτοντα έδρεπον δράκας ανθέων», τα «ωσφραίνοντο και εκάμμυον τους οφθαλμούς». Άλλα εκλασαυχενίζοντο. Όλα μαζί, τα ωραία κοριτσάκια, «είχον την ψυχήν έμπλεων έρω­τος και ονειρεύοντο τον νεανίαν, όστις θα έφερε προς αυτάς τον διάπυρον έρωτα της τετρωμένης καρδίας του». Και, γύρω απ’ την ωραία αυτή ζωγραφιά, ο ουρανός προσεμειδία, το κύμα έτυπτε την ακτήν, η αύρα προσέπνεε θυμήρης, οι πυργίται έψαλλον κεκρυμένοι επί των κλάδων και οι πρώτοι αστέρες έστιζον το κυανούν στερέωμα.

Κι εγώ αύριο το βράδυ, στην μυστικήν αυτή ώρα, «έμπλεως έρωτος», θα πλησίαζα την «αποπλανηθείσαν επί των βράχων νεανίδα» και θα της έλεγα διά τρεμούσης φωνής:

«Δεσποινίς (ή δεσποσύνη) τα αγνά υμών βλέμματα, ως πύρινα βέλη, έτρωσαν βαθέως την καθημαγμένην καρδίαν μου. Όταν ατενίζω μακρόθεν την κυανήν υμών εσθήτα, η ψυχή μου σκιρτά. Τα όμματα υμών εισίν ειπέρποτε γοητευτικά. Έκαστη θρίξ του κοσσύμβου υμών πλέκεται εις χρυσούν αμφίβληστρον περί την αιμάσσουσαν καρδίαν μου. Άφετε, ω! άφετε επί των λευκών, μαργαριτωδών, μικκύλων οδόντων σας, να επανθίσει δι’ εμέ το μειδίαμα του έρωτος». Έτσι θα μίλησε κι ο Ζευς στη Λήδα!.. Χωρίς άλλο έτσι.

Ο «Τορκουεμάδας» είχε γίνει στάχτη μέσα στο πιατάκι του σιγάρου. Η κνίσα του με γαργαλούσε, μου έδινε άγριες επιθυμίες να κάψω ό,τι βρισκότανε τριγύρω μου. Άνοιξα ένα συρτάρι με χαρτιά κι έκαψα κόμας, οδόντας, ρίνας, ώτα, ωμοπλάτας. Μία θριξ, καθώς κάηκε, γέμισε από τσίκνα την ατμόσφαιρα. Η ψυχή του Τορκουεμάδα ξυ­πνούσε μέσα μου. Άνοιξα με μανία τη βιβλιοθήκη μου και άρπαξα τόμους και τόμους. Η φωτιά εφούντωνε. Ένα κομ­μάτι ξέφυγε από τις φλόγες κι έπεσε μπροστά μου. Τι ή­θελε να μου πει;

Κι έβλεπες δύο ουρανούς

Ο εις ην άνω κυανούς.

Γλαυκός ο άλλος κάτω.

Το ξανάριξα στη φωτιά. Η βιβλιοθήκη μου άρχισε να αναπνέει. Ένας παλιός Όμηρος, ένας Σοφοκλής, ένας Πίνδαρος, στριμωγμένοι ως τώρα μέσα σ’ ένα σωρό έπη, τραγωδίες και λυρικά άπαντα των απογόνων τους, μου φά­νηκαν πως ανάσαιναν μέσα στον καθαρόν αέρα. Έγειραν κι ακούμπησαν φιλικά απάνω σ’ ένα Σολωμό, σ’ ένα Βα­λαωρίτη, σ’ ένα Τυπάλδο. Κάτι τι σαν αναστεναγμός βγήκε απ’ τη βιβλιοθήκη μου. Η φωτιά έκαιε, ωστόσο, κι ο κα­πνός είχε γεμίσει το σπίτι. Η υπηρέτρια έτρεξε τρομα­γμένη.

 — Τι τρέχει, κύριε; Πιάσατε φωτιά;

 — Όχι, κορίτσι μου, της είπα. Ησύχασε. Ανήκω, στην εταιρία που καίει τους νεκρούς. Δεν βλέπεις; καίω τους πε­θαμένους.

Η υπηρέτρια κούνησε τους ώμους της κι έφυγε. Την άκουσα να λέει στη σκάλα;

 — Εγώ το είπα. Ο αφέντης θα τρελαθεί απ’ τα πολλά τα γράμματα.

Δεν είχα τρελαθεί. Και όμως, απ’ την ημέρα εκείνη, πολλοί με σταματούσαν στο δρόμο μ’ ένα παραπονετικό ύφος, με μια συμπάθεια παράξενη, και μου ’λεγαν.

 — Τι έπαθες, αδελφέ; Γιατί αυτό;

 — Τι έπαθα;

 — Πώς εχάλασες έτσι τη γλώσσα σου;

Οι άνθρωποι αυτοί ήτανε φανερό, πως με είχαν βγάλει απ’ την υπόληψη τους. Το καταλάβαινα κι εγώ.

Κάτι μου έλειπε. Ως τώρα είχα κάτι τι παραπάνω από τον άλλο κόσμο. «Κατείχον την γλώσσαν». Ένα διαβατήριο για την αθανασία. Μπορούσα να λέω κάθε κουταμάρα, κάθε ανοστιά, κάθε ανοησία, κάθε τρέλα, μπορούσα να μη λέω και τίποτε, όλοι άνοιγαν το στόμα τους με θαυμασμό: «Ο διάβολος, τι ωραία που τα λέει».

Κάποτε θυμούμαι, σ’ έναν επικήδειο, έχασα τη σειρά μου κι άρχισα απάνω κάτω να λέω: « Εν τη συναισθήσει των θλιβερών υπέρ τα θλιβερά, αι εγκόσμιοι δυνάμεις ανατεινόμεναι προς τα θέσφατα, οίμοι! το τέρμα των αγώνων αφ’ ων ορμάται αελλόπους η ιδέα, φρικιά και λωφάζει ανέ­φικτος του ουρανίου φωτός, των μαρτυρίων το σέλας, πέραν, πέραν εκεί προς τα αιθέρια ύψη, προς τα βάθη, τα σκότη τ’ ατέρμονα, πέραν. Γαίαν έχεις ελαφράν, αξιομακάριστε φί­λε» . Τα δάκρυα έσταζαν σα βροχή απ’ τα στασίδια της εκ­κλησίας. Και. όταν ο παπάς εξεφώνησε: «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», οι άνθρωποι έξαλλοι, ως κι αυτοί οι συγγενείς του νεκρού, όρμησαν απάνω μου, έκαναν τον σταυρό τους και, αντί να φιλούν τον νεκρό, φιλούσαν εμένα.

 — Μπράβο, μπράβο, αυτή τη φορά επέρασες και τον Φί­λημονα.. .

Τώρα τα είχα χάσει όλ’ αυτά. Ήμουν κι εγώ ένας άν­θρωπος σαν όλους τους ανθρώπους. Μιλούσα, όπως μιλούσε ο τελευταίος άνθρωπος. Έγραφα το ίδιο.

Ούτε μπορούσα πια να βγάλω λόγο χωρίς χαρτί· αν τα ’χανα στη μέση, αλίμονο μου. Θα μ’ έπαιρναν με τα λεμόνια.

Όσοι μ’ αγαπούσαν με λυπούνταν κατάκαρδα.

Ένας σεβαστός μου φίλος με πήρε μια φορά κατά μέρος.

 — Έχω να σου πω κάτι τι σοβαρό.

Ταράχθηκα.

 — Δεν κάνεις καθόλου καλά. Επήρες κακό δρόμο. Όλη η κοινωνία τα ’χει μαζί σου.

Εγώ άρχισα να κιτρινίζω. Καθένας κρύβει πάντα κάτω απ’ τη σκούφια του κάτι που τον ανησυχεί.

 — Τι θέλετε να πείτε; Δεν εννοώ.

 — Μ’ εννοείς πολύ καλά. Τι σου ήλθε να χαλάσεις τη... γλώσσα σου;

Ανάσανα. Ο σεβαστός μου φίλος εξακολούθησε:

 — Έγραφες τόσο ωραία. Σε καμαρώναμε όλοι. Κατείχες τόσο λαμπρά την γλώσσαν, την θείαν γλώσσαν των πατέρων μας. Δεν θυμάσαι τον τελευταίο σου θρίαμβο, στον επική­δειο του Λ; Πρώτος εγώ αντί να φιλήσω τον νεκρό, απ’ τον ενθουσιασμό μου, σε φίλησα εσένα. Και τώρα έγινες χυ­δαίος. Όλοι σε περιφρονούν. Σε θεωρούν αγράμματο. Δεν κάνεις καλά. Άλλαξε κεφάλι. Έλα στον ίσιο δρόμο...

Του το υποσχέθηκα κι έτσι μ’ άφησε. Ευτυχώς, σε λίγες ημέρες, πέθανε κι αυτός κι έτσι γλύτωσα από ένα εφιάλτη, θέλησα μάλιστα να του βγάλω κι ένα λόγο, σαν τον παλαιό, για να ευχαριστήσω τη ψυχή του. Και θα το ’κανα, αν δεν μου περνούσε ο φόβος μήπως και νεκρός σηκωθεί και με φιλήσει. Δεν είναι φρόνιμο πράγμα να συγκινεί κανένας τους πεθαμένους.

Με τον θάνατο, όμως, του σεβαστού μου φίλου, δε γλύ­τωσα, εντελώς. Τα συλλυπητήρια κι οι συμβουλές εξακολουθούσαν. Οι παλαιοί θαυμασταί μου δεν μπορούσαν να κα­ταλάβουν γιατί χάλασα τη γλώσσα μου. Και, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν είχαν άδικο. Αν ήτανε να μην υπάρχουν στην Ελλάδα παρά γιατροί, δικηγόροι, φυ­σικομαθηματικοί και δεν ξέρω τι άλλο, γλωσσικό ζήτημα δεν θα υπήρχε. Όταν κάνει κανείς, τη δουλειά του, θαυμάζεται και μισθοδοτείται, με μια γλώσσα, είναι περιττό βέβαια να ζητεί μιαν άλλη. Τι τον μέλει τον γιατρό ή το νομικό αν η γλώσσα που, γράφει δεν είναι η γλώσσα που μιλεί. Μία ανατομία, μία φυσιολογία, ένα κληρονομικό δίκαιο, μία φυ­σική, μία χημεία, μία φαρμακολογία μπορεί αξιόλογα να γραφεί και στην Βολαπίκ και στην Εσπεράντο. Είναι κι αυτό ένα ιδανικό στην Ευρώπη για να γίνει μία διεθνής επι­στημονική γλώσσα για όλον τον κόσμο. Εγώ μάλιστα, σαν Έλληνας, θα πρότεινα τη δική μας την αττικίζουσα, που σαν απλούστερη από την αρχαία και πιο κοντά στις νέες ευρω­παϊκές, ως σύνταξη, έχει κι όλες τις αρετές μιας τεχνητής γλώσσας και όλον τον πλούτο των αρχαίων όρων, που είναι τόσο γνώριμοι στα επιστημονικά αυτιά όλων των Ευρω­παίων. Οι σοφοί μου φίλοι, όσο γι’ αυτό είχαν δίκαιο. Φυ­σική ή τεχνητή η γλώσσα τους, τους έφθανε.

Μίλησα κάποτε μ’ έναν απ’ αυτούς, ένα νομικό συγγρα­φέα από τους πιο καθαρολόγους. Ο φίλος μου όμως ήταν από τους συζητητικούς και τους ήμερους ανθρώπους.

 — Είσαστε εγωισταί» του είπα.

 — Γιατί;

 — Γιατί δεν βλέπετε παραπέρα απ’ τη δουλειά σας. Όλος ο κόσμος είναι για σας επιστήμη. Και ο λόγος εδόθηκε στον άνθρωπο, όχι μόνο για να μπορεί να πει, ότι «ο υποκατά­στατος του υποκαταστάτου είναι κτλ.» και ότι «το ήπαρ αδήν έστι διπλούς» και ότι «παν σώμα εμβαπτιζόμενον εν τω ύδατι απόλλυσι τόσον εκ του βάρους του κτλ.».

 — Αλλά γιατί άλλο εδόθηκε;

 — Υποθέτω πως εδόθηκε και για να εκφράζει ό,τι πλάττει μέσα μας η φαντασία και το αίσθημα.

 — Και ποιος τον εμποδίζει να το εκφράσει; Μία γλώσσα, που εκφράζει τόσα υψηλά πράγματα, μπορεί να εκφράσει το καθετί.

 — Είσθε βέβαιος;

 — Παραβέβαιος. Αρκεί εκείνος που θα την μεταχειρι­σθεί να την κατέχει στην εντέλεια.

 — Σαν ποιος έξαφνα;

 — Όποιος.

 — Εκτιμάτε τον Ραγκαβή;

 — Και τον θαυμάζω.

Επήρα επάνω απ’ το τραπέζι μου μια μετάφραση της «Κολάσεως» του Δάντε. Του είπα:

 — Άκουσε ένα από τα λυρικότερα κομμάτια. Το επεισό­διο της Φραντσέσκας.

 

Στραφείς δε είτα προς αυτούς, τοις είπον:

»Φραγκίσκα, τα σα βάσανα αθυμίας

και ευλαβών δακρύων με πληρούσι.

Εις των ηδέων στεναγμών τας ώρας,

»ειπέ, πώς, πόθεν έδωκεν ο έρως

»να μάθητε τους αμφιβόλους πόθους;

Η δ’ εις εμέ· «Ουκ έστι θλίψις μείζων

»του ενθυμείσθαι χρόνων ευδαιμόνων

»εν συμφοραίς. Τον ποιητήν ερώτα.

«Αλλ’ αν την πρώτην να γνωρίσεις ρίζαν

»του έρωτός μας τόσον έχεις πόθον,

»θα πράξω ως ο λέγων εν ω κλαίει.

»Ανεγινώσκομέν ποτε προς τέρψιν

»περί του Λαγγηλότου, ος ηγάπα.

»Ήμεθα μόνοι άνευ υποψίας.

»Πολλάκις η ανάγνωαις το βλέμμα

»ημών συνήψε, κι ήλλαξε την όψιν.

»Αλλ’ εν μας κατενίκησε χωρίον,

»η φράσις ότι ο γλυκύς της γέλως

»απεφιλήθ’ υπό του εραστού της.

»Τότε και ούτος, ο αχώριστός μου

»μ’ εφίλησε τα χείλη, όλως τρέμων.

»Προαγωγός ην ο την βίβλον γράψας.

»Και τότε δεν ανέγνωμεν παρέκει».

Εν ω δ’ ωμίλει ταύτα το εν πνεύμα,

το έτερον εθρήνει τόσον, ώστε

εγώ ελυποθύμουν εξ ελέου,

κι έπεσα όπως σώμα θνήσκον πίπτει.

 

 — Κι ένα άλλο κομματάκι από τον κύκλο των προδοτών που είναι βυθισμένοι στην παγωμένη λίμνη:

 

«Προέβημεν όπου ο πάγος άλλους

»δεινώς περιζωννύει κατατρύχων,

»ουχί κυπτούς, άλλα υπτίους τούτους.

»Ο θρήνος είργει παρ’ αυτοίς τον θρήνον,

»κι εις των ομμάτων τον φραγμόν η θλίψις

»ωπισθοδρόμει κι ηύξανε τον πόνον.

»Τα δάκρυα τα πρώτα συμπυκνούνται,

»και ως αν ήσαν δίοπτρα κρυστάλλου,

»τους σκύφους υπό τας οφρύς πληρούσι».

 

Ο δικηγόρος ήτανε και ιταλομαθής κι είχε πάντα δυο στίχους του Δάντε στο στόμα. Μουρμούρισε;

Francesca, i tuoi martyri a lacryruar mi fano.

 Σας αρέσει;

 — Δεν φαντάζομαι πως θα ήτο καλύτερα. Αυτή είναι η γλώσσα μας.

 — Άφησέ με να σου διαβάσω τώρα τα ίδια κομμάτια, μεταφρασμένα από ένα νέον, που ούτε το όνομά του δεν ξέρεις,

Επήρα δύο φύλλα από ένα δοκίμιο μεταφράσεως, που μου είχε στείλει, τελευταία, ο φίλος μου κ. Ζουφρέ, και που σ’ αυτήν, ακριβώς εκείνες τις ήμερες, έβλεπα την ποιητι­κότερη ως τώρα ελληνική απόδοση του μεγάλου ποιητή. Και του διάβασα:

 

Σ’ αυτήν έπειτα γύρισα και φιλικά της είπα:

Φραντζέσκα, τα μαρτύριά σου με κάνουν να δακρύζω.

Στην εποχή των στεναγμών, για πες μου πως εστάθη

Κι ο έρωτας σας έσπρωξε τον πόθο σας να πείτε;

Κι αυτή, βαριά στενάζοντας, λυπητερά μου είπε:

Δεν είναι μεγαλύτερος για την ψυχή μας πόνος

Μέσα στη δυστυχία της, από το να θυμάται;

Καλούς καιρούς, που πέρασαν. Το ξέρει ο Δάσκαλός σου.

Κι αν επιμένεις να σου πω την πρώτη πρώτη αιτία

Της δύστυχης αγάπης μας, τη χάρη θα σου κάμω.

Θα ιδείς τα μαύρα λόγια μου με δάκρυα να τα βρέχω.

Περνούσαμε την ώρα μας, διαβάζοντας μια μέρα

Το πώς είχε ο έρωτας τον Λαντζελότο μπλέξει,

Κι ήμαστε οι δυο κατάμονοι, χωρίς κακό στο νου μας.

Μα, όπως προχωρούσαμε, πολλές φορές το βλέμμα­

Ένας του άλλου αντίκριζε, με μια κρυφή λαχτάρα,

Και, σαν στο μέρος φτάσαμε που τέτοιος ερωμένος

Το ερωτικό χαμόγελο της φίλησε στα χείλη,

Ο αχώριστός μου τρέμοντας με φίλησε στο στόμα.

Ο πειρασμός μας στάθηκε το πλάνο αυτό βιβλίο

Και πια δεν εδιαβάσαμεν εκείνην την ημέρα...

Κι ενώ βαριά στενάζοντας, η μια ψυχή μιλούσε.

Κοντά της εστεκότανε πικροθρηνώντας η άλλη

Τόπο πολύ, που σκέπασε τα μάτια μου σκοτάδι

Και καταγής σωριάστηκα σαν πεθαμένο σώμα.

 

 — Άκουσε και το άλλο κομματάκι. Είναι πάλι οι προδότες: μέσα στον πάγο της Κόλασης, χωρίς τον πάγο της γλώσσας, αυτή φορά:

 

Είδα πολλούς ανάσκελα στον πάγο καρφωμένους.

Τα ίδια τους τα δάκρυα να κλαιν δεν τους αφήνουν,

Γιατί τα πρώτα δάκρυα στα μάτια έχουν παγώσει

Κι όλη την κόγχη των ματιών σαν κρύσταλλο σκεπάζουν.

Κι ο πόνος που, ανεβαίνοντας, βρίσκει φραγμό, γυρίζει

Στα βάθη πάλι της καρδιάς και μέσα πλημμυρίζει.

 

Ο φίλος μου έμεινε σκεπτικός.

 — Ποια σου αρέσει από τις δυο μεταφράσεις;

 — Η δεύτερη. Θέλω να είμαι ειλικρινής.

 — Ώστε...

Ο κύριος που ήταν δικηγόρος, βρήκε ένα κοινό σόφι­σμα, το σόφισμα όλων των Ελλήνων.

 — Δεν σου λέω... Για μερικά αισθηματικά πράγματα, μπορεί να έχετε δίκαιο.

 — Για μερικά; Μα όλη η τέχνη δεν είναι τάχα αίσθη­μα; Και υπάρχει τίποτε έξω από το αίσθημα;

Ο φίλος μου φαινότανε στενοχωρημένος.

 — Και λοιπόν θέλετε να πετάξουμε την ωραιότερη γλώσσα για το χατίρι σας;

 — Ποια;

 — Την αρχαία.

 — Και να θέλουμε δεν μπορούσαμε, καλέ μου φίλε. Αυτή ζει μαζί με τους θεούς. Και ζει μέσα στην ψυχή μας. Το μόνο μέρος όπου δεν ζει είναι τα βιβλία που γράφετε. Κοίταξε εκεί επάνω στον τοίχο. Είναι η εικόνα του παππού σου. Και του μοιάζεις καταπληκτικά.

»Πού νομίζεις πως ζει περισσότερο ο πρόγονός σου; Μέσα στα παράξενα ρούχα, τα κακοζωγραφισμένα σ’ ένα μουσαμά; Όχι, ο πρόγονός σου ζει μέσα σου, μες στο αίμα σου, μέσα στην ψυχή σου. Η ζωγραφιά είναι ένα ά­ψυχο πανί.

Ο φίλος μου χαμογέλασε. Δεν ήθελε να μου πει πως είχα δίκιο.

Όταν έφυγε μου έσφιξε το χέρι και μου είπε:

 — Μου γέννησες την όρεξη να μελετήσω τα περίεργο αυτό ζήτημα. Στείλε μου όσα σχετικά βιβλία έχεις. Μιαν άλλη ήμερα θα τα ξανασυζητήσουμε.

Ο ρωμιός και μάλιστα ο δικηγόρος, που είναι δυο φορές ρωμιός, θέλει πάντα να «μελετά» και να «συζητεί», κι εκεί ακόμα που φθάνει μόνο να αισθάνεται. Η περιφρόνηση του αισθήματος είναι ένα σημείο βαρβαρότητας. Μα εγώ, Θεέ μου, τι έφταιγα να καταδικασθώ σε ισόβια γλωσσική συ­ζήτηση;

Δεν του έστειλα ποτέ τα βιβλία αυτά. Και πόσα βιβλία! Τόμοι απάνω σε τόμους, χαρτί απάνω σε χαρτί. Και όλο για γλώσσα, για γλώσσα, για γλώσσα. Βιβλία που γεννούν άλλα βιβλία, με την γονιμότητα που έχουν, όπως είπε ο Σαίξπηρ, οι μύγες των κρεοπωλείων, που γεννούν δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Γιατί να του στείλω όλ’ αυτά τα βιβλία; Εγώ που τα διάβασα έμεινα στο τέλος τόσο σοφός όσο και πρωτύτερα. Τι να την κάμει την επιστήμη ο φίλος μου; Για να γίνει γλωσσολόγος; Αρκετούς έχουμε. Η επιστήμη για μερικά πράγματα δεν είναι τίποτε. Το παν είναι η αποκάλυψις. Η αγάπη, το φως, ο αέρας, η ζωή. Το παν είναι η ωραιότης.

Η ωραιότης, είπε πάλι ο Οσκάρ Ουάιλδ, είναι ανώ­τερη από το πνεύμα. Γιατί δεν έχει ανάγκη ν’ αποδειχθεί. Η τέχνη γι’ αυτό μίλησε πρώτη τη γλώσσα της αληθείας και της ζωής, παντού και πάντα, πριν την μιλήσει και πριν την αποδείξει η επιστήμη. Γιατί η ποίησις βαδίζει πάντα μπροστά, ανοίγει και φωτίζει τον δρόμο των πολιτισμών. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ιζουλέ το υποστήριξε σ’ ένα εναρ­κτήριο μάθημα του. Η ποίησις, είπε, αρπάζει πρώτη τα σκιρτήματα των ψυχών, αυτά που αργότερα δημιουργούν τα ήθη, από τα όποια κατόπιν γίνονται οι νόμοι και μ’ αυτούς τα κράτη. Η ποίησις — είναι μια κοινοτοπία πια αυτό — μί­λησε πρώτη τη γλώσσα της ζωής στην Ιταλία με τον Δάντη, στην Ελλάδα με το δημοτικά τραγούδι και τον Σολωμό. Η Τέχνη θα πλάσει το τέλειον όργανο, θα το υψώσει, θα το εξευγενίσει, γιατί η Τέχνη πηγάζει κατευθείαν απ’ τη ζωή. Όχι η Επιστήμη.

Η Επιστήμη αναλύει, ξεχωρίζει, μελετά. Η Τέχνη συν­θέτει, πλάττει, δημιουργεί. Γι’ αυτό δεν έστειλα τα βιβλία του φίλου μου· φοβήθηκα μήπως γεννηθεί ακόμα ένας εμ­πειρικός γλωσσολόγος στην Ελλάδα. Και δικηγόρος γλωσ­σολόγος είναι ένα διπλό κακό.

Αυτή η δικηγορική της γλώσσας στάθηκε το μεγαλύτερο βάσανό μας. Και τα δικά μου τα βάσανα, μια ζωή, που η μισή πέρασε με τις φροντίδες της γλώσσας, σ’ αυτήν τα χρωστώ. Είδα πως το πράγμα δεν μπορεί να πάει έτσι εμ­πρός. Καλύτερα να φάει κανείς τη γλώσσα του, είπα, παρά να τον φάει αυτή.

Τα είχα διαβάσει κι εγώ ένας φτωχός τεχνίτης του λόγου, όλα αυτά τα βιβλία, βουτήχθηκα κι εγώ ολόκληρος μέσα στα μυστήρια της Γλωσσολογίας, σπούδασα τους νόμους της, χάθηκα μέσα στον λαβύρινθο όλων των υπέρ και των κατά, άκουσα καθαρεύοντες και δημοτικιστές· αντίκρισα τα δύο είδωλα της Δημοτικής και της Καθαρεύουσας, περικυκλω­μένα από τη βοή των οπαδών τους και στο τέλος έμεινα «τόσο σοφός όσο και πρωτύτερα». Ρώτησα στο τέλος τον εαυτό μου τι είναι Καθαρεύουσα και τι είναι Δημοτική και ο εαυτός μου, με όλη τη σοφία του, δεν είχε τι να μου απαντήσει. Ο όρος «καθαρεύουσα» δε μου έδειχνε παρά μια προσπάθεια χρεοκοπημένη, που με τον καιρό είχε αρχίσει να χάνει την πρώτη του σημασία και που σήμερα δεν εξέ­φραζε πια τίποτε. Έμενε σαν ένα πουκάμισο φιδιού που μέσα του δεν έκρυβε τίποτε. Ο όρος δημοτική» εξέφραζε πάλι όλα τα πράγματα, χωρίς να ξεχωρίζει τίποτε καθαρά και προπάντων εκείνο που ήθελε να εκφράσει: τη γλώσσα που ζει μαζί μας και κινείται και ζυμώνεται και αναπτύσ­σεται γύρω και μέσα μας. Έτσι, σε μια στιγμή, απολυτρώθηκα από δύο εφιάλτες που βάραιναν το στήθος μου και σκότιζαν το μυαλό μου. Γύρισα και είδα όλο το χαρτί που είχα μουν­τζουρώσει τόσα χρόνια σε όλες τις νεοελληνικές γλώσσες, εμπειρικά, και επιστημονικά, με κανόνες και χωρίς κανόνες, με αρχές και χωρίς αρχές. Είδα ακόμα σελίδες γραμμένες κάτω από τον τρόμο του γλωσσικού νόμου, φοβισμένες, πα­γωμένες από μια τρομάρα θρησκευτική, αποστειρωμένες μέσα σε κλίβανο. Κάθε λέξη τους ήτανε φερμένη από το γλωσσικό μικροβιολογικό εργαστήριο, με την ετικέτα της αναλύσεως κολλημένη απάνω της. Και μου ήλθε να κλά­ψω. Πρέπει λοιπόν, συλλογίσθηκα, να μη μπορώ ν’ αναπνεύσω τον αέρα, που με τριγυρίζει, χωρίς να περάσει πριν από τα εργαστήριο του χημικού και του μικροβιολόγου; Πρέπει λοιπόν να μη βάλω την τροφή στο στόμα μου, χωρίς να μου δώσει την άδεια το μικροσκόπιο; Δεν φτάνει τάχα η όρασίς μου, δεν φτάνει η όσφρησίς μου να καταλάβω ποια είναι γερό και ποιο σάπιο, τι είναι ζωντανό και τι ψόφιο; Η γλώσσα ζει γύρω μου με την υγεία και την αρρώστια της, με τα στοιχεία της τα ζωντανά και με τα στοιχεία της τα σάπια. Το αυτί μου, η αίσθησίς μου, η ψυχή μου μου φθάνουν, συλλογίσθηκα. Σιγά σιγά ένιωσα πως μια αρρώ­στια έφυγε από πάνω μου. Επήρα μια δυνατή ανάσα. Έτσι γιατρεύθηκα από τη γλωσσική υποχονδρία, μια νεοελλη­νική αρρώστια που κάνει θραύση τριγύρω μας.

Καλή και άξια, συλλογίσθηκα, κάθε επιστήμη. Μα τι έχει να μοιράσει η επιστήμη του λόγου με την τέχνη του λόγου; Κάθε μια τραβάει τον δικό της δρόμο. Τι έχει να μοιράσει η Φυσιολογία με τη Ζωή; Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι φυσιολόγοι, και όμως ζουν καθένας με την δύναμη των οργάνων του, χωρίς να υποπτεύονται οι περισσότεροι πως υπάρχει και μια επιστήμη, που τη λένε Φυσιολογία. Η φυσιολογία δεν κανονίζει τα φαινόμενα της ζωής· τα ερμη­νεύει και τ’ ακολουθεί και στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα φανερώματά τους. Οι κόσμοι ακολουθούν τον δρόμο τους μέσα στο άπειρο, χωρίς να υποπτεύονται την Αστρονομία και τους υπολογισμούς της. Ένας πτωχός κι εγώ οργανισμός, μέσα στην απειρία των κόσμων, ζω με τη ζωή που άντλησα απ’ τη μεγάλη πηγή της δημιουργίας. Δεν με μέλει για τους νόμους που με κυβερνούν. Ο νόμος είμ’ εγώ. Ο λόγος, ένα χάρισμα της ζωής, ζει μέσα στα βάθη της ψυχής μου, φα­νερώνεται, ξεχειλίζει, ανθίζει στα χείλη μου. Το άνθισμά του είναι της ψυχής μου το άνθισμα. Γιατί φανερώνεται έτσι ή αλλιώς; Δεν ξέρω ούτε θέλω να ξέρω. Παρωδώ τα λόγια του Λουθήρου: «Έτσι μιλώ, δεν μπορώ να μι­λήσω αλλιώς. Ο Θεός να μου είναι βοηθός και το άγιον αυτού Ευαγγέλιον. Αμήν.»

Γι’ αυτό σαν μιλήσει τώρα κανένας για γλώσσα, χαιρετώ και φεύγω βιαστικά. Ένας τρόμος με πιάνει σαν τα παιδιά, που τους ζητάει ο γιατρός να ιδεί τη γλώσσα τους. Τώρα ό­μως έγιναν όλοι γιατροί. Όλοι ενδιαφέρονται για τη γλώσσα σου. Και ώσπου να ξεφύγεις από τον ένα, πέφτεις στα χέ­ρια του αλλουνού. Αυτοί που γράφουν μόνο μια γλώσσα σχολαστική, χυμένη στο παλαιό καλούπι — και είναι παράξενο πως ύστερα από τόσα χρόνια δεν κατάφεραν να την καθα­ρίσουν αρκετά, ώστε να τη λένε καθαρή — έχουν την ησυχία τους. Λιβανίζουν ένα είδωλο, και ο κόσμος, που είναι φυ­σικά ειδωλολάτρης, δεν παραξενεύεται καθόλου, δεν τους ενοχλεί, δεν τους ζητεί εξηγήσεις και δεν τους συμβουλεύει.

Ο κόσμος ζητεί να τους φθάσει. Όσο λιγότερα γράμ­ματα ξέρει, τόσο περισσότερο. Ο μπακάλης, όταν θέλει να μάθει το παιδί του γράμματα, τ’ όνειρό του είναι να το ακούει μιαν ημέρα και να μην το καταλαβαίνει. Τότε λέγει: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα». Νοιώθει πως το παιδί του έγινε κάτι παραπάνω απ’ αυτόν. Όχι στη σοφία, όχι στη μάθηση, όχι στη γνώση, όχι στην αρετή. Αυτά είναι δευτερεύοντα. Στη γλώσσα. Και όπως πάντα η δίψα της αριστοκρατίας είναι φυσική στον άνθρωπο, ο χωριάτης ονει­ρεύεται να ιδεί το παιδί του αριστοκράτη. Αριστοκράτη του γένους; Όχι. Τέτοια αριστοκρατία δεν έχουμε. Του πνεύ­ματος; Όχι. Αυτή δεν την καταλαβαίνουμε: Του πλούτου; Σαν δύσκολο. Έκαμε μια αριστοκρατία εύκολη: Την αριστο­κρατία της γλώσσας. Τι ωραίο όνειρο να ιδεί κανείς το παιδί του να μιλεί στο δικαστήριο, στον άμβωνα, στο μπαλ­κόνι, στο σχολείο, στο ιατρικό συμβούλιο και να μην το κα­ταλαβαίνει ο ίδιος. Να μιλεί μονάχα, αυτό φθάνει. Να μην το καταλαβαίνει μονάχα, αυτό είναι η απόλαυσις.

Την είχα κι εγώ αυτή τη δόξα κι αυτόν τον τίτλο μια φορά. Και όταν έκαμα να την πετάξω, όλοι με κοίταζαν πα­ράξενα, όπως κοιτάζουν τους τρελούς που σκορπίζουν τα πλούτη τους στον δρόμο. Και δεν ήτανε μόνο δόξα, ήτανε και ένδυμα γάμου. Αυτό το κατάλαβα αργότερα. Πολλοί άρχισαν να με κοιτάζουν, όπως κοιτάζουν σ’ ένα επίσημο μέρος, τον άνθρωπο που έρχεται με τα ρούχα του περιπάτου. Με περιφρόνηση. Οι θυρωροί μου έκλειναν κάποτε τις θύρες στα μούτρα μου. Τότε κατάλαβα πως στην Ελλάδα η γλώσσα είναι και ρούχο. Ο Σούτσος είχε δίκιο. Πρέπει να ’χει κανένας και το φράκο του, για κάθε ενδεχόμενο. Έτσι συμμάζεψα κι εγώ πάλι την κυριακάτικη γλώσσα μου, την ξεσκόνισα και την έκρυψα μαζί με το φράκο μου. Σκοροφαγωμένα και τα δυο, μα δεν πειράζει. Μου κάνουν τη δου­λειά μου. Με το σακάκι μου ζω, αναπνέω, ξεκουράζομαι, τρέχω στο βουνό, στο περιγιάλι. Με το επίσημο ρούχο μου όμως έχω τιμές, οι θυρωροί σκύβουν μπροστά μου, ο κό­σμος μου κάνει τόπο να περάσω. Το ίδιον έκαναν στον Νασρεδίν-Χότζα, όταν φορούσε την καινούργια του γούνα. Κι ο Νασρεδίν, που ήτανε σοφός άνθρωπος, έπιανε το φαρδομάνικό του και του έλεγε:

 — Ορίστε, γούνα μου, ορίστε.

Έτσι κι εγώ. Μπροστά στις τιμές και στις υποκλίσεις, που μου κάνουν, όταν παρουσιάζομαι με την κυριακάτικη γλώσσα μου, πιάνω το φαρδομάνικό μου, το χαιρετώ τα­πεινά και του λέω:

 — Ορίστε, Γλώσσα μου, ορίστε...

 

 

 

ο κ. χατζοπουλοσ ωσ φαρσερ

Ι. Η ΦΑΡΣΑ ΤΟΥ

 

Ο Κώστας Χατζόπουλος δεν υπήρξε μονάχα ένας εκλεκτός ποιητής. Υπήρξε και ένας εκλεκτός φαρσέρ. Η φάρσα ήτανε γι’ αυτόν μια ανάγκη δημιουργική. Εσχεδίαζε μια φάρσα, όπως εσχεδίαζε ένα ποίημα ή ένα διήγημα. Ένα έργο φαντασίας και αισθήματος, δηλαδή, όπως και όλα τα άλλα. Ιδιοσυγκρασία μελαγχολική και απαισιόδοξη, εύρισκε πως η ζωή είχε πολλά θλιβερά και ανάποδα πράγματα. Και νόμιζε κανείς, πως ήθελε να τη βιάσει να κάμει και μερικά άλλα ακόμα, που θα της υπαγόρευε ο ίδιος. Έτσι η φάρσα της τρέλας του, η μεγαλειοδέστερη φάρσα από όσες επραγματοποίησε ποτέ, που είχε και τη μεγαλύτερη επιτυχία, στο βάθος της ήτανε μια τρέλα τραγική και ένα ξέσπασμα πικρής ειρωνείας για πρόσωπα και πράγματα, με πρωταγωνι­στή τον εαυτό του. Άλλα πριν φθάσουμε στην αξιομνημό­νευτη αυτή σύνθεσή του, αξίζει να παρακολουθήσουμε τη Χατζοπουλική φάρσα από τα μικρότερα φανερώματά της.

Με τον ποιητή των «Ελεγείων και Ειδυλλίων» και του «Χινόπωρου» είχαμε συνδεθεί περισσότερο στην αξιομνημό­νευτη εποχή της «Τέχνης», που στάθηκε, πράγματι, μια εποχή στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Η συγ­κέντρωση τότε μιας πλειάδας παλαιών και νέων λογοτεχνών γύρω από τον ιδρυτή του περιοδικού αυτού της «άκρας αριστεράς», στο γραφείο της «Τέχνης», και στο φιλολογικό σαλόνι του Κωστή Παλαμά, που γνώρισε τότε τη μεγαλύ­τερη ακμή του, ευνόησε εξαιρετικά την εκκόλαψη της Χατζοπουλικής φάρσας.

Δεν περνούσε ημέρα, χωρίς να σκαρώσει κάτι στους φί­λους και τους συναδέλφους του ο ανήσυχος αυτός άνθρωπος. Το πρώτον όμως και το κυριότερο θύμα του ήτο ο καλός μας ο Καρλ Ντίτριχ, που είχε φθάσει τότε, πρώτη φορά στην Ελλάδα, με αποστολή γλωσσολογική. Σοφός άνθρω­πος ο νεοελληνιστής αυτός, στον οποίον τόσα χρωστάει η νέα μας λογοτεχνία, είχε την αφέλεια και την ευπιστία όλων των ξένων και την αγαθότητα ενός μεγάλου παιδιού. Ο Χατζόπουλος τον εκτιμούσε βαθύτατα, όπως και όλοι μας. Η ευπιστία του όμως, ο παράξενος τρόπος με τον όποιον μιλούσε ακόμα τα ελληνικά, τα συχνά και αθώα ξαφνίσματά του για μερικά νεοελληνικά πράγματα, που δεν έκαναν εν­τύπωση σ’ εμάς τους ντόπιους, είχαν ξυπνήσει στην ψυχή του Χατζόπουλου τον πειρασμό της φάρσας. Και είχε αρ­χίσει να του σκαρώνει αθώα πειράγματα, όχι βέβαια, με σκοπό να γελοιοποιήσει έναν άνθρωπο τόσο σοβαρό σαν τον Ντίτριχ και τόσον αγαπητό συνεργάτη του, αλλά έτσι, απλώς, για μια αθώα περιστατικήν ευθυμία, που διεσκέδαζε πρώτα από όλους τον ίδιο τον Ντίτριχ, όταν μάθαινε την αλήθεια. Οι ψεύτικες πληροφορίες για τη σημασία πολλών νεοελληνικών λέξεων και ιδιωτισμών, που δεν τους γνώριζε ο Καρολάκης — έτσι τον έλεγε χαϊδευτικά — που εγίνοντο αφορμή αστείων παρεξηγήσεων, και κάποτε μάλιστα μπροστά σε κυρίες, ήτανε η πιο συνηθισμένη και η πιο στοι­χειώδης, να πούμε έτσι, μορφή της Χατζοπουλικής φάρσας, σχετικά με το Γερμανό μας φίλο.

Την εποχή εκείνη τον είχε δάσκαλο και στα Γερμανικά, αποφασισμένος, από τότε, να ταξιδέψει στη Γερμανία. Τα μαθήματα εγένοντο στο ιστορικό γραφείο της «Τέχνης» εκεί κοντά στην οδόν Μητροπόλεως. Αλλά μάθημα ήτανε αυτό ή πανηγύρι; Ο Χατζόπουλος αντί να κοιτάζει αυτός να μάθει μια ώρα αρχύτερα τα Γερμανικά, προσπαθούσε να κάμει το δάσκαλο του να χάσει, κι αυτός τη μητρική του γλώσσα.

 — Πώς θα το πούμε αυτό Γερμανικά; τον ρωτούσε, κάθε λίγο, κόβοντας τη σειρά του μαθήματος.

Και του παρουσίαζε αμέσως μια λεκτική αρλούμπα, ένα κωμικό σύνθετο από λεκτικά παιγνίδια ή της ιδίας του κατασκευής και απαιτούσε από τον Ντίτριχ να του το μεταφράσει Γερμανικά.

 — Πώς λέγεται γερμανικά, Καρολάκη, η σκουληκομερμηγκότρυπα;

 — Α! έκανε, ανοίγοντας το στόμα του ο αγαθός Γερ­μανός. Τέτοια λέξη δεν έχουμε στα Γερμανικά.

Ο Χατζόπουλος του εξηγούσε τότε τα διάφορα συνθε­τικά της λεκτικής αρλούμπας και ο Ντίτριχ του μετέφραζε κάθε λέξη ξεχωριστά.

 — Μονολεκτικά! επέμενε ο καλός μαθητής.

Και ο ανύποπτος δάσκαλός του, με την ευκολία, που έχει και η γερμανική γλώσσα στα σύνθετα, μετέφερε την ελληνικήν αρλούμπα στην γλώσσα του Γκαίτε και του ανταπέδιδε, μια γερμανική «σκουληκομερμηγκότρυπα». Έπειτα αρχίζουν να μεταφράζουν, με τον ίδιο τρόπο από τα γερ­μανικά στα ελληνικά. Και με τη βοήθεια του Χατζόπουλου είχε μεταφράσει ο φτωχός ο Ντίτριχ τη μεμβράνη σε «πετσοχάρτι», που έμεινε ιστορικό, με τη βεβαιότητα, ότι ιδανικότερη μετάφραση απ’ αυτήν δεν μπορούσε να υπάρξει.

Η ιστορικότερη όμως φάρσα της εποχής εκείνης, στην οποίαν ο Ντίτριχ έπαιξε τον ακούσιο ρόλο του, τρέχοντας να σώσει τα χειρόγραφά του από τη φωτιά, ήτανε η φαντα­στική πυρκαγιά του γραφείου της «Τέχνης», που κάναμε να μας αναγγελθεί ένα βράδυ στο σαλόνι του Παλαμά — στην φάρσα αυτή είχα συνεργασθεί με τον αλησμόνητο φίλο μου — και που δημιούργησε πραγματικό πανδαιμόνιο, μεταξύ των καλεσμένων εκείνης της βραδιάς. Αλλά τη φάρσα αυτή έ­τυχε να τη διηγηθώ με όλες της τις λεπτομέρειες, αλλού, ώστε περιττεύει να επαναλάβω εδώ τα ίδια πράγματα.

Αλλά το δαιμόνιο της φάρσας του Χατζόπουλου έλαβε την τελειωτική του εξέλιξη στη Γερμανία. Και εκεί θα την παρακολουθήσουμε κυρίως. Ένα γράμμα του, που αντι­γράφω αμέσως παρακάτω, σαν ένα είδος εισαγωγής, δείχνει, γενικότερα, τη ψυχολογία του Χατζόπουλου στα ξένα μέρη και παρουσιάζει, με κάποια λεκτικά ελληνογερμανικά παι­γνίδια, τους πρώτους του πειρασμούς φαρσικούς πειρασμούς του ξενιτεμένου ποιητή.

Leipzig 21]Χ]00. Nürnbergerstrasse 10]III.

Αγαπητέ Πέτρο,

...Λοιπόν μια μέρα μας προσκάλεσε εμένα και τον Κάρλο ο Heisenberg (τον θυμάσαι;) να πάρουμε το τσάι σπίτι του. Ήταν κι ένας άλλος Ρωμιός εκεί μαθητής του Κρουμπάχερ και μόνον ο Νεγγριόλης έλειπε με τον επανωφόριον. Η Κυρία Heisenberg, εκεί που μο’ ’δινε δεύτερο τρίτο τσάι, εδικαιολογήθηκα πως έχω αϋπνίες και δεν παραπίνω. Κι ήρθε ο λόγος για τις αϋπνίες. Κι η κυρία μου έλεγε διάφορα μέσα κατά της αϋπνίας, που δεν τα πολυκαταλάβαινα. Δεν ξέρω πώς ήρθε και της αφεντιάς μου να τους πω πως το απλούστερο μέσο που βρήκα τις δυο τελευ­ταίες βραδιές ήταν να πάρω ένα ρολόι του τοίχου στην κάμαρά μου. Κι αντί να πω Uhr που λέγεται το ρολόγι, είπα Hure... Κι έμειναν όλοι μάρμαρο! μ’ εκοίταζαν με απορία στα μάτια και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη σύγχυση των λέξεων πο’ ’καμα. Πώς δε με πέταξαν όξω! Ευτυχώς, ο ρωμιός που μόνος το κατάλαβε, χωρίς να ’χω την ιδέα πως είναι ο εξυπνότερος από τους άλλους, το εξήγησε ιδιαίτερα του Heisenberg κι έληξεν ειρηνικά το επεισόδιο. Αλλ’ επέπρωτο να πάθω και δεύτερο, ώστε να γεννήσω την υποψία πως μπορούσα ναν το κάνω και για λογοπαίγνιο. Ήθελα να πω ελπίζω και... τότε, εννοείς, έβαλαν όλοι τα γέλια και φαντάζεσαι το μαρτύριό μου να μη νοιώθω τι έγινε. Και δε μου έφθανε και αυτό αλλά είχα και τον Hei­senberg που έλεγε στην κυρία του να μου μιλήσει γαλλικά.

Ευτυχώς ήρθε η μητέρα της κυρίας στο μεταξύ και μ’ εγλύτωσε από τρίτο ρεζιλίκι. Κι' από τότε που λες, αδερφάκι μου, κλείσιμο το στοματάκι μου κι όρκος να μην ξα­ναμιλήσω γλώσσα πριν την μάθω. Και με τον τρόπο αυτό, καταλαβαίνεις πως προόδεψα! Με Ρωμιούς παρέα και γλέντι πάντα. Εδώ υπάρχει και ρωμαίικο ξενοδοχείο, όπου όμως δε συχνάζω γιατί μάθε πως έγινα χορτοφάγος από ανάγκη. Σήμερα μόνο έφαγα μια χήνα που μ’ είχε ο Schmidt (βλ. γερμ. γράμ. περιοδ. «Τέχνη») σπίτι του τραπέζι. Λυτό θα πει να ’σουν έκδοτης της «Τέχνης»! Μιλή­σαμε και για το Νιρβάνο και πήγαμε 2 1|2 ώρες με τα πόδια και με τη βροχή μες στα δάση. Αχ! ένα παλιό πα­λάτι, καβαλιέρη παλάτι μεσαιωνικά όπως μου το ’πε ο Schmidt με μια μικρούλα λίμνη μπροστά, που λούζονται οι κύκνοι, χωμένο στις δρυς τις πελώριες και στην χινοπωριάτικη καταχνιά. Σ’ ένα παλιό σαρακωμένο γιοφύρι στο πο­ταμάκι που χύνεται στη λίμνη απαντηθήκαμε με δυο γυναί­κες που σιργιανούσαν δίχως ομπρέλα στη βροχή! όχι πια νέες, όμως μαραμένες ομορφιές. Από το μικρό τους πόδι έδειχναν πως ήταν αρχόντισσες, οι ερημήτριες ίσως του πα­λατιού.

Αλλά γύρισα με φριχτό πονοκέφαλο. Είναι η τρίτη φορά που υποφέρω. Έχει υγρασία πολλή εδώ στη Λειψία όπου αποφάσισα κι έμεινα δίχως να το καταλάβω. Τραβούσα για τη Δρέσδη. Αλλά τα κοντσέρτα του Gewandhaus μ’ εκράτησαν. Είναι τα περιφημότερα της Γερμανίας. Όξω απ’ αυτά ένα πλήθος άλλα. Κάθε μέρα. Πνίγηκα, θαλάσσωσα, τα ’χασα στη μουσική. Αν μπορούσα να ’μενα ένα χρόνο στη Γερμανία ακόμα, θ’ άρχιζα πιάνο. Τελείωσε, για να νιώσεις από καθαρή μουσική πρέπει να ’σαι μουσικός. Με το Βάγνερ είναι άλλο πράμα, όπως το λέει καλά κι ο, Λιχτεμπερζέ για την πάλη των μουσικών και των intellectuels στην αν­τίληψη του Βάγνερ. Χαρά στον Καμπύση πο’ ’χει και στα δυο στρατόπεδα από ένα πόδι του!

Αλλά τι τα θέλεις. Η Γερμανία είναι μεγάλη!… Αλλά κάθε νέο που βλέπω εδώ είναι κι ένα κέντημα προς την Ιταλία. Η Ιταλία είναι το κέντρο της νεότερης τέχνης. Η ανα­γέννηση! Θαρρώ να μη φθάνουν ούτε η Pieta του Boticelli, ούτε ο Κάρολος Ε' του Τίτσιαν που είδα στο Μόναχο, ούτε τα έκτυπα του Μωυσή και του Δαυίδ εδώ στη Λειψία του Μιχαήλ Αγγέλου. Η Φλωρεντία, οι προραφαηλίτες κι ο Λεονάοδος, κι η Βενετία με τον Τίτσιαν! Τι πειρασμοί! Δε σου λέω Ρώμη, δε σου λέω Νάπολη. Είναι σκέψεις που μόνο όποιος έχει τον παρά του Πορφύρα μπορεί ναν τις κάνει.

Τι άλλο να σου γράψω; Αρκετά σου φλυάρησα, όμως σ’ επεθύμησα, και καμιά φάρσα! Θλιβερή η ζωή μου και συλλογιόμαι πάντα και το Μόναχο. Το νοσταλγώ. Και ορισμένως δεν θα το ξαναϊδώ. Μια πικρότατη σκέψη.

Εδώ μας έπιασε ο χειμώνας. Κρύο οπωσδήποτε. Αυτού θα ζητάς εσύ αναψυχή ακόμα στο Φάληρο. Όμως εγώ τι ευχαρίστηση δοκιμάζω γράφοντάς σου! Η σόμπα μου σβησμένη πια, αλλά μια ανετότατη θερμοκρασία στην κάμαρή μου. 25 μάρκα πληρώνω νοίκι δηλαδή 45 δραχμές. Το 3ο πάτω­μα, κάτω απ’ τα στεγοδωμάτια (Dachstuben, ίδε και αγελόζωον Herdentier, παρά Καμπ.) δίχως νυχτοτραπέζι (Nachttisch)…

Όμως κατά τα άλλα καλή οπωσδήποτε. Ψιλή, ευρύ­χωρη, με διάφορα «παιγνιδοπράγματα» στις διάφορες γωνιές καθώς γιαπωνέζικες φοινικοβεντάλιες (Japanerische Fächerpalmen) γύρω στο γραφοτραπέζι μου (Schreibtisch). Έχει κι ένα νόστιμο κορίτσι η νοικοκυρά μου και μου γελάει, κά­ποτε που το βλέπω, αλλά χτυπάω το κουδούνι και παρουσιά­ζεται η γριά ή ο γέρος πάντα…

Από χθες βράδυ είμαι ερωτευμένος με μια που είδα σ’ ένα κονσέρτο πο’ ’δωκε όλο από ρώσικα κομμάτια ένας Ρούσσος (Kapellmeister) ορχηστρομάστορας. Μαύρη και μελαχρινή μ’ ανοιχτά μάτια. Παλάβωσα. Την πήρα στο κοντό, αλλά δεν μπόρεσα να της μιλήσω γιατί ήταν άλλες δύο, κι η μάννα της ίσως, μια γριά μαζί. Όμως όλο γύριζε και κοίταζε να ιδεί αν την ακολουθάω. Τράβηξα όμως κρύο στο δρόμο μ’ ένα ψιλό αγεράκι σαν τον βοριά της Αθή­νας, όσο που δεν άντεχα άλλο και γύρισα σπίτι μου με συνάχι. Αν την ξαναβρώ στο δρόμο μονάχη καλός ο Θεός, αλλιώς πάω χαμένος. Θα της γράψω ένα ποίημα και θα το στείλω του Βώκου…

Όλων των φίλων χαιρετίσματα.

Σε φιλώ.

Κώστας

Είδαμε στο γράμμα του Κ. Χατζόπουλου από τη Λει­ψία, πως διαμορφώνεται η ψυχική του κατάσταση μακριά από την Ελλάδα. Θαυμάζει τη Γερμανία, νοσταλγεί την Αθήνα, διασκεδάζει με τις παρεξηγήσεις, που προκαλούν τα γερμανικά του — θεληματικά λάθη ίσως — και τον γαργα­λίζει η ιδέα να εξακολουθήσει από μακριά τις αθηναϊκές του φάρσες. «Όμως σ’ επεθύμησα· και καμιά φάρσα…» λέει σ’ ένα σημείο της επιστολής του. Με ενώνει έτσι στην επιθυμία του με καινούργιες φάρσες. Μου δείχνει, πως θα ήμουν ο συνεργάτης, που θα του χρειαζότανε. Δεν ξέρω που οφείλω την προτίμησή του αυτή, γιατί, τον ίδιο καιρό, ο Χατζόπουλος αλληλογραφούσε και με άλλους φίλους εδώ στην Αθήνα, και ιδιαίτερα με το Λάμπρο Πορφύρα. Ίσως να μου είχε ανακαλύψει κάποιο συγγενικό τάλαντο στο είδος αυτό, που κι εγώ δεν το γνώριζα. Και με άλλο του γράμμα, μου αποκαλύπτει το σχέδιο, που είχε συλλάβει για τη νέα του εύθυμη δημιουργία.

Θα παρουσιαζότανε, έξαφνα, ως τρελός στους Αθη­ναίους φίλους του, αφήνοντάς τους να μαντέψουν την τρέλα του από διάφορα γράμματα, που θα άρχιζε να στέλνει συ­στηματικά, πότε προς τον ένα, πότε προς τον άλλον. Μου ζήτησε, λοιπόν, τη γνώμη μου και τη συνδρομή μου. Συμφώνησα, χωρίς να μαντεύω την έκταση, που θα έπαιρνε η νέα του φάρσα, περισσότερο από μια περιέργεια να ιδώ πώς θα παίξει το περίεργο ρόλο του, παρά από πρόθεση να πει­ράξουμε μαζί καλούς και αγαπητούς φίλους και συναδέλ­φους. Αλλά και η δική του πρόθεση δεν ήτανε λιγότερο αθώα.

Θυσίαζε την υπόληψή του — γιατί, επιτέλους, δεν ήτανε και δύσκολο, με τα ψέματα να του κολλούσε η ρετσινιά, πως στάθηκε στ’ αληθινά τρελός, πράγμα, που μπορούσαν να το εκμεταλλευθούν, αργότερα, οι καλοθελητές του — μόνο και μόνο για να γελάσει με τις αναποδιές του κόσμου. Όσο για τη συνδρομή μου — τη συνδρομή του γιατρού — του την υποσχέθηκα κι αυτήν. Επρόκειτο να του δώσω την κλινική εικόνα ενός παραληρήματος, ώστε να την εφαρμόσει πιστά, με τρόπο που να μπορέσουν να γελασθούν και οι ψυχίατροι ακόμη, στους οποίους ήτανε ενδεχόμενο να δείξουν τα γράμ­ματά του, ανησυχώντας, οι φίλοι του. Συμφωνήσαμε, λοι­πόν, να… πάθει από το τρομερό και αγιάτρευτο νόσημα, που οι νευρολόγοι το ονομάζουν «προϊούσαν παράλυσιν».Το παραλήρημά του, λοιπόν, θα ήτανε παραλήρημα μεγα­λείου, με επεισοδιακές ιδέες καταδιώξεως, που θα μας ή­σαν απαραίτητες για τη φάρσα του. Και αφού ορκισθήκαμε απόλυτη εχεμύθεια, ο ένας στον άλλον, το σχέδιο μπήκε μπροστά.

 

 

II. Η ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ

 

Λοιπόν, ομολογώ, ότι μόλις είδα το πρώτο γράμμα της τρέλας του, που διαβάστηκε με εξαιρετική και δικαιολογημένη συγκίνηση, ένα βράδυ, στο σπίτι του Παλαμά, έμεινα εκστατικός. Δε φανταζόμουνα ποτέ τέτοια επιτυχία. Ήτανε ένα αριστούργημα προσποιήσεως (simulatio), που μόνο ένας αληθινός τρελός, προικισμένος με πλούσια ποιη­τικά δώρα, θα μπορούσε να το συνθέσει. Δεν είμαι βέβαιος αν ήτανε σταλμένο στον ίδιο τον Παλαμά ή σε άλλον της ποιητικής συντροφιάς, αλλά θα ’ναι κρίμα αν χάθηκε τέτοιο αριστούργημα. Με το γράμμα αυτό, που ένωνεν αριστοτεχ­νικά την ασυναρτησία του παραληρήματος με την λογική του — γιατί το παραλήρημα έχει κάποια λογική, που δεν την πετυχαίνουν οι προσποιούμενοι — ο Χατζόπουλος εμπιστευό­τανε στο φίλο του τα μεγάλα δημιουργικά του σχέδια. Ε­πρόκειτο να αναστατώσει την τέχνη του λόγου, οδηγώντας την προς νέους ορίζοντες. Θα ένωνε το πεζό λόγο με την μουσική σ’ ένα πρωτοφανέρωτο γάμο των δύο τεχνών. Και αφού παρουσίαζε την θεωρία του, ακατάληπτη, αλλά μεγα­λόπρεπη στην ασυναρτησία της, έφερνε και τα σχετικά παραδείγματα από το νέο του τιτανικό έργο. Το γράμμα του ήτανε γεμάτο από μουσικές νότες, αλάθευτες — κάποιος μου­σικός, βέβαια, θα τον είχε βοηθήσει — ανακατωμένες με πε­ζογραφικές αρλούμπες.

 — Πάει ο καημένος ο Κώστας! είπαμε όλοι. Τρελάθηκε.

Οι περισσότεροι μάλιστα, βρίσκανε ότι το πράγμα δεν ήτανε και εντελώς ανέλπιστο, ότι άνθρωπος νευρικός σαν κι αυτόν ήτανε φυσικό, ύστερ’ από μια υπερκόπωση διανο­ητική να τελειώσει εκεί. Κάποιος, μάλιστα, προθυμοποιή­θηκε να βεβαιώσει, ότι του είχε ανακαλύψει, αποδώ, κάποια συμπτώματα τρέλας. Ένας γιατρός, που είχε ακούσει το γράμμα, έδωκε και τη διάγνωση:

 — Παραλήρημα μεγαλείου. Φαίνεται δυστυχώς, ότι βρι­σκόμαστε μπροστά σε μια προϊούσα παράλυση, αποτέλεσμα ειδικής αρρώστιας.

Ο γιατρός είχε επικυρώσει, απλούστατα, την προκαταβο­λική μου διάγνωση,

Στο σημείο αυτό όμως παρουσιάστηκε κάτι τι, που δεν το είχαμε προβλέψει. Ύστερ’ από το γράμμα αυτό και μερικά άλλα, που ήρθαν σε άλλους, επιβεβαιωτικά της τρέλας του «δυστυχισμένου» φίλου μας, όλοι άρχισαν να με ρωτούν, γνωρίζοντας τους δεσμούς μου με τον ποιητή, αν είχα κι εγώ κανένα τέτοιο γράμμα. Είχα βέβαια γράμματα, αλλά πολύ γνωστικά και, προπάντων, πολύ ενοχοποιητικά. Τι να κάνω, λοιπόν; Προσποιήθηκα, ότι δεν είχα, προσπαθώντας να τους πείσω, ότι στην τρέλα του με είχε ξεχάσει ή με είχε περιφρονήσει. Αμέσως όμως έγραψα στο Χατζόπουλο, ότι είναι ανάγκη να λάβω κι εγώ, το γρηγορότερο, ένα τρελό γράμμα. Και έλαβα το ακόλουθο, όπου ο φανατικός δημο­τικιστής, που ήτανε ο επαναστάτης της «Τέχνης», φαίνεται ν’ αγκαλιάζει με έρωτα την υπερκαθαρεύουσα.

Berlin, Schöneberg Muhlenstr 18 IV

Και εδροσίσθημεν, ω αγαστέ, και ενωτίσθημεν τον αδύν κελαρυσμόν της «Λαλεούσης» και ευλογήααμεν το λουτρόν το καθαρτήριον εκ του ρύπου των ψυγμάτων του χαλκείου και ευχαριστούμεν. Αλλ’ οίμοι εις ώτα μη ακουόντων συ και ο ελάχιστος βοείτε. Περί Κακάβαν συνωθείται ο χορός των νέων. Ως γοτθικούς ναούς την σκέψιν ανυψώνει και υπόνο­μοι βαθείς (clokques) σαλεύουν τα θεμέλιά της. Η καλοσύνη σου ως θαυμαστή, ουδένα μη πικράνει. Αρκετάς άλλας πικρίας έχει η ζωή. Μόνον εμέ δεν φείδεσαι, τα βέλη της κακίας σου δι’ εμέ μόνον έχεις, ω αρχοντάνθρωπε. Χαιρέτησε μου τον εταίρον Σακαλήν, αυτόν επόθησεν η ψυχή μου. Αλλά και Δίτριχον συνάμα. Ότι βαρεία η ζωή εδώ και θλίψεως επλήσθη η ψυχή μου και το σαρκίον μου βροτοφθόρω νόσω.

Βηξ οχληρός ενέσκηψε εν τοις στέρνοις και εμφωλεύει και ταράσσει μου τους ύπνους και ουδέν πόμα ωφελεί. Διατρίβειν εν ιατρείω ορεινώ συνέστησε τις των εδώ ιητήρων, αλλ’ η εμή ψυχή ενοστάλγησε τας φαεινάς βορείους νύκτας και τας των φίννων λίμνας και δρυμώνας, θέρους δε οιχομένου την του πατρίου ηλίου θαλπωρήν και σε και τον Ελά­χιστον εταίρον, ος δάφνας εθνικού αοιδού εζήλωσε, έφα Εσσλίνιος ανήρ, ο τεύτων ευπατρίδης, ιδών το ύστατον αυτού ασμάτιον και θαυμάσας αυτό διά την σύνθεσιν (κομποζιτσιόναν). Ως κριτικού δε όντος του ανδρός, περί πολλού την γνώμην του ποιούμαι και έργον του μακρόν μεταγλωτίζω κατά το παρόν περί οιστρηλασίας, περί προφητών, δημιουργών κτλ. Αλλ’ επανέρχομαι εις την του τεύτονος ιητήρος γνώμην και την σην ερωτώ σοφίαν: Σημείωμα έδωκε μοι: 0:1. Μάτην εζήτησα το νέον επιστημονικόν διήγημα του διδασκάλου, όπου ήκουσα ότι εξηγούνται όλαι αι παθήσεις (χαρίεις δε αυτού ο τίτλος και λεπτήν αίσθησιν γαλατικήν προδίδων). Και χείρες καίουσι κι ιδρώτες τε φρικία ελαφρά περιθέουσι το σώμα κατά την εσπέραν, αγρίνειον ελώδες μίασμα έοικέ μοι φέρω εν φλεψίν εκ παλαιού του χρόνου. Τι περί τούτων δοκεί σοι τω ασκληπιάδη; Εγώ συρμόν οίομαι την εν ασκληπιείοις θεραπείαν και ως βέλτιστον την εις την πάτριον επάνοδον φθινοπώρου αρχομένου και δη εις Πειραιά. Περί δέλτου ουν διαπυνθάνομαι παρ’ Ελαχίστου (Ελάχιστον ονομάζει τον Πορφύρα) ότι θυμός εστί σοι και εκείνω. Ευοί. Πρό­θυμος ειμί καγώ συμβαλείν το κατά δύναμιν τω θεσπεσίω έργω και συγγραφήν μακράν εν τοις σκαρίοις έχω, ην προ­σεχώς πέμψω προς τέρψιν και προς κρίσιν σοι τε και τω Ελαχίστω, ων γνώμην οίομαι δειν ακούσειν προ της κατα­χωρήσεως αυτής εν δελτίω. Ράθυμον δ’ όντα τον Ελάχιστον ειδώς και ου τυρβάζοντα ραδίως περί τα χυδαία, την σην επικαλούμαι αντίληψιν και μεσιτείαν.

Άσμενος αγγέλλω σοι ότι εφάνησαν εις βίβλον αι του Καρκαβίτσα ιστορίαι και Δίτριχος εστί ο εν Λειψία ο αυτάς μεταγλωττίσας. Επεύχομαι, μετ’ ου πολύ τας σας ιδείν επίσης, άγγειλον δε και συ το γεγονός τω Βλαχογιάννη, ίνα φθόνω εμπλησθή η γενναία αυτού καρδία. Και έγραψα μεν αυτώ poste restante εις Παρισίους αλλ’ ου την είδησιν πιστεύω ότι παρεγένετο εκείσε μετά Μαλακάση. Φάρσαν γαρ η αγ­γελία όζει, ει και Πασαγιάννης ο νεώτερος, όσπερ ενθάδε διατρίβει προερχόμενος εκ Παρισίων, βεβαιοί έτι προσμένει τον Καρδάραν αοιδός Σκίπας, ος Σιγούρου δάφνας ζηλώσας ενέσκηψε αυτόθι.

Ευελπιζόμενος απάντησιν ταχείαν, διατελώ κατασπαζόμενος σε και εταίρους πάντας.

Κατσίβελος ο Σίντης.

Το γράμμα αυτό, με την υπερκαθαρεύουσά του και την κακομεταχείριση πολλών φίλων, που σε άλλα γράμματα άφηνε να υπονοηθεί, ότι του υπονομεύουν τη δόξα του, στά­θηκε αρκετό για να με απαλλάξει από κάθε κακή υποψία.

Και η τρέλα του εξακολουθεί, ανάβει, φουντώνει. Στους φιλολογικούς κύκλους είναι το ζήτημα της ημέρας. «Τα μά­θατε; Ο καημένος ο Χατζόπουλος τρελάθηκε. Τα γράμ­ματά του, εξωφρενικά, ασυνάρτητα, μα σύμφωνα, πάντα με το κεντρικό του παραλήρημα, πέφτουν βροχή στην Αθήνα. Απορεί κανείς, πώς ευρίσκει τον καιρό και την όρεξη να γράφει τόσα γράμματα, που μερικά απ’ αυτά είναι απέραντα, με την πυκνή του ψιλογραφία. Κανένας γνωστός του δε μέ­νει παραπονεμένος. Άνθρωποι που δε θα περίμεναν ποτέ τους να λάβουν γράμμα από το Χατζόπουλο, παρουσιάζον­ται κρατώντας δύο και τρία και ζητώντας να μάθουν, απ’ τους φίλους του, τι συμβαίνει. Στο τέλος κουνούν όλοι, θλι­βερά το κεφάλι τους: «Κρίμα στον άνθρωπο!»

Ο κυριότερος όμως στόχος της εξωφρενικής — και τόσο θαυμαστής — αυτής αλληλογραφίας του είναι μία δυστυχισμέ­νη δεσποινίς, που συχνάζει στα φιλολογικά βράδια του Πα­λαμά. Είναι μία σοβαρή νέα, που καταγίνεται στη φιλανθρωπία και γράφει πότε πότε σχετικά άρθρα στην «Εφημε­ρίδα των Κυριών». Έξαφνα ένα βράδυ μας παρουσιάζεται χλωμή και ταραγμένη. Έχει λάβει, μία επιστολή του Χα­τζοπούλου, από οκτώ πυκνογραμμένες σελίδες. Μία φλογερή ερωτική επιστολή. Ο ποιητής της ξεμολογιέται τον έρω­τά του και αναλύεται σε λυρικούς θαυμασμούς, χωρίς τέλος. Είναι η Βεατρίκη του, η Λάουρά του, η Ελβίρα του, Η σχετική ασυρνατησία δε λείπει, εννοείται, αλλά το ύφος είναι φλογερό, λαμπρό, ηχηρό. Η δυστυχισμένη κόρη τα χά­νει. Ο Χατζόπουλος δεν την είχε προσέξει ποτέ ιδιαιτέρως, όσο ήταν εδώ. Δεν της είχε δείξει το παραμικρότερο σημά­δι αγάπης. Την αγαπούσε, λοιπόν, και το ’κρυβε ή μήπως, φεύγοντας μακριά της, του αποκαλύφθηκε η αγάπη της. Κάθε συγκίνηση είναι δικαιολογημένη στα στήθη της δυσ­τυχισμένης γυναίκας. Μόλις συγκρατεί την ταραχή της. Ίσως να εξηγεί το μυστήριο με το στίχο του Γάλλου ποιη­τή:

En te perdant je sens que je t’aimais

Οι άλλοι προσπαθούν με το γράμμα αυτό, που διαβάζε­ται και ξαναδιαβάζεται, εκείνο το βράδυ, να εξηγήσουν την τρέλα του Χατζόπουλου.

 — Θύμα της αγάπης και του χωρισμού, ο δυστυχισμένος!… μουρμουρίζει ο μακαρίτης ο Πέτρος Ζητουνιάτης, και μας διαβάζει κάποιο σχετικό του ποίημα από τη «Στάμνα των Δακρύων».

 — Περίεργο! Και να μη καταλάβουμε τίποτε… λένε άλλοι.

 — Εγώ κάτι είχα διακρίνει στον τρόπο, που την κοίταζε και της μιλούσε…παρατηρεί μία κυρία της συντροφιάς.

 — Τέλος πάντων το πράγμα είναι φως φανερό… συμπεραί­νω εγώ. Δεν μπορεί κανείς να γράψει εύκολα τέτοια γράμματα, χωρίς ένα αληθινό πάθος.

Και, πράγματι, το γράμμα αυτό ήτανε από τα ωραιότερα ερωτικά γράμματα, που γνωρίζει η σχετική φιλολογία. Αλλά το πράγμα δε σταματάει εδώ. Η φανταστική ερωμένη του ποιητού, με κάθε ταχυδρομείο, εξακολουθεί να λαβαίνει νέες ερωτικές πανταχούσες.

 — Εσένα δε σου έγραψε τώρα τελευταία; με ρωτούν.

Ευτυχώς βρίσκω στην τσέπη μου ένα δελτάριό του και το παρουσιάζω.

 — Καθώς θα ιδείτε, τους λέω, στο δικό μου γράμμα φανερώνονται μάλλον οι ιδέες της καταδιώξεως, που τον βα­σανίζουν, κατά διαλείμματα. Φαντάζεται, ότι τον υπονο­μεύω.

Το πυκνογραμμένο, όπως όλα του τα γράμματα, ταχυδρο­μικό δελτάριο διαβάζεται με συγκίνηση:

Drensden, Pension Rudeloff Schnorrstr. Ta

Αξιόλογε κύριε,

Έχω την αγαθότητα να πιστεύω, ότι με αναγνωρίζετε. Έκτος εάν έχετε ανεβεί τόσο ψηλά, ώστε να μην μπορείτε να διακρίνετε πλέον εκ του μακρόθεν. Όμως συμπαθήστε με να σας παρατηρήσω, ότι η συμπεριφορά σας είναι α­νεξήγητος. Σας εζήτησα με προγενέστερόν μου εξηγήσεις, επιτέλους, διότι με κρατείτε εις μεγάλην ανησυχίαν. Ήθελα μία και καλή να μάθω τι έχετε μαζί μου. Μου απεκαλύφθησαν όλα τώρα. Σεις είστε που με διαβάλατε στον κ. Φιλέαν par Savignies, στον διευθυντήν των Προπυλαίων σεις επίσης, στον φίλον μου Βώκον εσείς, στον ποιητήν των Συντριμμάτων εσείς (δεν εννοώ των Συντρομών, αυτός είναι μεγάλος σαν κι εσάς), στον αγαπητόν μου μικρόν εσείς και βλέπω μ’ ευχαρίστησίν μου πως ο Παλαμάς μόνον κλονίζεται εισέτι. Μαθαίνω πως περιφέρετε εις συναθροίσεις σαλο­νιών και τριόδων και καφενείων κάποια γράμματά μου και θέλετε να κινήσετε τον γέλωτα εις βάρος μου. Ανεμίξατε και τον φίλον μου κ. Γούδαν, δεν μπορώ να φανταστώ πώς και γιατί. Περιβάλλομαι παντού από μυστήρια. Έμαθα α­κόμη πως διαδώσατε, ότι η pension εδώ όπου μένω είναι φρενοκομείον και με βάζετε εις ανησυχίαν πώς να συμπε­ριφέρομαι στους διαφόρους παντοεθνείς εδώ συγκατοίκους μου. Αν ήξερα πράγματι πως μπορούσε να σας αποτελέσει την αγαλίασιν μερικών στιγμών σας θα την μετέβαλα όσο ε­ξαρτάται από το χέρι μου. Αλλά προς Θεού δώσατέ μου επιτέλους μίαν εξήγησιν, αν δεν φοβείσθε τραγικάς συνε­πείας. Ναι σας βεβαιώνω, πως αι συνέπειαι θα είναι τραγι­καί διά σας. Και μη γελάτε αφήνοντες τη λιακάδα του Αττικού ουρανού να τρίβει την ράχη σας εις βάρος ενός που μέσα στην λευκήν συμφωνίαν των χιονιών, που εκτείνον­ται μπροστά του, πάντα τη λιακάδα σας, ευτυχείς θνητοί νοσταλγεί. Επιτέλους εξηγηθείτε και εμπροθέσμως πάντοτε. Έρρωσθε.

Δρ. Κ. Χατζόπουλος

 

Στον ίδιο καιρό τα γράμματα του προς άλλους φίλους έρ­χονται καταποδιαστά. Άλλα σε δημοτική, άλλα σε υπερκα­θαρεύουσα, όλα εξωφρενικά και θαυμάσια. Δε λείπουν, εν­νοείται, και τα ακατάλληλα, που είναι περίεργο πώς πέρα­σαν από το ταχυδρομείο, χωρίς να κρατηθούν. Ο Ξενό­πουλος, λόγου χάριν, λαμβάνει ανοικτά δελτάρια τρομερού περιεχομένου, σχετικά με τη «Διάπλασιν των Παίδων». Ο Πορφύρας επίσης. Στους άλλους γράφει ό,τι του κατέβη, αφήνοντας πάντα να εννοηθεί ότι του υπονομεύουν τη δό­ξα του. Ο Βλαχογιάννης, ο Μαλακάσης, άλλοι παλιοί συ­νεργάτες της «Τέχνης» δέχονται αδιάκοπα τον κατακλυσμό της παραφροσύνης του.

Η τρέλα του Χατζόπουλου είναι πια βεβαιωμένο, θλιβε­ρό γεγονός της ημέρας. Και το πράγμα τελειώνει με το να γίνουν διαβήματα στο υπουργείο των Εξωτερικών και να ζητηθούν επίσημες πληροφορίες από την Πρεσβεία του Βερολίνου για την κατάστασή του. Οι πληροφορίες έρχονται καθησυχαστικές, αλλά κανένας δε θέλει να πιστέψει, ότι ο άνθρωπος, που έγραφε τα γράμματα αυτά δεν πέρασε μία περίοδο παροδικής τρέλας.

Ύστερ’ από λίγον καιρό, λαβαίνω ένα γράμμα του, που με παρακαλεί να προετοιμάσω το έδαφος για την επιστροφή του, εξηγώντας, πως όλα αυτά ήσαν μία αθώα φάρσα. Δε θέλει, ξαναγυρίζοντας, να παρουσιασθεί ως τρελός ή πρώην τρελός. Αρχίζω, λοιπόν, να φανερώνω το μυστικό. Άλ­λοι γελούν άλλοι τον βρίζουν, άλλοι δε θέλουν να πιστέ­ψουν. Ο Παλαμάς φαίνεται σοβαρά δυσαρεστημένος. Παίρ­νει το πράγμα, ως ανευλάβεια. Και είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον όποιον τον δέχτηκε στο σπίτι του μόλις ξαναγύρισε.

 — Πάμε μαζί να με δικαιολογήσεις στο δάσκαλο… με είχε παρακαλέσει ο αλησμόνητος φίλος, Μόνος μου δεν έχω το θάρρος να παρουσιαστώ, ύστερ’ απ’ αυτά που έγιναν.

Πήγαμε, ένα βράδυ, νωρίτερα από τους άλλους. Ο Πα­λαμάς βρισκότανε στο γραφείο του, εξαφανισμένος, όπως πάντα, μέσα σε σωρούς βιβλίων. Προχώρησα πρώτος.

 — Σου παρουσιάζω — του είπα — τον Κώστα Χατζόπουλο, γνωστικό.

Ο Παλαμάς, που τόσο αγαπούσε τον μουσικότατο ποι­ητή και, που, όταν είχε διαδοθεί, πως είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, είχε δεηθεί στο Θεό των Ειδυλλίων να τον αναπαύσει «φιλώντας τον στο στόμα», ύψωσε τα μάτια του από τα βιβλία του και του άπλωσε ψυχρά το χέρι:

 — Εγώ — του είπε αυστηρά — θα εξακολουθώ να σε θεωρώ, τρελό.

Έτσι τελείωσε η μεγαλόπρεπη φάρσα της τρέλας του Χατζοπούλου.

 

 

III. ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ

 

Το ανήσυχο πνεύμα του Κ. Χατζόπουλου δεν έπαυσε, ούτε στιγμή, σ’ όλο το διάστημα της διαμονής του στη Γερ­μανία, να σχεδιάζει φάρσες, τη μια ύστερ’ από την άλλη. Μερικά αποσπάσματα από γράμματα του, που θα δώσω παρακάτω, δείχνουν την ακατανίκητη αυτή τάση του. Κα όπως θα ιδεί ο αναγνώστης, ο αδιόρθωτος φαρσέρ, που πρόσωπα, πράγματα, και ιδέες του κεντούν, διαρκώς την πα­ράξενη αυτή χορδή της ψυχής του και του ερεθίζουν την ειρωνική διάθεση του πνεύματος του, δεν φείδεται ούτε του εαυτού του. Στο γράμμα, που ακολουθεί, λόγου χάρη, αφού ρίχνει την ιδέα μιας φάρσας, πως έπαθε από φθίση, για να τρομοκρατήσει τον φιλάσθενο τότε Πορφύρα, ανα­φέρει ύστερα φανταστικούς τίτλους έργων του, στα όποια τάχα καταγίνεται, για να λάβει αφορμή να ειρωνευθεί με­ρικούς νέους «ποετάστρους» της εποχής με το θαυμάσιο τρόπο, που βλέπει ο αναγνώστης στη συνέχεια της επιστο­λής του. Και είναι, πράγματι οι γραμμές αυτές μια ασύγ­κριτη αποθέωση της «αρλούμπας». Ιδού το χαριτωμένο κεί­μενο.

«Berlin-Schöneberg, Muhlenstr. 18 IV

Και ημείς, ω βέλτιστε, εκ των ψυχίων της τραπέζης άλ­λων τρώγωμεν, παρ’ άλλων ακούομεν περί ωραίων μεταφρά­σεων Πλατώνων και Φαιδώνων και ουκ οίδαμεν αυτάς, καίτοι οίδαμεν τον ποιητήν των. Πέτρος το όνομα αυτός και Πέτρος την φύσιν. Διά του εν Λειψία σοφού κ. Δίτριχ ελάβομεν επίσης γνώσιν γραφής τίνος εμφανισθείσης εν τω εγκρίτω περιοδικώ του κ. Κλέωνος Μιχαηλίδη, είδομεν ημάς αυτούς κατειρωνευομένους εν τη γραφή, ταύτη εφ’ ω και ευχαριστούμεν.

Περί φάρσας όμως ότι προσεβλήθημεν από φθίσιν τι φρονείτε; Ο μικρός μας φίλος λαμβάνων αίφνης επιστολάς μας και σπεύδων να τας καύσει. Υποβάλλομεν την πρότασιν και αναμένομεν οδηγίας.

«Θεών δύσιν», «Ντούλα Μπρούφας» και «Χαλαστής πλά­στης» είναι οι τίτλοι των έργων μας, τα όποια θα λάβει προσεχώς ο αυτόθι μικρός μας φίλος με την θερμήν παράκλησιν να τα αναγνώσει. Η ιδία παράκλησις απευθύνεται και εις υμάς, ελλόγιμε φίλε. Μυθιστορία είναι το εν, δράματα τα άλλα δύο. Μετ' ευφροσύνης εμάθαμεν ότι και υμείς ετελειώσατε, πρότινος, εν τοιούτο και το ανεγνώσατε εις του κ. Πολιτάκη, παρουσία των εγκρίτων συναδέλφων μας Πολέμη και Στρατήγη. Εμάθομεν επίσης, ότι επεσκέφθητε επικεφα­λής των μαθητών σας τον Χάουπτμαν εν Φαλήρω, αλλ’ ότι σας διέφυγε εντελώς, ότι μετ’ αυτού ευρίσκεται αυτόθι και ο Λούδβικ φον Όφμαν. Λαμβάνομεν την τόλμην να σας τον συστήσομεν. Είναι ο αγαπητότερος ημίν εκ των γερμα­νών ζωγράφων. Ουδείς απέδωκε ως αυτός, με τόσον κάλλος και ψυχήν το ειδύλλιον του ονείρου. Μαλλιαρός ο ανήρ και μουσικήν ποιεί, μόνον ουχί ως εγώ και ο γύφτος.

Πολύ σας παρακαλούμεν να μας ειπείτε την γνώμην σας αν σας φαίνεται καλύτερος ο τίτλος «Οι ίσκιοι του χυνόπωρου» ή «Οι χυνόπωροι των ίσκιων»; Είναι ο τίτλος μιας λυρικής συλλογής, ην προτίθεμαι να εκδώσω. Ετοιμάζω επίσης μίαν επικολυρικοδραματικήν ραψωδίαν, έκαστον ά­σμα της οποίας θα στολίζουν εξ έως οκτώ μότα. Αν λοι­πόν, κατά τας αναγνώσεις σας, ευρίσκετε κατάλληλα τοιαύτα, θα με υποχρεώσητε να μου στείλετε.

Μεγάλη ανάγκη δεν είναι να έχουν σχέσιν με το θέμα της ραψωδίας. Επίσης ονόματα λαών, εθνών, φυλών, τόπων χωρών, ανδρών, γυναικών, ζώων, πτηνών, φυτών, επαγγελ­μάτων, συνέργων, συγγραμμάτων, ανεκδότων παπύρων, περ­γαμηνών, φορεμάτων πολύ μ’ ενδιαφέρουν. Απαραίτητα επίσης μου είναι ονόματα θεών, διαβόλων, θρησκευμάτων, μαχών, όπλων. Τα αφηρημένα επίσης ως αλήθεια, δικαιο­σύνη, αρετή, σοφία, λόγοι, αιτία, ιδέα, ρυθμός, ομορφιά, σκέψεις, χρέος. Μη λησμονήσετε επίσης όρη, δρυμούς, ω­κεανούς, θάλασσας, λίμνας, ποταμούς και το τοιαύτα. Πάν­τοτε βεβαίως έχετε υπ’ όψιν, ότι πρόκειται περί ποιητικού έργου ώστε το εύηχον των ονομάτων έχει σημασίαν. Κακα­βιά λ.χ. Λακεδαιμονιά, Λουρίκι, Μαγναύρες, Βιθυνιώτικα, Γλαρέτζες, Γαντζάσι, Κατσίβελος, Νετότσοι, Σίντηδες, Ρόμοι, Ζαπαράδες. Προς Θεού μη λησμονείτε τα ονόματα των φιλοσόφων, διότι δεν πρόκειται περί λυρικής σκέψεως μόνον αλλά περί φιλοσοφικής τοιαύτης. Ως προς την τελευταίαν ο φίλος μας Julius Konstantin von Hosslin ανέλαβε να μας βοηθήσει. Ειδοποιήσατε με επίσης αν ο Αρχοντάθρωπος που θα να ’βγει είναι ο Υπεράνθρωπος ο ίδιος, που μας εκήρυξε προ τίνων ετών ένας άλλος αγαπητός μας φίλος. Αλλοίμονο μας, φίλε μου, που θα τον βάλομε να καταλύσει! Ετοιμάστε γρήγορα το καλύβι, που έχει κλείσει ο ποιητής τα μεγάλα εθνικά ιδανικά τα ξεπεσμένα. Δεν με μέλει για τον ποιητή, για την ποίηση εγώ φροντίζω. Μην ξέχασες ό,τι βρεις σχετικό για το Βράμα από την Ίντια όπως και για τον Κάη και τον Τυμπαλκάκ. Γράψε μου γρήγορα. Στο μεταξύ πάω για δυο τρεις μέρες στην Nurnberg να ιδώ πως «καπελώνουν τους πύργους». Μη μου μελαγχολείς, αρ­γυρή μου, ψυχή μου, ω ρόδο της Καπαδοκιάς, ω πενταδάχτυλο κατραπακιάς, πού είν’ η Τέχνη μας, ω ουρανέ, πού είν’ η γάτα σου, οι ίσκιοι μου και πού της καρυδιάς ο ίσκιος; Τι μου θυμίζεις τις ωραίες μας ημέρες, ω κανάγια!

Χαίρετε όθεν, ω ελλόγιμε φίλε, εώντες και τους μαθητάς υμών και άπαντας τους φίλους χαίρειν.

Ταπεινός υμών θεράπων

Σίντης Κατσίβελος ο εν Αλαλμανία

 

Σε κάποιο άλλο του γράμμα ρίχνει δειλά την ιδέα μιας αθώας φάρσας για τον Παλαμά. Αλλά τον σταματά, εγκαί­ρως η ευλάβεια και ο θαυμασμός, που τρέφαμε όλοι μας για το μεγάλο μας φίλο. Αντιγράφω, οπωσδήποτε, το σχε­τικό κομμάτι:

«Όμως πεθύμησα φάρσα και δεν έχω τίνος να κάμω. Ο Παλαμάς μου στέκεται πάντα μπροστά, αλλά θα θυμώσει αν του γράψω άξαφνα, πως του γράφει ο Νίτσε. Αλλά με το Νίτσε άλλοι πρέπει ν’ ανοίξουν και προσωπική γνω­ριμία. Επιτέλους, αν του ’γραφε ο Μπιέρντζερνε Μπιόρσον ή ο προφέσορ Έρν Χέκελ ή μία κάποια Λάουρα Μάλχαλμ, που δήθεν διάβασε ένα άρθρο του για το γυναικείο ζήτημα ή ο Αντρέας Σαλομέ, πως δήθεν από το ποίημά του «Απόκρυφο Ευαγγέλιο» εμπνεύσθηκε τη δική του φιλοσοφική μελέτη «Ισούς ο Ιουδαίος. Τι λες; Άλλα μη με προδώσεις, να ζήσεις».

Εννοείται, ότι η φάρσα αυτή έμεινε μόνον σχέδιο. Του ίδιου όμως τύπου φάρσα είχε μελετήσει για το Λάμπρο Πορφύρα ετοιμάζοντάς του γράμματα από μία κοντέσα θαυμάστριά του. Και στον ίδιο καιρό μελετάει διάφορες φάρσες για το «Νουμά», στις οποίες με προσκαλεί να λάβω μέρος κι εγώ δίνοντάς μου και σχετικές οδηγίες πώς να κακομεταχειρισθώ και τον ίδιο, για να μη γεννηθεί καμιά σχετική υποψία. Το χαριτωμένο γράμμα, που ακολουθεί α­μέσως παρακάτω, είναι ένα δείγμα του ψυχολογικού μηχα­νισμού της Χατζοπουλικής φάρσας.

 

Μόναχο 24-4-09.

Αγαπητέ Πέτρο!

Δε φταίει λίγο στη σιωπή μου και η αποτυχία ως την ώρα της φάρσας του μικρού. Αφού ο Θεοτόκης, που είχε πάει στο μεταξύ στη Βοημία, την αμέλησε να την κάμει από κει, όπως θα ’ταν πιο καλά, σκόνταψε έπειτα στο σκιάξιμο κάθε Γερμανού απ’ τον ίσκιο του. Τέλος μια δούλα τόλμησε να υπογράψει τ’ όνομα μιας κοντέσας και στάλθηκε το γράμμα στο Marburg, στον Τριανταφυλλίδη, αν τον ξέρεις, να το στείλει εκείθε και να μας μεταβιβάσει την απάντηση που θα πάει τυχόν στη διεύθυνσή του.

Για να μη μένεις αργός και συ στο μεταξύ, σου προτείνω μια ιδέα, που ίσως μπορέσει να φαιδρύνει κύκλο πλατύτερο. Έχω απ’ το εξωτερικό προετοιμάσει το «Νουμά», πως οι κριτικές μωρολογίες μου του κάνουν εχθρούς στον κύκλο των δημοτικιστών. Βρίσκω καλύτερο να λάβαινε κι απ’ το εσω­τερικό παρόμοιες διαμαρτυρήσεις. Αν το εγκρίνεις σύν­ταξε ένα δύο γράμματα, λαβαίνοντας «προ οφταλμώνε» τις διαμαρτυρίες Μαλακάση και Φωτιάδη για τη διαστροφή που έκαμα της Ιστορίας, την ανικανότητά μου να νοιώσω την τρανή ποίηση του Σκίπη. Αν θέλεις και χαρακτηρισμούς τους στερνούς από τη Ν. Ημέρα της Τεργέστης: Η γλωσσική αρμονία θροούσα εις τα ώτα ως Βετχόβειος μουσική. «Η Συμφωνία του δρυμώνος» ποιητική συμφωνία, ην λίαν ευστόχως θα συνέκρινε τις προς μουσικήν τοιαύτην του Βάγνερ κλπ. Αν σου χρειάζεται σημείωσε, πως από την ελλη­νική παροικία της Τεργέστης δεν αποκόμισε ο ποιητής μόνο τέτοιες κρίσεις μα και 700 κορώνες, 1000 κοντά δραχμούλες, πες του φίλου μας μικρού. Έπειτα στοχάσου καλά το βαθύ νόημα εκφράσεων ως: κριτικάστρος βασιλικός, α­σύγκριτος Έρμουας, ο μεγάλος μας Παλαμάς ο γιος μου ο ποιητής, ο περίτρανος διδάχος, με τον οποίον (ιδ. Αναμενόμενον) υπονοείται όχι ο Παλαμάς μα ο ίδιος ο δάσκαλος, ο Ψυχάρης. Μην ξεχάσεις επίσης τον Αργύρη μας, τη Μυρέλα μας.

Λάβε πάντα υπόψη σου καμιά αποκήρυξή μου από σπόντα, που θα δεις τυχόν στο Νουμά, καμιά αναίρεση των ποιητικών θεωριών μου από κανένα μαθητή του Πόρ­φυρα, τόνιζε πάντα Πόρφυρα κι όχι Πορφύρα, ρίξε μερι­κές κεντιές, σχετικά με το διήγημά μου που τυπώνεται α­πάνω στο ρητό: Δάσκαλος που δίδαχνε και νόμο δεν εκράτει, ανακάτεψε τις εθνοφθόρες σοσιαλιστικές ιδέες μου, κάμε δηλ. μια όμορφη στην ειδή σαλάτα, πρόσεξε στην ε­κλογή του ψευδωνύμου να ’χει δημοτικά και πατριωτικά σαν τα Μήτρος Δεσποίνως, Δούλος Δουλεύτης, Λέκας Αρβανί­της, και στείλε τη γραφή κι ελπίζω πως θα πιάσει ασφα­λέστερα απ’ την που θα ’ρθει αποδώ στο μικρό φίλο μας, που φαίνεται να ’ναι θυμωμένος μαζί μου και δε μου γράφει πια, εκτός αν δεν του μένει καιρός από τις κοσμικές συναναστροφές, που έμαθα πως το ’ριξε και από τις ερωτικές περιπέ­τειες, που άκουσα πως μπλέχτηκε. Έγινε, λέει, τέλεια ε­πίσημος.

Με πολλούς πολλούς χαιρετισμούς, καθώς κι από το Θε­οτόκη.

Κώστας

Κατατόπι                                         Dacbau bei Munchen

Munchenerstr. 3

 

Νομίζω, πως κοντά στις φάρσες του, που πραγματοποιή­θηκαν, με κορύφωμα τη φάρσα της τρέλας του, τα σχεδιάσματα αυτά — λίγα δείγματα από τα πολλά — είναι χαρακ­τηριστικά του παράξενου αυτού ταλέντου του Κώστα Χα­τζοπούλου. Και τελειώνω μ’ αυτά. Παρουσιάζοντας τον μουσικότατο ποιητή των «Ελεγείων και Ειδυλλίων» και του «Χινόπορου», από την άγνωστη αυτή στους περισσότε­ρους όψη του, θέλω να πιστεύσω πως δεν αδίκησα τη γλυ­κύτατη μνήμη του αλησμόνητου φίλου μου. Κάτω από τα παιγνίδια αυτά της φαντασίας του ξεχωρίζει, για τον προ­σεκτικό παρατηρητή, το μελαγχολικό φόντο, η πεσιμιστική φιλοσοφική διάθεση και το πνεύμα της αμφιβολίας, που στάθηκαν ο κύριος χαρακτήρας του ξεχωριστού ποιητικού έργου, που μας άφησε φεύγοντας ο λιγόζωος φίλος.

 

 

γερασιμοσ βωκοσ

 

Ο Γεράσιμος Βώκος είναι η πιο παλιά μου φιλολογική γνωριμία. Γνωριστήκαμε μικρά παιδάκια στον Πειραιά — δυο, τρία χρόνια μάς χώριζαν στην ηλικία — όπου τα σπίτια μας ήσαν κοντά το ένα στο άλλο, με την ευκολία που γνωρί­ζονται τα γειτονόπουλα. Δεν ξέρω, αν, από τη μικρότατη αυτή ηλικία, κάποια κοινά ψυχικά χαρακτηριστικά, θαμμένα ίσως και αφανέρωτα ακόμα, αλλά βαθιά χαραγμένα στα θεμέλια της ζωής, ενώνουν τους ανθρώπους. Θυμούμαι ό­μως, ότι κάποια ξεχωριστή μυστική συνεννόηση είχανε οι ψυχές μας, μολονότι — φαινομενικά εγώ ήσυχος και ντρο­παλός, εκείνος ζωηρός και ανήσυχος — οι χαρακτήρες μας δεν εφαίνονταν και πολύ ταιριασμένοι. Στα παιγνίδια μας είμαστε πάντα αχώριστοι και τα μαλώματά μας δεν κρα­τούσανε πολύν καιρό. Το στρουμπουλό εκείνο παιδάκι, με το μεγάλο κεφάλι, τα ορθά και ανυπόταχτα μαλλιά, που του έδιναν όψη σκατζόχοιρα και τα μεγάλα ολοστρόγγυλα, ζωηρά μάτια, μου μένουν από τότε βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου. Και πάντα η φαντασία μου, κάθε φορά, που βλέ­πω μια γεροντική του εικόνα — άλλαξα, λοιπόν, τόσο πολύ κι εγώ, Θεέ μου προσπαθεί ν’ αντικαταστήσει το αγνώ­ριστο εκείνο κεφάλι με το ζωηρό και χαριτωμένο κεφαλάκι του μικρού παιδιού.

Από τα παιδιάτικα όμως αυτά κοινά μας χρόνια και από τα πρώτα μας παιγνίδια, ζωηρότερα μου μένει εντυπωμένο το θέατρο, που κάναμε μαζί στην αυλή του δικού μου σπι­τιού. Ίσως να μην είναι πολύ αυθαίρετο να πει κανείς, πως αυτή στήθηκε και η πρώτη μου φιλολογική συνεργασία με το Βώκο.

Από τότε τον έχασα για λίγα χρόνια. Ο πατέρας του, ο Θεόδωρος Βώκος, αξιωματικός τότε του Π. Ναυτικού, είχε μετατεθεί από τον Πειραιά και είχε πάρει την οικογένεια μαζί του. Ύστερ’ από λίγα χρόνια, τον ξαναείδα, μαθητή του γυμνασίου, νομίζω, με τα χειρόγραφα της πρώτης του ποιητικής συλλογής. Είχα αρχίσει να γράφω κι εγώ στίχους και έτσι βρεθήκαμε συνάδελφοι.

 — Έκανα συνδρομητές — μου είπε — και θα βγάλω ένα μι­κρό τόμο.

 — Μην βιασθείς, Γεράσιμε… του είπα. Άφησε τα λίγον καιρόν ακόμα στο συρτάρι σου, για να τα ξαναϊδείς με και­νούργιο μάτι.

Ήτανε μια συμβουλή, που μου την είχανε δώσει κι εμέ­να και την έδινα κι εγώ στο φίλο μου, χωρίς να ξέρει καλά καλά γιατί. Δεν την ακολούθησε όμως, όπως δεν είχα ακολουθήσει κι εγώ τη συμβουλή των μεγαλυτέρων μου, για να μετανοήσουμε αργότερα και οι δυο. Άξαφνα, μια ημέρα, χωρίς να μου πει τίποτε στο μεταξύ, πως τυπώνει τα ποιή­ματά του, μου παρουσίασε τον τόμο του, που λίγα χρόνια ύστερα γύρευε τα αντίτυπά του, στα βιβλιοπωλεία και στις βιβλιοθήκες των φίλων του, για να τα παραδώσει στις φλόγες. Όταν κάποτε του θύμησα, με όλη μου την αθωότητα, δύο στίχους από την πρώτη του αυτή συλλογή, λίγο έλειψε να τα χαλάσουμε. Δεν μπορούσε να τους ακούσει, χωρίς να του ανακατωθούν τα νεύρα. Τούς δύο αυτούς στοίχους — και είναι οι μόνοι, που έσωσε η μνήμη μου — τους θυμούμαι α­κόμα. Ο ένας ήτανε αυτός:

Ύψωσε την ακάνθινον, μεγάλην κεφαλήν του.

Η «ακάνθινος μεγάλη κεφαλή» ήτανε, απλούστατα η αυ­τοπροσωπογραφία του. Ο άλλος στίχος είναι μισός, από μία σκηνή μέσα στην ταβέρνα, όπου η δημοτική, για το χατίρι ενός συνηχητικού εφέ κερνάει την καθαρεύουσα.

Ω κάπελα, τα κύπελλα…

Αλλά, και με τέτοιους στίχους, ο Βώκος ήτανε από τότε ένα δυνατό τάλαντο. Και δεν άργησε να το δείξει.

Ξαναβλεπόμαστε, ύστερ’ από λίγα χρόνια στον Π. Ναύ­σταθμο, αυτός υπολογιστής του Π. Ναυτικού, προορισμένος να συνεχίσει το ναυτικό στάδιο της οικογενείας του — ο πατέρας του τον έπαιρνε από μικρό μαζί του σε ταξίδια με τα πολεμικά καράβια — κι εγώ ανθυπίατρος του Π. Ναυ­τικού, που πήγαινα να κάνω την πρώτη μου εφημέρευση στο Ναυτικό νοσοκομείο του Ναυστάθμου. Ήρθε να με υποδεχθεί στην προκυμαία, μόλις αποβιβάσθηκα απ’ την «Ευ­καιρία». Έκανε τότε την υπηρεσία του στα γραφεία του Ναυστάθμου, και, στις ώρες που του έμεναν ελεύθερες, με­τάφραζε, με το κοντάρι, λαϊκά μυθιστορήματα, για κάποιες εκδόσεις, που έκανε τότε η «Ακρόπολις». Έτσι, με το μι­σθό του υπολογιστού και με τη μεταφραστική του εργα­σία, περνούσε πλουσιοπάροχα για την εποχή εκείνη. Η χα­ρά μου να τον απαντήσω στην ερημιά του Ναυστάθμου, ό­που πήγαινα, με βαριά καρδιά, να σκλαβώσω για πρώτη φορά την ελευθερία μου, ήτανε μεγάλη. Δεν μπορούσα να επιθυμήσω καλύτερο σύντροφο.

 — Έννοια σου και θα καλοπεράσουμε εδώ… μου είπε. Εγώ έχω ένα βαρκάκι δικό μου και πηγαίνω, στο ψάρεμα, κάθε απόγεμα. Όταν τελειώσεις την υπερεσία σου, θα πε­ράσω να σε πάρω από το νοσοκομείο…

Μείναμε σύμφωνοι και, το απόγεμα, με τα βαρκάκι του Βώκου, κάναμε αγορεύοντας το γύρο των ακτών του Αρά­πη, μιλώντας για φιλολογία και για όλα τα πράγματα τα άσχετα με την υπηρεσία του ανθυπιάτρου και του υπολο­γιστή.

Ο ποιητικός όμως αυτός περίπατος είχε τραγικές συνέ­πειες για μένα. Το ίδιο απόγεμα είχαν φέρει κάποιον τραυ­ματία στο νοσοκομείο. Με ζητήσανε και κάποιος έδωκε την πληροφορία, ότι με είδαν σ’ ένα βαρκάκι να τραβάω κατά το Πέραμα. Ο τότε υποδιευθυντής του Ναυστάθμου, ο Μια­ούλης, που ήτανε περισσότερο γνωστός με το παρατσούκλι Δάσκαλος — όνομα κάποιου ραδιούργου, δε θυμάμαι ποιου μυθιστορήματος — μόλις του ανάφεραν το πράγμα, εσχημάτισε την ιδέα, πως το είχα σκάσει, από το Πέραμα, για τον Πειραιά.

Και δεν έχασε καιρό να με καταγγείλει στο υπουργείο «επί εγκαταλείψει θέσεως». Τίποτα περισσότερο, δηλαδή, τί­ποτα λιγότερο με είχε για Ναυτοδικείο. Όταν γύρισα από την εκδρομή, ειδοποιήθηκα, ότι βρίσκομαι «υπό περιορισ­μόν μέχρι νεοτέρας διαταγής». Πρωτοφερμένος στο Ναυτικό, χωρίς να γνωρίζω πρόσωπα και πράγματα, πήρα το ζή­τημα από την τραγικότερη όψη του. Νόμισα πως είχε σημάνει η τελευταία μου στιγμή. Ζήτησα να παρουσιασθώ στον Υποδιευθυντή, να εξηγήσω πως δεν είχα δραπετεύσει, να βεβαιώσω ότι βρίσκομαι στη θέση μου, αλλά ο άγριος άνθρωπος δε θέλησε να με δεχθεί. Ο Βώκος, που ήταν και ανιψιός του, προθυμοποιήθηκε να μεσολαβήσει. Εκεί­νος όμως του απάντησε, ότι μια φορά, που τηλεγράφησε στο υπουργείο δεν μπορεί να λέει και ξαναλέει. Το αποτέλεσ­μα ήτο, πως πέρασα ώρες αγωνίας, ώσπου να γυρίσει τη Δευτέρα — Σαββατόβραδο είχαν γίνει όλα αυτά — ο τακτικός διευθυντής, ο μακαρίτης Κουτσούκος, και να κανονίσει «επιεικώς» την υπόθεσή μου.

 — Τι μου ’κανες καημένε Βώκο, τι μου ’κανες; του έλεγα.

Και ο καλός Γεράσιμος ήτανε, πράγματι, απαρηγόρητος για το κακό, που μου είχε κάμει, «άθελά του, και που δε μου άφησε καμιά μνησικακία στη ψυχή μου για τον αγα­πητό μου φίλο.

Ο Βώκος, ύστερ’ από λίγο, παραιτήθηκε από το Ναυτι­κό και αφοσιώθηκε, ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία και στην τέχνη του λόγου. Την εποχή εκείνη, έβγαλε το πρώτο του μυθιστόρημα με τον περίεργο τίτλο: «Ο Κύριος Πρόεδρος».

Το μυθιστόρημα ήτανε ακόμη σπάνιο είδος στην Ελλά­δα. Όλοι έγραφαν διηγήματα, αλλά μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, ήταν όσοι αποφάσιζαν να καταπιασθούν ένα έργο «μακράς αναπνοής», όπως το μυθιστόρημα. Όταν πρωτοδιάβασα τον «Κύριο Πρόεδρο», ομολογώ, ότι δοκίμασα το πιο ευχάριστο ξάφνισμα. Στο έργο αυτό το Βώκου, γύρω από το συμβολικό κέντρο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, πλεκότανε, με μια βαθειά και σαρκαστική παρατήρηση, η πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής ε­κείνης. Μια οικογένεια καταστρέφεται από την προσήλωση του αρχηγού της στο είδωλο του Κυρίου Προέδρου, στο εί­δωλο της Πολιτικής. Και στην οικογένεια αυτή — μια αντιπροσωπευτική σύνθεση — καθρεφτίζεται όλη η κοινωνική κακομοιριά και δυστυχία, που αφορμή της είχε την πολιτικομανία των Ελλήνων. Γύρω από το κεντρικό μύθο του μυ­θιστορήματός του, ο Βώκος, προικισμένος από μια έμφυτη παρατήρηση και βοηθημένος από τη δημοσιογραφική του πείρα, είχε πλέξει την εικόνα, παρμένη από το φυσικό, του δημοσίου μας βίου, με ζωντανότατες περιγραφές όλων των άδυτων της Ελληνικής γραφειοκρατίας, από τον υπουργικό προθάλαμο ως τους διαδρόμους των υπουργείων και της Βουλής. Δεν ξέρω με τι μάτια θα ’βλεπα, τώρα, το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Βώκου. Τότε η εντύπωση μου στά­θηκε ανεπιφύλαχτα θαυμαστική. Και, όταν ο Γαβριηλίδης με παρακάλεσε να γράψω μια θερμή κριτική για το έργο του συνεργάτη του και φίλου μου, έγραψα φαίνεται τόσο θερμά, ώστε το άλλο πρωί, βρήκα απάνω στο γραφείο μου, το ακόλουθο σημείωμα του Γαβριηλίδη:

«Σας παρεκάλεσα να γράψετε θερμά δια το έργον του Βώκου κι εσείς εγράψατε εις τον βαθμόν, που ζέει το ύ­δωρ. Σας ευχαριστώ».

Πρέπει να μιλήσει κανείς για την τρέλα του Βώκου; Οι επικήδειοι βιογράφοι του, στις εφημερίδες και τα περιοδι­κά, μιλούν γι’ αυτήν, με υπαινιγμούς και υπονοούμενα. Κά­νουν λόγο για κάποιο αόριστο θλιβερό γεγονός στη ζωή του, για κάποια αρρώστια, για κάτι μοιραίο τέλος πάντων, που αποφεύγουν να το προσδιορίσουν. Ύστερ’ από το θάνατό του, νομίζω ότι η ευλαβητική αυτή επιφύλαξη δεν έχει κανένα νόημα. Ο αλησμόνητος φίλος μιλούσε, με τόση ατα­ραξία, ο ίδιος για το ατύχημά του, ήτανε τόσο ανώτερος από την αρρώστια του, που είχε αλλάξει μέσα του το «ρυθμό του κόσμου», ώστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην του αναγνωρίσουμε την υπεροχή του αυτή, κρύβοντας ό,τι ποτέ δε θέλησε να κρύψει ο ίδιος. Έπειτα η τρέλα του Βώκου — ένα χρόνιο περιοδικό παραλήρημα — έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο στη ζωή του και το έργο του, ώστε πολλά πράγματα και σ’ αυτή και σε τούτο, δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν χω­ρίς αυτήν. Εκείνο, που είναι περίεργο στην ψυχοπαθολογική βιογραφία του Βώκου, είναι, ότι ύστερ’ από κάθε παροξυσ­μό της αρρώστιας του, που τον κρατούσε κλεισμένο για μή­νες στο φρενοκομείο, έβγαινε με μια διαύγεια πνευματική, και με μια δύναμη να εξακολουθήσει την εργασία του, που στάθηκε μυστήριο και γι’ αυτούς τους ψυχιάτρους.

 — Ύστερ’ από κάθε παροξυσμό του — είχαν προφητέψει πολλοί ψυχίατροι — θα βγαίνει πιο ελαττωμένος διανοητικά, ώσπου να καταλήξει στην άνοια, δηλαδή στο διανοητικό θάνατο.

Ο Βώκος, ωστόσο, κλείσθηκε τέσσερες ή πέντε φορές στο φρενοκομείο, χωρίς ν’ αληθέψει η πρόγνωση των ψυχιά­τρων. Ήτανε σαν να μην του είχε συμβεί τίποτα και, βλέ­ποντας τον, θα μπορούσε να ορκισθεί κανείς, πως επιστρέ­φει από κάποιο ευχάριστο ταξίδι σε γαλήνιες θάλασσες, και όχι πως είναι ναυαγός δαρμένος από τα κύματα μιας ά­γριας τρικυμίας.

 — Τι γίνεσαι Γεράσιμε; Καιρό έχω να σε ιδώ… του είπα την πρώτη φορά, που τον αντάμωσα, ύστερ’ από το φρενο­κομείο, μη θέλοντας να του δείξω, πως γνώριζα τίποτα από την θλιβερή του περιπέτεια ή να του τη θυμίσω.

Με τη μεγαλύτερη γαλήνη του κόσμου και με τη με­γαλύτερη ειλικρίνεια — την ειλικρίνεια που χαρακτήριζε πάντα τον τίμιο και τον μονοκόματον αυτόν Αρβανίτη — μου αποκρίθηκε:

 — Πώς να με ιδείς, φίλε μου; Εχθές βγήκα από το φρε­νοκομείο. Ευτυχώς είμαι πολύ καλά τώρα. Ο κύριος Κατσαράς — μιλούσε πάντα με σεβασμό και ευγένεια και για τους πιο στενούς του φίλουςμε βεβαίωσε πως έχω θεραπευθεί εντελώς.

Έβγαλε από την τσέπη του και μου παρουσίασε το πισ­τοποιητικό του φρενοκομείου, σα να μου παρουσίαζε ένα κοινότατο έγγραφο. Ύστερα μου είπε:

 — Μέσα στα βιβλία μου βρήκα ένα λεξικό του Σχινά και Λεβαδέως, που είχες την καλοσύνη να μου δανείσεις πριν απ’ την αρρώστια μου. Με συγχωρείς πολύ, που τόσο άρ­γησα να σου το επιστρέψω. Το λάθος δεν ήτανε δικό μου, καθώς βλέπεις. Αύριο θα σου το στείλω.

Την άλλη μέρα βρήκα το λεξικό στο σπίτι μου, όπως δε βρήκα πολλά βιβλία, από όσα έχω δανείσει σε ανθρώπους, που δεν τρελάθηκαν.

Αυτός ήτανε ο Βώκος, που έβγαινε από το φρενοκομείο.

Τίμιος, ευθύς, ακέραιος, ευγενής πάντα, για να αποδειχθεί, μια φορά ακόμα, ότι και η τρέλα σπάνια μπορεί να κλονίσει τον ηθικό χαρακτήρα του ανθρώπου, όταν είναι βαθιά ριζωμένος στην ύπαρξή του.

Η ειλικρίνεια αυτή των εξομολογήσεων του Βώκου έγινε αφορμή, κάποτε, να μου αποκαλυφθεί ο ψυχολογικός μη­χανισμός, που μας τον παρουσίασε άξαφνα ζωγράφο. Ένα βράδυ, περπατώντας στην έρημη πλατεία του Φαλήρου, οι δύο μας, μου έφερε μόνος του το ζήτημα της τρέλας του στην ξενιτιά. Είναι γνωστό, ότι ο Βώκος, ανταποκριτής τότε της «Ακροπόλεως» στη Βιέννα, έπαθε την πρώτη εκδήλω­ση του παραληρήματός του, που τον βασάνισε κατόπι περι­οδικά — χωρίς να τον δαμάσει — σε όλη του τη ζωή. Η θλι­βερότατη είδηση έπεσε, τότε, σαν κεραυνός στην Αθήνα. «Ο Βώκος τρελάθηκε». Άλλοι εξήγησαν το πράγμα με την πνευματικήν υπερκόπωση, που του είχε κλονίσει τα νεύρα του, σ’ ένα κλίμα εχθρικό για μια μεσημβρινή φύση, σαν τη δική του, και άλλοι με την στέρηση και την κακοπάθεια και την ηθικήν επίδραση, που θα είχε βέβαια σ’ έ­να χαρακτήρα τόσο περήφανο σαν το δικό του, η έλλειψη χρημάτων σε ξένον τόπο, αφού η «Ακρόπολις» που βρισ­κότανε τότε σε οικονομική κρίση, του καθυστερούσε τους μισθούς του, το μόνο του εισόδημα για τη φτωχική του συντήρηση. Και όλο το βάρος της ευθύνης είχε πέσει στο φτωχό Γαβριηλίδη. Όπως υποδείχτηκε ύστερα, όσο κι αν συνετέλεσαν για το κακό οι δυσάρεστες βιοτικές συνθήκες, η αιτία βρισκότανε βαθύτερα στον οργανισμό του. Ήτανε ένα κακό, που άρχισε μοιραία την εποχή εκείνη και που έμελλε να εξακολουθήσει.

Μου μιλούσε, λοιπόν, εκείνο το βράδυ, στο Φάληρο, για την τρέλα του στην ξενιτιά. Νομίζω πως τον ακούω αυτή την στιγμή:

 — Άκουσε — μου είπε σταματώντας απότομα — πώς μου πρωτοφανερώθηκε η τρέλα μου. Εκεί, που περπατούσα, ένα βράδυ, σε κάποια εξοχική λεωφόρο, είδα ξαφνικά να φωτίζεται ζωηρά ο ουρανός στο βάθος του ορίζοντος. Και μέσα στο φως αυτό είδα να σχεδιάζεται, σαν από χέρι αόρατου ζωγράφου, μία θαυμαστή εικόνα. Δεν άργησα να καταλάβω πως ήτανε η Ναυμαχία της Σαλαμίνος. Σε λίγο, έβλεπα καθαρά την παράταξη των Ελληνικών και των Περσικών πλοίων, τα γύρω βουνά της Σαλαμίνος και του Αιγάλεω, την Ψυττάλεια, τη γνώριμη μου θάλασσα, σε μια σύνθεση καταπληκτική…

Ζήτησα να μάθω μήπως η φανταστική εικόνα ήτανε μία αναπαράσταση του έργου του Βολανάκη, που έτυχε να ιδούμε πολλές φορές μαζί στην αίθουσα του Διευθυντηρίου του Ναυστάθμου.

 — Όχι! μου είπε. Ήτανε κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι ασυγκρίτως ανώτερο. Και το βλέπω ακόμα τόσο καθαρά μπροστά μου, ώστε, αν ήμουνα ζωγράφος, θα μπορούσα ν’ αντιγράψω πιστά την εικόνα από τη φαντασία μου.

Και τελείωσε τη διήγησή του, λέγοντας μου, ότι κατόπιν δε θυμότανε τίποτε άλλο.

Ο Βώκος δεν έγινε, λοιπόν, έτσι άξαφνα, ζωγράφος. Το αρχικό τάλαντό του ήτανε η ζωγραφική. Και ξαναγύρισε σ’ αυτό από το γύρο της λογοτεχνίας, αφού έδειξε τα ζωγρα­φικά του χαρίσματα και στην τέχνη του λόγου.

Δυστυχώς ήτανε λίγο αργά, για να λάβει το τάλαντό του και την τεχνική καλλιέργεια, που θα μας έδινε, ίσως, από το Γεράσιμο Βώκο ένα μεγάλο Έλληνα ζωγράφο.

Δυο σταθμοί εξαιρετικής συγκεντρώσεως και ενεργείας στη ζωή του Γεράσιμου Βώκου, είναι «Το Περιοδικό μας» και ο «Καλλιτέχνης», τα δυο περιοδικά του, στα όποια αφιέρωσε τις καλύτερες δυνάμεις και ικανότητες της ψυχής και του πνεύματός του. Γιατί σε ό,τι καταπιανότανε ο αλη­σμόνητος φίλος έβαζε μέσα όλο του τον ενθουσιασμό και όλη του την ειλικρίνεια, χωρίς να τον φοβίζουν ούτε τα εμπόδια, ούτε η έλλειψη των μέσων, ούτε οι εναντιότητες των καιρών και των περιστάσεων. Εννοούσε να τραβήξει εμπρός, με κάθε τρόπο, τελειώνοντας να φορτώνεται τα πάντα μο­ναχός του, υπερήφανος και χωρίς παράπονο ή μεταμέλεια.

Θυμούμαι πως άρχισε «Το Περιοδικό μας». Σχεδόν με το τίποτε. Κανένας άλλος, εκτός από το Βώκο, δε θα τολ­μούσε να καταπιασθεί ένα περιοδικό, με τόσο εκλεκτή ε­ξωτερική και εσωτερική εμφάνιση, όχι πια χωρίς το παραμικρότερο κεφάλαιο, αλλά ούτε καλά καλά με όσα εχρειάζοντο για τα τυπογραφικά του πρώτου του φύλλου. Και όμως «Το Περιοδικό μας» παρουσιάσθηκε με εκλεκτή εκτύπωση, καλό χαρτί, καλλιτεχνικές εικόνες και; βινιέτες, με μια μορφή τέλος πολύ νεωτεριστική και πολύ πρωτότυπη για την εποχή του. Και προ πάντων με εκλεκτή συνεργασία.

Παίρνω τυχαίως ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού, (1 Απριλίου 1900) που βρέθηκε στα χαρτιά μου. Και αντι­γράφω τα περιεχόμενα του: «Οι Καταφρονηταί του Κοινού υπό Κωστή Παλαμά. Ο Αετιδεύς του Ροστάν (μετάφρασις μιας σκηνής υπό Σ.Ν.Π,Β) — Λίγα λόγια για την Μουσική μας υπό Ν. Δ. Πάππου — Ένα λείψανο, ποίημα Λάμπρου Αστέρη — Φελισιέν Ρωψ υπό Παύλου Νιρβάνα — Ο Ψυχαρισμός κι η Ζωή, υπό Γιάννη Καμπύση — Οι Τύραννοι του Πνεύματος Φρειδερίκου Νίτσε — Η Ιλιάδα, μετάφρ. Α. Πάλλη (απόσπασμα) — Φύλλα του Δεκαπενθημέρου — Τα Ωραία Γράμματα και αι Τέχναι με συνεργασία Παλαμά, Πάππου, Νιρβάνα, Βλαχογιάννη — Ξέναι Φιλολογίαι (Γαλλική, Ιτα­λική) — Καλλιτεχνικές βενιέτες, βραβευμένες στο διαγωνισμό του «Studio», προσωπογραφία του Ρωψ και αντίγραφα δύο έργων του: Το Σκάνδαλον και τα Νεκρά Φιλήματα».

Αλλά νομίζω ότι, και σήμερα ακόμα, ένα περιοδικό, που θα παρουσίαζε σ’ ένα φύλλο του ένα τόσο εκλεκτό και συγχρο­νισμένο περιεχόμενο, θα μπορούσε να καυχηθεί για την εμ­φάνισή του. Πόσους κόπους όμως, πόση προσωπική εργα­σία, πόσα τρεχάματα, πόσες στενοχώριες εκόστισε όλη αυτή η ευγενική προσπάθεια στο Βώκο δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς, χωρίς να ξέρει ότι ο ίδιος ήτανε διευθυν­τής, διαχειριστής, διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων και διεκπεραιωτής ακόμα του περιοδικού του, με μόνο του βοη­θό, σε όλη αυτήν την εργασία ένα ξυπόλυτο λουστράκι, που μ’ έναν ειρωνικό ναρκισσισμό κολακευότανε να το ονομάζει «υπάλληλο».

Στη πρώτη αυτή περίοδο του «Περιοδικού μας» συνερ­γάσθηκα στενά με το Βώκο. Τον βοήθησα όσο μπορούσα, με την ευχαρίστηση που προσφέρει κανείς τη μικρή του βο­ήθεια σε μια υπόθεση, που την ξέρει και την πιστεύει άδολη και ευγενικά. Έκτος από τα ενυπόγραφα άρθρα, όλη σχεδόν την άλλη ύλη του περιοδικού τη γράφαμε οι δυο μας. Και επειδή ο Βώκος αγαπούσε να φαντάζεται το περιοδικό του, όπως ονειρευότανε να το κάνει με τον καιρό — ευγενικές πάν­τα οι φιλοδοξίες του — σαν έναν μεγάλο εκδοτικό οργανισμό, μου έδωκε κάποτε και την επίσημη θέση μου στην επιχεί­ρηση, με τον εξής χαριτωμένο τρόπο:

Κάποτε λάβαμε στο γραφείο του περιοδικού ένα γράμμα του Φιλέα Λεμπέγκ, του γνωστού κατόπιν ελληνιστή και συ­νεργάτη του «Mercure de France», που κανένας ακόμη δεν τον ήξερε τότε στην Ελλάδα. Ο καλός αυτός φίλος των ελληνικών γραμμάτων μάς ζητούσε διάφορες πληροφο­ρίες για την φιλολογική κίνηση, που ατελέστατα ακόμα τη γνώριζε και μάς φανέρωνε την επιθυμία του να έρθει σε κάποια επαφή με τους φιλολογικούς μας κύκλους.

— Απάντησε του εσύ… μου είπε ο Βώκος.

— Το πιο σωστό θα ήτανε — του είπα — να του απαντήσεις εσύ, ως διευθυντής του περιοδικού. Έμενα πού με ξέρει; Εκτός αν θέλεις να του κάνω εγώ το γράμμα, αν δεν έχεις εσύ καιρό, και να το υπογράψεις.

— Όχι!… επέμεινε. Να το γράψεις εσύ. Και να υπογράψεις Γραμματεύς της Συντάξεως — Secrétaire de la Rédaction.

Και την τελευταία γαλλική φράση την επρόφερε, με κά­ποια υπερηφάνεια για το γεγονός, που έτσι και στα ψέματα, το «Περιοδικό μας» είχε αποκτήσει και Γραμματέα της Συντάξεως.

Δεν του χάλασα το χατίρι. Στα μεγάλα παιδιά, όπως και στα μικρά, δεν πρέπει να τους χαλάει κανείς ποτέ το χατίρι. Κι έγραψα στο Λεμπέγκ. Από τότε άρχισα μια πυκνή αλλη­λογραφία μαζί του, τον κατατόπισα όσο μπορούσα στα φιλολογικά μας πράγματα, και, για πολύν καιρό, μαζί με τον Πορφύρα, που τον γνώρισε και προσωπικά στο χωριό του, τη Νεβίλ Βω, σε κάποιο του ταξίδι, είμαστε οι μόνοι φιλο­λογικοί του φίλοι στην Ελλάδα. Έτσι το Περιοδικό μας έγινε η πρώτη αφορμή ν’ αποκτήσουν τα ελληνικά γράμ­ματα ένα τόσον εκλεκτό και αφοσιωμένο απολογητή τους στις στήλες του «Mercure de France».

Η συνεργασία μου αυτή με το Βώκο μου έχει αφήσει α­λησμόνητες αναμνήσεις. Δε θα ξεχάσω προ πάντων, τον χα­ριτωμένο τρόπο, με τον όποιον, μεταφράστηκε στο τεύχος του περιοδικού, που ανάφερα παραπάνω, μία σκηνή από τον «Αετιδέα» του Ροστάν. Για το έργο αυτό, που ερχότα­νε ύστερ’ από τον περίφημο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» και που τον ήρωα του ενεσάρκωνε στο θέατρό της η Σάρα Μπερνάρ, με όλα της τα γεράματα, είχε γίνει μεγάλος λόγος στη Γαλλία και σε όλον τον κόσμο. Ο Βώκος — που ήτανε πάντα μέσα του δημοσιογράφος, γνωρίζοντας την αξία της επικαιρότητος — ήθελε να παρουσιάσει πρώτος στους αναγνώ­στες του ένα απόσπασμα του φημισμένου έργου. Ένα πρωί, έφτασαν έξαφνα, τα «Annales Politiques et Litteraires», που δημοσίευαν μία εκτεταμένη σκηνή από τη Β' πράξη του «Αετιδέως», το μόνο απόσπασμα του έργου του, που είχε φανεί ως τότε και στη Γαλλία ακόμα. «Το Περιοδικό μας» βρισκότανε στα πιεστήρια. Στο ταπεινό γραφείο του Βώκου ετύχαμε μαζεμένοι ο Στρατήγης, ο Πορφύρας κι εγώ.

— Αυτή τη σκηνή πρέπει να την έχουμε, χωρίς άλλο, στο αυριανό τεύχος, μεταφρασμένη σε στίχους… μάς είπε απο­φασιστικά ο Βώκος.

— Αλλά πώς είναι δυνατό; του είπαμε απορημένοι. Ποιος θα τη μεταφράσει;

— Όλοι μας και μέσα σε δυο ώρες το πολύ. Εμπρός! Ας το μοιραστούμε. Θα πάρει ο καθένας από ένα κομμάτι και δε θα το κουνήσει απ’ δω, αν δεν παραδώσει το κομ­μάτι του.

Και με την τελευταία λέξη, κλείδωσε από μέσα την πόρτα του γραφείου του και έχωσε το κλειδί στην τσέπη του. Ή­μαστε πλέον αιχμάλωτοί του, Και αρχίσαμε τη μετάφρα­ση. Καθένας τελείωνε, έδινε το κομμάτι του και έφευγε. Ο Πορφύρας είχε μείνει τελευταίος.

— Εσύ σα μικρότερος — του είπε ο Βώκος — θα μείνεις εδώ να το κοιτάξουμε πάλι όλο μαζί. Δεν έχεις να σαλέψεις.

Δεν ξέρω πόσο έμεινε ακόμα ο Πορφύρας αιχμάλωτος του Βώκου. Αργότερα μας έλεγε, ότι, για ν’ αποκτήσει την ελευθερία του, αναγκάστηκε να πηδήσει από το παράθυρο. Την άλλη μέρα όμως «Το Περιοδικό μας» εκυκλοφόρησε με μια αρκετά καλή μετάφραση της σκηνής του Αετιδέως», που θεωρήθηκε, όπως και ήτανε, μια δημοσιογραφική επιτυχία, που δύσκολο θα ήτανε να την πραγματοποιήσει και καθημερινή εφημερίδα. Η μετάφραση ήτανε υπογραμμένη με τα αρχικά ψηφία: Σ.Ν.Π.Β. (Στρατήγης, Νιρβάνας, Πορφύρας, Βώκος). Ήτανε η μετάφραση των τεσσάρων, όπως κάποιο Διήγημα των Δέκα, που δημοσίευσε το «Μπουκέτο».

Από τη μετάφραση αυτή θυμούμαι τους περίφημους στί­χους που βάζει ο ποιητής στο στόμα του κατασκοπευομένου Αετιδέως και που είναι η ειρωνική φιλοσοφία του διαζευκτικού «Αλλά»:

 

Η ΑΡΧΙΔΟΥΚΙΣΣΑ

Τι συμβαίνει;

Ο δουξ δεν είναι ελεύθερος καθ’ άλλα;

ΔΙΙΔΡΙΧΣΤΑΪΝ

Ε, ο πρίγκηψ

Δεν είναι μες στη φυλακή, αλλά…

Ο ΔΟΥΞ

Αλλά θαυμάζω

Αυτό το αλλά σας… Ξέρετε αυτό το αλλά τι λέει;

Δεν είμαι μες στη φυλακή, Θεέ μου, Αλλά… Και όμως

Δεν είμαι μες στη φυλακή αλλά… το λέει ο λόγος

Ούτε ένα δευτερόλεπτο φυλακισμένος είμαι!

Αλλά τριγύρω μου παντού και πάντα βλέπω κόσμο.

Φυλακισμένος!… νιώστε το καλά ότι δεν είμαι!

Αλλά κι αν μου ’ρθει να χωθώ βαθύτερα στον κήπο

Κάτω από κάθε φύλλο ανθεί, άξαφνα, κι ένα μάτι.

Φυλακισμένος βέβαια δεν είμαι, αλλ’ αν θελήσουν

Να μου μιλήσουνε κρυφά, στην πόρτα ευθύς απάνω

Φυτρώνει ξάφνου ένα αυτί σαν μανιτάρι! Όχι

Δεν είμαι μες στη φυλακή, αλλά, σαν βγω καβάλ

Νοιώθω την τρυφερή τιμή κρυμμένης συνοδείας.

Τώρα δεν είμαι ολότελα στη φυλακή βεβαίως!

Αλλά διαβάζω δεύτερος τα γράμματά μου πάντα.

Δεν είμαι μες στη φυλακή, αλλά τη νύχτα βάζουν

Ένα λακέ στη πόρτα μου, να, τούτον, που περνάει.

Εγώ, ο δουξ του Ράιχσταδ φυλακισμένος όχι!

 

Μετά «το Περιοδικό μας» — τι πρωτότυπος αλήθεια και ο τίτλος — δεύτερη γενναία προσπάθεια του Βώκου, ύστερ’ από χρόνια, στάθηκε ο «Καλλιτέχνης», περιοδικό αφιερωμέ­νο στην τέχνη, μοναδικό στο είδος του για την εποχή του και που σημειώνει ένα σταθμό στην ιστορία του περιοδικού μας τύπου. Από το περιοδικό αυτό — απομακρυσμένος τότε, με την εργασία μου από το Βώκο όπως και από την κατο­πινή του πολύτροπη εργασία — δεν έχω, δυστυχώς προσωπι­κές αναμνήσεις. Έχω όμως μια, ιδέα τι εκόστισε σε κόπους και ένταση νεύρων η ευγενική αυτή προσπάθεια στον αλησμόνητο φίλο.

Έτσι όλη του η ζωή ως δημοσιογράφου, ως καλλιτέχνη, ως ζωγράφου ως εκδότη, ως ανθρώπου, στάθηκε μια ακατά­βλητη αφοσίωση στην υπηρεσία του ωραίου. Και για λίγους ίσως θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ανεπιφύλαχτα μπορεί να χαραχθεί στο επιτάφιο μάρμαρο του ξενιτεμένου τάφου του Γεράσιμου Βώκου: Έπεσεν επί των επάλξεων.

 

 

 

η «τεχνη» και ο μαλλιapiσμοσ

 

Μια μέρα του 1907 ο Κώστας Χατζόπουλος μας είπε ξαφνικά:

 Απεφάσισα να βγάλω ένα περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα.

Και, πράγματι, όταν βγήκε η «Τέχνη», ήτανε το περιοδικό, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Με μια περιορισμένη συνεργασία δημοτικιστώνΠαλαμάς, Μαβίλης, Θεοτόκης, Καμπύσης, Ψυχάρης, Εφταλιώτης, Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Πασαγιάννης, Τσιριμώκος (Στέφανος Ραμάς) και ο υποφαινόμενοςπαρουσιάσθηκε γραμμένη σε ορθόδοξη δημοτική απ’ την αρχή ως το τέλος, πράγμα, που δεν το είχαν τολμήσει, ως τότε, και τα πιο ευνοϊκά στην ιδέα του Δημοτικισμού περιοδικά. Και στην επικεφαλίδα ακόμα, αντίς για το καθιερωμένο «εκδίδεται», είχε γραμμένο «βγαίνει κάθε μήνα». Καθένας μπορεί να φαντασθεί τι εντύπωση έκανε, την εποχή εκείνη, παρόμοιο τόλμημα. Οι εφημερίδες άρχισαν να μας βρίζουν και να μας ειρωνεύονται. Και επειδή δε μπορούσαν να καταλάβουν, πώς δεν είχαμε αλλάξει και τον τίτλο του περιοδικούέτυχε, βλέπετε η λέξη Τέχνη να είναι η ίδια στη δημοτική και στην καθαρεύουσαμας τον άλλαξαν εκείνες. Και έτσι κάθε φορά, που μιλούσαν για την «Τέχνη» την έλεγαν «Μαστοροσύνη», ώστε πολλοί να πιστέψουν πως αυτός ήτανε ο πραγματικός τίτλος του περιοδικού.

 Μια άλλη λεπτομέρεια του επαναστατικού περιοδικού, που έδωσε τροφή στην ειρωνεία των εφημερίδων, ήτανε οι συμβολιστικές τάσεις μερικών από τους συνεργάτες του. Από κάποιο πεζό ποίημα του Κώστα Πασαγιάννη, οι «κάπαρες», μια λέξη αρπαγμένη στην τύχη, χωρίς νόημα, έκανε το γύρω των ευθυμογραφημάτων των εφημερίδων, μαζί με ένα «άκου τα ντόμινα της ζωής, σώπα…», που δε θυμούμαι πια κι εγώ από ποια στροφή είχαν αποσπασθεί και ανακατευθεί με τον τρόπο αυτό. Το όνομα της Σαιξπηρικής Μιράντας, που το είχα μεταχειριστεί, κι εγώ, σ’ ένα νεανικό μου έργο, και που το είχε βάλει σ’ ένα στίχο του ο Στέφανος Ραμάς, έκανε, πάλι την ευτυχία των δημοσιογράφων. Ο Νίκος Λάσκαρηςποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από τριάντα χρόνια θα καταντούσε κι ο ίδιος να γράψει δημοτικάείχε σκαρώσει και μία σχετική παρωδία, που χάλασε κόσμο. Δυστυχώς δε θυμούμαι πια παρά δύο τρεις στίχους της.

 

 Αγόρασα μια τιράντα

 Προς μία και τριάντα,

 Ω Μιράντα, Μιράντα!

 

 Εννοείται, ότι καθετί, που δημοσιευότανε στην «Τέχνη» περνούσε ως συμβολικό και ακατανόητο, ακόμη και τα θαυμάσια σονέτα του Μαβίλη, όπως η «Λήθη» και το «Καρδάκι», που πρωτοδημοσιεύτηκαν εκεί, υπογραμμένα με ένα Μ. Ένα μυθιστόρημα του Κώστα Θεοτόκη, κάπως φιλοσοφικό, το «Πάθος», με τους κερκυραίικους ιδιωτισμούς της γλώσσας του και με κάποιες νότες μουσικής, που είχε το κείμενο, βρήκε την ίδια τύχη. Μια επιφώνηση του Καμπύση, που αναφερότανε σ’ ένα πνευματικό του γέννημα είχε γίνει η κοροϊδευτική κραυγή της ημέρας: «Το παιδί μας! Πες μου τι το ’κανες το παιδί μας!…». Και απαντούσαν οι ίδιοι: «Το ’ριξα στο Βρεφοκομείο.»

 Καλύτερη τύχη δεν έλαβε κι ένα ποίημά μου, που ο Χατζόπουλος, με το να του άρεσε εξαιρετικά, το τοποθέτησε στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου της «Τέχνης», σαν ποιητικό πρόγραμμα του περιοδικού, ίσως και επειδή έτυχε ο τίτλος του να είναι «Τέχνη». Όλοι το ’βρισκαν σκοτεινό, ακατανόητο και γελοίο. Και όμως, ανεξάρτητα από την ποιητική του αξία, το νόημά του ήτανε καθαρότατο και αμφιβάλλω, αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να μην μπορεί να το καταλάβει. Ήθελε να παραστήσει, απλούστατα, μέσα σε ένα περιβάλλον φτώχειας και ερημιάς, τον ποιητή, που ανασταίνει μπροστά του, με την τέχνη του, το όνειρο μιας Άνοιξης. Για όσους θα είχαν την περιέργεια να διαβάσουν το «τερατούργημα» αυτό, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, που πρωτοφάνηκε, το αντιγράφω παρακάτω:

 

 Η ΤΕΧΝΗ

Τα τζάμια παγωμένα,                Από τον τοίχο στάζει,

μαύρο, σβηστό το τζάκι,            στάζει, δροσιά φαρμάκι

τα τζάμια παγωμένα.                από τον τοίχο στάζει.

Ψυχομαχάει μια λάμπα              Κι απάνω από την στέγη

απάνω στο τραπέζι,                  μια κουκουβάγια κράζει

ψυχομαχάει μια λάμπα.             και κάτω από την στέγη

Στο ξέστρωτο κρεβάτι               αργοξυπνούν δυο μάτια

μια γάτα ερημοπαίζει                — ένα τριζόνι τρίζει —

στο ξέστρωτο κρεβάτι.              κι εμπρός στα δυο τα μάτια

Μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα,

ο σάρακας γκρινιάζει,               ξανοίγεται κι ανθίζει,

μες την καρδιά του ξύλου         μιαν άνοιξη από ρόδα.

       

Για την εντύπωση, που έκανε τότε, περιορίζομαι να σημειώσω ότι κάποιος φίλος μου αξιωματικός του Ναυτικού, όταν το διάβασε, μου είπε με πραγματική συμπόνια.

         Καλέ, τι ήτανε αυτό το πράγμα, που έγραψες καημένε; Τέτοια ποιήματα, μπορώ να σου σκαρώσω, κι εγώ, δέκα στο λεφτό.

        Και ξανάλεγε κοροϊδευτικά: «Ένα τριζόνι τρίζειμια γάτα ερημοπαίζεικαι κάτω απ’ το τραπέζι», προσθέτοντας μαζί και δικούς του στίχους απάνω στον ίδιο τόνο….

 Το συμπέρασμα είναι, ότι με την «Τέχνη» περάσαμε όλοι μας οι συνεργάτες της για τρελοί. Για την κακή μας τύχη, ο μακαρίτης ο Κονδυλάκης, είχε ονομάσει τότε σε κάποιο χρονογράφημά του τους δημοτικιστές «μαλλιαρούς», παίρνοντας αφορμή απ’ τον Κώστα Πασαγιάννη, που είχε μακριά μαλλιά.

 Ο όρος έπιασε μ’ ένα τρόπο ανέλπιστο και από τότε έγινε συνώνυμο με το δημοτικιστής, άθεος, κομουνιστής και ότι άλλο θέλανε. «Μαλλιαρός, Μαλλιαροσύνη και Μαλλιαρισμός» έγιναν επίσημοι όροι, μπήκαν στα βιβλία, ακούστηκαν στη Βουλή, μεταφράστηκαν στις ξένες γλώσσες (l’école des chevelus έγραφαν σοβαρότατα τα ξένα περιοδικά) και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως σήμερα. Εννοείται, ότι τότε οι άνθρωποι ακούοντας «μαλλιαρός» περίμεναν να ιδούν ένα ανθρωπόμορφο τέρας. Και ήσαν πολλοί, που ζητούσαν, με κάθε τρόπο, να ιδούν τα αξιοπερίεργα αυτά τέρατα:

 — Μωρέ, δε μου δείχνετε κι εμένα κανένα μαλλιαρό;

 Μέσα σ’ αυτή την αναπουμπούλα, που είχε δημιουργηθεί τριγύρω μας, ο τρομερός εκείνος φαρσέρ, ο Κώστας Χατζόπουλος, είχε τον ηρωισμό να μας πει, μια τελευταία Κυριακή της αποκριάς, που χαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα:

 — Ελάτε να πάρουμε ένα αμάξι να περάσουμε απ’ την οδό Σταδίου.

 — Για μασκαράδες.

 — Φυσικά, για μασκαράδες.

 — Θα μας λιθοβολήσουν.

 — Δεν πειράζει.

 Δυο-τρεις είχαμε τον ηρωισμό να τον ακολουθήσουμε. Καθώς περνούσαμε απ’ την οδό Σταδίου, από ένα μπαλκόνι απέναντι στους Β. Σταύλους, μια φωνή ακούστηκε:

 — Οι μαλλιαροί, παιδιά, οι μαλλιαροί.

 Εκατό φωνές, από διάφορα σημεία ξαναείπαν:

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Τα κύματα του κόσμου σαλέψανε, σα να είχε φυσήξει απάνω τους ξαφνικός άνεμος.

 — Ε, ε, οι μαλλιαροί!

 Ώσπου να καταλάβουν όμως τα πλήθη, που ζητούσαν να ιδούν τίποτε περίεργα μούτρα τριχωτών ανθρώπων, ποιοι ήσαν οι μαλλιαροί, προφτάσαμε και σωθήκαμε, στρίβοντας, με γρήγορο καλπασμό, σε κάποια πάροδο, για να βρεθούμε πάλι, στο περίφημο γραφείο της «Τέχνης», εκεί κάπου στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, όπου γεννήθηκε και έζησε, για ένα χρόνο, την πολυκύμαντη ζωή της η «Τέχνη».

 Και όμως η «Τέχνη» έμεινε και θα μείνει ένας σημαντικός σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.

[1] Ο Νιρβάνας δεν θυμάται σωστά: η «Τέχνη» βγήκε Νοέμβριο του 1898

 

 

 

ΕΝΑΣ ουτοπιστής ελληνολάτρης

 

 

Ένα καλοκαιρινό απόγεμαο ήλιος ήτανε ακόμη στα μεσούραναο Περικλής Γιαννόπουλος ήρθε στο σπίτι μου, χωρίς να τον περιμένω. Δεν ήτανε από τους ανθρώπους, που περιμένει κανείς. Έφτανε πάντα απροειδοποίητος, σαν το γλυκόπνοο αεράκι και σαν την ανοιξιάτικη βροχούλα. Καθόμουνα τότε σ’ ένα σπίτι της Φρεατίδας, απάνω απ’ το γλαυκότερο κύμα του Αιγαίου, και δεν ξέρω, αν ήμουνα εγώ, που είχε τραβήξει τον ξανθόν ιππότη ή το φως της χαρούμενης ακρογιαλιάς.

 Πού θα καθίσομε; μου είπε κοιτάζοντας ολόγυρά του.

Τον έβαλα στο γραφείο μου.

 Εδώ; με ρώτησε με κάποια στενοχώρια.

Τον είδα να κοιτάζει με μίσος τα κλειστά παράθυρα, τα σκούρα έπιπλα, τις σκοτεινές γωνιές του δωματίου.

 Πώς ζεις εδώ μέσα; μου είπε.

 Πού θέλεις να πάμε; τον ερώτησα.

 Έξω, στο φως, στην Ελλάδα. Εδώ δεν είναι Ελλάς.

 Μ’ αυτή την αντηλιά;

 Έχεις, λοιπόν, κι εσύ τη πρόληψη της αντηλιάς; μου είπε θυμωμένος. Πρέπει να τη νικήσεις.

Με τράβηξε από το χέρι και με κατέβασε κάτω στο περιβόλι, μέσα σε μια εκτυφλωτική αντηλιά. Καθίσαμε σ’ ένα μπάγκο. Εκείνος έλεγε, έλεγε, έλεγε… Τι έλεγε δεν ξέρω. Ο Γιαννόπουλος μπορούσε να μιλεί ώρες ολόκληρες, χωρίς να ξέρεις στο τέλος τι σου είπε. Είχα όμως την αίσθηση πάντοτε μιας γοητείας, που δεν μπορούσες να καταλάβεις, αν ήτανε από τα λόγια, που άκουσες, απ’ τη μελωδία της φωνής του ή από κάποια άλλη μυστική ενέργεια, που ακτινοβολούσε ο εσωτερικός παλμός του λόγου του. Και τον άκουγες πάντα ευχάριστα, όπως ακούς το φλοίσβο του κύματος και το κελάρυσμα της πηγής, που σου λένε πολλά χωρίς να σου λένε τίποτε. Όταν σηκώθηκε να φύγειέφευγε πάντα όπως ερχότανε, σαν ένα ωραίο φυσικό φαινόμενοήμουνα ζαλισμένος από την αντηλιά, τα μηλίγγια μου χτυπούσανε και τα μάτια μου ήτανε θαμπωμένα. Ανέβηκα στο σπίτι μου κι έπεσα μισοπεθαμένος σε μια πολυθρόνα.

 Τι έπαθες; Είσαι άρρωστος; μου είπε ο Λάμπρος Πορφύρας, που ήρθε σε λίγο να με πάρει, για να κάνουμε το συνηθισμένο μας περίπατο στη Φρεατίδα.

 Είμαι το πρώτο θύμα της ελληνοποιήσεως, του αποκρίθηκα.

Και, όταν του εξήγησα ποιος ήτανε, λίγο πριν, στο σπίτι μου, δεν άργησε να καταλάβει.

Μέσα στο επεισόδιο αυτό είναι ολόκληρος ο Περικλής Γιαννόπουλος. Ένας ουτοπιστής, που ονειρευότανε ν’ αναστήσει γύρω του το ελληνικό θαύμα και που ζούσε ο ίδιος με την φαντασία του μέσα σ’ αυτό. Το ελληνικό φως, σα μια αντίληψη φυσική και μεταφυσική μαζί, ήτανε η θρησκεία του. Περπατούσε ώρες μέσα στο φλογερώτερο ήλιο, ρουφώντας το φως με όλους του τους πόρους. Και γι’ αυτόν όλη η φύση, από τον άνθρωπο ως το χορτάρι και ως την πέτρα, μονάχα μέσα στο φως ζούσε την πιο εντατική της ζωή. Κάποτε του είχα συστήσει δυο νέους Ρώσσους «εντελεκτουέλ», τους αδελφούς Πολλιακώφ, που μου είχαν έρθει συστημένοι από το νέο μου φίλο Μιχάλη Λυκιαρδόπουλο, που συνεργαζότανε τότε στα ρωσικά φιλολογικά περιοδικάαργότερα συνεργάστηκε και στο «Νουμά»και που μου είχε μεταφράσει κάποια κομμάτια μου, στο περιοδικό «Ζυγαριά». Μην έχοντας τον καιρό να τους ξεναγήσω, παρακάλεσα το Γιαννόπουλο να αναλάβει την φροντίδα αυτή. Δεν μπορούσα να τους δώσω καλύτερον οδηγό για την επίσκεψη των ελληνικών τοπίων και μνημείων. Έπειτα ήτανε τόσο πολιτισμένος και μιλούσε τόσο τέλεια τα γαλλικά, για να τους εξηγήσει το καθετί. Ο ευγενικός φίλος δέχθηκε ευχαρίστως, του παρουσίασα τους ξένους μου στο δωμάτιό του, ένα καμαράκι υπερώου, στο απάνω πάτωμα κάποιου ξενοδοχείου της πλατείας του Συντάγματος, που, με το τίποτα και με την λεπτότατη καλαισθησία του, το είχε μεταβάλει σε μια καλλιτεχνική γωνίτσα, και συμφωνήσανε την άλλη μέρα να πάνε στην Ακρόπολη. Ήτανε Ιούλιος μήνας και τους πήγε στον Ιερό Βράχο καταμεσήμερο, λέγοντάς τους, ότι μονάχα αυτήν την ώρα, ζούνε τα μάρμαρα, και μονάχα αυτήν την ώραν θα μπορούσανε να αισθανθούν στην σάρκα τους τον παλμόν της μυστικής των ζωής, κάτω από τα φιλιά του Απόλλωνα. Και οι δυο νέοι Ρώσοι, που ήσαν αρκετά μυστικόπαθοι, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της φυλής τους, όταν κατέβηκαν, ξεθεωμένοι από τη ζέστη και την αντηλιά, βεβαίωναν, ότι, πράγματι, κάποιος θείος «ιχώρ» κυκλοφορούσε, την ώρα εκείνη, στην σάρκα των αρχαίων μαρμάρων. Με τέτοια φυσιολατρεία, ο μεγαλύτερος έπαινος που μπορούσε να μου κάνει, ο αλησμόνητος φίλος, ήτανε να μου στείλει κάποτε, ύστερα από το διάβασμα κάποιας σελίδας μουδε θυμάμαι πια τι ήταν και πού είχε δημοσιευθεί,ένα γραμματάκι, όπου με το μεγάλο, ιδιόρρυθμο, γραφικό του χαρακτήρα, είχε χαράξει τις λίγες αυτές γραμμές:

«Πόσον ωραία βαδίζεις προς το Ελληνικόν φως».

Το περίεργο είναι, ότι ο ελληνολάτρης αυτός, που ονειρευότανε μια ελληνική αναγέννηση στα γράμματα, στην τέχνη, στη ζωή, με την απόλυτη κυριαρχία της ελληνικής γραμμήςη λέξη «γραμμή» έπαιζε μεγάλο και σχεδόν μεταφυσικό ρόλο σε όλα του τα γραψίματαδεν είχε τίποτε ελληνικό στο ύφος ο ίδιος.

Του έλειπε το μέτρο, η λιτότης, η απλότης, η ευρυθμία. Το γράψιμο του ήτανε εμφαντικό, φορτωμένο, ακατάστατο, αφηνιασμένο, «βάρβαρο», με μια λέξη, στην αρχαία σημασία του όρου.

 Θέλεις να μας ελληνοποιήσεις, καημένε Περικλή, και είσαι ο τελευταίος των βαρβάρων…του είπα χωρατεύοντας κάποτε.

Και το επίστευα.

Έγραφε ακατάσχετα, χωρίς διακοπή. Και, όπως με βεβαίωσε ο φίλος Επισκοπόπουλος, ο σημερινός Nicolas Segur, που ήταν περισσότερο κοντά του, είχε στοίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του. Πολύ λίγα απ’ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά, ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Ποσειδώνα.

Αλλά στα λίγα έργα, που άφησε ο Γιαννόπουλοςάρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες και τα περίφημα δύο μανιφέστα του «Προς το Πανελλήνιον Κοινόν»κοντά στα ουτοπιστικά πλάσματα της φαντασίας του, πόση εκφραστική δύναμη, κάποτε και τι μοναδικοί χαρακτηρισμοί προσώπων και πραγμάτων. Ο χαρακτηρισμός, έξαφνα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ως ενός ανθρώπου, που με το ένα χέρι κρατεί αρχαία δακρυδόχη, για να δεχτεί τα δάκρυα μιας Αυτοκρατόρισσας, και με το άλλο ανακατεύει έναν τενεκέ με σκουπίδια, έμεινε ιστορικός. Και ο άκακος χαρακτηρισμός του μακαρίτη Πεσματζόγλου, που πλούτιζε τότε την Αθήνα και τα προάστια από μέγαρα και επαύλεις διαφόρων ρυθμών, με το πρωτότυπο επίθετο «τρελοσπιτάς», έμεινε σαν ένα μονολεχτικό επίγραμμα.

Ο θαυμασμός τουένας απεριόριστος λυρικός θαυμασμός σε καθετί που νόμιζε ελληνικό,δεν περιοριζότανε στην φύση και στην αρχαιότητα. Ο «ελληνικός άνθρωπος» ήτανε, γι’ αυτόν, το τελειότερο δείγμα του ανθρώπου, που έπλασε η Φύση. Και εξακολουθούσε να είναι.

Όλων των άλλων φυλών οι άνθρωποι ήσαν, απλούστατα, «ανθρωποειδείς».

Ο τελευταίος χαμάλης της προκυμαίας του Πειραιώςμου είπε κάποτε, χωρίς καμιά διάθεση να αστειευθείείναι πλάσμα ανώτερο από τον πιο πολιτισμένο Ευρωπαίο.

Δεν έμεινε, λοιπόν, παρά να λάβει ο σύγχρονος παραστρατημένος ρωμιός συνείδηση της υπεροχής του και να οδηγηθεί προς το «ελληνικό φως», για να ξαναφανερωθεί πάλι το ελληνικό θαύμα και να ξανανθίσει ο αρχαίος πολιτισμός. Και σ’ αυτή την ωραία φανταστική προσπάθεια είχε αφιερώσει, με ανάλογα φανταστικά μέσα, όλη του την ωραία ζωή. Φυσικά, με μια τέτοια ψυχοσύνθεση, ο θεωρητικός κλασικισμός του δεν ήτανε, στην ουσία του και στην έκφρασή του, παρά ένας άκρατος ρομαντισμός.

Ο καημένος ο Περικλής! Κάτω από την ευγενικότατη παράσταση του ωραίου αυτού νέου, με τα τεφρόξανθα μαλλιά, τα πνευματικότατα γαλανά μάτια, το άψογο ανοιχτόχρωμο ντύσιμογιατί και παλιά ακόμα τα ρούχα του, φάνταζαν σαν της πρώτης φρεσκάδαςμε το λευκό πάντα μαλακό λαιμοδέτη και το κλαδί της ελιάς ή το άνθος της μυγδαλιάςσυχνά και η “αττική άκανθα” έπαιρνε τις τιμές της μπουτονιέρας τουκάτω, λοιπόν, από την πλούσια αυτή παράσταση, κρυβότανε ένας φτωχός, που έκρυβε περήφανα τη φτώχεια του και που είχε μείνει πολλές ημέρες νηστικός, επειδή δεν είχε να φάει.

Δεν μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Ο Γιαννόπουλος ήτανε ανίκανος για κάθε πεζή βιοποριστική εργασία, ξένη με τα ιδανικά του. Είχε πλούσιους συγγενείς και πλούσιους φίλους, που θα μπορούσαν και θα ήσαν ευτυχισμένοι να τον βοηθήσουν. Δε δέχτηκε ποτέ τίποτε από κανένα. Και, όταν μια φορά η αδελφή του, που είχε μάθει την κατάστασή του, του έστειλε κάποιο γενναίο ποσό από τη Σύρα, όπου έμενε, το γύρισε αμέσως με το άλλο ταχυδρομείο. Ο γαμπρός του τότε, που αντιπροσώπευε μία μεγάλη ξένη ατμοπλοϊκή εταιρεία μεταναστεύσεων, για να του δώσει μια πρόφαση εργασίας, ώστε να κερδίζει τη ζωή του, χωρίς να απασχολείται και υπερβολικά, τον διόρισε στο πρακτορείο του Πειραιώς, όπου άλλος διευθυντής θα είχε να κάνει όλη την πραγματική εργασία. Δέχτηκε στην αρχή με ευχαρίστηση. Και με προσκάλεσε μάλισταήμουν τότε γιατρός στο Π. Ναυτικόν’ αναλάβω την ιατρική επιθεώρηση των μεταναστών του γραφείου του. Δέχτηκα κι εγώ ν’ αφιερώνω λίγες ώρες, που μου περίσσευαν από την υπηρεσία μου, στην εργασία αυτή, περισσότερο από την έλξη της συντροφιάς του Γιαννόπουλου, παρά από την έλξη ενός ασήμαντου κέρδους. Και έτσι κάθε απόγεμα ανταμώναμε με τον Περικλή γύρω από ένα τραπεζάκι καφενείου, στην πλατεία Θεμιστοκλέους, μπροστά στο μεταναστευτικό γραφείο.

Δεν πρέπει να υποθέσει κανείς, ότι ο Γιαννόπουλος είχε πάρει τη νέα του θέση στ’ αστεία. Μόνο αργόμισθος δε θα δεχότανε να γίνει ποτέ. Είχε αφιερωθεί, απεναντίας, ολόψυχα στην δουλειά του και μελετούσε το μεταναστευτικό ζήτημα, με τον τρόπο το δικό του. Στους Έλληνές του, που μπαρκάρανε για την Αμερική, έβλεπε τους αποστόλους, που πήγαιναν να εκπολιτίσουν τους “ανθρωποειδείς” του Νέου Κόσμου. Και ήταν περήφανος, που συνεργαζότανε στην ελληνική αυτή κατάκτηση του κόσμου. Για ώρες ολόκληρες τον άκουγα να μου μιλεί, αποκλειστικά τώρα, στο λαϊκό καφενείο της προκυμαίας, για τα μεταναστευτικά ζητήματα, που είχε γίνει τέλειος κάτοχός τους, με την οξύτητα της παρατηρήσεώς του. Άξαφνα όμως δεν ξεύρω τι τον έκαμε ν’ αλλάξει ιδέα. Και, πράκτορας αυτός μεταναστευτικού γραφείουκαι είναι γνωστό τι μέσα μηχανεύονται τα μεταναστευτικά γραφεία, για να προσηλυτίσουν μετανάστεςαυτός άρχισε να κατηχεί τους πελάτες του γραφείου να μην μεταναστεύουν. Επειδή όμως η συνείδησή του δεν του επέτρεπε να εργάζεται σ’ ένα γραφείο, υπονομεύοντας ο ίδιος τα συμφέροντά του, παραιτήθηκε. Και ξανάπεσε πάλι στην περήφανη φτώχεια του και στη μυστική του δυστυχία.

Μόνο ένας περιφρονητής του χρήματος σαν κι αυτόν μπορούσε να κάνει τέτοια πράματα. Και για την περιφρόνηση του προς το χρήμα θα έφτανε ν’ αναφέρω μια χαρακτηριστική σκηνή, που μου έμεινε βαθιά εντυπωμένη.

Μια παραμονή πρωτοχρονιάς, παίζαμε χαρτιά στο σπίτι του μακαρίτη μουσικού Αξιώτη. Ήτανε κι ο Γιαννόπουλος, που ακολουθούσε το παιγνίδιμπακαρά σεμέν ντε φερχωρίς να παίζει. Με τα πολλά, τον καταφέραμε να κάνει ένα γύρο για το καλό του χρόνου. Έβγαλε δυο τάλιρατα μόνα, που είχε, όπως έμαθα αργότερα από τον ίδιο, απάνω τουκαι όταν ήρθε η σειρά του, έκανε μπάγκο. Κέρδισε τρεις φορές. Του είπα τότε, καθώς καθόμουνα κοντά του, ότι είχε το δικαίωμα ν’ αποσύρει και να ξαναβγεί με ένα μικρό ποσό.

 Τ’ αφήνω όλα… είπε, χωρίς να με προσέξει.

Ξανακέρδισε.

 Τ’ αφήνω όλα.

 Τι κάνεις εκεί; του ψιθύρισα. Θα πέσεις και θα τα χάσεις όλα σου τα κέρδη μαζί με το κεφάλαιό σου. Αυτό είναι τρέλα…Τράβηξε τα λεφτά σου.

 Τ’ αφήνω όλα… ήτανε και πάλι η απάντησή του.

Όλοι του ποντάριζαν, περιμένοντας να πέσει από στιγμή σε στιγμή. Η τύχη όμως τον ευνοούσε απίστευτα. Έκανε δεκατρείς πάσες στην αράδα. Μπροστά του είχε συσσωρευθεί ένας λόφος από χαρτονομίσματα.

 Είσαι τρελός… του ψιθύρισα πάλι. Δεν μπορείς να κερδίζεις αιωνίως. Τράβηξε τα λεφτά σου. Θα πέσεις….

 Το ξέρω μου είπε ψυχρά.

Και γυρίζοντας προς τους πονταδόρους, που τον ρωτούσαν πόσα αφήνει.

 Τ’ αφήνω όλα… ξαναείπε.

Έπεσε.

 Τα βλέπεις, τώρα; του είπα.

Γαλήνιος, ατάραχος, γελαστός, σα να μην του είχε συμβεί τίποτε, μου αποκρίθηκε.

 Μήπως δεν το ήξερα πως θα πέσω;

Και αποσύρθηκε σ’ ένα καναπεδάκι, χωρίς πεντάρα στην τσέπη, με το καλύτερο κέφι του κόσμου, για να εξακολουθήσει αμέριμνα το διάβασμα κάποιου περιοδικού, που είχε βρει απάνω σ’ ένα τραπέζι.

Εννοείται, ότι τίποτε δεν άλλαξε στον κόσμο και στην Ελλάδα, με το κήρυγμα και το παράδειγμα του Περικλή Γιαννόπουλου. Το «Πανελλήνιον Κοινόν» έμεινε ολότελα αδιάφορο προς τα φλογερά μανιφέστα του και η προφητική του φωνή έσβησε, χωρίς καμιά απήχηση, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».

Για πολύν καιρόν, από τότε, ο Γιαννόπουλος δεν ακούστηκε πια. Είχε απελπισθεί τάχα κι ο ίδιος από το ιδανικό του ή είχε συγκεντρωθεί περισσότερο σ’ αυτό και, τραβηγμένος από την ζωή, είχε κλεισθεί μέσα στα τείχη της ουτοπίας του και ζούσε με τις σκιές και τα φαντάσματα ενός κόσμου, που τον είχε πλάσει ο ίδιος; Δεν εμάθαμε παρά την ηρωική του έξοδο.

Ένα πρωί, πλημμυρισμένο από φωςτο ελληνικό φως, που τον είχε μεθύσει σε όλη του τη ζωή, σα δυνατό, παλαιό κρασίκαβαλίκεψε ένα άσπρο άλογο, τράβηξε προς το Πέραμα, με γρήγορο καλπασμό, και, όταν αντίκρισε μπροστά του τα βουνά της Σαλαμίνας, κατέβηκε στο γιαλό, προχώρησεφανταστικός καβαλάρηςστα γαλανά, διάφανα νερά, κράτησε τα ηνία του αλόγου του σ’ ένα σημείο, πυροβόλησε την καρδιά του, με το όπλο που κρατούσε απάνω του, κι έπεσε, νεκρός, από τη σέλα του, μέσα στα ιερά κύματα, που τον δέχτηκαν, αδιάφορα κι αυτά σαν τους ανθρώπους, για να τον ξεβράσουν στο ακρογιάλι της Ελευσίνος, που του έγινε τάφος, με λίγα λουλούδια του αγρού, που είχαν σκορπίσει απάνω στο ωραίο σώμα του νεκρού Αδώνιδος, ευλαβητικές, χωριάτισσες παρθένες.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος δε στάθηκε τυχερότερος στο έργο του θανάτου του από το έργο της ζωής του. Θέλησε να δημιουργήσει έναν ελληνικό θάνατο και πραγματοποίησε ένα θάνατο, που θα ταίριαζε περισσότερο στον Δον Κιχώτη, παρά σ’ έναν Έλληνα «εστέτ». Η Μοίρα του Μαγχησίου Ιππότη στάθηκε έτσι η Μοίρα της ζωής και του θανάτου του, μια Μοίρα βαρβαρικιά τραγική.

 

 

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

Για το μουσικότατο ποιητή των «Σκιών» μου είναι μια ε­ξαιρετικά ευχάριστη ανάμνηση, ότι τον δέχτηκα, σα πνευ­ματικός ανάδοχος, απ’ την κολυμπήθρα της Ποιήσεως, και ότι αποστήθισα, μ’ ένα κάποιον τρόπο, μπροστά στο βωμό, για τον ανήλικο, το Σύμβολο της ποιητικής Πίστεως.

Εκείνον τον καιρό μαζευόμαστε, κάθε βράδυ, στο σπί­τι κάποιου εξαδέλφου μου στον Πειραιά, μερικοί φίλοι, όπως ο Στρατήγης, ο Κερκυραίος Ρηνόπουλος, ο ποιητής του λιμπρέτου του «Υποψηφίου», του πρώτου ελληνικού μελο­δράματος του Ξύντα, ο Κερκυραίος επίσης δικηγόρος και λόγιος Μανούσος — δε θυμούμαι αν κανένας άλλος ακόμη — και μιλούσαμε, συνήθως για φιλολογία και τέχνη. Στην συντροφιά μας ήτανε και ο Θεόδωρος Συριώτης, ένας, τύ­πος σιωπηλού στωικού, που δεν ανακατευότανε με την φι­λολογία, αγαπούσε όμως, φαίνεται, ν’ ακούει τις ομιλίες μας, ίσως επειδή δεν ήτανε υποχρεωμένος να μιλεί ο ίδιος. Αργότερα αποδείχτηκε, ότι ο καλός αυτός άνθρωπος, όχι μόνο δεν ήτανε άσχετος με τις Μούσες, αλλά συγγένευε στενότατα μ’ αυτές, αφού ήτανε θείος — αδελφός της μητέρας — του Λάμπρου Πορφύρα.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ο σιωπηλός Θεόδωρος, άνοιξε το στόμα του, για να μας πει — φανταζότανε ότι το πράγμα μας ενδιαφέρει — ότι το ανιψάκι του, ο Δημητράκης Σύψωμος, μαθητής του Γυμνασίου, έγραφε ποιήματα. Το γνωρίζαμε όλοι το μικροκαμωμένο, χλωμό και δειλό παιδάκι, που έ­βγαινε συχνά με το θείο του στον περίπατο και που φαινό­τανε πολύ μικρότερο από την ηλικία του. Και εννοείται, ότι ακούσαμε την είδηση με σχετική αδιαφορία. Τι ποιήματα, επί τέλους, μπορούσε να γράφει ο Δημητράκης; Οπωσδήποτε για να ευχαριστήσουμε το θείο του, που φαινότανε να επιθυμούσε μια έγκυρη γνώμη για τους στίχους του μικρού ανιψιού του, του είπαμε:

 — Δεν του παίρνεις κανένα απ’ τα ποιήματα αυτά να μάς το φέρεις να το ιδούμε για περιέργεια;

Το άλλο βράδυ ο Θεόδωρος μας έφερε περισσότερα από ένα, γραμμένα απάνω σε χαρακωμένα φύλλα, σχισμένα από κάποιο τετράδιο. Τα μοιρασθήκαμε κι αρχίσαμε να τα δια­βάζουμε, καθένας χωριστά. Έξαφνα ο ένας άρχισε να κοιτάζει τον άλλο.

 — Λες να είναι δικά του;

 — Δεν ξέρω. Αυτό εδώ σα να μου θυμίζει κάποιο ποίημα του Δροσίνη.

 — Μα κι αυτό εδώ μου φαίνεται πως το έχω ξαναδιαβάσει κι εγώ. Νομίζω πως είναι του Πολέμη…

 — Κάπου το έχω διαβάσει κι αυτό. Δε θυμούμαι όμως πού.

Είχαμε καταλήξει δηλαδή, απάνω κάτω, στο συμπέρασμα, ότι τα ποιήματα του μικρού ήσαν απλές αντιγραφές, που μας τις παρουσίαζε για δικές του. Κάτι τέτοιο δεν έτρεχε βέβαια. Αλλά οι στίχοι και η κατασκευή γενικά των ποιη­μάτων ήσαν σχεδόν άφταιστα για ένα παιδάκι της ηλικίας του και δικαιολογούσαν κάθε υποψία. Όπως φάνηκε, εκ των ύστερων, ο μικρός δεν ήταν λογοκλόπος. Είχεν επηρεασθεί, απλώς, από τους ποιητές που διάβαζε, εκείνον τον καιρό.

Γι’ αυτό ακριβώς όλοι, ενώ είχαμε σχεδόν τη βεβαιότη­τα, ότι τα ποιήματα αυτά τα είχαμε ξαναδιαβάσει κάπου, δεν μπορούσαμε να θυμηθούμε, ούτε ποιανού ήσαν, ούτε πού τα διαβάσαμε. Μέσα στη γενική αυτή απορία, επρότεινα τότε να γίνει ένα πείραμα.

 — Άκουσ’ εδώ, αγαπητέ Θόδωρε… είπα στο θείο του μι­κρού, που μάταια περίμενε από έναν κύκλο ειδικών μια ο­ριστική, τέλος πάντων, κρίση για τα έργα του ανιψιού του. Απ’ αυτά εδώ τα ποιήματα, που μάς έφερες δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτε. Θα δώσουμε λοιπόν, ένα θέμα στο Δημητράκη. Απάνω σ’ αυτό θα γράψει ένα ποίημα και θα μας το φέρεις να το ιδούμε. Λοιπόν το θέμα μας είναι: «Η επιστροφή του ναύτη». Ένα ναυτόπουλο γυρίζει με το κα­ράβι στο νησί του. Τα άλλα θα μας τα πει ο ποιητής. Είχα διαλέξει επίτηδες το κοινό αυτό θέμα, που μπορούσε να δώσει μια απλή και εύκολη έμπνευση, σα θέμα γνώριμο σ’ ένα παιδί, που είχε γεννηθεί και ανατραφεί κοντά στη θά­λασσα και τα καράβια της. Και, το άλλο βράδυ, ο μικρός ποιητής μας έστειλε το ποίημα του. Λοιπόν, ομολογώ, ότι λίγες φορές δοκίμασα τέτοια έκπληξη στη ζωή μου. Ενώ όλοι περιμέναμε, το πολύ πολύ, μια όμορφη κοινοτοπία, ο μικρός ποιητάκος μας έδειξε, πως και από το κοινότερο θέμα, ένας ποιητής, που αισθάνεται αληθινά, μπορεί να βγάλει ένα πρωτότυπο καλλιτέχνημα. Είχε πάρει, πράγματι, το θέμα του τόσο ασυνήθιστα, είχε αποφύγει τόσο απίσ­τευτα όλα τα χιλιοειπωμένα απάνω σ’ αυτό, το είχε διαχει­ρισθεί με τόση ατομικότητα, ώστε η ευκολία που θέλησα να του δώσω, διαλέγοντας το θέμα αυτό, έγινε γι’ αυτόν μια δυσκολία, που βρήκε τη δύναμη να την κατανικήσει, με μια μαεστρία ανέλπιστη για την ηλικία του. Όσες λεπτομερειακές ατέλειες κι αν είχε το ποίημα, μας έδειχνε όμως καθα­ρά, ότι είχαμε μπροστά μας έναν γεννημένο ποιητή.

Και τώρα, που θυμάμαι την παλιά αυτή, συμπαθητική ιστορία, αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συχώρεση από το Λάμπρο Πορφύρα, για την ταπείνωση, που επέβαλα, τη μακρινή εκείνη ημέρα, στο Δημητράκη Σύψωμο, υποχρεώ­νοντας τον να δώσει εξετάσεις μπροστά μου.

Ο Δημητράκης, μαθαίνοντας από το θειο του την ευνοϊκή μας κρίση, ήρθε δειλά, την άλλη μέρα, στο σπίτι μου και μου ’φερε μερικά νέα ποιήματά του, γραμμένα πάντα σε σχι­σμένα φύλλα μαθητικών τετραδίων. Η επιτυχία του στο «Γυρισμό του Ναύτη», δεν ήτανε τυχαία. Όλα τα ποιήμα­τα, που μου είχε φέρει, έδειχναν, ποιο περισσότερο ποιο λιγότερο, τον ποιητή, που δεν ήτανε φόβος να σταματήσει στα πρώτα του αυτά δοκίμια. Ένα μάλιστα απ’ αυτά, χωρίς τίτλο, θυμούμαι ότι μου ’κανε ξεχωριστήν εντύπωση. Το τιτλοφόρησα: «Η θλίψη του μαρμάρου» και παρακάλεσα το μικρό ποι­ητή να μου το αφήσει να το δώσω σε κανένα περιοδικό. Μου το άφησε, με συγκίνηση, κι έφυγε σκυφτός και κάπως φο­βισμένος. Το άλλο πρωί, ήρθε στο σπίτι μου ο μακαρίτης Γ. Κριτής, Πειραιώτης δημοσιογράφος, που έβγαζε, την ε­ποχή εκείνη, το περιοδικό «Στάδιον».

 — Μου ετοιμάσατε ύλη; μου είπε, θυμίζοντάς μου κάποια υπόσχεση συνεργασίας.

 — Εγώ δε σου ετοίμασα… του είπα. Θα σου δώσω όμως ένα ποίημα κάποιου νέου ποιητή, που θα σε αποζημιώσει για τη δική μου απουσία.

Ξίνισε τα μούτρα του.

 — Είναι τίποτα; μου είπε περιφρονητικά.

 — Βάλ’ το υπ’ ευθύνη μου… του εδήλωσα.

Και του παρέδωσα τη «Θλίψη του Μαρμάρου».

Μόλις εκυκλοφόρησε το «Στάδιο»,το ποίημα του Πορφύρα έγινε αντικείμενο γενικής ομιλίας στους πειραιώτικους κύ­κλους. Κανένας δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ήτανε έργο ενός μικρού μαθητάκου. Όταν το περιοδικό έφτασε στο γραφείο του «Άστεως», όπου συνεργαζόμουν τότε, ο φίλος Στέφανος Στεφάνου, τακτικός συντάκτης του φύλλου, που έ­γραφε τότε κι αυτός συμβολικά ποιήματα, με ρώτησε, αν γνωρίζω τον νέο, που είχε γράψει τη «Θλίψη του Μαρμά­ρου». Του έδωκα όλες της σχετικές πληροφορίες.

 — Μα αυτό — μου είπε — είναι πρώτης γραμμής ποίημα. Το άλλο πρωί είχε δημοσιευθεί, με έναν επαινετικότατο πρόλογο, γραμμένον από τον Στεφάνου, στο «Άστυ», που στα φιλολογικά ζητήματα ήτανε μια εφημερίδα, που δε χάριζε κάστανα πολύ εύκολα, και όπου η τελευταία φιλολογική γραμμούλα έπρεπε να περάσει από αυστηρότατο έλεγχο, πριν πάει στο τυπογραφείο. Επομένως η τιμητική αναδημοσίευση του ποιήματος του Πορφύρα, στη στήλη των χρονικών του, ήτανε για τον πρωτόφαντο ποιη­τή μια καθιέρωση.

Έτσι ο Πορφύρας — σπάνιο φαινόμενο στη φιλολογική ζω­ή όλων μας — καθιερώθηκε με την πρώτη του εμφάνιση.

Και είναι ίσως ο μόνος ποιητής, που δεν έχει εις βάρος του «νεανικά αμαρτήματα» από κείνα, που βρίσκεται κανείς κα­τόπι στην ανάγκη να αγνοήσει ή να αποκήρυξει. Εννοείται, ότι με μια τέτοια επιτυχία οι πόρτες όλων των περιοδικών του ανοίχθηκαν διάπλατα, οι φιλολογικοί κύκλοι τον δέχθηκαν με όλες τις τιμές και ο Παλαμάς τον προσφωνούσε από τότε «jeune maître».

Μία περιπέτεια της ακύμαντης ζωής του Πορφύρα, με την οποία βρέθηκα τυχαία ανακατωμένος, ήτανε η περιπέτεια της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Σωστή περιπέτεια για ένα νέον ασθενικό, όπως ήτανε τότε, που υπόφερε διαρκώς από το στομάχι του, που είχε συχνά ζαλάδες και λιποθυμίεςαποτελέσματα όλα μιας νευρικότητος χαϊδεμένου παιδιού — και που για να φάει με τους φίλους του έξω από το σπίτι, αναγκαζότανε να φέρνει μαζί του δύο φρέσκα αυγά της η­μέρας, στα οποία περιοριζότανε, τις περισσότερες φορές, όλο του το γεύμα. Πώς ν’ ανθέξει ένας τέτοιος μεταξωτός οργανισμός στη σκληρή ζωή του στρατώνα και στους κόπους των γυμνασίων; Και ο μεγαλύτερος κίνδυνος γι’ αυτόν θα ή­τανε να τον στείλουν στα σύνορα, — ήτανε τότε οι παραμονές της εκστρατείας του 1912 — μακριά από το σπίτι του, ξένον ανάμεσα σε ξένους, έναν αριθμό μες στους άλλους. Αν δεν έ­μενε στη μέση κάποιας πορείας — συλλογιζόμαστε όλοι — χωρίς άλλο θα ξεψυχούσε σε κάποιο κρεβάτι στρατιωτικού θερα­πευτηρίου ο φτωχός ο Δημητράκης. Και έπρεπε με κάθε τρόπο να τον σώσουμε. Κάποιος φίλος έλαβε τότε μία σοφή έμπνευση:

 — Δε γράφεις — μου είπε — στον Πρίγκιπα Νικόλαο;

Από το ταξίδι μου στην Κεττίγνη, με κάποιο πολεμικό, που είχε συνοδεύσει τον Έλληνα Πρίγκιπα ως το Κάτταρο, για να παρευρεθεί στους γάμους του Διαδόχου του Μαυρο­βουνίου, και από κάποια συνεργασία μου αργότερα σε μια κριτική επιτροπή στρατιωτικών τραγουδιών, που συνεδρία­ζε, υπό την προεδρία του, στο παλάτι του, είχα γνωρισθεί τότε κάπως στενότερα με τον πρίγκιπα-συγγραφέα και βρή­κα φυσικό να του γράψω ένα γράμμα και να ζητήσω την προστασία του για ένα, εκλεκτό ποιητή — συνάδελφό του, τέ­λος πάντων, στα γράμματα — που, ασθενικός, όπως ήταν, υ­πήρχε φόβος — αυτά έγραφα απάνω κάτω — να τον χάσει η Ποίηση, χωρίς να κερδίσει τίποτε απ’ αυτόν η Πατρίδα. Ο Πρίγκηψ, που ήτανε αρχηγός τότε της ζώνης του εσωτερι­κού, όπως την έλεγαν, δέχθηκε με ευμένεια την παράκλησή μου και έδωκε, πράγματι, διαταγή να αποσπασθεί ο Πορφύρας σε κάποια υπηρεσία των εμπέδων. Σε λίγες ημέρες, που τον είδα, δεν μου φάνηκε και πολύ ενθουσιασμένος.

 — Πώς τα περνάς Δημητράκη — τον ρώτησα — στη νέα σου υπηρεσία;

 — Πώς να τα περνώ; μουρμούρισε. Πάω και ποτίζω τα μουλάρια, κάθε πρωί.

Από τον Πήγασο ως τα μουλάρια του στρατού, η διαφο­ρά ήτανε βέβαια καταπληκτική. Και, όπως μου διηγήθηκε αργότερα κάποιος, που έτυχε να ιδεί τον Πορφύρα στη θλι­βερή αυτή ώρα της υπηρεσίας του, αυτός που τόσο νωρίς είχε δαμάσει τον Πήγασο, δεν μπορούσε να δαμάσει τα μουλάρια του, που του φεύγανε στο δρόμο και αναγκαζότανε να τα κυνηγάει λαχανιασμένος για να τα συμμαζέψει. Η ζωή όμως αυτή όχι μόνο δεν τον αφάνισε, όπως είχαμε φοβηθεί όλοι μας, αλλά και τον έκανε αγνώριστο. Μια ημέρα τον είδα με ροδοκόκκινα μάγουλα.

 — Καλά σε βλέπω Δημητράκη... του είπα. Να χτυπήσω ξύλο.

 — Μ’ έσωσαν οι σκουράντζοι… ήταν η απάντησή του.

 — Τι είναι αυτοί οι σκουράντζοι; τον ρώτησα.

 — Σκουράντζοι είναι, φίλε μου — μου εξήγησε — οι βρομορέγγες, που τρώμε, πρωί πρωί, σε καμιά εξοχική ταβερ­νούλα, μαζί με τους συναδέλφους, ύστερ' από τα γυμνάσια, βρέχοντάς τους με κανένα εκατοσταράκι ρετσίνα.. Λοιπόν, σε βεβαιώνω, ότι αφότου άρχισα τη δίαιτα αυτή, έγινα άλλος άνθρωπος.

 — Και τους χωνεύεις, θηρίο;

 — Ποτέ μου δε χώνεψα καλύτερα.

Ο άνθρωπος, που έπαιρνε κάθε πρωί, το γαλατάκι του και το αυγουλάκι του και του φέρνανε φούσκωμα, είχε τώρα αντικαταστήσει το πρωινό του «ρόφημα», με σκουράντζαυς, κουραμάνα και ρετσίνα και ήτανε θαυμάσια στην υγεία του. Από τότε ο Πορφύρας έγινε, πράγματι, όπως το είπε και ο ίδιος, «άλλος άνθρωπος». Και κάθε φορά, που τον βλέπω, τώρα, γερό και ροδοκόκκινο και φέρνω στο νου μου το χλω­μό και ασθενικό παιδί των παλαιών χρόνων, θυμάμαι άθελα τους «σκουράντζους» του στρατώνα και την ανέλπιστη υπη­ρεσία, που προσφέρανε στην ελληνική Ποίηση.

Για τον αγαπητό μου ποιητή και φιλολογικό μου βαφτι­στικό, που έκανε τιμή στο νουνό του, έχω, ως τόσο, μια τύψη συνειδήσεως, που αισθάνομαι τώρα, την ανάγκη να ξεμολογηθώ απέναντι Θεού και ανθρώπων. Έγινα αφορμή, από ένα άκακο αστείο, που είχα διηγηθεί σε κάποιον κύκλο συναδέλφων, να του βγει το όνομα του φιλάργυρου. Και τι φιλάργυ­ρου; Φιλάργυρου στην ποιητική του περιουσία. Ένα μοναδι­κό, δηλαδή, και πρωτάκουστο είδος φιλαργυρίας. Το άκακο αυτό αστείο έγινε από την έξης αφορμή. Κάποτε, που έτυχα στο σπίτι του Πορφύρα, ο ποιητής θέλησε να μου διαβάσει κάποιο καινούργιο ποίημά του. Μέσα στο γραφείο του ήτανε ένα παλιό, σιδερένιο χρηματοκιβώτιο του πατέρα του, που ο Πορφύρας το χρησιμοποιούσε ως απλό ντουλάπι. Εκεί μέσα είχε ριγμένα, έτσι πρόχειρα, και μερικά χειρόγραφά του. Άνοιξε, λοιπόν, το χρηματοκιβώτιο, έβγαλε το ποίημά του, μου το διάβασε και το ξανάριξε πάλι μέσα, κλείνοντας τη βαριά πόρτα του χρηματοκιβωτίου. Το φαινόμενο, βέβαια, δεν ήτανε στερημένο από κάποια εύθυμη πρωτοτυπία, μολονότι τόσο φυσικό και τόσο χωρίς σημασία για τον ποιητή. Κάτι του είπα τότε — θυμούμαι — γελάσαμε για το περίεργο αυτό ποιητικό θησαυροφυλάκιο και το πράγμα θα έμενε ως εκεί, αν, βγαίνοντας από το σπίτι του Πορφύρα, δεν τύ­χαινε να βρεθώ σ’ έναν κύκλο κακόβουλων συναδέλφων.

 — Τα μάθατε; τους είπα σπρωγμένος από το δαίμονα της φάρσας. Ο Πορφύρας, που νομίζετε πως γράφει ένα ποίημα το χρόνο, έχει ολόκληρη περιουσία από στίχους.

Η αποκάλυψη μου αυτή έκανε φυσικά, εντύπωση στους συναδέλφους, που ξέρανε όλοι, ότι ο Πορφύρας ήτανε σοφά και αριστοκρατικά μετρημένος στην παραγωγή του.

 — Είναι δυνατό; μου είπαν.

 — Εβεβαιώθηκα με τα μάτια μου, σήμερα το πρωί… τους πληροφόρησα.

 — Και αφού έχει τόσα ποιήματα, όπως λες, γιατί φέρνει τόσες δυσκολίες, όταν του ζητούν στίχους του από τα περι­οδικά;

 — Διότι, απλούστατα, είναι ένας ελεεινός τσιγκούνης. Κρα­τεί κλεισμένα τα ποιήματά του σ’ ένα σιδερένιο χρηματοκι­βώτιο, που το αγόρασε γι’ αυτό το σκοπό. Εκεί μέσα έχει κλειδωμένους τους θησαυρούς του και, όταν αποφασίσει να βγάλει κανένα, τα χέρια του τρέμουν, όπως τρέμουν τα χέ­ρια όλων των φιλάργυρων. Σήμερα το πρωί, σας λέω, τον είδα, με τα μάτια μου, ν’ ανοίγει την ποιητική του κάσσα και να βγάζει από μέσα ένα ποίημα, για να το παραδώσει, με χίλια βάσανα, σε κάποιο διευθυντή περιοδικού, που του το είχε ζητήσει.

Εννοείται, πως δεν άργησε να διαδοθεί ότι ο Πορφύρας είχε αγοράσει εξεπίτηδες χρηματοκιβώτιο και είχε κλείσει μέσα του, ο τρομερός αυτός Σάιλοκ, τους ποιητικούς του θησαυρούς.

Και ποιος, ξέρει, αν δεν υπάρχουν ακόμα άνθρωποι, που εξακολουθούν να πιστεύουν τον αστείον αυτό μύθο. Αλλά, δεν πρέπει να λησμονούμε, πως για να βγάλει κανείς τη φή­μη του φιλάργυρου, πρέπει, πρώτα από όλα, να είναι πλού­σιος. Και ο Πορφύρας είναι ένας εκατομμυριούχος του στί­χου.

 

 

 

αλεξανδροσ παπαδιαμαντησ

 

Σε μια, αναλλοίωτη, πάντα την ίδια, εικόνα μου τον ξα­ναφέρνει η φαντασία μου τον ασύγκριτο συγγραφέα των α­πλών και ταπεινών ανθρώπων. Σκυφτός, με τα χέρια σταυ­ρωμένα εμπρός, προχωρεί βιαστικά στο πεζοδρόμιο της λε­ωφόρου Αμαλίας, σαν ανήσυχος να προφτάσει κάποιον, που φεύγει μπροστά του. Όπως τον είδα, δηλαδή, ένα φθινο­πωρινό δειλινό μακρινής ημέρας.

 — Για πού τόσο βιαστικός, Αλέξανδρε;

 — Πάω να προφτάσω τον Ήλιο…

Κλεισμένος μέσα στα γραφεία της «Ακροπόλεως», ως τις βραδινές ώρες, για να προφτάσει μια αχάριστη μεταφραστική εργασία, που έπρεπε να την παραδώσει εγκαίρως στο αχόρ­ταγο πιεστήριο, δεν πρόφτανε ποτέ τον ήλιο στο στερέω­μα. Και, σχολάζοντας λίγο νωρίτερα, τη μέρα εκείνη, έτρεχε να χαρεί τις τελευταίες του αχτίδες έξω στο Ζάππειο, κάτω από την Ακρόπολη, στο τελευταίο σημείο, που θα μπο­ρούσε ίσως να προφτάσει ακόμα τον ουράνιο ταξιδιώτη, όπως τρέχει κανένας, την τελευταία στιγμή, να ξεπροβοδίσει στο λιμάνι ένα φίλο, που δεν τον πρόφτασε στο σπίτι του ή στο δρόμο.

Όλη η ζωή του Παπαδιαμάντη στάθηκε ένα ανήσυχο περ­πάτημα προσκυνητού προς κάποια μελαγχολικά ηλιοβασιλέματα, που φεύγουν και χάνονται.

Τον γνώρισα παιδάκι, χωρίς να υποπτεύομαι ακόμα την πρώτη μεγάλη γνωριμία, που είχα αξιωθεί να κάμω στη ζωή μου. Ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο του Πειραιώς και ένας πρώτος ξάδερφός μου, ο Φίλιππος Καμβαΐλιας, μηχα­νικός τότε στο Π. Ναυτικό, που μ’ έπαιρνε κάποτε μαζί του, μου είπε μια Κυριακή απόγευμα.

 — Έλα μαζί μου να πάμε στον κύριο Αλέξανδρο. Διάβα­σε το ποίημά σου και θέλει να σε γνωρίσει…

Καλά καλά δεν ήξερα ποιος ήτανε ο Κύριος Αλέξανδρος. Ήτανε κάποιος πατριώτης μας — Σκιαθίτες και Σκοπελίτες λογαριάζονται σαν πατριώτες — για τον οποίον μιλούσε πότε πότε ο εξάδελφός μου, παλιός του συμμαθητής, όπως μιλούν για τους ανθρώπους, που παραστρατήσανε στη ζωή τους. Σε μένα τον ίδιον είχε πει κάποτε:

 — Κρίμα στον άνθρωπο! Πρώτος μαθητής ήτανε στην τάξη. Και με τα γερά ελληνικά, που ήξερε αυτός, μπορούσε να είναι σήμερα καθηγητής του Πανεπιστημίου. Τώρα κά­θεται και γράφει παραμύθια σαπέρα. Χαμένος πάει…

Μιλούσε με πραγματικό πόνο ο ξάδερφός μου, για το συμμαθητή και φίλο του, που δεν είχε αξιωθεί να γίνει ούτε μηχανικός του Π. Ναυτικού και περνούσε τον καιρό του στους καφενέδες, γράφοντας «παραμύθια σαπέρα», δηλαδή του σωρού, όπως λένε στον τόπο μας. Με όλα αυτά του είχε κάποια υπόληψη ακόμα και μου είχε δώσει να καταλάβω, πως, για να ζητήσει να με γνωρίσει ένας άνθρωπος, που ή­ξερε τόσο γερά ελληνικά, αυτό ήτανε πάντα μια τιμή για μένα.

 — Του άρεσε, φαίνεται, η γλώσσα σου… μου είπε.

Αλλοίμονο! Το ποίημα, που έγινε αφορμή της γνωριμίας μου με τον Παπαδιαμάντη, ήτανε ένα άθλιο ελεγείο σε κα­θαρεύουσα, που, μαθητής εγώ της δευτέρας του γυμνασίου, είχα εκφωνήσει στην κηδεία της γυναίκας του γυμνασιάρχη μου, του ιστορικού Γεωργίου Κρέμου, που ζούσε, ακόμα γεμάτος νεανικούς ενθουσιασμούς, ως τα τελευταία χρό­νια, στην Καλλιθέα και που δεν ξεχνούσε, οσάκις τύχαινε να με συναντήσει, τη μαθητική μου αυτή ευλάβεια στην αγαπημένη του νεκρή. Το ποίημα αυτό είχε δημοσιευθεί στην «Παλιγγενεσία», που ο διευθυντής της συγγένευε με την οικογένεια Κρέμου, τιμή εξαιρετική για έναν μικρό μα­θητή. Δε φαντάζομαι, πως το παιδιάτικο αυτό στιχούργημα μπορούσε να κάνει άλλη εντύπωση στον Παπαδιαμάντη, από την εντύπωση, ότι ένα «πατριωτάκι του έγραφε τόσο πρώιμα στίχους. Εγώ πάλι, που οι μόνες μου φιλολογικές γνω­ριμίες, την εποχή εκείνη, ήτανε ο Αχιλλεύς Παράσχος και ο Βασιλειάδης, δεν είχα διαβάσει τίποτα του Παπαδιαμάντη. Πήγαινα, λοιπόν, να τον γνωρίσω σαν έναν πατριώτη και φί­λο του ξαδέλφου μου, χωρίς καμιά ξεχωριστή συγκίνηση, εκτός από τη φυσική μου συστολή για κάθε είδος γνωριμίας.

Ο ξάδελφός μου με πήρε, ωστόσο, και με κουβάλησε ένα καφενείο, στην οδόν Καλαμιώτη, κοντά στην Καπνικαρέα, που βρισκότανε, όπως θυμάμαι, κολλητά σ’ ένα παπλωματάδικο. Ήτανε το «σκιαθίτικο καφενείο», όπως το ’λεγαν οι πατριώτες μας, όπου σύχναζε φαίνεται, τον καιρό εκείνο, κι ο Παπαδιαμάντης. Προχωρήσαμε στο βάθος του καφενείου και σταματήσαμε σ’ ένα τραπέζι, όπου ένας κακοντυμένος άνθρωπος με άταχτα γένια, που δε μου ’κανε καμιά εντύπωση, ήτανε καθισμένος με δυο τρεις άλλους καπετανέους. Ο εξάδελφός μου με παρουσίασε πρώτα στον άνθρωπο με τα γένια — τον κύριο Αλέξανδρο — και ύστερα στους άλλους. Με δεχτήκανε όλοι εγκάρδια, χαϊδεύοντάς με στις πλάτες και παράγγειλαν να μου φέρουν λουκούμι. Α­φού με ρώτησαν για τον πατέρα μου, για τη μητέρα μου, για τα μαθήματά μου, ο Παπαδιαμάντης μου είπε με μια συμ­πάθεια, που με συγκίνησε βαθιά και που δεν ήτανε, βέ­βαια, παρά μια χριστιανική συγκατάβαση.

 — Ώστε δικό σου λοιπόν, ήτανε το ποίημα, παιδί μου. Έ­λεγα κι εγώ… Το πατριωτάκι μας να είναι τάχα; Όταν μου το ’πε ο Φίλιππος, τον παρακάλεσα να σε φέρει να σε γνωρί­σουμε κι εμείς σαν πατριώτες.

 — Ευχαριστώ… ψιθύρισα δειλά.

 — Ε, μπράβο σου, παιδί μου…μου ξαναείπε. Να κατα­γίνεσαι.

 — Τα μαθήματα του να κοιτάξει τώρα… είπε αυστηρά ο ξάδερφός μου.

Ο Παπαδιαμάντης προσπάθησε να μου δώσει θάρρος.

 — Και τα ποιήματα μαθήματα είναι…είπε χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι.

Όταν φύγαμε από το καφενείο, ο ξάδερφός μου μου ’δωκε μερικές πληροφορίες ακόμα για το φίλο του και συμμα­θητή του.

Αυτός, λοιπόν, είναι ο Αδαμαντιάδης, που έλεγα στον πατέρα σου.

 — Αδαμαντιάδης; ρώτησα.

 — Έτσι ήτανε γραμμένος στο σχολείο... μου εξήγησε. Πα­παδιαμάντης, λεγότανε, όταν ήρθε όμως να γραφτεί στο σχο­λείο, ο δάσκαλος του είπε, πως δεν μπορεί να τον γράψει με το χυδαίο αυτό όνομα. Τον ρώτησε, πως λέγεται ο πατέ­ρας του. Και άμα έμαθε πως λεγότανε Διαμαντής, τον έγρα­ψε στους καταλόγους: Αλέξανδρος Αδαμαντιάδης. Δεν του άρεσε όμως, φαίνεται, το όνομά του. Και όταν βγήκε από το σχολείο, ξαναπήρε το παλιό του όνομα. Ένα όνομα σα πέρα…

Ήτανε η συνήθεια των παλιών δασκάλων να εξελληνί­ζουν τα ονόματα των μαθητών. Στην ωραία αυτή συνήθεια οφείλω κι εγώ το πραγματικό μου οικογενειακό όνομα. Ο πατέρας μου, όταν, φεύγοντας παιδί από τη Σκόπελο, πήγε να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, λεγότανε Κωνσταντίνος Κουμιώτης. Ο δάσκαλός του, ο Αστέριος Φιλιππίδης, δε δέχτη­κε κι εκείνος να τον γράψει με το χυδαίο αυτό όνομα. Και, επειδή ο πατέρας του ονομαζότανε Αποστόλης, τον έκαμε Αποστολίδη. Ο πατέρας μου έκανε το λάθος να κρατήσει το άψυχο αυτό όνομα. Αν ξανάπαιρνε το οικογενειακό του όνομα, δε θα γύρευα κι εγώ ψευδώνυμο. Και, αντί να υπογράφομαι σήμερα: Παύλος Νιρβάνας, θα υπογραφόμουν: Πέτρος Κουμιώτης. Ο Παπαδιαμάντης στάθηκε σοφότερος από τον πατέρα μου. Ο Αδαμάντιος Αδαμαντιάδης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ποιητής της «Φόνισσας».

Από την εποχή, που μου αποκαλύφθηκε, σε ωριμότερη πλέον ηλικία, ο Παπαδιαμάντης «εν όλη του τη δόξη», ανάρια και πού και πού τύχαινε να συναντηθούμε. Ασκη­τικός όπως ήτανε, αποσυρμένος σε παράμερα μαγαζάκια, με τη συντροφιά των ταπεινών ανθρώπων, φιλέρημος και μισάνθρωπος — ανθρωπόφοβος θα ήτανε η κυριολεξία του — δεν ήτανε εύκολο να τον πλησιάσει κανένας, όσο θαυμαστής του κι αν τύχαινε. Μονάχα ίσως ο αγαπητός συνάδελφος κ. Βλαχογιάννης — που, όχι χωρίς λόγο, ο Παπαδιαμάντης αγα­πούσε να τον ονομάζει «προστάτη» του — μπορεί να πει ότι έζησε μαζί του και γνώρισε τον άνθρωπο, στις πιο χαρακ­τηριστικές στιγμές της ζωής του και της ψυχολογίας του, ό­σο και τον συγγραφέα. Όλοι εμείς οι άλλοι το μαντεύαμε από τα σπάνια, αλλά τόσο συμπαθητικά φανερώματά του.

Στο «Άστυ», λόγου χάρη, όταν το διεύθυναν ο Θέμος Άννινος και ο κ. Κακλαμάνος, όπου έτυχε να συνεργασθού­με πολύν καιρό με τον Παπαδιαμάντη — εκείνος μεταφραστής κι εγώ χρονογράφος — πολύ σπάνια τον έβλεπα. Έφτανε αρ­γά πάντα, τρύπωνε στο γραφείο του, χωρίς να πλησιάσει κανέναν και ριχνότανε στη δουλειά, για να ξαναφύγει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Κάποτε τον έβλεπα μόνο να μπαίνει μέσα στο γραφείο του κ. Κακλαμάνου, αλαφροπατώντας σαν ήσκιος, να προχωρεί προς το τραπέζι του διευθυντή, ν’ αφήνει τα χειρόγραφά του, χωρίς να πει λέξη, και να φεύγει βιαστικά, περπατώντας σύρριζα στον τοίχο. Ήτανε φανερό, πως κι αυτή ακόμα η στιγμιαία παρουσίασή του μέσα στον κόσμο των επισκεπτών του γραφείου, τον ενοχλούσε υπερβολικά. Όσοι δεν τον γνώριζαν, καθώς ήτανε κακοντυμένος, με ξε­φτισμένες πάντα τις άκρες των μανικιών του, μπορούσαν να τον πάρουν και για υπηρέτη του γραφείου. Και μόνο ο σε­βασμός, με τον οποίον ο κ. Κακλαμάνος, του ξανάλεγε, κάθε φορά, παίρνοντας τα χειρόγραφά του: «ευχαριστώ, κύριε Παπαδιαμάντη…», σκόρπιζε την ανάξια αυτή, αλλά τόσο φυσική, παρεξήγηση.

Από τις παρουσιάσεις του αυτές μου μένει εντυπωμένη η πρώτη φορά, που είχε έρθει να αναλάβει υπηρεσία στο γρα­φείο. Ο κ. Κακλαμάνος αφού του μίλησε για τη δουλειά, που είχε να κάνει, έφτασε, με κάποια επιφύλαξη και στο ζήτημα του μισθού.

 — Ο μισθός σας θα είναι εκατό πενήντα δραχμές... του είπε.

Ο Παπαδιαμάντης κοντοστάθηκε, σα να έκανε κάποιους υπολογισμούς με το νου του.

 — Μήπως είναι λίγα; του είπε δειλά ο κ. Κακλαμάνος, έ­τοιμος ν’ αυξήσει το ποσό, που είχε προτείνει.

Τότε άκουσα απ’ τα χείλη του Παπαδιαμάντη τη μοναδικότερη απάντηση, που θα μπορούσε να δώσει άνθρωπος σε τέτοια στιγμή.

 — Πολλές είναι εκατό πενήντα… είπε. Με φτάνουνε εκατό.

Και έφυγε βιαστικός και ντροπαλός, χωρίς να προσθέσει λέξη. Αφού είχε εκτιμήσει όμως την εργασία του, σύμφωνα με την ανάγκη του και όχι με την αξία της, σε εκατό δραχμές, δεν εννοούσε — από παραξενιά, υποθέτω, περισσό­τερο, παρά από φυγοπονία — να γράψει ούτε γραμμή έξω από την εργασία, που είχε αναλάβει. Κάποτε — θυμούμαι σχε­τικά — είχε φτάσει στο γραφείο ένα αγγλικό τηλεγράφημα. Ο κ. Κακλαμάνος δεν ήταν εκεί, τη στιγμή εκείνη, και κα­νένας άλλος από τους συντάκτες δεν έτυχε να γνωρίζει αγ­γλικά. Ο «επί της ύλης» συντάκτης πλησίασε τότε το τρα­πέζι του Παπαδιαμάντη, του μόνου αγγλομαθούς, που βρισ­κότανε στο γραφείο, και τον παρακάλεσε να μεταφράσει το τηλεγράφημα, που δεν ήτανε μεγαλύτερο από πέντε γραμ­μές. Ο Παπαδιαμάντης θύμωσε τινάχθηκε απάνω, και σπρώχνοντας τα χαρτιά, που είχε μπροστά του, είπε στο συντάκτη, που τα είχε σα χαμένα.

 — Η δουλειά μου εμένα δεν είναι να μεταφράζω τηλεγρα­φήματα. Τέτοια δουλειά δεν μου έχουν αναθέσει. Αν είναι έτσι, παίρνω το καπέλο μου και φεύγω…

Και, πριν προφτάσει ο συντάκτης να του δικαιολογήσει την έκτακτη ανάγκη, να του ζητήσει συχώρεση, να βγάλει λέξη, τέλος πάντων, από το στόμα του, ο Παπαδιαμάντης πήρε, πράγματι, το καπέλο του κι έφυγε, μουρμουρίζοντας, για να ξαναγυρίσει την άλλη ημέρα, στη δουλειά του, ύστερ’ από τις εξηγήσεις που του ’δωκε ο κ. Κακλαμάνος.

Όσοι είχαν κάποια ιδέα για τις παραξενιές αυτές του Παπαδιαμάντη, που είχαν γίνει περισσότερο συχνές στα τελευταία χρόνια της ζωής του, δεν παραξενεύονταν. Ήξεραν πολύ καλά, ότι, κάθε στιγμή μπορούσε να ξεσπάσει η μπόρα κάτω από έναν ανέφελον ουρανό. Και θυμούμαι, μέσα στα πολλά, πως σε κάποιο τραπέζι, που είδαμε και πάθαμε να τον φέρουμε, μία συζήτηση απάνω στο γλωσσικό ζήτη­μα του πείραξε τόσο τα νεύρα, μολονότι κανένας δεν τον πείραξε προσωπικά, ώστε ν’ αφήσει στη μέση το φαγί, να πάρει το καπέλο του και να φύγει, χωρίς κανένας να σταθεί ικανός να τον συγκρατήσει.

Αυτός ο τόσο ήμερος και αγαθός στις καλές του ώρες, είχε στην ψυχή του, θα μπορούσε να πει κανείς, κάτι τι από τη θάλασσα, που απλώνεται σε όλο του το έργο, τη θάλασσα, που συναλλάζει στα φανερώματά της την θειότερη έκφρα­ση της καλοσύνης με το αγριότερο ξέσπασμα του θυμού.

Όμως, από τις σπάνιες συναντήσεις μου με τον νοσταλγόν αυτόν ερημίτην του λόφου της Δεξαμενής, δύο ξεχωριστές από όλες, μένουν ζωηρά σφραγισμένες στη ψυχή μου. Η μια, όταν πήγα να τον φωτογραφήσω, με ένα ευλαβητικό τρόπο απάτης, στο καφενεδάκι της Δεξαμενής, και η άλλη, ό­ταν τον είδα για τελευταία φορά, στο ίδιο μέρος, άρρωστο και απελπισμένον, έτοιμο να φύγει προς τα «ρόδινα ακρογιά­λια» της πατρίδας του, για να μην ξαναγυρίσει πια.

Είχα διηγηθεί άλλοτε στα «Παναθήναια» την παράξενη ι­στορία της φωτογραφίας του. Καμιά εικόνα του μεγάλου διηγηματογράφου δεν υπήρχε ως τότε. Ο Παπαδιαμάντης απόφευγε με κάθε τρόπο να φωτογραφηθεί. Μια ανθολογία ελληνικών διηγημάτων, που είχε εκδώσει τότε το βιβλιοπω­λείο της «Εστίας», έδινε μπροστά από κάθε διήγημα και την εικόνα του συγγραφέως του. Μόνο η σελίδα του Παπα­διαμάντη ήτανε λευκή, με τη σημείωση, πως δε βρισκότανε εικόνα του. Και πολλές φορές είχα σκεφθεί, ότι, από μία η­μέρα σε άλλη, ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος, που γέννησε η ελληνική γη, θα μπορούσε να πεθάνει, χωρίς ν’ αφήσει την εικόνα του σ’ εκείνους, που θα ’ρθουν να τον θαυμάσουν ύστερ’ από μας. Και συλλογιζόμουν, πως αυτό δε θα μας το συχωρούσαν ποτέ οι μεταγενέστεροι, σε μια εποχή, που τα μέσα της φωτογραφίας ήσαν τόσο κοινά και τόσο άφθονα, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρότερη δικαιολογία για την αμέλειά μας, που θα ήτανε μια εγκληματική αδια­φορία για μια δόξα του καιρού μας.

Είχα τότε αποκτήσει μια φωτογραφική μηχανούλα και η πρώτη μου σκέψη ήτανε να κλέψω, με κάθε τρόπο, τη μορ­φή του Παπαδιαμάντη. Στο νου μου τριγύριζαν οι στίχοι κάποιου επιγράμματος στον Κοραή, κι εκείνος, φαίνεται είχε την ίδια αποστροφή προς την εικόνα.

 

Ελλάς την σην εικόνα

αθάνατον οράν βουλομένη,

σου μη δίδοντος, όμμασιν

Έλληνος ζωγράφου υφήρπασεν.

 

Έπρεπε να «υφαρπάσω» κι εγώ την εικόνα του Παπαδια­μάντη, «αυτού μη δίδοντος».

 — Θα σου φωτογραφήσω τον Παπαδιαμάντη… είπα μια μέρα στον διευθυντή των «Παναθηναίων», τον αλησμόνητο μου Κίμωνα Μιχαηλίδη.

 — Αν το καταφέρεις — μου είπε — θα είναι μια επιτυχία για τα «Παναθήναια». Αλλά δεν το πιστεύω.

Από τη στιγμή εκείνη, τόσο μου είχε καρφωθεί αυτή η ιδέα, ώστε, ώσπου να φτάσει η στιγμή να εκστρατεύσω στη Δεξαμενή, τρεις ανησυχίες με βασάνιζαν. Πρώτη, μήπως πεθάνει στο μεταξύ αυτό ο Παπαδιαμάντης, δεύτερη μήπως πεθάνω εγώ και τρίτη μήπως προφτάσει κανένας άλλος και τον φωτογραφήσει, παίρνοντάς μου την προτεραιότητα, που τη λογάριαζα σαν ένα τίτλο τιμής για τον εαυτό μου. Και μαζί με τις ανησυχίες αυτές με βασάνιζε μια προκαταβολι­κή τύψη συνειδήσεως για την απάτη, που έμελλα να διαπρά­ξω, κάνοντας στο σεβαστό μου φίλο, χωρίς τη θέλησή του, κάτι που μπορούσε ίσως να τον πικράνει αγιάτρευτα. Επιτέλους, επήρα τη μεγάλη απόφαση, όπλισα το κοντάκ μου, αφού κατάστρωσα, με όλες του τις λεπτομέρειες, το σχέδιο της επιχειρήσεως και ξεκίνησα για τη Δεξαμενή, σαν άνθρω­πος, που πηγαίνει να κάνει κάτι τι, που δεν έχει ξεκαθαρίσει, καλά καλά, στην συνείδησή του, αν είναι μία αγαθή πρά­ξη ή ένα έγκλημα.

Τον βρήκα όπως περίμενα, μέσα στο καφενείο της Δε­ξαμενής, καθισμένο με τρεις ανθρώπους του λαού. Η παρουσία μου, με όλη την ευχαρίστηση, που μου έδειξε, μου φαίνεται πως τον είχε ενοχλήσει κάπως. Μου είπε να καθίσω και μου παρουσίασε τους φίλους του, με έναν εξαιρετι­κό σεβασμό στα πρόσωπά τους. Είχε φοβηθεί ίσως — μά­ταιος φόβος — μήπως δεν τους φερθώ, όσο έπρεπε καλά και θέλησε να με προκαταλάβει, προσπαθώντας να ελαττώσει τον εαυτό του και να μεταθέσει το κέντρο της βαρύτητος στους αγαθούς αυτούς ανθρώπους. «— Του λόγου του αποδώ — μου είπε παρουσιάζοντας τον πρώτο — είναι στωικός φιλόσοφος. Μας λέει πολλά ωραία πράματα».

Ήτανε σα να μου ’λεγε:

 — Για το Θεό, μη με προσέξεις έμενα. Πρόσεξε το στωικό φιλόσοφο…

Δεν ήθελε, με κανένα τρόπο, να επισκιάσει τους φίλους του με τη δόξα του. Δεν άργησα, εννοείται, να μαντέψω την κρυφή του επιθυμία. Κάθισα κοντά τους, είπα λίγα καλά λόγια στο «στωικό φιλόσοφο», έναν γηραλέο που είχε δεχθεί τον τίτλο του, χωρίς να καταλαβαίνει καλά καλά τη σημασία του, και προσπάθησα ν’ ακουμπήσω, με τρόπο, το κοντάκ μου σε μια καρέκλα, χωρίς να το προσέξει ο Παπαδιαμάντης. Η τακτική μου ήτανε ή να του αρπάξω κανένα ενσταντανέ, χωρίς να το καταλάβει ή, αν δε τα κατάφερνα έτσι, να του κάνω τη πρόταση με τέχνη. Φοβόμουν, ότι αν το μάτι του έπαιρνε τη φωτογραφική μηχανή και καταλάβαινε πως είχα πάει εκεί αποφασισμένος να τον φωτογρα­φήσω, αυτό θα τον διέθετε κακά και θα μου χαλούσε, α­νεπανόρθωτα τη δουλειά μου. Εκείνο, που φοβήθηκα όμως δεν το γλύτωσα. Το μάτι του έπεσε απάνω στο κουτί της μηχανής και μου είπε, με κάποια ανησυχία, σα να μάντευε το σκοπό μου:

 — Τι είναι αυτό το κουτί, που ’χεις μαζί σου;

Τι έπρεπε ν’ απαντήσω; Απάντησα μ’ ένα ψέμα, που με κάνει να ντρέπομαι ακόμα.

 — Είναι, του είπα, θερμοκαυτήρας… Ένα ιατρικό εργα­λείο…

Χαμογέλασε πικρά, για την απάτη, που του ετοίμαζα, αλλά, διαβάζοντας ίσως περισσότερο στην διάθεση της ψυχής μου, μου είπε με μια χριστιανική επιείκεια, που έκανε βα­ρύτερη τη μεταμέλειά μου:

 — Μη με γελάς… Ξέρω τι είναι αυτό. Είναι αυτό που λένε κοντάκ.

Δεν μπορούσα να κρυφτώ περισσότερο. Ξεμολογήθηκα την ανομία μου, με πραγματική συντριβή και, αφού έλαβα «άφεσιν αμαρτιών» απ’ το μεγάλο χριστιανό, που ήταν ο Πα­παδιαμάντης, προσπάθησα να του εξηγήσω το σκοπό μου.

 — Κι αν ήθελα να σε φωτογραφήσω, Αλέξανδρε, τι κακό βλέπεις σ’ αυτό;

 — «Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα»… μου είπε μ’ έναν τόνο αυστηρό και επίσημο.

Το ρητό, που μου είχε επαναλάβει, ήταν σα κατηγορημα­τική άρνηση. Αλλά δεν απελπίστηκα. Προσπάθησα να του αγγίξω μια ευαίσθητη χορδή.

 — Επιτέλους, του είπα, δεν είσαι εσύ, που μου ζήτησες να σε φωτογραφήσω. Σκέψου, πως μπορούσα να σου πάρω την φωτογραφία σου, κι εγώ και κάθε άλλος, χωρίς να το καταλάβεις. Δεν θέλησα όμως να κάνω κάτι, που δε θα ήτανε σύμφωνο με τη θέλησή σου. Έπειτα, κάνοντας τη φωτο­γραφία μας, δεν την κάνουμε για τον εαυτό μας. Αύριο θα πεθάνουμε. Οι άνθρωποί μας, που μας αγαπούν, θέλουν να μας έχουν ακόμα μπροστά τους και να μας θυμούνται. Για­τί να τους στερήσει κανείς αυτήν την τελευταία παρηγοριά; Για συλλογίσου, μια στιγμή, τη χαρά, που θα νοιώσουν οι αδερφάδες σου, όταν λάβουν τη φωτογραφία σου, που θα τους στείλω. Γιατί να μην τους δώσεις αυτή τη χαρά;

Φάνηκε πως άρχισε να λυγίζει. Αλλά δεν ήτανε τόσο τα επιχειρήματά μου, που τον είχαν κάμει ν’ αλλάξει γνώμη.

Περισσότερο ήτανε η επιθυμία του να μ’ ευχαριστήσει. Και μου ’δωσε να το καταλάβω.

 — Ας είναι… μου είπε. Η φιλία νίκησε το ζορμπαλίκι.

Αντιγράφω κατά λέξη, τη φράση του, όπως την άκουσα. Τι χαριτωμένη, αλήθεια, διατύπωση της ψυχολογίας του! Η αντίσταση του στην ιδέα να φωτογραφηθεί ήτανε το «ζορμπαλίκι του, η παλικαριά του, δηλαδή, η υπερηφάνεια του. Η φιλία είχε νικήσει το «ζορμπαλίκι.

Μια φορά όμως, που πήρε την απόφασή του, βιαζότανε να τελειώσει, μια ώρα αρχύτερα, η δοκιμασία του.

 — Έλα…μου είπε. Να τελειώνουμε…

Φανταζότανε, πως η φωτογραφία μπορούσε να γίνει «επί τόπου», μέσα στο καφενείο, όπου το φως ήταν άθλιο. Του παράστησα, ότι πρέπει να βγούμε όξω στο φως. Η πρότασή μου δεν του καλοήρθε. Ξέροντας τη νευρικότητά του, φοβόμουνα ότι, από στιγμή σε στιγμή, μπορούσε ν’ αλλάξει γνώμη, να μετανοήσει για την απόφασή του και να πάνε χαμένες όλες μου οι προσπάθειες. Γιατί τίποτα πια δεν θα μπο­ρούσε να τον ημερέψει. Όταν τον είδα να σηκώνεται και να με ακολουθεί όξω από τα καφενείο, δεν πίστευα τα μάτια μου.

 — Πού θέλεις να πάμε; μου είπε στενοχωρημένος.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του και οι τελευταίες του αχτίδες έπεφταν ευνοϊκά στη δυτική πλευρά του καφενείου. Σε μια γωνιά, καλά φωτισμένη, ήτανε μια καρέκλα.

 — Κάθεσαι σ’ αυτή την καρέκλα, Αλέξανδρε; του είπα. Σε δυο λεπτά θα τελειώσουμε.

 — Να καθίσω… μουρμούρισε.

Κάθισε, έσκυψε το κεφάλι του απάνω στο στήθος και σταύρωσε τα χέρια του απάνω στο μπαστούνι του, που κρα­τούσε ανάμεσα στα πόδια του. Δε θα μπορούσε να του δώσει κανείς μια πόζα, πιο σύμφωνη με τη φύση του, και το χαρακτήρα του απ’ την ασκητική αυτή πόζα, που είχε πά­ρει μοναχός του. Ήτανε τυχαία η πόζα αυτή; Ήτανε μελε­τημένη; Δεν ξέρω. Αν ήτανε το δεύτερο, πρέπει να πιστέψει κανείς, ότι και ο πιο απόκοσμος ασκητισμός έχει τη φιλαρέσκειά του. Στάθηκα αντίκρυ του, βιαστικός μη μου χαλάσει τίποτε την υπέροχη αυτή σύνθεση, που είχα μπρο­στά μου, και του πήρα δυο «ενσταντανέ» στην ίδια πόζα.

Στο μεταξύ αυτό, δυο — τρεις άνθρωποι του καφενείου και ένα παιδάκι είχαν μαζευτεί γύρω μας να ιδούνε το ανέλπιστο θέαμα. Αυτό τον είχε ανησυχήσει. Γύρισε στενοχωρημένος και μου είπε γαλλικά, αυτός, που δεν είχε μεταχειρισθεί ποτέ του ξένη λέξη στην ομιλία του, αν και ήξερε φιλολογικά και τα γαλλικά και τα Αγγλικά:

 — Nous excitons la curiosité du public…

Το… «κοινό», που τον έκανε ν’ ανησυχεί ήτανε, απλούστατα, οι τρεις αγαθοί άνθρωποι του λαού και το παιδάκι.

Τον ευχαρίστησα, πήρα μαζί μου το φωτογραφικό κουτί, που έκλεινε ένα θησαυρό για μένα, και κατέβηκα στην πόλη νικητής και τροπαιούχος. Μήπως είχα άδικο; Η μόνη μου ανησυχία ήτανε μήπως δεν επέτυχαν οι πλάκες.

Την ίδια βραδιά, όμως, που έκανα την εμφάνισή τους — όλα, είχαν έρθει τυχερά — βρέθηκα μπροστά σε μια μοναδική επιτυχία. Ύστερ’ από λίγες μέρες, η φωτογραφία του Πα­παδιαμάντη, η πρώτη, που είχε κάνει στη ζωή του, δημοσι­εύτηκε, μεγαλωμένη, σε ολοσέλιδο hors texte, στα «Παναθήναια». Και η εντύπωση γενικά στάθηκε καταπληκτική.

Μέσα σ’ αυτή την εικόνα βρίσκεται ολόκληρος ο Παπαδι­αμάντης. Και αμφιβάλλω αν ένας ζωγράφος ή ένας γλύπτης θα μπορούσε να τον αποδώσει ποτέ τόσο ολοκληρωτικά και τόσο τέλεια, με την έμπνευσή του και την τέχνη του, όσο τον απέδωκε, από τυχαία εντελώς περιστατικά — τυχαία τάχα μόνο; — ο άψυχος φακός.

Ο ζωγράφος ή ο γλύπτης που θα θελήσει ποτέ ν’ αναστήσει στα Ηλύσια της Τέχνης την ασκητική μορφή του με­γάλου μας διηγηματογράφου, μόνο αντιγράφοντας τη φωτο­γραφία αυτή, που είναι ίδια η ζωή, στην πιο εσωτερική της εμφάνιση, θα μπορέσει να δώσει ένα έργο αλήθειας και δι­καιοσύνης.

Η τελευταία φορά, που είδα τον Παπαδιαμάντη ήτανε, όπως είπα παραπάνω, λίγες μέρες πριν φύγει για τη Σκιάθο, για να μην ξαναγυρίσει πια. Με μια γιορτή, που είχαμε δώσει στον «Παρνασσό», υπό την προστασία της πριγκηπέσας Μαρίας Βοναπάρτη του Γεωργίου, όπου, ύστερ' από τον κ. Κακλαμάνο, είχα πει κι εγώ λίγα λόγια για το έργο του Σκιαθίτη διηγηματογράφου, είχαμε μαζέψει λίγα χρήματα, προορισμένα για να μπει ο Παπαδιαμάντης, σε κάποια κλι­νική. Ο αλκοολισμός, που τον είχε καταβάλει σε μεγάλο βα­θμό, απαιτούσε μια συστηματική θεραπεία. Ξαναπήγα στη Δεξαμενή, με το φίλο Αλέκο Μαυρουδή, που είχε εργασθεί, μ’ έναν εξαιρετικό ζήλο, για την επιτυχία της γιορτής, να του πούμε πως υπήρχαν αρκετά χρήματα στη διάθεσή του και να τον πείσουμε να μπει σε κάποια κλινική. Δακρυσμένος έσκυψε — γέρος αυτός και άρρωστος — να μου φιλήσει το χέρι από ευγνωμοσύνη. Ποτέ δεν αισθάνθηκα μεγαλύτερη συγκίνηση στη ζωή μου. Τράβηξα με βία το χέρι μου και του έκανα, με τρόπο, την πρόταση για την κλινική.

 — Όχι νοσοκομείο… μου είπε ικετευτικά. Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες.

Είχε το φόβο μήπως οι νοσοκόμοι τον ειρωνευθούν για την αιτία της αρρώστιας του.

 — Καλύτερα στην πατρίδα… πρόσθεσε. Να πεθάνω κοντά στους δικούς μου.

Αντίκριζε το θάνατο, που ένοιωθε πια την παγωμένη του πνοή, με τη γαλήνη του μεγάλου χριστιανού.

 — Στην πατρίδα… ξαναείπε.

Θα ήτανε σκληρό και μάταιο να του αντισταθεί κανείς.

 — Όπως αγαπάς, Αλέξανδρε.

Σε λίγες μέρες έφευγε για τη Σκιάθο και την αιωνιότητα.

 

 

 

πωσ γνωρισα τον γκεοργκε μπραντεσ

 

Τον Μάρτη του 1922, είχε φτάσει στας Αθήνας ο Γκεόρκε Μπραντές. Όταν στους φιλολογικούς κύκλους της «Τέχνης» και του «Περιοδικού μας» μιλούσαμε για τον άγνωστο ακόμα τότε στους περισσοτέρους Αθηναίους μεγάλο Σκανδιναβό κριτικό, που μας είχε πρωτοφανερωθεί τότε και που πολύ συχνά αναφέραμε το όνομά του στα άρθρα μας, σαν να τον είχαμε ανακαλύψει, δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα μου δοθεί ποτέ η ευτυχία να του σφίξω το χέρι και να περάσω μαζί του δυο ώρες, μιλώντας για σοφά και εύ­θυμα πράγματα, γύρω από ένα φιλικό τραπέζι. Οι ευτυχίες όμως, που λιγότερο περιμένει κανείς, είναι ακριβώς εκείνες, που έχει τις περισσότερες ελπίδες ν’ αποχτήσει. Το μεγάλο λαχείο, που δεν έπαυσα ποτέ να το περιμένω σε όλη μου τη ζωή, δεν μου έπεσε ποτέ. Ο Μπραντές μου έπεσε από τον ουρανό.

Όταν διάβασα στις εφημερίδες, ότι ο μεγάλος Σκανδινα­βός — το μεγαλύτερο κριτικό πνεύμα της εποχής μας — επρό­κειτο να περάσει από την Αθήνα, δε φαντάστηκα ποτέ, πως θα λάβω το θάρρος να τον αντικρίσω. Δεν ήτανε μόνο ο θαυ­μασμός μου γι’ αυτόν που μ’ έκανε να φοβούμαι, μη χάσω μπροστά του τα λόγια μου, όπως τα χάνουμε μπροστά στη γυναίκα, που υπερβολικά θαυμάζουμε. Ήτανε και το λεπτό ειρωνικό του πνεύμα, — είχα κάποια ιδέα γι’ αυτό, από τα έργα και τα ανέκδοτα του — που με τρομοκρατούσε. Ο άνθρωπος αυτός, που τον φανταζόμουνα κακό και δύστροπο, κατά βάθος, όπως φανταζόμαστε όλους τους κριτικούς, μου έκανε φόβο. Και έτσι, αποφάσισα να μείνω, και μετά την παρουσία του στας Αθήνας, ο μακρινός θαυμαστής του, που ήμουνα και πριν.

Τους φόβους μου αυτούς τους δυνάμωσε περισσότερο το περίφημο περιστατικό των κορέων, που τον έκαναν πασί­γνωστο και στους πιο ανίδεους Αθηναίους, τη δεύτερη η­μέρα του ερχομού του, όπως δεν τον είχαν κάνει το έργα του. Θυμούνται όλοι το περίφημο αυτό περιστατικό. Όλες οι εφημερίδες των Αθηνών, μαζί με την είδηση του ερχο­μού του, έγραφαν, ότι ο «επιφανής μας ξένος» είχε καταφαγωθεί από τους κορέους σ’ ένα από τα μεγαλύτερα ξενο­δοχεία, που είχε κατοικήσει, ότι, καταγανακτισμένος από την αθλιότητα αυτή, επρόκειτο να φύγει από τον τόπο του μαρτυρίου του, με την πρώτη ευκαιρία, που θα του παρουσιαζόταν, χωρίς να ιδεί ούτε τον Παρθενώνα και ότι, με λίγα λόγια, «μας έψαλλε τον αναβαλλόμενο». Με τέτοια κρι­τική, που είχαμε λάβει από το μεγάλο μας ξένο, ποιος να τολμήσει να τον αντικρίσει; Χωρίς άλλο, θα μας έβλεπε όλους σα βρομερά ζωύφια. Επιτέλους ανακατεύθηκαν Αρ­χές και Εξουσίες, του βρήκαν άλλο ξενοδοχείο, με εγγύηση, ότι δεν έχει κορέους — την πρώτη νύχτα εβεβαίωσε, πως δεν είχε κλείσει μάτι — και έτσι αποφάσισε να μείνει ακόμα λίγες ημέρες. Αλλά τι το όφελος; Σε όλους τους δημοσιογράφους, που πήγαν να του πάρουν συνεντεύξεις, το θέμα της ομιλίας του ήταν οι κορέοι. Νόμιζε κανείς, πως δεν είχε δει τίποτε άλλο στην γη των θεών από κορέους. Έτσι, αν η πρώτη εντύπωση, που έλαβε ο ίδιος ήτανε οι Ελληνικοί κορέοι, η πρώτη εντύπωση, που έδωκε, ήτανε εντύπωση ενός γεροπαράξενου γκρινιάρη, ανυπόφορου και απλησίαστου. Με τέτοια εντύπωση, αν είχα και κάποια αμυδρή ελπίδα να τον γνωρίσω, την έχασα κι αυτή.

Έξαφνα, ένα πρωί, κάποιος φίλος ήρθε να με ρωτήσει αν θέλω να λάβω μέρος σε κάποιο εξοχικό γεύμα, που λίγοι συ­νάδελφοι επρόκειτο να δώσουν στο Μπραντές, σε κάποιο ξενοδοχείο της Κηφισιάς.

 — Δέχτηκε; ρώτησα με απορία.

 — Δέχτηκε… μου είπε.

 — Μου εγγυάσαι, πως δε θα μας φάει;

 — Τέλος πάντων, ή θα μας φάει ή θα τον φάμε…

Δέχτηκα, όχι χωρίς κάποια ανησυχία.

Το άλλο μεσημέρι, στο Κεφαλάρι, έξι επτά όλοι όλοι, αντιπροσωπεύοντες τον κόσμο των διανοουμένων Αθηνών — δεν κατορθώθη να μαζευτούμε περισσότεροι — περιμέναμε στη βε­ράντα του ξενοδοχείου τον μεγάλο μας καλεσμένο, που αργούσε να φτάσει. Επιτέλους, ένα αυτοκίνητο φάνηκε, μέσα σε μια αποθέωση σκόνης, να πλησιάζει στο ξενοδοχείο. Και σε λιγάκι πηδούσε απ’ αυτό ένα ζωηρότατο γεροντάκι, μαζί με μια νέα, που, όπως μας τη σύστησε, ήτανε η ανιψιά του, που τον ακολουθούσε στο ταξίδι του. Μας έσφιξε με εγκαρδιότητα τα χέρια, μάς δικαιολόγησε την αργοπορία του και δεν μας έφαγε. Αυτός, λοιπόν, ήταν ο τρομερός γεροντοπαράξενος; Αλλά αγαθότερο παιδί δεν είχα ιδεί στη ζωή μου.

Δύο ώρες, που πέρασαν μαζί του, γύρω από ένα τραπέζι εντελώς οικογενειακό, χωρίς καμιά επισημότητα, στάθη­καν για όλους ώρες αλησμόνητες. Θελκτικότερο σύντροφο από το μεγάλο αυτό σοφό δεν μπορούσαμε να ονειρευθούμε.

Και δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι το πνεύμα ενός φιλοσό­φου, το πνεύμα της στιγμής, και όταν ακόμα πειράζει, είναι κάποτε η άμυνά του, μπροστά στην μοιραία σοβαρότητα, που δημιουργεί γύρω του η παρουσία του και που τον περισφίγγει. Τι θέλετε, λόγου χάρη, να πει ο σοφός στην κυρία, που ήρθε να ιδεί το περίεργο τέρας, και τον ρωτάει αφελέστατα, αν ο Όμηρος είναι μεγαλύτερος από τον Γκαίτε; Να βγάλει το μέτρο της κριτικής και ν’ αρχίσει να μετρά; Της απαντά απλούστατα;

 — Θα σας απαντήσω ευχαρίστως, κυρία μου, αφού μου πείτε κι εσείς προηγουμένως ποιος ωκεανός είναι βαθύτερος. Ο Ατλαντικός ή ο Ειρηνικός; Εν τω μεταξύ δεν μάς διηγείσθε τον πρώτο σας έρωτα;

Είναι κακία αυτό, σας παρακαλώ, ή είναι ένας τόμος φιλο­σοφίας και ποιήσεως, κλεισμένος σ’ ένα επίγραμμα;

Καθόμαστε στο τραπέζι. Ο Μπραντές βρίσκεται περικυ­κλωμένος από δημοσιογράφους, που αισθάνεσαι, πως είναι έ­τοιμοι να τον μαδήσουν. Πώς να μην τους προσφέρει μια μεγάλη συνταρακτική αποκάλυψη;

 — Αγαπητοί μου, κύριοι — μας λέει απάνω στα ορεκτικά — δεν γνωρίζετε τα έργα μου και κυνηγάτε τ’ ανέκδοτά μου. Σας εξομολογούμαι, λοιπόν, πως εγώ, που με βλέπετε εδώ, έκανα δέκα χρόνια στις φυλακές του Σικάγου. Είχα σκοτώ­σει τρία παιδιά και τα ’φαγα. Σάς παρακαλώ, μόνο, να μη γίνει λόγος σε κανένα.

Αλλά θαυμαστότερο επίγραμμα έλαβε ποτέ το έργο του δημοσιογράφου, η ψυχολογία του και η εχεμύθεια του; Ο μεγάλος καλεσμένος είχε προσφέρει το εκλεκτότερο ορεκτικό στο πρόγευμα. Δεν εφείσθηκε, θα πείτε, ούτε της αμαθείας μας απέναντι του έργου του. Αυτή την εδικαιολόγησε μόνος του αργότερα, μιλώντας για τους συγγραφείς, που είναι καταδι­κασμένοι να γράφουν σε γλώσσες περιορισμένης κυκλοφο­ρίας, όπως η εθνική του γλώσσα. Αλλά ποιανού εφείσθηκε ποτέ το πνεύμα του; Μερικές ωραίες κυρίες και ο βασιλεύς της Δανίας έλαβαν την ίδια τύχη μαζί μας.

Μια ανάλογη εξομολόγηση είχε κάμει σ’ ένα κύκλο κυ­ριών, παρουσιάζοντας την ανιψιά του.

 — Την βλέπετε αυτήν την κυρία, που έχω μαζί μου; τους είπε. Όταν γυρίζουμε το βράδυ στο σπίτι, έχω ένα χοντρό μπαστούνι και τη σπάζω στο ξύλο.

Μούτρα κρεμασμένα υποδέχθηκαν την ανέλπιστη αποκά­λυψη. Ήτο δυνατή, λοιπόν, τόση κτηνωδία; Και ο Μπραν­τές, ενώ μας ξαναδιηγείται τη φάρσα του ξεκαρδίζεται στα γέλια. Και εξακολουθεί να μας κερνά τον καμπανίτη του πνεύματος του. Μιλεί, σχεδόν, διαρκώς και κατορθώνει να απευθύνει διαδοχικώς το λόγο πότε στον ένα, πότε στον άλλο και να επικοινωνεί με όλους.

 — Είπα πολλά; ρωτάει, μια στιγμή, την ανιψιά του, με δειλία μικρού μαθητού.

Και εξακολουθεί:

 — Τι τα θέλετε, κύριοι; Είμαι ένας φλύαρος Δανός. Για το Σαίξπηρ, ξέρετε, μίλησα στην Νέα Υόρκη, στο Καίμπριτζ, στο Παρίσι, στην Ιταλία. Κάποτε μίλησα και στην Δανία. Εκεί μίλησα ειδικώς για τον Αμλέτο, που είναι συμ­πατριώτης μας. Και προσπάθησα ν’ αποδείξω, ότι όχι μόνο ο περίφημος Δανός πρίγκιπας δεν ήτανε καθόλου Δανός, αλλά και ότι, δεν υπάρχει κανένας Δανός μέσα σε ολόκληρο τον «Αμλέτο», έκτος από τον Πολώνιο. Αυτός μάλιστα. Αυ­τός ήτανε ένας γεροφλύαρος. Ένας πραγματικός Δανός δη­λαδή. Στο σημείο αυτό της ομιλίας μου, ο βασιλιάς μας, που είχε τιμήσει τη διάλεξη μου χαμογέλασε.

Σταμάτησε λιγάκι και ύστερα, χωρίς να φεισθεί, ούτε του βασιλέως του, επρόσθεσε.

 — Ήτανε το μόνο πράγμα, που είχε καταλάβει από την ομιλία μου.

Αλλ’ από το πνεύμα, που έσπειρε ο Μπραντές στην Α­θήνα, από τα επιγράμματα του, από τα ανέκδοτά του — ανέκδοτα προσωπικά του και όλων των μεγάλων ανθρώπων, που γνώρισε στη ζωή του — θα μπορούσε να γεμίσει ένας τόμος ολόκληρος. Υποθέτω, πως δε θα τα αφήσουν να χα­θούν όσοι είχαν την ευτυχία να τα ακούσουν. Γιατί θα ή­ταν κρίμα, αλήθεια, να μη μείνει από το πέρασμά του, α­νάμεσα στην αθηναϊκή Σαχάρα, η δροσερή ανάμνηση της οάσεως, που στάθηκε ο Δανός αυτός Σωκράτης. Εγώ τουλά­χιστον από τις δύο αλησμόνητες ώρες, που πέρασα μαζί του, προσπάθησα να συγκρατήσω, ό,τι είναι δυνατό να συγκρατήσει κανείς απ’ την ευκολοεξάτμιστη αυτή πνευματική δροσιά.

Μια στιγμή γίνεται λόγος για τους μεγάλους δηλητηριασ­μένους του αλκοόλ.

 — Τι κρίμα — είπε ο Μπραντές, με πραγματική αγανά­κτηση αυτή τη φορά — να θυσιασθούν τόσα ωραία πνεύματα στο ελεεινό αυτό πάθος.

Στο μεταξύ κάποιος υδροπότης από τους ομοτράπεζους προσέχει, ότι ο διδάσκαλος κατεβάζει το δεύτερο ποτηράκι της μπενεδικτίνας του, αφού εξύμνησε προηγουμένως τα ελληνικά κρασιά. Τι ανακολουθία! Και ο Μπραντές σηκώνει το ποτηράκι του στο φως.

 — Τι ωραίο χρώμα που έχει αυτό το δηλητήριο. Χαίρεται κανείς να δηλητηριάζεται.

Μεταξύ των ενδόξων αλκοολικών, έρχεται το όνομα του Αλφρέδου Μυσσέ. Ο Μπραντές τον λατρεύει.

 — Από τα νιάτα μου, ήτανε ο λατρευτός μου ποιητής. Και εξακολουθώ να τον λατρεύω. Τι θελκτικά πράγματα, που είχε γράψει.

Και ψιθυρίζει τους γνωστούς στίχους:

 

O mes amis, quand je mourrais

plantez une saule an cimetière.

Jaime son feuillage eplore

 

 — Η επιθυμία του ποιητή εισακούστηκε… παρατηρεί κά­ποιος.

 — Ναι, βέβαια! άπαντα ο Μπραντές. Αλλά δεν του φύτε­ψαν μόνο μια ιτιά. Του φύτεψαν πολλές. Κι εγώ θα ήθελα να μου φυτέψουν.

Και ενώ μιλεί ευθυμότατα για το θάνατο, όπως μιλούσαν κάποτε κάτω απ’ τον ουρανόν αυτό, μελαγχολεί έξαφνα.

 — Τι κρίμα να πεθάνει τόσο νέος και μάλιστα παράλυτος! Ποτέ δεν πρέπει να πεθαίνει κανείς νέος…

Και σε λίγο προσθέτει:

 — Ούτε γέρος.

Του θυμίζω μια ιατρική πεζότητα, που φανταζόμουν, ότι την γνώριζε, αυτός, που δεν υπήρχε τίποτε, που να μην το γνωρίζει.

 — Ξέρετε, μαιτρ, ότι ο Μυσσέ έδωκε το όνομα του σε κά­ποιο σύμπτωμα καρδιακού νοσήματος. Ανατινάσσεται.

 — Διάβολε! Να κάτι που δεν το ήξερα. Ένας μεγάλος ποιητής να δώσει το όνομά του σε μια ασθένεια; Μα αυτό είναι καταπληκτικό. Πέτε μου, σας παρακαλώ. Θέλω να μάθω...

Και κολλάει σχεδόν το πρόσωπο του στο δικό μου.

 — Είναι το περίφημο «signe de Musset», μαιτρ, που το γνωρίζουν όλοι οι γιατροί. Στην ανεπάρκεια του αορτικού στομίου της καρδιάς, το κεφάλι του αρρώστου ταλαντεύεται ρυθμικά, ακολουθώντας τους παλμούς. Αυτό το σύμπτωμα είχε παρατηρηθεί κλινικώς, πρώτη φορά, στο Μυσσέ. Και έμεινε από τότε το «σημείο του Μυσσέ».

 — Μα αυτό είναι θαυμάσιο, αγαπητέ μου! φωνάζει. Πόσο θα ήθελα κι εγώ να δώσω το όνομά μου σε μια ασθένεια της καρδιάς, των πνευμόνων, του συκωτιού, αδιάφορο… Φαντασθείτε. Όταν θα περάσω, όταν θα ξεχασθώ, όταν κα­νένας πια δεν θα διαβάζει τα έργα μου, θα βλέπουν έναν δυστυχισμένο και θα λένε:

«Ο καημένος! Έχει το σημείον του Μπραντές…» Αλλ’ αυτό είναι μια αιωνία δόξα. Όσο υπάρχουν στον κόσμο, και θα υπάρχουν δυστυχώς πάντα, γιατροί και άρρωστοι, το όνομά μου θα μείνει αθάνατο.

Αρχίζει να βήχει.

 — Έχω κι ένα διαβολεμένο βήχα… προσθέτει. Δεν μπο­ρεί να γίνει τίποτε μ’ αυτόν για τη δόξα μου;

 — Δεν φαντάζομαι, μαιτρ.

 — Τότε πρέπει να τον θεραπεύσω. Ο κ. Γιοκαρίνης μου σύστησε να παίρνω γκουντρόν. Μήπως έχετε κανένα καλύ­τερο φάρμακο να μου συστήσετε;

 — Εδοκιμάσατε το πρώτο;

 — Δεν το εδοκίμασα. Αλλά φαντάζομαι, ότι υπάρχει πάν­τα ένα φάρμακο καλύτερο από ένα άλλο.

Στο μεταξύ ο Μπραντές εξακολουθεί να μιλεί γαλλικά με τους περισσοτέρους, γερμανικά με τον κ. Κουκούλα και δανικά με την ανιψιά του.

 — Τι ματαιοπονία, αλήθεια, κι αυτή η πολυγλωσσία! προσ­θέτει! Εμείς, που ανήκουμε σε μικρά έθνη, είμεθα υποχρεωμένοι να μαθαίνουμε ένα σωρό γλώσσες. Μακαρίζω τους Άγγλους, που μαθαίνουν μία γλώσσα μόνο, τη δική τους. Ξέρετε τι σημασία έχει αυτό; Εμείς ξέρουμε πως λέγεται το σπίτι σε είκοσι γλώσσες και δεν είμαστε σε θέση να χτίσουμε και να διασκευάσουμε ένα σπίτι της προκοπής. Ο Άγγλος ξέρει πως λέγεται το σπίτι μόνο σε μια γλώσσα. Ξέρει όμως να χτίζει και να διασκευάζει τα καλύτερα σπίτια του κόσμου. Αυτή είναι η διαφορά.

Και διηγείται σχετικώς μια χαριτωμένη ανάμνησή του:

 — Κάποτε στην Αγγλία μού είχαν γεύμα μερικοί λόρδοι. Κανένας δεν ήξερε λέξη, έξω από τα αγγλικά του. Έξαφνα με πληροφορούν, ότι, σε λίγο, θα φθάσει κάποιος φίλος των, με τον οποίον θα μπορέσω να μιλήσω και γερμανικά. Αυτό το θεωρούσαν σπουδαίο γεγονός. Επιτέλους έφθασε ο γερμανομαθής λόρδος. «Βι γκετς, μίστερ Μπραντές;» μου λέει — «Ιχ τάγκε,» του απαντώ. Οι άλλοι μας εκοίταζαν με θαυ­μασμό. Αλλά κανείς δεν εννοούσε τίποτε. «Επιτέλους, κύ­ριοι» τους λέω «δεν νομίζετε, ότι μπορούμε να εξακολου­θήσουμε τα αγγλικά μας»; Και τα γερμανικά σταμάτησαν ως εκεί.

Και ο Μπραντές συνοψίζει την αντιπάθειά του κατά της πολυγλωσσίας μ’ ένα επίγραμμα:

 — Τι τα θέλετε, κύριοι; Είναι προτιμότερο να διδάσκεται κανείς πράγματα παρά λόγια.

Το άλλο πρωί, επρόκειτο να γίνει στην άουλα του Πανε­πιστημίου η τελετή της ανακηρύξεώς του εις επίτιμον διδά­κτορα.

 — Τι είδος τελετής είναι αυτό; ρωτάει τον κ. Σκίπη. Μπο­ρείτε να με πληροφορήσετε;

 — Ωραία τελετή, οπωσδήποτε, του απαντά ο κ. Σκίπης, που δεν ξέρει καλά καλά τη σχετική εθιμοτυπία.

Γυρίζει έξαφνα και μου λέει:

 — Τι αθώος που είναι αυτός ο νέος!

Και εξακολουθεί:

 — Μου είπαν, ότι θα εκφωνηθούν τρεις λόγοι και ο δικός μου τέσσερες.

Παίρνει μια βαθειά αναπνοή, σαν αναστεναγμό.

 — Μου είπαν ακόμα εξακολουθεί — ότι ένας Έλλην, που μιλεί επίσημα, είναι αδύνατον να μιλήσει λιγότερο από μια ώρα. Φαντάζομαι, λοιπόν, ότι τη στιγμή, που θα έλθει η σειρά μου, οι ακροαταί μου θ’ αρχίσουν να ροχαλίζουν.

 — Το πιθανότερο είναι — του λέω — ότι θα ξυπνήσουν τη στιγμή, που θ’ αρχίσετε να μιλείτε εσείς.

Ευτυχώς τα πράγματα δεν έγιναν, όπως είχε φοβηθεί ο διδάσκαλος και κανείς δεν εκοιμήθη, κανείς δεν εξύπνησε. Η επίσημη τελετή τελείωσε ανθελληνικότατα, σε είκοσι ­πέντε λεπτά της ώρας.

Γίνεται κατόπιν λόγος για την αναχώρησή του.

 — Δεν έχω παρά τρεις ημέρες ακόμα να μείνω στας Α­θήνας. Και μου χρειάζεται μία, τουλάχιστον, για να ετοιμάσω τις αποσκευές μου. Ευτυχώς, ξεμπέρδεψα με μια άλλη σοβαρή υπόθεση. Οι αρχές επείσθηκαν, ότι δεν είμαι κατά­σκοπος.

 — Κατάσκοπος;

 — Ε, φίλοι μου! Άλλοτε ταξιδεύαμε απλούστερα. Τώρα ένας άνθρωπος, που ταξιδεύει, είναι υποχρεωμένος ν’ αποδει­κνύει διαρκώς, ότι δεν είναι κατάσκοπος.

«Τα ίδια παθαίνω παντού. Με κοιτάζουν με ύποπτα βλέμ­ματα. Στα Ελβετικά σύνορα, οι άνθρωποι, που μου ζητούν τα χαρτιά μου, είναι βέβαιοι, ότι προσπαθώ ν’ ανακαλύψω τα κανόνια, που είναι κρυμμένα στας Άλπεις. Και φαντάζεσθε τι υπερηφάνεια είναι αυτή για μένα, που όλη μου τη ζωή την πέρασα με κανόνια. Εδώ ευτυχώς οι Αρχές είχαν πληροφορηθεί εγκαίρως, ότι δεν ανακατεύομαι με κανόνια. Εζήτησαν όμως από την ανιψιά μου, που πήγε να βγάλει τα διαβατήριά μας, το μικρό όνομα του πατέρα μου. Τι σχέση μπορεί να έχει, σας παρακαλώ, το μικρό όνομα του πατέρα μου με τα καταχθόνια σχέδια μου;

 — Τυπικότητες, μαιτρ.

 — Το εννοώ. Δυστυχώς η συγγενής μου δεν έτυχε να γνωρίζει το όνομα του πατέρα μου. Και όμως χωρίς το όνομα δεν μπορούσε να γίνει τίποτε.

 — Και τι απέγινε;

 — Απλούστατα, η ανιψιά μου έδωσε το πρώτο όνομα, που θυμήθηκε — δεν είπαμε, ότι πρόκειται περί τύπων; — ο υ­πάλληλος έμεινε ενθουσιασμένος και το διαβατήριο εξεδόθη

Δεν υποθέτω, ότι το πράγμα θα έχει συνέπειες. Πώς θέλετε να γίνει ποτέ γνωστό στην Ελλάδα το πραγματικό μικρό ό­νομα του πατέρα του Μπραντές;

Και η ιδέα αυτή τον διασκεδάζει εξαιρετικά.

Μεταξύ των διαφόρων πιάτων, ο Μπραντές απονέμει τις τιμές της κριτικής του στα φρεσκότατα μπαρμπούνια. Απο­ρεί πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φάει ένα ολόκληρο. Έπειτα σερβίρεται δυο φορές από ένα θαυμάσιο αρνάκι της σούβλας, συνοδευμένο — για να υπάρχει και το εθνικό χρώμα — από κοκορέτσι. Και πληροφορείται, ότι οι ομηρικοί ή­ρωες δεν είχαν διαφορετική μαγειρική από τους αρματολούς και κλέφτες της νέας Ελλάδος. Συγκρατεί αυτή την πληροφορία και, όταν φθάνουν τα πορτοκάλια, που τα λα­τρεύει, αναστενάζει για λογαριασμό των ομηρικών ηρώων.

 Και να σκέπτεται κανείςεξηγεί τον αναστεναγμό του — ότι οι προγονοί σας δεν είχαν γευθεί τον θαυμάσιον αυ­τόν καρπό.

Τα πορτοκάλια ήταν πράγματι, άγνωστα στην αρχαία Ελλάδα.

Για τον Ροντέν ο Μπραντές μιλεί με πραγματικό ενθου­σιασμό.

Τον γοητεύει κυρίως ο Μπαλζάκ του, το έμψυχο εκείνο μπλοκ του μαρμάρου, όπου ο γλύπτης έκλεισε την γιγάντια ψυχή του μεγάλου μυθιστοριογράφου.

 — Και όμως — παρατηρεί — είναι το έργο του, που αμφισβητήθηκε περισσότερο από όλα τα άλλα.

Μας διηγείται, ύστερα, τη φιλία του με τον μεγάλο γλύ­πτη.

 — Δεν πέρασα ποτέ από το Παρίσι, χωρίς να τον επισκε­φθώ. Αλλά τι ανεξήγητη αυτή η αδυναμία μερικών μεγά­λων καλλιτεχνών να μπλέκονται με ανάξιες γυναίκες! Κά­ποτε, που πήγα να τον επισκεφθώ στο ατελιέ του, είχε έρθει να τον ζητήσει ο πρέσβης της Αγγλίας. Μου ζήτησε συγ­γνώμη να μ’ αφήσει λίγα λεπτά και με παρεκάλεσε να κρα­τήσω συντροφιά, στο μεταξύ, σε μια κυρία, που βρισκότανε εκεί. Ήταν ένα φρικτό πλάσμα· την πήρα αρχικώς για κά­ποια υπηρέτρια, ντυμένη με τα κυριακάτικά της. Πολύχρωμα κουρέλια κρέμονταν από πάνω της. Ήταν η ερωμένη του Ροντέν και, προφανώς, ήθελε να σαγηνέψει τον μεγάλον της άνδρα, με τα κουρέλια της αυτά. Καθώς την κοίταζα με α­ηδία, μου λέει: «Είμαι η δούκισσα Ντας» — «Α! είσθε δούκισσα;» — «Μάλιστα, κύριε». Επρόφερε τα γαλλικά με α­μερικανική προφορά. — «Αμερικανίδα βέβαια, της λέω — «Αμερικανίδα» μου απαντά «και η Θεία Πρόνοια για τον με­γάλο σας φίλο. Τον προστατεύω τον καημένον και τον φυ­λάγω απ’ όλους τους κινδύνους. Όπως είναι μεγάλος, ξέρετε, τον φθονούνε και μπορεί να τον δολοφονήσουν καμιά μέ­ρα...» Ομολογώ, πως δεν είχα φαντασθεί ποτέ μου, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να δολοφονηθεί επειδή είναι μεγάλος γλύπτης.

Και εξακολουθεί ο Μπραντές να διηγείται τη συνέντευξή του με τη φριχτή δούκισσα.

 — Μεταξύ άλλων, μου είπε, ότι ο καημένος ο Ροντέν είναι πολύ εξασθενημένος, ότι δεν χωνεύει παρά ένα αυγό την η­μέρα, και ότι, για χατίρι του, προμηθεύτηκε μερικές κότες για να έχει καθημερινώς το αυγό της ώρας, για το γεύμα του μεγάλου της ανθρώπου. Ύστερ’ από λίγα χρόνια, που ξαναγύρισα στο Παρίσι, ο Ροντέν, μόλις πληροφορήθηκε το φτάσιμό μου, μου έγραψε να πάω να προγευματίσω μαζί του. Θυμήθηκα το αυγό της φριχτής δούκισσας και, του έγρα­ψα, ότι θα προγευματίσω πρώτα στο σπίτι μου και κατόπιν, θα πάω να πάρουμε το αυγό μας. Και έτσι έκανα πράγματι. Όταν πήγα σπίτι του, παρατήρησα, ευχαρίστως, ότι η απαί­σια εκείνη γυναίκα δεν ήταν εκεί. «Ε, Ροντέν! του είπα. Τι έγινε η δούκισσα; Δεν την βλέπω εδώ». Έκανε ένα κί­νημα απολυτρώσεως. «Πάει στο Διάολο! μού αποκρίθηκε. Την έδιωξα. Μου είχε γίνει τσιμπούρι. Αλλά τι είναι αυτά που μου έγραψες; Για ποια αυγά μου μιλείς;» Του διηγή­θηκα την ιστορία του αυγού της δούκισσας. «Την αχρεία! εφώναξε. Ήθελε και καλά να με πείσει, ότι δεν μπορώ να χωνέψω περισσότερο από ένα αυγό την ημέρα. Και μου το παρουσίαζε καθημερινώς, για να μου δείξει τη λατρεία της, το ενδιαφέρον της, να με καθυποτάξει η παλιογυναίκα. Εννοείς, ότι αυτό δεν μπορούσε να βαστάξει πολύ. Την έστειλα στο Διάβολο και ησύχασα πια από γυναίκες. Χαίρομαι την ελευθερία μου τώρα.» Τον συγχάρηκα και περά­σαμε στην τραπεζαρία μου. Εκεί είδα, με έκπληξή μου, μια άλλη γυναίκα να μας περιμένει. «Α, κύριε Μπραντές… μου λέει. Μου κρατήσατε παρά πολύ τον φίλο μου. Ελάτε επιτέλους.» Το πιστεύετε; Γύρισα κι εγώ τότε προς τον Ρον­τέν και του μουρμούρισα: «Βλέπω, πράγματι, ότι απέκτησες, την ελευθερία σου.»

Και μάς διηγείται κατόπιν, ο Μπραντές, ότι ο άνθρωπος του ενός αυγού της φρικτής δούκισσας είχε τρία φαγητά στο τραπέζι του, που τα τίμησε όλα με μοναδική όρεξη.

 — Όταν έφυγα — εξακολούθησε — ο Ροντέν, μου έκανε μια φιλοφρόνηση, που είναι για μένα η μεγαλύτερη τιμή, που έλαβα στη ζωή μου. «Αγαπητέ μου Μπραντές — μου είπε — έχω την εντύπωση ότι προγευμάτισα σήμερα με τον κύριον Βολτέρο.» Φαντασθείτε!

Μήπως και οι Αθηναίοι συνδαιτημόνες του δεν είχαμε εντελώς την ίδια εντύπωση.

Και επειδή ο λόγος περί Ροντέν, ο Μπραντές ρωτάει τον αθηναίο γλύπτη κ. Ρωκ, που έτυχε να γνωρίσει τον μεγάλο καλλιτέχνη στις τελευταίες του ημέρες, αν αληθεύει πως ή­τανε παράλυτος και πως υπόφερε πολύ στα τέλη του. Ο κ. Ρωκ διαψεύδει τη φήμη.

 — Μήπως ακούσατε, αν βρισκότανε κοντά του η φριχτή δούκισσα;

 — Όχι. Είχα ακούσει, απλώς, ότι στα ογδόντα του χρόνια είχε παντρευθεί.

 — Ίσως τη δούκισσα;

 — Μάλλον την υπηρέτριά του, φαίνεται.

Παρατηρεί τότε κάποιος, ότι ίσως να επρόκειτο για νομι­μοποίηση κάποιου παλιού ερωτικού του δεσμού. Και ο Μπραντές τινάζεται από το κάθισμά του.

 — Μα αν έζησε κανείς με εκατό γυναίκες στη ζωή του και ακολουθήσει το παράδειγμα του Ροντέν, θα βρεθεί αναγκασμένος, στα ογδόντα του χρόνια, να τις παντρευτεί και τις ε­κατό.

Κάποιος άλλος τότε αναφέρει και τον όψιμο γάμο του Ανατόλ Φρανς, άλλου μεγάλου φίλου του Μπραντές.

 — Με την υπηρέτριά του;

 — Όχι. Με την υπηρέτρια μιας παλαιάς του ερωμένης.

Η παλιά του αυτή ερωμένη ήταν παντρεμένη. Και επει­δή δεν μπορούσε να παντρευθεί την ίδια, παντρεύθηκε την υπηρέτριά της.

 — Τέλος πάντων — φωνάζει ο Μπραντές — όλοι οι μεγάλοι άνδρες πρέπει να παντρεύονται, φαίνεται, στα τέλη τους, την υπηρέτριά τους.

Στο σημείο αυτό επεμβαίνει η ανιψιά του και του μιλεί, χαμογελώντας, δανικά. Εκείνος της απαντά επίσης δανικά. Και, για να μη διαπράξει μία αδιακρισία απέναντί μας, μας διερμηνεύει τα όσα είπανε:

 — Η ανιψιά μου λέει να προσέξω, κι εγώ μήπως παν­τρευτώ στα τέλη της ζωής μου την υπηρέτριά μου. Και αρχίζω να το σκέπτομαι. Υποθέτω, λοιπόν, μάλλον, ότι δε θα την παντρευθώ. Αλλά πού ξέρει κανείς καμιά φορά τι γίνεται;

 — Πώς το εξηγείτε αυτό, μαιτρ, τον ρωτούν.

 — Ποιο;

 — Το ότι τόσοι μεγάλοι άνδρες αποφασίζουν να παντρευθούν στα γεράματά τους;

 — Την ίδια ερώτηση μου είχε κάνει κάποτε και ο Ροντέν… άπαντα ο Μπραντές. Και του έδωκα την ερμηνεία του Βολτέρου. Ο σοφός, λοιπόν, αυτός άνθρωπος έλεγε, ότι δεν υπάρχουν κουτότεροι άνθρωποι στον κόσμο από τους αν­θρώπους του πνεύματος. Και φαίνεται, πως δεν είχε εντε­λώς άδικο.

Με τέτοιες σπονδές πνεύματος είχε αρδεύσει τα παλιό, το αξιομνημόνευτο αυτό εξοχικό γεύμα της Κηφισιάς, ο με­γάλος μας ξένος. Και όταν τον συνοδεύσαμε στο αυτοκίνητο — τα ωραιότερα πράγματα στον κόσμο έχουν και το ταχύ­τερο τέλος — είχαμε όλοι την αίσθησιν, ότι κάποιο κενό είχε σχηματισθεί γύρω και μέσα μας. Και δε μιλήσαμε πια ε­κείνο το απόγευμα. Μία αποτυχημένη φωτογραφία από κά­ποιο πλανόδιο φωτογράφο, που νομίζω να δημοσιεύθηκε κά­που, συγκράτησε την συνάντησή μας αυτή με τον μεγάλο Δα­νό φιλόσοφο, μια συνάντηση από κείνες που σπάνια δίνον­ται στην ζωή ενός ανθρώπου. Σε δύο ήμερες, ο Μπραντές έφυγε από την Αθήνα, για να μην ξαναγυρίσει πια. Πέρσι, το εξαίσιο αυτό πνεύμα έσβησε, για πάντα, στη μακρινή του πατρίδα. Και, ως στερνό του δώρο, κρατώ τους χαι­ρετισμούς του, που μου έστειλε με τον αλησμόνητο μου Γε­ράσιμο Βώκο, όταν, περαστικός από την Κοπεχάγη, είχε την ευλαβητική έμπνευση να φέρει στο σπίτι του μεγάλου μας φίλου το τελευταίο ελληνικό «χαίρε».

 

 

 

μια παλαια φωτογραφια

 

Μέσα στα χαρτιά μου, βρίσκω μια παλιά φωτογραφία. Φοιτητικά χρόνια και ποιητικά φτερουγίσματα. Από το σύμ­πλεγμα αυτό των νέων άλλοι πέθαναν πρόωρα, άλλοι δοξά­στηκαν — με μια θλιβερή δόξα για την οποία θα μιλήσω ιδι­αιτέρως — άλλοι λησμονήθηκαν, άλλοι ζουν.

Είναι εκεί ο Σταματέλος, ένας Λευκάδιος ποιητής, που πέ­θανε φθισικός, ο Αγησίλαος Άρτεμης, που έχασα από και­ρό τα ίχνη του — τώρα βρίσκεται στην Κύπρο — ο Γεώργιος Βαλαβάνης, ο Ιωάννης Αρσένης, εκδότης τότε της «Ποι­κίλης Στοάς», που συγκέντρωνε τα πρωτόλειά μας, ο αγαπη­τός μου Θεόδωρος Βελλιανίτης, καθισμένος στην πρωτοκα­θεδρία, ως μεγαλύτερος στο χρόνια από όλους μας, και κά­ποιος, που δυσκολεύομαι να τον αναγνωρίσω και που φαίνε­ται να είμαι εγώ. «Λόγιοι νέοι» του καιρού εκείνου, όπως μας τιτλοφορούσαν τότε, που από την παλιά τους φωτογρα­φία αμφιβάλλω, αν αναγνώριζαν κι αυτοί, όσοι βρίσκον­ται ακόμη στη ζωή, τους σημερινούς εαυτούς των και προ πάντων — αν τους εγκρίνουν.

Ένας όμως από τους νέους αυτούς επραγματοποίησε την πρωιμότερη δόξα, αλλά και τη θλιβερότερη. Είναι ο Περικλής Ραυτόπουλος. Οι φιλολογικές του κλίσεις — είχε εκδώσει τότε και μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο: «Κρυσταλλώματα» — τον είχε φέρει στη συντροφιά μας. Νέος, συμπαθητικότατος, εκλεκτής ανατροφής, από τα καλύτερα σπίτια των Πατρών, γλωσσομαθής, κοσμικότατος, κομψότατος στο ντύσιμό του, αριστοκράτης στους τρόπους του, γλυκομίλη­τος και υποχρεωτικότατος, είχε γίνει το χαϊδεμένο παιδί της φιλολογικής μας συντροφιάς. Ύστερ’ από λίγα χρόνια, του ήτανε γραφτό να καταντήσει διεθνής λωποδυτική δόξα και να περάσει το όνομά του στα απομνημονεύματα του περίφη­μου αστυνομικού διευθυντού του Παρισιού Γκορόν. Και τώρα η φαντασία μου τον παρακολουθεί στη λανθάνουσα αυτή, και τόσο ανέλπιστη, εξέλιξή του προς τον μοιραίο του δρόμο.

Τίποτε δεν μας είχε δώσει ποτέ την παραμικρότερη κακή υποψία για τον αγαπημένο μας φίλο. Είχαμε εκδώσει μαζί το λιγόζωο εβδομαδιαίο περιοδικό, τύπου «Ραμπαγά»: «Αθή­ναι». Είχαμε συνεργασθεί στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον». Ο Περικλέτος — έτσι τον λέγαμε χαϊδευτικά — ήτανε άψογος. Και τον ζηλεύαμε για την βιβλιοθήκη του, όλη από εκλεχτές «ελζεβιριανές εκδόσεις, ντυμένες με μαροκινό δέρμα, και για το φοιτητικό του πορτοφόλι, που ντρόπιαζε τα δικά μας. Αργότερα μόλις μαντέψαμε το φριχτό μυστικό και της βιβλιο­θήκης του και του πορτοφολιού του. Τις ελζεβιριανές εκδό­σεις, βαρύτιμες και για την εποχή εκείνη, τις έκλεβε από το βιβλιοπωλείο Βίλμπεργ — ο φτωχός, ο Βίλμπεργ ήτανε α­πελπισμένος για την λεηλασία, που του γινότανε, χωρίς να μπορέσει ποτέ να ανακαλύψει τον μυστηριώδη κλέφτη — και το πορτοφόλι του δεν γέμιζε από τίμιες πηγές. Κάποτε ο κ. Ν. Ιγγλέσης, εκδότης τότε του «Αττικού Μουσείου», μου είχε παραπονεθεί, ότι από τη βιβλιοθήκη του γραφείου του του είχαν λείψει κι αυτουνού μερικοί τόμοι ελζεβιριανών εκδόσεων — η αδυναμία του Ραυτοπούλου — και δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος ήτανε ο βιβλιόφιλος κλέφτης. Όλα αυτά εξηγήθηκαν, όταν με την περίφημη κλοπή του καταστήματος των Γάλλων αρχαιοπωλών Φεαρντάν και Ρολλέν, στο Πα­ρίσι, που για πολύν καιρό έμεινε μυστηριώδης, ανακαλύφθηκε, ότι ο δράστης της θρασυτάτης αυτής κλοπής, που ήτανε και ο κλέφτης του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών, — άλλη μυστηριώδης κλοπή κι αυτή — δεν ήτανε παρά το ίδιο πρό­σωπο και δεν ήτανε άλλος παρά ο αγαπητός μας Περικλής Ραυτόπουλος.

Όταν είχαμε πάρει τα πρώτα αντίτυπα της φωτογραφίας, που ανάφερα, ο Ραυτόπουλος, ρίχνοντάς της ένα φιλάρε­σκο βλέμμα, μου είχε πει:

 — Ποιος απ’ όλους μας, τάχα, θα γίνει ο πιο ένδοξος;

Ίσως να μάντευε, πως θα γίνει ο ίδιος. Και έγινε, πράγματι, πολύ πρωτύτερα από ότι θα μπορούσε να το φαντασθεί κι ο ίδιος. Κλέφτης δύο μουσείων, μέσα σε διάστημα ενός μηνός, επραγματοποίησε έναν άθλο, που θα τον ζήλευε κι ο τολμηρότερος και πιο πεπειραμένος διαρρήκτης. Η ποιητική του φαντασία ίσως να μην είναι ξένη προς τα κατόρθωμά του. Και τι κατόρθωμα! Μου το ξαναφέρνει η μνήμη μου στις γενικές του γραμμές:

Όποιος θα ήθελε να μάθει με τι τρόπο έγινε η περίφη­μη αυτή κλοπή του Νομισματικού Μουσείου, δε θα είχε παρά ν’ ανατρέξει στο φύλλο της «Εφημερίδος» του Κορομηλά της επομένης. Εκεί δημοσιεύθηκε η τελειότερη περιγραφή της κλοπής με λεπτομέρειες, που έκαναν κατάπληξη. Και δεν μπο­ρούσε να είναι διαφορετικά, αφού την περιγραφή της κλοπής την έκανε ο ίδιος ο κλέφτης. Συντάκτης τότε στην «Εφη­μερίδα», μόλις τελείωσε τη δουλειά του στο Μουσείο, έτρεξε, κατ’ ευθείαν, στο γραφείο της εφημερίδας του κι έκανε το καθήκον του, με σπάνια ρεπορτερική ευσυνειδησία, γι’ ν’ αποδειχθεί με τον τρανότερο τρόπο, ότι και ένας εγκλημα­τίας ακόμη μπορεί να είναι στον ίδιο καιρό ένας ευσυνείδη­τος άνθρωπος. Η «Εφημερίς», που δεν μπορούσε φυσικά να φαντασθεί, ότι ο Ραυτόπουλος, κλέβοντας το Μουσείο, εκτελούσε μαζί και τα ρεπορτερικά του καθήκοντα, ετόνισε τη μεγάλη επιτυχία του συντάχτη της και οι άλλες εφημερί­δες, που δεν είχαν καθόλου την είδηση ή είχαν περιορισθεί σε σύντομες πληροφορίες, εζήλεψαν την επιτυχία της συνα­δέλφου των και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ρεπόρτερ των θα δέχτηκαν τη σχετική επίπληξη για την ανικανότητά τους. Η «Εφημερίς» είχε πραγματοποιήσει το ιδανικό της δημοσιογραφικής ενημερότητος, που θα ήτανε, χωρίς άλλο, κάθε μεγάλος εγκληματίας να κάνει ο ίδιος το «ρεπορτάζ» του εγκλήματος του. Αλλά τέτοιες τύχες είναι σπάνιες σε μια εφημερίδα και υποθέτω, ότι το περιστατικό του Ραυτοπούλου είναι μοναδικό στα παγκόσμια δημοσιογραφικά χρονικά.

Κανένας βέβαια — και πολύ λιγότερο η Αστυνομία — δε μπορούσε να φαντασθεί, πως ο μυστηριώδης κλέφτης του Μουσείου, που έδειξε και τόση αρχαιολογική σοφία στην κλοπή του, εκλέγοντας τα κλοπιμαία του σαν τέλειος νομισματολόγος, μπορούσε να είναι ποτέ ένας ευγενικός νέος του κόσμου, ένας δημοσιογράφος και ένας ποιητής, όπως ο Ραυτόπουλος. Όλες οι έρευνες της Αστυνομίας στάθηκαν μάταιες και, σε λίγες ημέρες, ο Ραυτόπουλος έφευγε ανενό­χλητος για το Παρίσι, όπου πήγαινε να πουλήσει το θη­σαυρό του.

Εκεί, ο τολμηρότατος επιχειρηματίας πραγματοποίησε τον μεγαλύτερο άθλο του, έναν άθλο του, που θα μπορούσε να δοξάσει κι έναν ήρωα αστυνομικού μυθιστορήματος. Αφού πούλησε τα κλεμμένα νομίσματα στους αρχαιοπώλες Φεαρντάν και Ρολλέν, κατόρθωσε να κρυφτεί μέσα στο κατάστημά τους και, την ίδια νύχτα, σαν καλός νοικοκύρης, τα ξανά­κλεψε, μαζί με διάφορα άλλα σπάνια νομίσματα. Ίσως από πατριωτισμό, να μην ήθελε να μείνουν οι ελληνικοί αρχαιολο­γικοί θησαυροί στα χέρια ξένων. Και ίσως, αφού πήρε την εμπορική τους αξία — αυτό τον ενδιέφερε κυρίως — ίσως να είχε στο νου του να τα επιστρέψει καμιά ήμερα εκεί, που ήταν η θέση τους. Έπειτα με την ικανότητα, που έδειξε πως είχε, μπορούσε να εξακολουθήσει, να τα πουλά και να τα ξανακλέβει, πλουτίζοντας ο ίδιος, ενώ τα σπάνια νομίσματα θα έμεναν πάντα σε ελληνικά χέρια. Όταν ένας λωποδύτης είναι μαζί και ποιητής, και αντιστρόφως, μπορεί να περιμένει κανείς απ’ αυτόν τα περιεργότερα πράγματα.

Εννοείται, ότι και στο Παρίσι η τολμηρότατη κλοπή έ­μεινε για πολύν καιρό άλλο τόσο ανεξιχνίαστη όσο και στην Αθήνα. Ούτε η Αστυνομία, ούτε οι Φεαρντάν και Ρολλέν μπορούσαν να υποψιασθούν τον ευγενικό νέο, που τους πούλησε τα ελληνικά νομίσματα. Πώς είναι δυνατό να χωρέσει νους ανθρώπου, ότι ο άγνωστος που πουλεί κάτι τι το ξανα­κλέβει την ίδια μέρα; Αν του ήτανε τόσο πολύτιμο δεν θα υπήρχε λόγος να το πουλήσει. Έπειτα μια τόσο τολμηρή κλοπή δεν μπορούσε ν’ αποδοθεί σ’ ένα νέο, που όσο και αν πουλούσε λαθραία αρχαιότητες, δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος και μαέστρος της διαρρηκτικής τέχνης, ούτε να έχει την τόλμη να κλέψει αυθημερόν τα νομίσματα που είχε πουλήσει ο ίδιος. Πληροφορίες ζητήθηκαν από την Αστυνομία των Αθηνών, που τότε μόλις εμάθαινε την τύχη των κλοπιμαίων του Νομισματικού Μουσείου, αλλά κι αυτή για κάθε άλλον μπορούσε να έχει υποψίες, παρά για ένα δημοσιογράφο και ένα ποιητή, παιδί καλής και έντιμης οικογενείας, που δεν είχε δώσει ως τότε κανένα ύποπτο δείγμα της διαγωγής του. Ο διαρρήκτης, επομένως, του παρισινού αρχαιοπωλείου έ­μεινε άλλο τόσο μυστηριώδης για την Αστυνομία του Παρισιού, όσο και ο διαρρήκτης του Νομισματικού Μουσείου των Αθηνών, για την Αστυνομία του τόπου του.

Ένα τυχαίο περιστατικό — όπως συμβαίνει πάντα, όταν ο Θεός, που αγαπάει τον κλέφτη, θέλει να δείξει και την αγάπη του στο νοικοκύρη — έγινε αφορμή να αποκαλυφθεί ο δι­πλός διαρρήκτης. Ο Ραυτόπουλος, παίρνοντας το εισιτήριό του σε κάποιο θέατρο, έδωκε κατά λάθος ένα χρυσό Γαλλικό νόμισμα απ’ αυτά, που είχε κλέψει από του Φεαρντάν και Ρολλέν. Και το ταμείο του θεάτρου, ειδοποιημένο για την κλοπή, σημείωσε τον άνθρωπο, που το είχε δώσει και ταυ­τοχρόνως ειδοποίησε την Αστυνομία, που χωρίς να τον συλ­λάβει αμέσως, άρχισε να τον παρακολουθεί. Σε λίγες μέρες — όπως διηγείται ο παρισινός αστυνομικός Γκορόν στα απο­μνημονεύματά του — δύο αστυνομικοί πήγαν στο δωμάτιο του Ραυτοπούλου και τον ζήτησαν. Δεν ήταν εκεί. Τον περίμε­ναν. Και, όταν ήρθε, του είπαν ευγενέστατα, ότι ο Διευθυντής της Αστυνομίας τον παρακαλεί να παρουσιασθεί ενώπιόν του. Ο Ραυτόπουλος, με τη μεγαλύτερη αταραξία, ζήτησε σχετικές πληροφορίες, αλλά οι αστυνομικοί του εδήλωσαν, ότι δεν γνωρίζουν τίποτα άλλο, παρά ότι έχουν εντολή να τον συνοδεύσουν στην Αστυνομία. Ήταν αδύνατο πια να ξεφύγει. Τους ακολούθησε, και το άλλο πρωί, το Παρίσι επληροφορείτο, ότι ο δράστης της τολμηρότατης κλοπής ήταν ο νεαρός Αθηναίος Περικλής Ραυτόπουλος.

Όταν τα πρώτα τηλεγραφήματα έφεραν την καταπληκτικήν είδηση στας Αθήνας, το τραύμα που είχε δεχτεί η ε­θνική μας φιλοτιμία, σ’ έναν τόπο όπου η λέξη Grec, είχε καταντήσει, μοιραίως συνώνυμη με τη λέξη «κλέφτης», στά­θηκε από τα οδυνηρότερα. Για πολύν καιρό, οι εφημερίδες — η «Εφημερίς» του Κορομηλά είχε σπεύσει ν’ αποκηρύξει τον ανάξιο συνεργάτη της, ενώ οι άλλες εξηγούσαν τώρα χαι­ρέκακα την δημοσιογραφική της επιτυχία — μιλούσαν για τη θλιβερή υπόθεση, που οι λεπτομέρειές της έφταναν με κάθε ταχυδρομείο. Αλλά τη μεγαλύτερη από όλους κατάπληξη την είχαμε δοκιμάσει εμείς οι φίλοι του και συνάδελφοί του και ιδίως εμείς οι πέντε, που φωτογραφημένοι, μαζί του δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, πως ο φωτογραφικός φακός ήτανε γραφτό να μάς διαιωνίσει μαζί μ’ έναν διάσημο διεθνή διαρρήκτη.

Ο Ραυτόπουλος φυλακισμένος κατάφερε, γρήγορα, να γίνει συμπαθητικότατο πρόσωπο στο διευθυντή και στο προσω­πικό των φυλακών. Και έπρεπε να το περιμένει κανείς. Έξω από το πάθος της κλεπτομανίας — γιατί χωρίς άλλο η κατά­στασή του ήτανε παθολογική — ένας νέος ευγενέστατος, μορ­φωμένος και με καρδιά, σαν το Ραυτόπουλο, δεν μπορούσε παρά να είναι αξιαγάπητος. Και δεν ήταν μόνο για το προ­σωπικό της φυλακής. Υποχρεωμένος να εργάζεται, όπως όλοι οι φυλακισμένοι των ξένων φυλακών, είχε επιδοθεί στην υποδηματοποιία. Και πολύ γρήγορα είχε καταφέρει ένας καλλιτέχνης αυτός να κάνει τα κομψότερα παπούτσια της φυλα­κής. Και οι Παριζιάνες, που του εμπιστεύονταν τα ποδαρά­κια τους, είχαν ξετρελαθεί μαζί του. Δεν είναι μικρό πράγμα, επί τέλους, για μια ωραία να φορά παπούτσια φτιασμένα από έναν θελκτικό ποιητή. Σιγά σιγά τα παπούτσια Ραυτοπούλου έγιναν μέγα σικ για ορισμένους γυναικείους κύ­κλους του Παρισιού. Τριγυρισμένος από τόσες συμπάθειες και με την καλή διαγωγή του, που είχε προκαλέσει ευνοϊκότατες εκθέσεις γι’ αυτόν του διευθυντού των φυλακών, ο Ραυτό­πουλος επέτυχε να του χαρισθεί, ύστερα από λίγα χρόνια, το υπόλοιπο της ποινής του και να βγει από τη φυλακή. Στην Ελλάδα βέβαια δεν του επέτρεπε η φιλοτιμία του να γυρίσει. Έφυγε για την Αμερική. Κι εκεί, θλιβερός αυτοεξόριστος, βρήκε, νεότατος ακόμα, το θάνατο.

Ύστερ’ από την περιπέτειά του μερικοί από τους φίλους, που είχαμε φωτογραφηθεί μαζί του, έσχισαν με αγανάκτηση την κοινή φωτογραφία. Δεν ήθελαν να είναι φωτογραφημέ­νοι μ’ έναν διαρρήκτη. Εγώ την κράτησα και, ομολογώ, όχι χωρίς κάποια συμπάθεια για το μοιραίον θύμα των τυφλών δυνάμεων, που κυβερνούν τη ζωή μας. Και, κοιτάζοντάς την τώρα, ύστερ’ από τόσα χρόνια, θυμούμαι τα λόγια του φτω­χού Περικλή:

 — Ποιος τάχα θα γίνει ενδοξότερος απ’ όλους μας;

Υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι έγινε αυτός; Τα λόγια του εκείνα ποιος ξέρει αν δεν ήτανε μια μελαγχολική προαίσθηση.

 

 

 

κωσταντινοσ χρηστομανοσ

 

Θυμούμαι στα 1910, την επιγραμματική στιχομυθία του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου με έναν ξένον ανταποκριτή.

 — Τι θα κάμετε στα 1911;

 — Θα πεθάνω.

Αυτό θα ήταν το έργο του για το 1911. Το υποσχέθηκε και — αλλοίμονο — μας το ’δωκε. Έργο τέχνης. Γιατί όχι; Ή πρέπει να κάνει κανείς τον εαυτό του καλλιτέχνημα, είπε ο Οσκάρ Ουάιλδ, ή να το φέρνει. Ο Χρηστομάνος πάσχισε πάντα να πλάσει απ’ τη ζωή του ένα αριστούργημα. Ακο­λουθούσε ίσως ασυναίσθητα το δόγμα του ποιητή του «Ντόριαν Γκρέι»: «Τεχνητοί να είμαστε είναι το πρώτο μας χρέος· το δεύτερο δεν το ξέρουμε». Κι αν ονειρεύτηκε τη ζωή του σαν καλλιτέχνημα, σαν αυτοτελείωμα δηλαδή του εαυτού μας, γιατί να μην ονειρευθεί και το θάνατο σαν το ανώ­τερο τελείωμα του εαυτού του, σαν το οριστικό και μεγάλο του έργο; Προνόμιο είτε φαντασιοπληξία των δημιουργών, είναι όμως κάτι τι αυτό, που φαίνεται σαν παιγνίδι λέξεων και που το νοιώθει βαθιά κάθε δημιουργός. Γιατί αυτός, που δημιουργεί το έργο της τέχνης, δημιουργεί μαζί και τον εαυτό του, τη ζωή και το πέραν της ζωής. Τεχνίτης μαζί και Μοίρα του εαυτού του.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη ζωή. Ο Χρηστομάνος, πε­ρισσότερο από κάθε άλλον, ένοιωθε την ανάγκην να συμπληρώσει απάνω του το έργο του Δημιουργού. Με σκληρή απρο­σεξία τον έπλασε η Φύση. Επήρε τον πηλό του στα χέρια της, βιαστικά τον εζύμωσε και άστοργα τον πέταξε μέσα στη, ζωή τσαλακωμένο και ατελείωτο. Όμως σα σε στιγμή δη­μιουργικής μανίας, το πνεύμα που του φύσηξε μέσα του, ή­ταν ένα πνεύμα θερμό και πλούσιο. Ένας ποιητής γεννή­θηκε. Ο δρόμος του ήταν προς τα περιβόλια της ζωής. Ακολούθησε το δρόμο του. Μα μέσα στις αρμονίες, που τον έσερνε ο περιορισμός του, ένοιωσε γρήγορα, ότι ο ίδιος ήταν η δυσαρμονία και το λάθος. Και, πλασμένος να δη­μιουργεί ωραιότητες, είδε, πως πρώτα πρώτα έπρεπε να δημιουργήσει, να ξαναδημιουργήσει τον εαυτό του. Και τον ξαναδημιούργησε. Όσοι είναι ικανοί να βλέπουν τα θαύματα, το είδαν. Ο Χρηστομάνος είχε γίνει ωραίος! Και ο γλύπτης, που θα τον ανάσταινε, απάνω στο μάρμαρο, ψηλό και αρμονικό και καλλίγραμμο, σαν τον Αντίνοο, θα βρισκότανε πε­ρισσότερο κοντά στην αλήθεια, γιατί θα βρισκότανε κοντά στην αισθητική αλήθεια, που είναι η αλήθεια των αληθειών.

Υπάρχουν ζωές τόσο μεστές και τόσο πλούσιες σε σχέδιο και σε χρώμα, που είναι μόνες τους ένα έργο τέχνης. Και υπάρχουν πάλι έργα, με τόση θερμή πνοή μέσα τους, που μοιάζουνε μόνα τους σα μια ζωή ξεχωριστή απ’ τη ζωή που τα γέννησε. Και δεν ξέρω πώς, αυτή τη στιγμή, αντικρίζοντας την ζωή και το έργο του Χρηστομάνου, με τραβάει περισσότερο η πρώτη. Ίσως τη νοιώθω περισσότερο, ίσως την αισθάνομαι βαθύτερα, ίσως με συγκινεί πλατύτερα αυτή τη στιγμή, ίσως η «Σχολή» της — γιατί κάθε ζωή ανή­κει σε μια σχολή, — βρίσκεται πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία μου, ίσως δεν ξέρω τι άλλο, μα η ζωή αυτή, σαν πλούσια σύνθεση του ανθρώπινου και του μοιραίου, με σταματάει σ’ ένα παθητικό αντίκρισμα και μια ιδεολογική ενατένιση.

Πριν χυθεί ακόμα μέσα στην αθηναϊκή πραγματικότητα, πριν μας αγγίξει και μάς διαγκωνίσει, και πριν την νοιώ­σουμε τόσο έντονη και τόσο ορμητική κοντά μας, μάς έρχε­ται από μακριά σαν ένας θρύλος. Οι αρμονίες των «Ορφι­κών Τραγουδιών», φτάνουν στ’ αυτιά μας σαν αόριστη και αμφίβολη μουσική. Μαντεύουμε μιαν αποκάλυψη και περι­μένουμε. Έπειτα έρχεται η φήμη ενός νέου σοφού, που ανεβαίνει, με στερεό βήμα, τα σκαλοπάτια του ναού της επιστήμης, στολισμένος με τα ελληνικά χρώματα, κάτω από τους αυστηρούς γοτθικούς θόλους ενός ξένου πανεπιστημίου. Έπειτα ξεσπάει το σκάνδαλο, το εύκολο επαρχιώτικο σκάν­δαλο της ανελεύθερης ζωής. Γίνεται λόγος για κάποιον εξωμότη, που αρνήθηκε τα «πάτρια» απάνω στον τάφο του Βησαρίωνος, για να χορτάσει τη δίψα της σοφίας του μέσα στις απρόσιτες βιβλιοθήκες του Βατικανού. Ο πατέρας του εξωμότη, ένας σοφός βυθισμένος μέσα στις υψηλές φροντί­δες της επιστήμης του, πληγώνεται αδιάκοπα από την κατακραυγή και την παρεξήγηση, στα βαθύτερα της στοργής του, Το σκάνδαλο σβήνει σιγά σιγά, αφήνοντας πίσω του μια παράξενη φαντασία Έλληνος καρδιναλίου, που προχωρεί σα σε παραμύθι προς τον παπικό θρόνο! Και ενώ δεν ξέρει κανείς καλά καλά, αν το μυθικό αυτό πρόσωπο, ο σοφός, ο ποιητής και ο εξωμότης είναι σκλάβος του Βατικανού ή λιποτάχτης του, άξαφνα τον βλέπουμε να περπατεί στο πλάι μίας τραγικής Αυτοκρατόρισσας μέσα στους παραδείσους της Κέρκυρας και τα χιόνια του Σέμπρουν, ποιητικός ακό­λουθος της Ομορφιάς και του Πόνου, που αδελφώθηκαν στο πικρότερο άνθος της γενεάς των Ατρειδών — Βιτελσβάχων.

Δεν είμαι βέβαιος, αν κρατώ τη χρολογογική σειρά στο αντίκρισμα αυτό μιας φανταστικής ζωής. Μα έχει τάχα καμιά σημασία η χρονολογία μέσα στο παραμύθι;

Ένα κτήνος σταλμένο από την Ειμαρμένη, που εφορεύει τις αρχαίες τραγωδίες — είναι τα λόγια του Μωρίς Μπαρές — χτύπησε την Αυτοκρατόρισσα της Αυστρίας στην προκυ­μαία μιας λίμνης. Μέσα στην εκκλησία, που είναι ξαπλωμένο το κεραυνόπληκτο κυπαρίσσι, ένας νέος σκυφτός και κακοκαμωμένος — γράφουν οι εφημερίδες του τόπου, — προχωρεί συντριμμένος από τον πόνο σχίζει το πλήθος και φέρνει τις σπονδές των δακρύων του στο βασιλικό πτώμα. Είναι πάλι ο Χρηστομάνος! Και σκυφτά φεύγει πάλι και κανέ­νας δεν μαντεύει πού πηγαίνει ο απροσδόκητος αυτός θλιμ­μένος. Πηγαίνει ν’ αναστήσει τη νεκρή Βασίλισσα στα Ηλύσια της Τέχνης. Αυτήν, τον πόνο της και τον πόνο τον δικό του. Από την ηλίθια μαχαιριά του Λουτσένι βγαίνει ένα βιβλίο, που ταράζει άλλο τόσο την ευρωπαϊκή ψυχή, όσο και το τραγικό βασιλικό τέλος. Και το βιβλίο αυτό, ύμνος μαζί και ιεροσυλία, σκορπίζει το όνομα του Χρηστομάνου στα τέσσερα πέρατα του κόσμου.

Ένα πρωί, μια σπιθαμή ανθρώπου πατεί την προκυμαία του Πειραιώς. Είναι ο άνθρωπος που έρχεται από τα παρα­μύθια των «Χιλίων και μιας Νυκτών». Είναι ο Χρηστομάνος. Είναι αυτός;

Οι Αθηναίοι σκύβουν να τον κοιτάξουν. Και, ενώ σκύ­βουν, φαίνονται ως να υψώνουν το κεφάλι και ως να σκύβει αυτός συγκαταβατικά για να τους αναγνωρίσει.

Λίγοι τον ξέρουν ακόμα στην Αθήνα. Ο αριστοκράτης αυτός με το ύφος ακόμα και την μορφή του αναχωρητή, δε φαίνεται προορισμένος για την μεγάλη δημοτικότητα.

Ένα δειλινότις πρώτες ημέρες που τον γνώρισα — είμα­στε καθισμένοι σ’ ένα ερημικό καφενεδάκι της Καστέλας του Πειραιώς, μπροστά στ’ ανήσυχα κύματα που πλέκουν άσπρες γιρλάντες γύρω από το Νησάκι του Κουμουνδούρου. Αυτός, ο ποιητής Πορφύρας κι εγώ. Μιλεί λίγο με την ίδια χαμηλή και ρυθμική φωνή, αυτή που αγαπούσε η Αυτοκρα­τόρισσα, τη φωνή που «δεν τρομάζει τις σκέψεις.» Η σκέψη η δική του φαίνεται να ρυθμίζεται με τον χρόνο του κύμα­τος. Σωπαίνει όσο χρειάζεται για να κάνει μια μελαγχολική εισαγωγή σ’ αυτά που θα πει. Και ύστερα υψώνει τα μάτια του, μάτια Χριστού προσευχομένου απάνω στο Σταυρό, και λέει:

 — Θέλω ν’ αγοράσω ένα ερημικό νησάκι, θα πάω ν’ ασκητέψω κει. Ένα κομμάτι ουρανού, ένα κύμα, μια πρασινάδα, να ξέρω πως είναι δικά μου, εντελώς δικά μου…

Πόσο μακριά απ’ τα πλήθη βρίσκεται με τα λόγια του αυτά!

Ύστερα, ένα απόγευμα, μάς προσκαλεί στο Παλαιό Φάληρο. Τρεις άνθρωποι πάλι. Αυτός, ο Καμπούρογλους κι εγώ. Κάτι έχει να μας πει. Κατεβαίνουμε πάλι προς το κύμα κι εκείνος παίρνει ένα ύφος τελετουργικό, θα μας μυήσει στο όνειρο της «Νέας Σκηνής». Όσοι γνωρίζουν τη «κόγχη του Διονύ­σου» δεν φαντάζονται την προϊστορία αυτή. Είναι η μυθο­λογική της εποχή. Μας γοητεύει όπως ήξερε να γοητεύει «Και ο λόγος σαρξ εγένειο». Εμπήκε ο θεμέλιος λίθος.

 — Αυτή η στιγμή είναι αξιομνημόνευτη! προσθέτει με προ­φητικό τόνο.

Ύστερα σκύβει, σηκώνει ένα δέμα, που είχε φέρει μαζί του, απ’ τη διπλανή καρέκλα, το ξετυλίγει μ’ ευλάβεια και μας παρουσιάζει ένα πλούσιο λεύκωμα, ντυμένο με μαροκινό δέρμα. Εκεί, στη μυστική αυτή ώρα, μπροστά στα κύματα, που ρουφούσαν το τελευταίο χρυσάφι του Ήλιου, έπρεπε να υπογράψουμε οι τρεις τα επίσημα πρακτικά. Υπογράψαμε, δίπλωσε πάλι το λεύκωμα, σα να δίπλωνε τα ιερά του άμφια και, σιωπηλά, σα να ήτανε προσδιορισμένο να σφραγίσουμε με την ιερότητα της σιγής τη μεγάλη απόφαση, ξεκινήσαμε να φύγουμε.

 — Θα προσκαλέσω πέντε ανθρώπους στο Διονυσιακό θέα­τρο για τα επίσημα εγκαίνια… μάς είπε.

Του φαινόντανε και πολλοί οι πέντε. Κατόρθωσε να φθάσει στους οχτώ. Στις 27 Φεβρουαρίου, οι οχτώ άνθρωποι άκουσαν το ευαγγέλιο της «Νέας Σκηνής», «μετά φόβου Θεού, πίστεως και ελπίδος». Η φωνή, που χαϊδεύει τον ήσυχον αέρα του ιερού τόπου, δεν ταράζει τις σκιές, που πλανώνται απάνω στα αρχαία μάρμαρα, μέσα στην αυθάδεια της ζωής. Φαίνεται σαν ν’ ανεβαίνει κι αυτή απ’ τα βάθη του αρχαίου λογίου, με το σιγαλό σάλεμα της Περσεφόνης, που προβάλλει απ’ τα υποχθόνια, για να φέρει το μήνυμα μιας νέας Άνοιξης.

Με υπέροχα λόγια, ζωγραφίζει το αρχαίο δράμα και ονειρεύεται την αναγέννηση του νέου θεάτρου. Φεύγουμε όλοι, με τα κεφάλια σκυφτά, σαν κατόπιν από ιεροπραξία. Την άλλη ήμερα, όλες οι εφημερίδες μιλούν για το όνειρο της «κόγχης».Οι εφημερίδες οργιάζουν, σατιρίζουν, ειρωνεύονται, καλαμπουρίζουν. Σε κάποια εφημερίδα δημοσιεύεται μάλιστα, η κωμωδία της ημέρας με πρόσωπα τους οχτώ… μαλλιαρούς.

Τι σημαίνει όμως; Ο Χρηστομάνος αφήνει:

κάθε ακάθαρτο νερό

μπρος στα πόδια του να χύνει

ευκολόσβηστον αφρό.

Ένα πρωί, μας φέρνει το σύμβολο της «Νέας Σκηνής», σε μια σφραγίδα, που το σχεδίασε ο ίδιος, αφού κανένας από τους τότε ζωγράφους δε βρέθηκε αρκετά μυστικόπαθος να ενσαρκώσει με γραμμές το όνειρό του. Δεν υπάρχει σήμερα Αθηναίος, που να μη γνωρίζει τη σφραγίδα αυτή, που απ’ τα άδυτα ενός ναού σύρθηκε μέσα στην πεζότητα της Αγοράς. Ένα χέρι προσφέρει κάποιο μυστικό λουλούδι σε μια συμβολική γυναικεία μορφή. Κανένας δεν έμαθε ποτέ ποια ήταν η μορφή αυτή και ποιο το λουλούδι. Αλλά μήπως είναι ανάγκη να εξηγήσει κανείς εκείνο που βαθιά αισθάνεται;

Περπατούσαμε κάτω απ’ τις πιπεριές της Λεωφόρου Αμα­λίας.

 — Πού θα βρεθούν τα κεφάλαια, κύριε Χρηστομάνε;

 — Κεφάλαια! Τι να τα κάνουμε; Μια σάλα μάς φτάνει. Ούτε σκηνές ούτε τίποτε. Απλά και λιτά όλα. Ένα λευκό βάθος με δυο Δωρικές κολώνες ζωγραφισμένες στο βάθος. Είκοσι εκλεκτοί θα είναι το κοινό μας. Κανένας βέβηλος δε θα χωρεί μέσα στο αριστοκρατικό αυτό θέατρο. Και οι εί­κοσι αυτοί θα πληρώνουν διπλά και τριπλά απ’ όσα πλη­ρώνουν στα άλλα θέατρα. Με τον καιρό οι είκοσι θα γίνουν τριάντα, σαράντα και κάθε Αθηναίος θα το θεωρεί τιμή του να έχει είσοδο εκεί μέσα, που θα παίζονται μόνο αριστουργήματα.

Είναι ο Χρηστομάνος αυτός, που μιλεί έτσι που ονειρεύε­ται το αριστοκρατικό θέατρο των εκλεκτών, μια αίθουσα ιεροπραξιών της μεγάλης τέχνης. Μην προσπαθείτε τώρα να γεφυρώσετε το χάος, που χωρίζει την όχθη αυτή των Ηλυ­σίων, με την άλλη όχθη, όπου υποκλίνεται έξωμη και ανα­σηκώνει τη φούστα της, με σατανική χάρη, η «Κοραλία και Σία.» Είναι σα να θέλετε να γεφυρώσετε το χάος μεταξύ του Χρηστομάνου της κόγχης του Διονύσου και του Χρηστομά­νου, που τοποθετεί μόνος του την τελευταία καρέκλα στο κλειστό σαλόνι, που κρατεί μισή ώρα ακόμη κατεβασμένη την αυλαία για να φρεσκάρει με τα ίδια του δάχτυλα το τε­λευταίο καπέλο της Κυβέλης και, τη στιγμή, που χωρίζε­ται σε δυο το παραπέτασμα, το κρατεί με το ένα του χέρι, για να διορθώσει με το άλλο, ένα φιόγκο της Ειμαρμένης Ξανθάκη. Γιατί ο Χρηστομάνος δεν είναι ένας. Του πέφτει λίγο να είναι ένας. Είναι δυο. Είναι ο Χρηστομάνος, που, κατά τον ωμό χαρακτηρισμό του Περικλή Γιαννόπουλου, με το ένα χέρι προσφέρει μια δακρυδόχο στη θλιμμένη Αυτοκρατόρισσα και με το άλλο ανακατεύει ένα τενεκέ με σκουπίδια. Δε θέλω, εννοείται, να παραγνωρίσω την επίδραση της «Νέας Σκηνής» στην εξέλιξη του νέου μας θεάτρου. Προσπαθώ μόνο να καταμετρήσω την απόσταση απ’ το όνειρο της κόγ­χης του Διονύσου, ως την πραγματικότητα του θεάτρου της πλατείας Ομονοίας. Τι σημαίνει όμως; Αν δε μας δόθηκε το ονειρευτό αριστοκρατικό θέατρο, μάς δόθηκε όμως το σημερινό θέατρο, που θα μπορούσε αξιόλογα να χρονολογηθεί «μετά Χρηστομάνον». Το κέρδος είναι πάντα μεγάλο. Οι φυσικοί, γυρεύοντας ν’ ανακαλύψουν το πιεστόν των σω­μάτων, ανακάλυψαν το πορώδες. Άλλο αντί άλλου, πάντα όμως κέρδος, για τη Φυσική και για το Θέατρο.

Ας προσπαθήσουμε όμως να γεφυρώσουμε το περίεργο χάος. Οι τρεις του Παλαιού Φαλήρου έγιναν πέντε στη λεω­φόρο Συγγρού, οκτώ στη κόγχη του Διονύσου, δώδεκα στα γραφεία του «Άστεως», διακόσιοι δώδεκα στη ροτόντα του Ζαππείου!

Η σάλα με τις δύο δωρικές κολώνες έγινε τώρα ετερόρ­ρυθμη μετοχική εταιρία. Οι οκτώ ιδρυτές χάνονται μέσα σε κεφαλαιούχους, νομομαθείς, συμβολαιογράφους και περιέρ­γους. Ο Χρηστομάνος διαβάζει πάλι, αλλά διαβάζει ένα κα­ταστατικό γραμμένο από τον νομομαθή Ευκλείδη. Μετοχές πρόκειται να κυκλοφορήσουν και κεφάλαια περιμένονται απ’ την Πόλη και την Αίγυπτο. Οφίκια βυζαντινής πολυτελείας μοιράζονται δεξιά και αριστερά. Έπειτα — κανείς δεν ξέρει πώς — η επιχείρηση εξατμίζεται. Από τους τιτλούχους άλλοι φεύγουν, άλλοι παύονται με αλλεπάλληλα ουκάζια και ο Χρηστομάνος μένει με πέντε Αποστόλους. Του αρκούν αυ­τοί ή μάλλον του είναι περιττοί κι αυτοί, αλλά τους κρατεί, για να τους παύσει, όταν έλθει η κατάλληλη στιγμή.

Προχωρούμε, βλέπετε, από το πιεστόν στο πορώδες. Εν τω μεταξύ έχει σχηματισθεί το νεφέλωμα των μυστών της «Νέας Σκηνής». Κομμάτια πηλού, από τα οποία ο Χρηστο­μάνος θα πλάσει ανθρώπους και θα τους εμφυσήσει «πνοήν ζωής». Ένα απόγεμα, βλέπομε δίπλα μας ένα κοριτσάκι δειλό, που τουρτουρίζει από συγκίνηση μέσα στα κοντά του φουστανάκια. Είναι η Κυβελίτσα — η Κυβέλη.

 — Τι έρχεται να κάνει εδώ;

 — Θα ιδείτε, θα ιδείτε! απαντά ο Χρηστομάνος.

Παίρνει τον πηλό στα χέρια του, τον ζυμώνει, τον πλάθει, τον ξαναπλάθει, του ανοίγει δυο φωτεινά μάτια, και του φυσά την πνοή του. Έκαμε μια κουκλίτσα. Να ιδούμε αν θα μιλήσει. Τη ζουλεί στο στομαχάκι της και ενώ περιμέ­νουμε να φωνάξει: Παπά! Μαμά!… η κουκλίτσα απαγγέλει στίχους από το «Ρωμαίο και Ιουλιέτα». Έπειτα τη ντύ­νει, τη στολίζει, τη χτενίζει, της τοποθετεί, με τα χέρια του το τελευταίο κουρελάκι της τουαλέτας της και την πετά α­πάνω στη σκηνή. Είναι η Κυβέλη.

 — Πρέπει να κάνουμε την εμφάνισή μας!

Είχε βρει την ευκαιρία. Ήταν ο ερχομός των Ρουμάνων φοιτητών και το γνωστό πανδαιμόνιο. Αλλά τίποτε δεν ή­ταν έτοιμο ακόμα. Οι εναπομείναντες σύμβουλοι της «Νέας Σκηνής» διαμαρτύρονται. Ο Χρηστομάνος επιμένει. Παύει τον γραμματέα του Τμήματος της Δραματουργίας κ. Γεώρ­γιο Λαμπελέτ, που τόλμησε να λιποψυχήσει, παύει και δύο άλλους ακόμα, προαναγγέλλει την παράσταση, γίνεται ο ί­διος εκατό κομμάτια, προγυμνάζει, υποβάλλει, τρέχει για προγράμματα, δανείζεται ρούχα, κουβαλεί έπιπλα από το σπίτι του, μαλώνει με μοδίστρες, πιάνεται με καπελούδες» μπατσίζει λούστρους, και, ένα τέταρτο προ της παραστά­σεως, εξακολουθεί να είναι προβληματική η παράσταση. Ε­πρόκειτο να δοθεί στο Δημοτικό Θέατρο το «Όνειρο» του Ντ’ Ανούντσιο και μία κωμωδία. Στο πρώτο θα έπαιζε η δεσ­ποινίδα τότε Θεώνη Δρακοπούλου, στο δεύτερο η Κυβελίτσα. Μέσα σ’ ένα τέταρτο της ώρας, έγιναν όσα θα έπρεπε να γίνουν σε δεκαπέντε μέρες. Η αυλαία ανοίγει και το κοινό χειροκροτεί μιαν αποκάλυψη. Πού είναι η στομφώδης απαγ­γελία, πού οι καμαριέρες οι μεταμορφωμένες σε μαρκησίες, πού τα τσαλακωμένα ρούχα, πού τα στραβοπατημένα και σκονισμένα παπούτσια, πού τα επαρχιώτικα σαλόνια και τα καπελωμένα κεφάλια «υπό στέγην», πού η ξεμαλλιάρα υπη­ρεσία, πού οι πυργοδέσποινες, που σαλιώνουν το δάχτυλο τους, για να γυρίσουν τα φύλλα του βιβλίου, πού οι φτύνοντες στο πάτωμα «jeunes premiers», πού τα μπερικέτια του πα­λιού θεάτρου; Όλα είχαν χαθεί και είχαν χαθεί για πάντα. Η «Νέα Σκηνή» είχε κάνει την εμφάνισή της, μια εμφά­νιση, που για όσους ήξεραν τα πράματα ήταν καθαρή τα­χυδακτυλουργία.

Ετοιμασθείτε τώρα για την «Άλκηστη». Ο άψογος καθαρευουσιάνος της κόγχης του Διονύσου τη μεταφράζει ο ίδιος σε σπαρταριστή δημοτική, χωρίς να λογαριάζει τον Μι­στριώτη. Προικισμένος με την εξαιρετική αντίληψη και τη μεγάλη μόρφωση, που τον έκανε να προσανατολίζεται εύ­κολα σ’ όλα τα μεγάλα ζητήματα, μυήθηκε από μια μέρα σε άλλη, στη γλωσσική αλήθεια. Ο άνθρωπος, με την αριστοκρατική ιδιοσυγκρασία, που μακριά απ’ την Ελλάδα έχει την καθαρεύουσά του σαν τίτλο και οικόσημο, βλέπει πως οι τίτλοι αυτοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά γνωρίσματα μικροαστικής πτωχαλαζονείας, νοιώθει όλον τον γλωσσικό μποβαρισμό και θέλοντας να μείνει αριστοκράτης, γίνεται δημοτικιστής. Από την «Άλκηστη», ως τη μετάφραση του βιβλίου της Αυτοκρατόρισσας, ως τη μετάφραση των «Ορφικών τραγουδιών», ως τα «Τρία φιλιά», ως την «Κερένια Κούκλα» είναι και μένει πια ο ίδιος — δημοτικιστής από πεποίθηση και από καλλιτεχνική ανάγκη.

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη «Νέα Σκηνή». Η καθαυτό επίσημη εμφάνισή της γίνεται με το θρίαμβο της «Αλκήστιδος». Με όλη την αντίδραση, που γεννήσανε τα νέα δαι­μόνια, όσοι βρεθήκανε στην παράσταση αυτή αντίκρισαν μιαν αποκάλυψη. Πρώτη φορά, αρχαία τραγωδία είχε παρουσιασθεί τόσο ζωντανεμένη, τόσο σπαρταριστή από τη ζωή και, πρώτη φορά, το αρχαίο τραγικό δαιμόνιο είχε βρεθεί τόσο κοντά μας και τόσο μέσα μας. Το θαύμα αυτό ήταν, ολόκληρο, Χρηστομάνειο θαύμα, απ’ τον λόγο των ηρώων, ως το τελευταίο χλωρό κλαδί, που είχε στήσει εκεί ο Χρηστομάνος, ως το ρόπαλο ακόμα του Ηρακλή, που το είχε σκαλίσει με τα χέρια του. Μια ώρα πριν από την παράσταση, θέλοντας να δείξει πως ένας Ηρακλής σηκώνει, το ρόπαλό του, το αρπάζει από τα χέρια ενός γιγαντόσωμου ηθοποιού και, ενώ όλοι γύρω φοβούνται το γελοίο, ο πυγ­μαίος αυτός ανασηκώνει το όπλο με ηράκλεια χειρονομία και δύναμη, και τα σανίδια της σκηνής τρίζουν από τα βή­ματά του. Δείχνει πώς ενσαρκώνονται οι ρόλοι, όταν ενσαρ­κώνονται οι ιδέες. Κι από μεγάλος δάσκαλος της τέχνης του ηθοποιού, μια στιγμή πριν από την παράσταση, φανερώνεται μια φορά ακόμα, ο σκηνοθέτης, με το ίδιο ρόπαλο. Το ξύλο του φαίνεται λείο και μαλθακό στη λαβή του.

 — Αυτό είναι κουπί! ολολύζει. Δεν είναι ρόπαλο.

Αρπάζει ένα σουγιά Κολοκοτρώνη, πελεκάει βιαστικά το ξύλο, ύστερα σκύβει, βρέχει τα δάχτυλά του, τα σέρνει απά­νω στα πόδια του και πασαλείβει το ρόπαλο με τη μπογιά των παπουτσιών του.

 — Ανοίχτε τώρα!

Τα ίδια γίνονται αργότερα στο «Κράτος του Ζόφου» του Τολστόι και όλα τα μεγάλα έργα, που ανεβάζει η «Νέα Σκηνή». Μόνος πια ο Χρηστομάνος με τη Σκηνή του, χορη­γός, θεατρώνης, μεταφραστής, δάσκαλος και, προ πάντων, σκηνοθέτης. Νομίζει κανείς, πως είχε μαζέψει, επίτηδες, τό­σους ανθρώπους γύρω του, για να δείξει κατόπιν, πως μο­ναχός αυτός, μπορούσε να κάνει ό,τι δεν έκαναν όλοι οι άλ­λοι μαζί. Και το ’δειξε. Απ’ την πλειάδα των ανίδεων μυσ­τών του, όπου και δύο ποιητές — ο Άγγελος Σικελιανός και ο Σωτήρης Σκίπης — έβγαλε, σε λίγον καιρό, ηθοποιούς, που τιμούν ακόμα το ελληνικό θέατρο και που γίνηκαν δάσ­καλοι στους πιο καινούργιους και ίσως ακόμα σε μερικούς απ’ τους παλιούς. Οι πρώτοι όμως ενθουσιασμοί του κοι­νού περνούν, το ανώτερο δραματολόγιο της «Νέας Σκηνής» δεν τραβάει πια κόσμο, το όνειρο της «κόγχης» με όλη τη σχετική υποχώρηση προς την πραγματικότητα της γύρω κα­λαισθησίας, κινδυνεύει να χρεοκοπήσει. Η στοργή του πα­τέρα πληγώνεται. Είναι έτοιμος για νέες υποχωρήσεις, απί­στευτες αλήθεια.

Ο Χρηστομάνος όμως εννοούσε, με κάθε τρόπο, να σύρει πί­σω του τον «δήμον», να κατεβεί μαζί του όλα τα σκαλοπάτια του γούστου, για να μπορέσει, ίσως, κατόπιν να τον ανεβάσει πάλι στα μάρμαρα του Διονυσιακού Θεάτρου. Εδώ ήτανε το λάθος του ή η αδυναμία του. Η Κοραλία», η «Χωριστή Κρεβατοκάμαρη» και το «Ξινό Φρούτο», μια φορά κι έκα­ναν κατοχή του θεάτρου, παρουσιάσθηκαν στα μάτια του κόσμου σαν η επιθυμητή εξέλιξη της «Νέας Σκηνής» και σαν ο οριστικός τύπος του αριστοκρατικού αυτού θεάτρου. Το γλίστρημα είχε γίνει. Το ανέβασμα ήταν δύσκολο… Α­ποσυρμένος ο Χρηστομάνος απ’ τη «Νέα Σκηνή» — δεν είχε απομείνει πια απ’ το παλιό όνειρο παρά η επιχείρηση — ξαναγυρίζει στο θέατρό του, σα συγγραφέας τώρα, με τα «Τρία Φιλιά». Έρχεται να τα σφηνώσει μέσα στο ξεπεσμένο δρα­ματολόγιο και ονειρεύεται μια μεταστροφή, μια αποκατάσ­ταση ίσως κι ένα θρίαμβο δικό του. Δε βρίσκει ό,τι περιμέ­νει. Τα «Τρία Φιλιά» ακολουθούν την τύχη όλων των έρ­γων που δεν είναι «Κοραλίες» και «Ξινά Φρούτα». Όλα τα trucs ακόμα τα σκηνικά, που σκαρφίζεται ο δαιμόνιος θεατράνθρωπος, πηγαίνουν χαμένα. Κι ετοιμάζεται πάλι να κατεβεί σκαλοπάτια.

Τον άλλο χρόνο δοκιμάζει να πετάξει κατάμουτρα των Αθηναίων ένα έργο της αρέσκειάς του και, αφού θριαμβεύσει, να φτύσει το θρίαμβο του στα πρώτα θρανία της πλατείας. Βυσσοδομεί τον «Κοντορεβιθούλη».

Η ορμή του όμως τον έκανε να περάσει τα σύνορα της ξεπεσμένης καλαισθησίας του κοινού, να φτάσει την αηδία, και το κοινό, είτε γιατί μάντεψε ίσως την πρόθεσή του, είτε από φυσιολογική αντίδραση, δεν έπεσε στην παγίδα. Όλα τα μαξιλάρια της πλατείας βρεθήκανε μέσα στη σκηνή και ο Χρηστομάνος έφυγε νικημένος για να μην ξαναγυρίσει πια στο θέατρο.

Και όμως ο Χρηστομάνος δεν πέρασε από το νεοελληνικό θέατρο, χωρίς ν’ αφήσει κάτι τι. Και με την ικανοποίηση αυτή κατέβηκε στον τάφο.

Αυτός είναι ο σύντομος, θλιβερός και γεμάτος από αντι­θέσεις περίπατος ενός γόητος ανάμεσα απ’ την αθηναϊκή ζωή. Πέρασε, χτίζοντας και γκρεμίζοντας, ανάμεσα από θαυ­μασμούς, μίση, λατρείες, ειρωνείες, τσακώματα, σκάνδαλα, καν καν και απογοητεύσεις. Ήταν όμως ένα πέρασμα ηχηρόν. Η φούχτα αυτή, του κακοπλασμένου ανθρώπινου πηλού εγέμισε την Αθήνα με τον όγκο της, το ανάστημά της και την χειρονομία της. Για πολύν καιρό όμως θα αισθανόμα­στε, ότι κάτι μας έλειψε απ’ τη ζωή μας και ότι η Αθήνα χωρίς το Χρηστομάνο είναι άδεια από κάτι πλούσιο, δυνατό και ωραίο.

Μα και κάτι άλλο ακόμα θα μείνει πίσω του. Το Χρηστομάνειο πρόβλημα, η περίπλοκη ψυχολογία του ανθρώπου αυτού, το μυστήριο της ψυχής του και της σάρκας του. Ο άνθρωπος ο αδύνατος και δυνατός, ο άσχημος και ο ωραίος, ο κακός σαν πνεύμα πονηρό και αγαθός σα βρέφος, ο περή­φανος και ο ταπεινός, ο αριστοκράτης και ο αστός, ο ιδε­ολόγος και ο θετικιστής, ο ασκητής και ο άνθρωπος της α­γοράς, το αγριολούλουδο του βουνού και η τριμμένη δε­κάρα, ο ιερεύς του Διονυσιακού Θεάτρου και ο ταπετσιέρης της «Νέας Σκηνής», ο λευκός άγγελος και ο μαύρος σατα­νάς, θα μείνει πάντα ένα από τα αξεδιάλυτα προβλήματα, που μας παρουσιάζει το ανθρώπινο θαύμα. Μια εξήγηση θα χωρούσε ίσως: Η γυναικεία του φύση και ο υστερισμός του. Το αιώνιο γυναικείο πρόβλημα είναι και το χρηστομάνειο πρόβλημα. Όταν οι γυναίκες αποφασίσουν να μας εξηγή­σουν το αίνιγμα της ψυχής τους, τότε ίσως θα λυθεί και το χρηστομάνειο αίνιγμα. Αλλά ούτε και τότε ίσως. Γιατί ο Χρηστομάνος ήτανε κάτι συνθετότερο και από τη γυναίκα, και χρειάζεται ίσως ν’ ανατρέξομε στην ελληνική Μυθολο­γία, για να βοηθήσουμε την έρευνά μας. Πολύ φοβούμαι, ότι ο γόης αυτός, που βρέθηκε μεταξύ μας, είναι ένα καθυστε­ρημένο πλούσιο δείγμα του αρχικού κράματος των φύλων, που υπήρξε ο Ανδρόγυνος, πριν χωρισθεί ακόμα το άρρεν από το θήλυ, με την ωραία κατάρα να ζητεί αιώνια την ξανασύνθεσή του στην πρώτη του μορφή. Η Μυθολογία δεν μας έδωκε βέβαια την ψυχολογία του Ανδρόγυνου. Ποιος ξέ­ρει αν δεν μας τη δίνει ο Χρηστομάνος με το πλούσιο μυσ­τήριο της ψυχής του.

Για την ώρα, δεν έχουμε παρά τα φτωχά μέσα, με τα ο­ποία βολίζονται τα ανθρώπινα βάθη. Ας ζητήσουμε τις προγονικές επιρροές, τις «influences ancestrales». Ο αγα­πητός μου κ. Δ. Καμπούρογλους, ο μοναδικός αθηναιοδίφης, μου δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τους προγόνους του Χρηστομάνου. Φρονεί, ότι την ερευνητική και μελετητική φλέβα την κληρονόμησε από τους Χρηστομάνους και, πάλι, το δηκτικό, το σατυρικό, το ετοιμόλογο και τη μυστικοπά­θεια του ακόμα απ’ τους Βενιζέλους, τους μητρικούς του προγόνους. Δυο ήσαν οι κλάδοι των Βενιζέλων των Αθη­νών, οι οποίοι είχαν και απάνω στους τάφους των το δικέ­φαλο αετό, ως απόγονοι εκ θηλυγονίας των Αθηναίων Πα­λαιολόγων. Οι οικογένειες αυτές, πριν διακλαδωθούν, έδω­καν στην Ελλάδα μια γενεά λογίων ανδρών και μιαν αγία, την αγία Φιλοθέη. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος κατεβαίνει από τον Προκόπιο Βενιζέλο, άρχοντα και δημογέροντα των Αθηνών στα 1821. Ο Προκόπιος Βενιζέλος είχε δυο γιούς: τον Νικόλαο Κοδρικά Βενιζέλο και τον Γιαννακό Βενιζέλο. Και τέσσερες θυγατέρες. Η μια, η Άρτεμις, έγινε σύζυγος του Γεωργίου Γενναδίου, η άλλη, η Αικατερίνη, του Κυριακίδη, και η άλλη, του Γρηγορίου Σούτσου και η άλλη, η Αθηνά, του αρχιάτρου Λινδερμάγερ. Κόρη του Λινδερμάγερ είναι η μητέρα του Χρηστομάνου. Ο Καμπούρογλους στην ανάμιξη αυτή, που έγινε με το αψύ αθηναϊκό και το ωραίο μπαβαρικό αίμα στους προγόνους του Χρηστομάνου, βρίσκει την εξήγηση του ψυχικού κράματος του Κωνσταντίνου. Βρίσκει ακόμα καταπληκτικήν ομοιότητα του τελευταίου με τον Αναστάσιο Γεννάδιο. Κάποτε, που, στην υπογραφή των συμβολαίων της «Νέας Σκηνής», ο Χρηστομάνος, πρώτος ενδιαφερόμενος, έφτασε τελευταίος στο συμ­βολαιογραφείο, ο Καμπούρογλους του θύμισε την ομοιότητά του αυτή με τον ρήτορα Αναστάσιο Γεννάδιο, που πάντα αγαπούσε να τον περιμένουν. Ο Χρηστομάνος θύ­μωσε και δε δέχτηκε την αναλογία. Δεν έχω πρόχειρο το συ­ναξάρι της άγιας Φιλοθέης, της Αθηναίας Αγίας, που λατρεύεται στο συμπαθητικό εκκλησάκι της Καλογρέζας. Η χαρακτηριστική όμως μυστικοπάθεια του Χρηστομάνου, κάποια ασκητική του τάση, που του τη νικούσε, από το άλλο μέρος, ένα δαιμόνιο ενεργείας, το βλέμμα του ακόμα το απερίγραπτο, βλέμμα οσίου υψωμένο στον ουρανό, η δίψα του μαρτυρίου μέσα στη ζωή, που ήταν η μεγάλη του δίψα, άφηναν να πιστευθεί, έστω και σαν ποιητικό πλάσμα, ότι σταγόνες μαρτυρικού αίματος κυκλοφορούσαν μέσα στις αρτη­ρίες του.

Αλλά μήπως και η δική του ζωή δεν ήταν ένα αδιάκοπο μαρτύριο σκεπασμένο με ρόδα, τα ρόδα, που ο ίδιος ξεφύλ­λιζε απάνω στο σταυρό του; Αν δεν μαρτύρησε για την πί­στη του Χριστού, όπως ή μακρινή του πρόγονος, μαρτύρησε για μια άλλη γλυκιά και αιωνία θεότητα, την Ωραιότητα. Πλασμένος για τη λατρεία της, ήταν καταδικασμένος απ’ το φθόνο των θεών να σέρνει μαζί του την αρρυθμία και το λά­θος. Ο εχθρός της πίστεως του ήταν ο ίδιος ο εαυτός του. Τραγικότερη Μοίρα δεν μπορεί να γίνει, αλήθεια. Και η ζωή του πήρε το μοιραίο δρόμο, που της είχε χαράξει ο ίδιος, να δημιουργεί, δηλαδή, αδιάκοπα γύρω του ωραιότητες, για να λατρεύει, μέσα σ’ αυτές τον εαυτό του. Ένας εγωισμός ί­σως. Αλλά τι μελαγχολικός και δακρυσμένος εγωισμός!

Μικρά, αλλά πολύτιμα στοιχεία όλα αυτά, για να λυθεί το χρηστομάνειο πρόβλημα. Ο ψυχολόγος όμως, που θα το ερευνήσει πλατύτερα μια ημέρα, απ’ αυτά και από το πνεύμα του Χρηστομάνου, το πνεύμα το σκορπισμένο τόσο άφθονα γύρω μας, θα μπορέσει ίσως να το αναστηλώσει στην τελειωτική του μορφή.

Ω, το πνεύμα αυτό! Ας καταβούμε λιγάκι στο αδαμαντωρυχείο κι ας ανεβάσουμε στο φως λίγα απ’ τα πλούσια διαμάντια του.

Μικρό παιδί, ο Χρηστομάνος — ψυχούλα ρομαντική και τυραννική από τότε — έχει δικά του παιγνίδια. Μαζεύει τα άλλα παιδάκια, συγκροτεί ληστοσυμμορίες και γίνεται αρχη­γός τους. Αιχμαλωτίζουν άλλους μικρούς λόρδους. Ζητούν λύτρα και τα λύτρα δεν έρχονται. Τότε ο αρχηγός προστά­ζει να σιάξουν απάνω στα χείλια του αιχμαλώτου τρεις στα­λαγματιές, όχι ζεστό λάδι, αλλά από ένα εξευτελιστικό υγρό.

Ο ιπποτισμός του μεγαλώνει με τον καιρό. Νέος τώρα αισθάνεται, ότι του λείπει ο μανδύας και το ξίφος. Ονειρεύεται ν’ αγοράσει, ένα παλιό κάστρο της Πελοποννήσου, το κάστρο του Κλαρμόν, το Χλαμούτσι, κοντά στην Πάτρα και να εγκατασταθεί εκεί, πυργοδεσπότης, με ιπποτικήν ακο­λουθία, μέσα σε πανοπλίες και παλαιά, μεσαιωνικά έπιπλα. Δε σταματάει όμως στην φαντασία του αυτή. Κάθε φορά, που ταξιδεύει στη Βενετία, γυρεύει να μάθει ποια δουκικά παλάτια βρίσκονται για πούλημα. Τα επισκέπτεται ως α­γοραστής, ζητεί πληροφορίες, κάνει διαπραγματεύσεις. Έπειτα φεύγει ευχαριστημένος.

 — Ξέρετε γιατί το κάνω; Θέλω να ’χω, για μια στιγμή, την αίσθηση, πως έγινα κύριος και αφέντης μέσα σ’ ένα palazzo ducale!

Ο ρομαντισμός του αυτός που κάποτε η παρεξήγηση τον παίρνει για κενοδοξία — τον σπρώχνει να καταρτίσει το Ελληνικό Αρχοντολόγιο, ένα Libro dOro της ελληνικής ευγενείας και να μοιράσει τίτλους στον εαυτό του και τους άλλους, πρώτα πρώτα όμως να επισημοποιήσει τους δικούς του. Γυρεύει τη συνεργασία του Δ. Καμπούρογλου και του Πλάτωνος Ροδοκανάκη κι αρχίζουν, μυστικά, την αναδίφηση των αρχείων. Βρίσκονται στο Α. Υπάρχουν στο ψηφίο αυτό ντογαρέσσες Αργυροπούλου. Ο Χρηστομάνος στέργει να κα­ταχωρηθεί μονάχα μια απ’ αυτές. Την άλλη μέρα μετανοεί.

 — Δεν την σβήνουμε κι αυτή, κύριοι;

Και την έσβησε.

 — Πρέπει να περιορισθούμε — προσθέτει — στην ευγένεια του αίματος.

Αλλά είναι πασίγνωστο ακόμα, και χαρακτηριστικό για την ψυχολογία αυτή του Χρηστομάνου, το μυστικό της κο­ρώνας. Αγοράζει, μια ημέρα, από το Δημοπρατήριο, μια κορώνα Φραγκοπαναγιάς, τη ντύνει με κόκκινα βελούδα και τη φορεί, κρυφά απ’ τα μάτια του κόσμου, για δική του πάλι ευχαρίστηση.

 — Τη φορώ, όταν εργάζομαι, και θαρρώ πως είμαι βασι­λεύς, και μου κατεβαίνουν βασιλικές σκέψεις.

Κι εργάζεται εστεμμένος.

Ο Χρηστομάνος κάθεται στη μεγάλη δρύινη πολυθρόνα του, με το ψηλό ερεισίνωτο, που απάνω του είναι ιστορημέ­νο, σε κόκκινο φόντο, με γαλάζιες γραμμές, το οικόσημό του με τα δύο λεοντάρια.

Εννοείται ότι το Libro dOro έμεινε στο Α. Του Χρη­στομάνου του έφτανε η ευχαρίστηση να αισθανθεί μια στιγμή επισημοποιημένη την ευγένειά του, όπως του έφτανε μόνο να διαπραγματεύεται τα βενετσιάνικα παλάτια.

Οι φιλολογικοί του καυγάδες είναι γεμάτοι θαυμάσια επει­σόδια.

Ένας τόμος δεν θα μπορούσε να τα χωρέσει. Ο αγαπητός μου Ξενόπουλος ξέρει κάτι και όλοι μας ξέρουμε άλλο τόσο. Αλλά ο καυγάς του με τον Πλάτωνα Ροδοκανάκη, ένα τά­λαντο τόσο συγγενικό με του Χρηστομάνου στο σενσουαλισμό και τη χλιδή του ύφους, ο καυγάς αυτός που έφτασε στην περίφημη και μοναδική στα χρονικά φιλολογική δίκη, κρατεί, ορισμένως, τα πρωτεία. Ο Ροδοκανάκης είχε διαβάσει κάποτε, σε φιλικό κύκλο, όπου ήταν καλεσμένος και ο Χρηστομάνος, το «Βυσσινί Τριαντάφυλλο». Όταν παίχτη­καν τα «Τρία Φιλιά», ο Ροδοκανάκης σπεύδει να διαμαρτυ­ρηθεί προς τους φίλους του με ταυτόσημα γράμματα, ότι ο εύελπις, το τριαντάφυλλο και τα φιλιά του Χρηστομάνου είναι παρμένα από το «Βυσσινί Τριαντάφυλλο». Ο Χρηστομάνος μαίνεται. Φεύγει για το Βόλο να συναντήσει τον υβριστή του. Στη Χαλκίδα μαθαίνει, ότι έφυγε για την Αθήνα. Ξανα­γυρίζει κι αυτός. Αρχίζει ο πόλεμος στις εφημερίδες. Έρ­χεται, ύστερα, η καταγγελία «επί δυσφημίσει». Ο Χρηστο­μάνος πηγαίνει μόνος του στου αντιδίκου του και τον οδη­γεί στο Ειρηνοδικείο της Β. Πλευράς.

 — Έλα να καταθέσεις. Έλα γρήγορα. Πρόσεξε, καημένε, τι θα πεις. Αν καταθέσεις πως σ’ έκλεψα, θα σου αποδείξω καημένε, πως όλο σου το έργο είναι κλεμμένο από τα «Τρία Φιλιά».

Καταθέτουν όλοι. Ο Παλαμάς, επιτέλους, με σοφά πα­ραδείγματα, πείθει τον ανακριτή, ότι κατηγορία λόγω κλο­πής, έστω και αν υπάρχει κάποια μίμησις ή επιρροή, δεν μπορεί να σταθεί, και η υπόθεση κλείνει ως εδώ.

Αλλά ο Χρηστομάνος δεν τελειώνει με το Ροδοκανάκη. Ο τελευταίος τυπώνει το «De profundis» στον ίδιο καιρό με το «Βιβλίο της Αυτοκράτειρας».Το «De profundis» βγαίνει πρωτύτερα με κίτρινα και πράσινα εξώφυλλα και με ένα δελφίνι για έμβλημα, σύμβολο της σκέψεως που ανεβαί­νει «εκ βαθέων». Μα το δελφίνι είναι σύμβολο της Αυτοκρατόρισσας και ο Χρηστομάνος το έχει έτοιμο για το δικό του εξώφυλλο. Το χρώμα πάλι του εξωφύλλου είναι ίδιο με το δικό του, που το ’χει παραγγείλει τηλεγραφικώς στη Γερ­μανία. Μεγαλύτερη συμφορά δεν μπορούσε να φαντασθεί ο Χρηστομάνος! Τρέχει σαν τρελός.

 — Μ’ έκλεψε, μ’ έκλεψε αυτός ο άθλιος. Όλα μου τα κλέβει. Και τα εξώφυλλά μου ακόμα.

Και, ύστερα, με μελαγχολικότερο τόνο.

 — Μόνο την καμπούρα μου δεν μου ’κλεψε ακόμα

Γίνεται άλλοτε παιδάκι και γυναικούλα παραπονιάρα.

Ο κ. Γ. Λαμπελέτ του στέλνει ένα βιβλίο στίχων και αυτός του απαντά:

«Μολονότι δεν είμαι από κείνους, στους οποίους αφιερώνετε τα ποιήματά σας, φαίνεται πως είμαι από κείνους, που θέ­λετε να τα διαβάσουν. Και αυτό μου αρκεί».

Από τον ίδιον όμως, ύστερ’ από το μάλωμα της «Νέας Σκηνής», ζητεί σαν κακιωμένη ερωμένη, να του επιστρέψει ένα βιβλίο, που του χάρισε.

«Σας παρακαλώ να μου επιστρέψετε το βιβλίο μου. Δεν εννοώ να ’χουν βιβλία μου, παρά μόνο οι άνθρωποι τους ο­ποίους εκτιμώ, και αγαπώ. Να μου επιστρέψετε μαζί και ό,τι άλλο σας έχω δώσει...»

Εννοείται, ότι δεν του είχε δώσει τίποτε άλλο.

Αλλά τι είναι η μανία του με την τυπογραφική εντέλεια των έργων του. Έχει την αίσθηση των τυπογραφικών αρ­μονιών, κατά Μαλαρμέ, και έχει ολόκληρο σύστημα στί­ξεως δικό του. Ένα κόμμα χαλασμένο τον κάνει δυστυχή.

 — Αυτοί οι τυπογράφοι! Έχετε ένα κόμμα, στο τύπωμα του φεύγει η ουρίτσα του και γίνεται τελεία. Ξέρετε τι φο­βερό πράγμα είναι αυτό;

Ο Βαλέτ, ο διευθυντής του «Mercure de France» ξυ­πνά κάποτε, τρομασμένος, στις τρεις