ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ
Ο Κ. Χατζόπουλος ως φαρσέρ
Ι) Η φάρσα του
ΙΙ) Η τρέλα του
ΙΙΙ) Σχεδιάσματα και απόπειρες
Πώς εγνώρισα τον Γκεόργκε Μπραντές
Πώς εγνώρισα τον Γκαμπριέλ Ντ’
Αννούντζιο
Nicolas Segur (Ν. Επισκοπόπουλος)
Πώς πρωτογνώρισα τον Δροσίνη και
τον Παλαμά
Στις σελίδες αυτές, που είναι Ιστορία, μολονότι κοινή μ’ αυτήν έχουν θεά, τη Μνημοσύνη, δε θα κρατήσω ούτε χρονολογική σειρά, ούτε ιστορική
μέθοδο. Είναι σκόρπια φύλλα
που
τα προσφέρω στον αναγνώστη, όπως τα φέρνει η μνήμη, που αγαπά να κάνει, πολλές
φορές, τα πρώτα ύστερα και τα ύστερα πρώτα, που κάποτε στα μακριά ρίχνει
ζωηρότερο το φως της και στα κοντινά θαμπότερο, που τέλος, από τα πρόσωπα και
τα πράγματα που πέρασαν μπροστά της, κρατεί, τώρα, μια ασήμαντη λεπτομέρεια,
παρατρέχοντας μια σπουδαία πράξη, και τώρα πάλι σταματά στις μεγάλες γραμμές,
σβήνοντας από τον πίνακά της κάθε τι άλλο. Ιδιοτροπίες της μνήμης, που αν δεν
έχουν πάντοτε κάποιο βαθύτερο λόγο, έχουν όμως πάντοτε την ιδιαίτερη χάρη τους.
Θα μου ήταν βέβαια εύκολο γράφοντας τις σελίδες αυτές να τους δώσω κάποια
ιστορική μέθοδο, να συμπληρώσω τις χρονολογίες τους να κατατάξω την ύλη της
διήγησής μου με τη χρονολογική της σειρά και να συμπληρώσω, από πληροφορίες ή
διαβάσματα, τα κενά, που βρίσκονται ανάμεσά της. Προτίμησα να μεταφέρω στο
χαρτί πρόσωπα και πράγματα, με την αταξία και το ανακάτωμα, που μου τα
παραδίνει η μνήμη μου, η μνήμη, που, όπως ξέρουμε όλοι μας, αγαπά να
ξαναγυρίζει στα παλιά, από δρόμους δικούς της, χωρίς να προτιμά πάντοτε τη
συντομότερη «ευθεία», και να σταματά όπου τη βγάλει το περπάτημά της, σαν το
διαβάτη, που έχασε το δρόμο του και είναι ευχαριστημένος που τον έχασε. Ο
αναγνώστης, αν θέλει, μπορεί να με ακολουθήσει στο άταχτο αυτό ταξίδι, ανάμεσα
σε πρόσωπα και πράγματα, όπως του το προσφέρω.
Η αυτοβιογραφία, είπε σε κάποιο πρόλογο του ο
Οσκάρ Ουάιλδ, είναι ταυτοχρόνως η υψηλότερη και η ταπεινότερη μορφή της κριτικής.
Μία αυτοβιογραφία… γλωσσική δεν ξέρω τι έπρεπε να είναι. Χωρίς άλλο όμως έπρεπε
να είναι η βαρετότερη. Ίσως μάλιστα το είδος αυτό να είναι και όλως διόλου
ανύπαρκτο και ακατανόητο, για κάθε άλλο ντόπο, έξω από την Ελλάδα. Εδώ όμως το
πράγμα αλλάξει. Όχι μόνο το είδος ημπορεί να υπάρξει, έστω και σαν φαινόμενο
πρωτάκουστο, μα να έχει και όλο το ενδιαφέρον, το πάθος, τις περιπέτειες, τα
δραματικά στοιχεία, όλες τις συγκινήσεις μιας αυτοβιογραφίας ερωτικής,
πολιτικής, φιλολογικής και ό,τι άλλο. Η γλώσσα στην Ελλάδα είναι λίγο απ’ όλα:
θεότης, έρως, ζήλεια, δεισιδαιμονία, είδωλο, εικόνα, φάντασμα, θαύμα, εξωτικό.
Χύνονται γι’ αυτήν αίματα, λόγια, μελάνια και σπλάχνα ανθρώπων. Υψώνονται
γροθιές και κλωτσιές, πέφτουν μπάτσοι και καλαμάρια, φλιτζάνια του καφέ πετούν
στον αέρα, εφημερίδες καίονται γι’
αυτήν σα καταραμένα σώματα αιρετικών και εφημερίδες πλουτίζουν. Παλιοί φίλοι
για το χατίρι της γίνονται από δυο χωριά, αντρόγυνα χωρίζουν, η μητέρα χάνει το
παιδί της, το παιδί απαρνιέται τη μητέρα του. Κυβερνήσεις πέφτουν και
κυβερνήσεις σηκώνονται για την αγάπη της. Η μια Ακρόπολις τρέμει για τις
κολώνες της και η άλλη «Ακρόπολις» χάνει, τα πιεστήριά της. Ο κόσμος γέμισε από
Τορκουεμάδες, από μάρτυρες κι από προφήτες. Οι Έλληνες πολεμούν με τους Ρωμιούς
κι οι Ρωμιοί με τους Έλληνες. Και μέσα στο μεγάλο κακό:
Η μάνα κρύβει το παιδί σφιχτά στην αγκαλιά της,
γιατί ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι. Φοβάται μην το
χάσει.
Ένας άνθρωπος, που η τύχη τον έριξε στην Ελλάδα να δουλεύει με τη γλώσσα και να παλεύει μ’
αυτήν όλη τη ζωή του, είναι τραγωδία και κωμωδία μαζί, όπως κάθε εξαιρετική
ζωή. Είναι μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, κινδύνους, ξαφνικά, βάσανα και πόνους.
Κάτι τι σαν τη ζωή του Σεβάχ Θαλασσινού και του Ρόβινσον. Και μια γλωσσική
αυτοβιογραφία στην Ελλάδα, αν είναι ανιαρή και βαρετή, το λάθος θα είναι σ’
εκείνον που την γράφει.
Γι' αυτό πριν καταπιαστώ να γράψω κι εγώ τη δική
μου, γονατίζω ταπεινά κι επικαλούμαι, να με προβοδίσουν στον αγώνα μου, όλες
τις Μούσες του Ελικώνα κι όλες τις ξωθιές της Μαλλιαρωσύνης.
Πώς πρωτογνώρισα — που να ’δινε ο Θεός να μην τη
γνωρίσω ποτέ μου — πως πρωτοαντίκρισα στη ζωή μου τη Γλώσσα δεν θυμούμαι καλά
καλά. Όταν άρχισα να πρωτολέω τα λόγια, που λένε σήμερα κι οι κούκλες όταν τους
ζουλούνε το στομάχι τους, δεν ήξερα πως το πράγμα αυτό λέγεται: Γλώσσα. Έμαθα
να μιλώ, όπως έμαθα να τρώω, να περπατώ και τα τραβώ τα γένια του πατέρα μου.
Όλοι μιλούσαν γύρω μου και μου φαινότανε πολύ φυσικό. Το μόνο, που μου
φαινότανε αφύσικο, ήτανε, γιατί δεν μιλούσε σαν εμέ κι η γάτα μας. Της έκαμα
πολλές τυραννίες, την ετσίμπησα, της έσφιξα το λαιμό, τη μάδησα για να μιλήσει,
μα επειδή, και καλά, δεν ήθελε να βγάλει λέξη, το πήρα απόφαση· τότε η
μητέρα μου μου είπε, πως η γάτα έχει τη δική της γλώσσα. Ήτανε η πρώτη φορά που
έλαβα κάποια ιδέα πως υπάρχει μια γλώσσα που μιλούσα εγώ κι άλλη μια που
μιλούσε η γάτα μας και πως, με το στανιό, δεν μπορούσα να την κάμω να μιλάει
σαν κι εμένα.
Ύστερα, άκουσα κι άλλους ανθρώπους, που μιλούσαν
και δεν τους καταλάβαινα, Ήτανε ένας Ιταλός ψαράς, μια ξανθή δασκάλα κι ο
γιατρός του σπιτιού μας. Όταν τους άκουγα, μ’ έπιαναν τα γέλια. Είχαν κι αυτοί
τη γλώσσα τη δική τους, κι επειδή όλες οι ξένες γλώσσες μου φαίνονταν ένα
πράγμα, είχα την ιδέα πως η γάτα μας καταλάβαινε τι έλεγαν. Ύστερα η μητέρα μου
μου είπε, πως ο ψαράς μιλούσε ιταλικά, η δασκάλα γερμανικά κι ο γιατρός βαθιά
ελληνικά. Αυτή ήτανε η πρώτη μου γνωριμία, όπως θα ’λεγα σήμερα, με τη
γλωσσολογία κι η πρώτη μου αντίληψη της συγκριτικής γλωσσολογίας. Έπειτα τα
συνήθισα όλα αυτά, όπως συνηθίζει καθένας κάθε παράξενο, και μου ’μενε η
διασκέδαση, όταν έβλεπα τον ψαρά, να φωνάζω ξεκαρδισμένος, πίσω από κανένα
έπιπλο: Πέσι! Πέσι! όταν έβλεπα τη δασκάλα: φρόιλάιν! φρόιλάιν! κι όταν έβλεπα το γιατρό:
φέψη, φέψη. Το φέψη αυτό υποθέτω τώρα πως ήθελε να πει: αφέψημα. Και περνούσα
ωραία τον καιρό μου.
Ύστερα από κάμποσο καιρό, ο πατέρας μου με πήρε
μια μέρα στα γόνατά του και μου είπε, πως είναι καιρός ν’ αρχίσω να μαθαίνω
γράμματα. Αφού το είπε ο πατέρας, θα ήτανε σωστό. Μέρα μέρα, νύχτα νύχτα. Είχα
την ιδέα και την έχω ακόμα, πως ο πατέρας μου τα ήξερε όλα, καλύτερα κι από τον
Θεό. Δεν τολμούσα ποτέ να ρωτήσω το γιατί. Ρώτησα μονάχα τη μητέρα μου: Γιατί
θα τα μάθω τα γράμματα; Κι εκείνη φαίνεται, πως δεν ήξερε καλά καλά το γιατί.
Μου είπε μονάχα: «Άνθρωπος αγράμματος ξύλον απελέκητον». Δεν κατάλαβα τίποτε.
Το μόνο, που έκανα, ήτανε να προσέχω από τότε στα ξύλα, ποια είναι πελεκημένα
και ποια απελέκητα. Κι επειδή βαριόμουνα τους νεωτερισμούς καν τα γράμματα με
τρόμαζαν λιγάκι, μου φαινότανε πως τα απελέκητα ξύλα ήσαν πιο όμορφα απ’ τα
πελεκημένα. Μα δεν τολμούσα να το πω.
Την άλλη μέρα ήρθε ο δάσκαλος. Ήτανε ένας νέος
λιγνός, κιτρινιάρης, σπανός και μιλούσε σα γυναίκα. Η μητέρα μου τον έλεγε
δασκαλάκη. Αυτό μου άρεσε. Όπως ήμουνα κι εγώ παιδάκι, ο δασκαλάκης δεν με
φόβιζε τόσο. Μου φαινότανε σαν παιγνίδι.
Ο δασκαλάκης μου ’φερε κάτι πλάκες, τετράδια,
πετροκόνδυλα και μολύβια. Τέτοια παιγνίδια δεν είχα ιδεί ακόμη· τα πήρα στο χέρι μου, τα στριφογύριζα και τα
καμάρωνα.
Ο δασκαλάκης πήρε δύο καρέκλες, τις έβαλε κοντά
στο τραπέζι, δίπλα δίπλα, κάθισε κοντά μου και μου είπε κάποια λόγια, που δεν
τα θυμούμαι. Δεν ξέρω γιατί, μα όταν άρχισε να μου μιλεί, θυμήθηκα το
Ναπολιτάνο τον ψαρά και μ’ έπιασαν τα γέλια. Ο δασκαλάκης με χάιδεψε στην πλάτη
με καλοσύνη, η μητέρα μου με μάλωσε. Ο δασκαλάκης είπε τότε — το θυμούμαι
καλά:
— Μη το
μαλώνετε, κυρία. Έτσι είναι όλα τα παιδάκια. Όταν αρχίσουν να μαθαίνουν
ελληνικά, τους φαίνονται παράξενα και γελούνε. Ύστερα συνηθίζουν.
Και ξανάρχισε:
— Πρόσεξε,
παιδί μου. Τα στοιχεία του αλφαβήτου της ελληνικής γλώσσης είναι είκοσι και
τέσσαρα τον αριθμόν. Εμένα με ξανάπιασαν τα γέλια.
— Πες το
και συ, παιδί μου..., ξαναείπε ο δασκαλάκης. Το ξαναείπα.
— Σιγά
σιγά θα συνηθίσεις. Δεν σου το είπα εγώ; Ο δασκαλάκης είχε δίκιο. Συνήθισα.
Μήπως δεν είχα συνηθίσει και το μουρουνόλαδο; Όχι μόνο συνήθισα, μα σε λίγο
καιρό έπαιζα στα δάχτυλα παρατατικούς, υπερσυντελίκους, μέσους μέλλοντας,
δυικούς αριθμούς: τω ανθρώπω, τοιν
ανθρώποιν και
χίλια δύο πράγματα, που δεν τα θυμούμαι σήμερα. Άρχισα να γίνομαι σοφός. Σε
μισό λεπτό έκλινα τον άνθρωπο, σε δυο λεπτά το: τύπτω, τύπτεις. Η γλώσσα μου
γύριζε σαν σφοντύλι. Απ’ τα παιδιά είχα μάθει να λέω γρήγορα κι άλλα πράγματα:
«Άσπρη πέτρα ξέξασπρη απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, εκκλησιά πελεκητή,
μαρμαροκοντυλοπελεκητή», και άλλα. Μια φορά μάλιστα, που πήρα τον κατήφορο σ’
ένα συνηρημένο: «χρύσεος χρυσούς, του χρυσέου χρυσού...» δεν ξέρω πώς κόλλησα
στο τέλος: «Και ποιος την εμολυβοκοντυλοπελέκησε;…» με μια γρηγοράδα
καταπληκτική...
Ο δασκαλάκης μου χτύπησε μια με τον χάρακα στο
κεφάλι. Ήτανε η πρώτη φορά που μ’ έδειρε.
Ωστόσο ήμουνα πρώτος στη γραμματική. Πολλές φορές
έλεγα μέσα μου: γιατί τάχα να τα μαθαίνω όλα αυτά τα πράγματα; Μα ντρεπόμουνα και να ρωτήσω, μήπως με περάσουν για κουτό. Έτσι θα
είναι, έλεγα. Πρέπει να τα μάθω. Όπως
πρέπει να βγάζω το καπέλο μου όταν μπαίνω σ’ ένα σπίτι, να τρώω με το πιρούνι
και όχι με τα χέρια, να σηκώνομαι όταν μπαίνουν μεγαλύτεροί μου, καθώς έλεγε ο
πατέρας, έτσι έπρεπε να μάθω και τους υπερσυντελίκους. Το πήρα απόφαση. Τίποτε
πια δεν μου ’κανε εντύπωση.
Πλησίαζε σε λίγο κι η πρωτοχρονιά, θυμούμαι. Τ’
άλλα χρόνια, εκείνο το πρωί πήγαινα στον πατέρα και τη μητέρα μου, τους φιλούσα
το χέρι και τους έλεγα: «Χρόνια πολλά, να ζήσετε». Κι έπαιρνα τα δώρα μου μ’
ένα φιλί. Τώρα όμως ήμουνα γραμματισμένος. Ο δασκαλάκης μου είπε πως πρέπει να
κάνω ένα γράμμα συγχαρητήριο στους γονείς μου και να το δώσω ο ίδιος το πρωί
πρωί.
— Μα γιατί
να κάνω γράμμα; του είπα. Μήπως θα το στείλω με το ταχυδρομείο; Δεν είναι
καλύτερα να τα πω;
— Όχι,
παιδί μου, είπε ο δασκαλάκης. Δεν είσαι ακόμη δυνατός στα ελληνικά και δεν θα
μπορέσεις να τα πεις. Πιάσε και γράφε.
Μου υπαγόρευσε, έγραψα, το διόρθωσε, το αντίγραψα
και, το άλλο πρωί, το πήγα στον πατέρα μου, χωρίς να βγάλω λέξη. Στεκόμουνα
ορθός σα στρατιώτης. Ο πατέρας μου διάβασε το γράμμα και δάκρυσε. Με φίλησε και
μου ’δωκε μια λίρα. Πρώτη φορά που πήρα τέτοιο μεγάλο δώρο. Και είπα μέσα μου:
«Ξέρουν αυτοί τι λένε, οι υπερσυντέλικοι βγάζουν χρυσάφι. Ο πατέρας μου το είχε
φυλάξει το γράμμα αυτό σαν κειμήλιο. Είναι λίγος μάλιστα καιρός, που το βρήκα
στα χαρτιά του και σας το διαβάζω, για να κλάψετε και σεις:
«Πότνιοι
γεννήτορες,
Επί τη πρώτη του ενιαυτού, ανάπλεως συγκινήσεως και
ευγνωμοσύνης, ανθ’ ων πολλά τε με ηγαπήσατε, πολλά τε δ’ ευ εποιήσατε, επεύχομαι
ημίν υγείαν ευτυχίαν και παν το καταθύμιον.
Έρρωσθε
Ο
εσαεί ευγνώμων υιός.
Και το συγκινητικό αυτό κείμενο έφερε την
υπογραφή μου, με ωραία, καλλιγραφικά γράμματα.
Από τότε, πρέπει να τ’ ομολογήσω, η αγάπη και η
υπόληψή μου για όλους τους παρακειμένους και τους υπερσυντελίκους, με τη λάμψη
του χρυσού εικοσαφράγκου, αύξησε σημαντικά. Κι όταν από τα χέρια του δασκαλάκη
παραδόθηκα στο σχολείο, όνειρό μου ήτανε να μάθω να γράφω γράμματα σαν εκείνα
που μου υπαγόρευσε ο πρώτος μου, ο σπανός δασκαλάκης.
Δεν άργησα να το καταφέρω. Με τη βοήθεια των κυρίων
άρθρων της «Παλιγγενεσίας», που παίρνανε εκείνο τον καιρό στο σπίτι, και με
κάτι σημειώσεις, που κρατούσα από όλες τις λέξεις που μου χτυπούσαν
στο αυτί από τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη και τον Λουκιανό, έγινα «λόγιος
νέος», από μαθητής της πρώτης του Γυμνασίου. Οι εκθέσεις μου στο σχολείο έκαναν
εντύπωση. Ένας καθηγητής μου και αγαπητός μου φίλος τώρα
μου είχε γράψει κάτω από μια έκθεσή μου: «Ξένης χειρός όζει.» Θαρρώ, πως το
βλέπω ακόμα με κόκκινα ζωηρά γράμματα. Ποτέ στη φιλολογική μου ζωή δεν έλαβε
τέτοιο θυμίαμα η φιλοδοξία μου. Η γλώσσα άρχισε να υψώνεται μπροστά μου σαν
είδωλο. Τα στοιχεία του αλφαβήτου μου φαίνονταν σαν κάποιες νότες, με τις
οποίες έπαιζα μια μουσική, που λίγοι την ήξεραν. Η τυπογραφική μελάνη άρχισε
τον ίδιο καιρό να μου γαργαλίζει την μύτη και ο συγγραφεύς να σκιρτά στα σπλάχνα
μου...
Δεν είχα αισθανθεί την ανάγκη να πω κάτι τι, ούτε
είχα τι να πω. Ήθελα, μόνο και μόνο να γράφω, όπως έγραφε η «Παλιγγενεσία». Οι
φράσεις, οι λέξεις, τα σχήματα του λόγου πετούσαν μέσα στα νου μου. Ζητούσα
ένα σώμα να το ντύσω με το ωραία αυτά κυριακάτικα φορέματα. Η ψυχή μου δηλαδή
έμοιαζε σαν εμπορικό ετοίμων ενδυμάτων. Ήσαν όλα κρεμασμένα, ένα ένα, με τη
σειρά. Στο τέλος εύρισκα μια έννοια, μια κούκλα. Η κούκλα παρουσιαζότανε
μπροστά μου με πρόστυχα, φτωχικά ρούχα.
Είχα την αντίληψη που είχε ο Σούτσος για το
Σολωμό:
Ιδέαι πλούσιαι φτωχά ενδεδυμέναι
Της έβγαζα τα κουρέλια της και την έντυνα τα
γιορτιάτικα. Παραδείγματος χάριν: «Ένα πρωί περπατούσαμε στο περιγιάλι». Τα
έτοιμα ρούχα αμέσως σ’ ενέργεια: «Ωραίαν τινά πρωίαν εβαδίζομεν παρά θίνα αλός». Κι έτσι έβγαινε ένα έργο. Οι εφημερίδες του τόπου
μας την άλλη ημέρα μου χαρίζανε την
αθανασία.
Ο τίτλος του «λογίου νέου» μου ανήκε. Τα
συγχαρητήρια έπεφταν βροχή στον πατέρα μου: «Να χαίρεσθε τον υιόν σας. Εύγε
του. Κατέχει την γλώσσαν μας». Δεν ήτανε λίγο αυτό που κατείχα. Θυμούμαι
μάλιστα, πως κάποτε ήρθε στο σπίτι μας ένας γείτονας μας, παλαιός οικονομικός
έφορος και κατόπιν γραμματέας λιμεναρχείου, ένας άνθρωπος, που φημιζότανε για
τα ελληνικά του και ήταν μοναδικός για να γράφει αναφορές. Κόσμος και κόσμος
ερχόταν να πιάσει σειρά στο σπίτι του με τα χαρτόσημα στα χέρια. Δεν ήτανε
δηλαδή, να πούμε, σα δημόσιος γραφεύς, απ’ αυτούς που γράφουνε ακόμη σε κάποια
μέρη της Ευρώπης τα γράμματα και τα ραβασάκια στις αγράμματες γυναικούλες.
Αυτός έγραφε αναφορές σε υπαλλήλους, σε γιατρούς, σε σπουδαίους ανθρώπους.
Διότι «κατείχε την γλώσσαν», πράγμα που δεν ήτανε του καθενός. Εκείνη την
εποχή είχα γράψει κι εγώ μια αναφορά σ’ ένα τελειόφοιτο της ιατρικής, που
ζητούσε υποτροφία. Η αναφορά μου έπεσε στα χέρια του επισήμου αναφορογράφου. Κι
ο αναφορογράφος, που έβλεπε να κινδυνεύει το ψωμί του, ήλθε να συγχαρεί τον
πατέρα μου και να του πει ότι «κατέχω κι εγώ την γλώσσαν», αλλά ότι ακόμη δεν ήμουν τόσο δυνατός για να γράφω
αναφορές κι έπρεπε να κοιτάξω πρώτα τα μαθήματά μου. Αυτό ήτανε ένας δεύτερος
τίτλος τιμής. Είχαν αρχίσει να με φθονούνε.
Από τότε πήρα τον ανήφορο. Δύο βήματα μου έλειπαν
να φθάσω τον Ξενοφώντα. Περπατούσα περήφανος στον δρόμο. Η φήμη μου στην μικρή
μας κοινωνία είχε απλωθεί. Μερικοί, που με σύσταιναν σε άλλους, επρόσθεταν:
«ένας νέος που κατέχει την γλώσσαν μας». Και οι άλλοι με κοίταζαν με σεβασμό.
Μόνο κάποιος ξένος, που με σύστησαν μια φορά με τον ίδιο τίτλο, μου φάνηκε σαν
αδιάφορος. Φαίνεται, πως τέτοιος τίτλος δεν είχε περάσει στον τόπο του.
Αργότερα κατάλαβα το γιατί. Ο δάσκαλός μας μας εδιάβαζε μια φορά τον Όμηρο και,
σιγά σιγά, έφθασε εκεί που λέει: μελισσάων αδινάων...
Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε, χτύπησε το χέρι του
στην καθέδρα και φώναξε με στόμφο:
— Αδινάων,
άων, άων. Να γλώσσα, βρε παιδιά! Μπορεί να το πει αυτό ο σκυλόφραγκος;
Έτσι είναι αυτοί οι Φράγκοι είπα κι εγώ μέσα μου.
Πού να καταλάβουν αυτοί από γλώσσα;
Ωστόσο εγώ ένοιωθα πως κάτι με ξεχώριζε, από τους
άλλους ανθρώπους: «Κατείχον την γλώσσαν».
Όλοι οι άλλοι άνθρωποι, που περνούσαν κοντά μου,
ήσαν τιποτένιοι. Άνθρωποι χωρίς γλώσσα, πρόστυχοι, αγελαίοι, μηδαμινοί. Επήγαινα
μόνος μου περίπατο «παρά θιν αλός.»
Έβλεπα
μπροστά μου τον «ατρύγετον πόντον». Ανάπνεα την «ποντιάδα αύραν . Και καθώς
φορούσα και γυαλιά από τότε, υποθέτω πως θα έμοιαζα σα μικρός φιλόσοφος «της
ελεεινής μορφής». Άλλα και η δόξα έχει τα κακά
της. Η καρδιά μου, με όλο αυτό το φορτίο των ελληνικών, άρχιζε να χτυπά. Τα
κορίτσια, που περνούσαν στην ακρογιαλιά, με τα κοντά φορέματα και τις μακριές πλεξίδες, μ’ έκαναν να ξεχάσω τη σοφία
μου.
Λόγια γλυκά ανέβαιναν στα χείλη μου, κάποιες
λέξεις που δεν θα ταίριαζαν ούτε στις αναφορές του ελληνιστή του γείτονα μου,
ούτε στα σπουδαία έργα, που έγραφα όλη τη νύχτα. Γύριζα να κοιτάξω τα κορίτσια,
μα εκείνα, αντί να μου χαμογελάσουν, με κοίταζαν — έτσι μου φαινότανε — με
σεβασμό. Ήμουνα νέος που κατείχε την γλώσσαν. Τι μαρτύριο να είναι κανένας
μεγάλος άνθρωπος! Το ίδιο είχε πάθει ο Μωυσής, όπως λέει στο γνωστό ποίημα του
ο Αλφρέδος δε Βινιύ. Άπλωνε τα χέρια του για αγκαλιάσματα, κι οι γυναίκες της
Ιουδαίας γονάτιζαν και τον προσκυνούσαν. Ήτανε ο άνθρωπος που είχε μιλήσει με τo
Θεό. Και παρακαλούσε τον Θεό να τον λυτρώσει απ’ αυτό το μαρτύριο:
Ma
main laisse l’effroi sur la main qu'elle louche, L’orage est dans ma voix,
l’éclair est sur ma bouche. Aussi, loin de m’aimer, voila qu’ils
tremblent tous: Et quand j’ouvre les bras, on tombe a mes genoux. Ο Seigneur!
J’ai vécu puissant et solitaire Laissez moi m’endormir du sommeil de la
terre.
Σε μια τέτοια στιγμή παρακάλεσα, κι εγώ, τον Θεό
να με γλυτώσει από τη… Γλώσσα. Οι παρακείμενοι, οι υπερσυντέλικοι και οι
μονολεκτικοί μέλλοντες άρχισαν να με πνίγουν. Γύρισα στο σπίτι μελαγχολικός.
Άνοιξα τα παράθυρα μου ν’ αναπνεύσω.
Απάνω στο τραπέζι μου ένα μεγάλο περιοδικό της
Λειψίας, ανοικτό, είχε ένα κομμάτι από κάποια μετάφρασή μου του «Τορκουεμάδα»
του Ουγκώ. Ήτανε δηλαδή η μετάφραση
του κ. Βουτυρά, διορθωμένη σε στίχους. Μπροστά μια επιστολή μου προς τη
σύνταξη, που τελείωνε: «Περί της μεταφράσεως άλλοι… κρινόντων». Δηλαδή
κρινέτωσαν και κρινόντων. Το αίμα μου ήρθε στο κεφάλι. Άρπαξα τον Τορκουεμάδα
και τον έκαψα στη φωτιά του κεριού.
Μαζί του κάηκαν μέλλοντες, παρακείμενοι,
«κρινέτωσαν», «κρινόντων», προστακτικές, ευκτικές
αναρίθμητες. Ένα βάρος έφυγε από πάνω μου. Οι μυρωδιές του κήπου πλημμυρούσαν
την κάμαρά μου. Τα τραγούδια του δρόμου έμπαιναν με θάρρος από το ανοικτό
παράθυρο και, τερέτιζαν στ’ αυτιά μου. Από το ίδιο παράθυρο έφευγε η σοφία μου.
Ήμουν σα μεθυσμένος. . .
Επιτρέψετε μου να παρωδήσω την παροιμία: Όταν η
ομορφιά μπαίνει απ’ τη θύρα, η ψευτιά φεύγει απ’ το παράθυρο. Δεν μπορούσα να
υποφέρω πια την ιδέα, πως τα ωραία κορίτσια, που περπατούσαν στην ακρογιαλιά,
είχαν ρίνας, όμματα και ώτα. Η τελευταία μάλιστα λέξη,
που μου έτυχε πάντα στις χρηστομάθειες να την απαντήσω δεμένη με την, έννοια
κάποιου τετραπόδου, μου έκανε φρίκη αυτή τη στιγμή. Δεν μπορούσα να χωνέψω
ακόμα, πως είχαν τα ωραία κορίτσια πλοκάμους
— όπως
τα χταπόδια — και πως κάθε μετάξι των πλοκάμων
αυτών
μπορούσε να λέγεται θριξ. Όταν συλλογιζόμουν, πως κάτω από τα ωραία τους χείλια
έκρυβαν οδόντας, χωρίς να θέλω μου ’ρχότανε
στον νου μου η ζωολογία, οι κάπροι, τα χαυλιόδοντα και οι μασέλες που έβλεπα
στην προθήκη του οδοντοϊατρού: «Κατασκευάζονται τεχνητοί οδόντες». Έπειτα
συλλογιζόμουνα τους πόδας
των, τας
χείρας των, τας γαστροκνημίας των, και θαρρούσα, πως μου
άδειαζαν κρύα νερά στη ράχη μου. Χωρίς να θέλω έπειτα συλλογιζόμουν, πως τα
ωραία κοριτσάκια έκρυβαν κάτω από τα μαβιά φορέματα του σχολείου ωμοπλάτας και μ’ έπιανε μελαγχολία· θυμόμουν το φτωχόν
εκείνο, τον Κλεάνθη, που έγραφε «εις όστρακα και βοών ωμοπλάτας». Και δεν
έφθανε αυτό. Τα ωραία κορίτσια φορούσαν εσθήτας, άλλα είχαν την κόμην
«αναδεδεμένην εις κοσσύμβους» και άλλα «άνετον καλύπτουσαν τας ωμοπλάτας»,
εβάδιζαν σαν στρατιώτες, εθεώντο
της ακτής, εμειδίων, ελάλουν, άδον, και κάποτε εκάγχαζον. Άλλα πάλι «κύπτοντα έδρεπον δράκας ανθέων», τα
«ωσφραίνοντο και εκάμμυον τους οφθαλμούς». Άλλα εκλασαυχενίζοντο. Όλα μαζί, τα ωραία
κοριτσάκια, «είχον την ψυχήν έμπλεων έρωτος και ονειρεύοντο τον νεανίαν, όστις
θα έφερε προς αυτάς τον διάπυρον έρωτα της τετρωμένης καρδίας του». Και, γύρω απ’ την ωραία αυτή
ζωγραφιά, ο ουρανός προσεμειδία, το κύμα
έτυπτε την ακτήν, η αύρα προσέπνεε θυμήρης, οι πυργίται έψαλλον κεκρυμένοι επί
των κλάδων και οι πρώτοι αστέρες έστιζον το κυανούν στερέωμα.
Κι εγώ αύριο το βράδυ, στην μυστικήν αυτή ώρα,
«έμπλεως έρωτος», θα πλησίαζα την «αποπλανηθείσαν επί των βράχων νεανίδα» και
θα της έλεγα διά τρεμούσης φωνής:
«Δεσποινίς
(ή δεσποσύνη) τα αγνά υμών βλέμματα, ως πύρινα βέλη, έτρωσαν βαθέως την
καθημαγμένην καρδίαν μου. Όταν ατενίζω μακρόθεν την κυανήν υμών εσθήτα, η ψυχή
μου σκιρτά. Τα όμματα υμών εισίν ειπέρποτε γοητευτικά. Έκαστη θρίξ του κοσσύμβου
υμών πλέκεται εις χρυσούν αμφίβληστρον περί
την αιμάσσουσαν καρδίαν μου. Άφετε, ω! άφετε επί των λευκών, μαργαριτωδών,
μικκύλων οδόντων σας, να επανθίσει δι’ εμέ το μειδίαμα του έρωτος». Έτσι θα μίλησε κι ο Ζευς
στη Λήδα!.. Χωρίς άλλο έτσι.
Ο «Τορκουεμάδας» είχε γίνει στάχτη μέσα στο
πιατάκι του σιγάρου. Η κνίσα του με γαργαλούσε, μου έδινε άγριες επιθυμίες να
κάψω ό,τι βρισκότανε τριγύρω μου. Άνοιξα ένα συρτάρι με χαρτιά κι έκαψα κόμας, οδόντας, ρίνας, ώτα, ωμοπλάτας. Μία θριξ, καθώς κάηκε, γέμισε από τσίκνα την ατμόσφαιρα. Η
ψυχή του Τορκουεμάδα ξυπνούσε μέσα μου. Άνοιξα με μανία τη βιβλιοθήκη μου και
άρπαξα τόμους και τόμους. Η φωτιά εφούντωνε. Ένα κομμάτι ξέφυγε από τις φλόγες
κι έπεσε μπροστά μου. Τι ήθελε να μου πει;
Κι έβλεπες δύο ουρανούς
Ο εις ην άνω κυανούς.
Γλαυκός ο άλλος κάτω.
Το ξανάριξα στη φωτιά. Η βιβλιοθήκη μου άρχισε να
αναπνέει. Ένας παλιός Όμηρος, ένας Σοφοκλής, ένας Πίνδαρος, στριμωγμένοι ως τώρα
μέσα σ’ ένα σωρό έπη, τραγωδίες και λυρικά άπαντα των απογόνων τους, μου φάνηκαν
πως ανάσαιναν μέσα στον καθαρόν αέρα. Έγειραν κι ακούμπησαν φιλικά απάνω σ’ ένα
Σολωμό, σ’ ένα Βαλαωρίτη, σ’ ένα Τυπάλδο. Κάτι τι σαν αναστεναγμός βγήκε απ’
τη βιβλιοθήκη μου. Η φωτιά έκαιε, ωστόσο, κι ο καπνός είχε γεμίσει το σπίτι. Η
υπηρέτρια έτρεξε τρομαγμένη.
— Τι
τρέχει, κύριε; Πιάσατε φωτιά;
— Όχι,
κορίτσι μου, της είπα. Ησύχασε. Ανήκω, στην εταιρία που καίει τους νεκρούς. Δεν
βλέπεις; καίω τους πεθαμένους.
Η υπηρέτρια κούνησε τους ώμους της κι έφυγε. Την
άκουσα να λέει στη σκάλα;
— Εγώ το
είπα. Ο αφέντης θα τρελαθεί απ’ τα πολλά τα γράμματα.
Δεν είχα τρελαθεί. Και όμως, απ’ την ημέρα
εκείνη, πολλοί με σταματούσαν στο δρόμο μ’ ένα παραπονετικό ύφος, με μια συμπάθεια
παράξενη, και μου ’λεγαν.
— Τι
έπαθες, αδελφέ; Γιατί αυτό;
— Τι
έπαθα;
— Πώς
εχάλασες έτσι τη γλώσσα σου;
Οι άνθρωποι αυτοί ήτανε φανερό, πως με είχαν
βγάλει απ’ την υπόληψη τους. Το καταλάβαινα κι εγώ.
Κάτι μου έλειπε. Ως τώρα είχα κάτι τι παραπάνω
από τον άλλο κόσμο. «Κατείχον την γλώσσαν». Ένα διαβατήριο για την αθανασία.
Μπορούσα να λέω κάθε κουταμάρα, κάθε ανοστιά, κάθε ανοησία, κάθε τρέλα,
μπορούσα να μη λέω και τίποτε, όλοι άνοιγαν το στόμα τους με θαυμασμό: «Ο
διάβολος, τι ωραία που τα λέει».
Κάποτε θυμούμαι, σ’ έναν επικήδειο, έχασα τη
σειρά μου κι άρχισα απάνω κάτω να λέω: « Εν τη συναισθήσει των θλιβερών υπέρ τα
θλιβερά, αι εγκόσμιοι δυνάμεις ανατεινόμεναι προς τα θέσφατα, οίμοι! το τέρμα
των αγώνων αφ’ ων ορμάται αελλόπους η ιδέα, φρικιά και λωφάζει ανέφικτος του
ουρανίου φωτός, των μαρτυρίων το σέλας, πέραν, πέραν εκεί προς τα αιθέρια ύψη,
προς τα βάθη, τα σκότη τ’ ατέρμονα, πέραν. Γαίαν έχεις ελαφράν, αξιομακάριστε
φίλε» . Τα δάκρυα έσταζαν σα βροχή απ’ τα στασίδια της εκκλησίας. Και. όταν ο
παπάς εξεφώνησε: «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν», οι άνθρωποι έξαλλοι, ως κι αυτοί
οι συγγενείς του νεκρού, όρμησαν απάνω μου, έκαναν τον σταυρό τους και, αντί να
φιλούν τον νεκρό, φιλούσαν εμένα.
— Μπράβο,
μπράβο, αυτή τη φορά επέρασες και τον Φίλημονα.. .
Τώρα τα είχα χάσει όλ’ αυτά. Ήμουν κι εγώ ένας άνθρωπος
σαν όλους τους ανθρώπους. Μιλούσα, όπως μιλούσε ο τελευταίος άνθρωπος. Έγραφα
το ίδιο.
Ούτε μπορούσα πια να βγάλω λόγο χωρίς χαρτί·
αν τα ’χανα στη μέση, αλίμονο μου. Θα μ’ έπαιρναν με τα λεμόνια.
Όσοι μ’ αγαπούσαν με λυπούνταν κατάκαρδα.
Ένας σεβαστός μου φίλος με πήρε μια φορά κατά
μέρος.
— Έχω να
σου πω κάτι τι σοβαρό.
Ταράχθηκα.
— Δεν
κάνεις καθόλου καλά. Επήρες κακό δρόμο. Όλη η κοινωνία τα ’χει μαζί σου.
Εγώ άρχισα να κιτρινίζω. Καθένας κρύβει πάντα
κάτω απ’ τη σκούφια του κάτι που τον ανησυχεί.
— Τι
θέλετε να πείτε; Δεν εννοώ.
— Μ’
εννοείς πολύ καλά. Τι σου ήλθε να χαλάσεις τη... γλώσσα σου;
Ανάσανα. Ο σεβαστός μου φίλος εξακολούθησε:
— Έγραφες
τόσο ωραία. Σε καμαρώναμε όλοι. Κατείχες
τόσο
λαμπρά την γλώσσαν, την θείαν γλώσσαν των
πατέρων μας. Δεν θυμάσαι τον τελευταίο σου θρίαμβο, στον επικήδειο του Λ;
Πρώτος εγώ αντί να φιλήσω τον νεκρό, απ’ τον ενθουσιασμό μου, σε φίλησα εσένα. Και τώρα έγινες χυδαίος. Όλοι σε περιφρονούν. Σε θεωρούν
αγράμματο. Δεν κάνεις καλά. Άλλαξε κεφάλι. Έλα στον ίσιο δρόμο...
Του το υποσχέθηκα κι έτσι μ’ άφησε. Ευτυχώς, σε
λίγες ημέρες, πέθανε κι αυτός κι έτσι γλύτωσα από ένα εφιάλτη, θέλησα μάλιστα
να του βγάλω κι ένα λόγο, σαν τον παλαιό, για να ευχαριστήσω τη ψυχή του. Και
θα το ’κανα, αν δεν μου περνούσε ο φόβος μήπως και νεκρός σηκωθεί και με
φιλήσει. Δεν είναι φρόνιμο πράγμα να συγκινεί κανένας τους πεθαμένους.
Με τον θάνατο, όμως, του σεβαστού μου φίλου, δε
γλύτωσα, εντελώς. Τα συλλυπητήρια κι οι συμβουλές εξακολουθούσαν. Οι παλαιοί
θαυμασταί μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί χάλασα τη γλώσσα μου. Και, για
να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν είχαν άδικο. Αν ήτανε να μην υπάρχουν
στην Ελλάδα παρά γιατροί, δικηγόροι, φυσικομαθηματικοί και δεν ξέρω τι άλλο,
γλωσσικό ζήτημα δεν θα υπήρχε. Όταν κάνει κανείς, τη δουλειά του, θαυμάζεται
και μισθοδοτείται, με μια γλώσσα, είναι περιττό βέβαια να ζητεί μιαν άλλη. Τι τον μέλει τον γιατρό ή το
νομικό αν η γλώσσα που, γράφει δεν είναι η γλώσσα που μιλεί. Μία ανατομία, μία
φυσιολογία, ένα κληρονομικό δίκαιο, μία φυσική, μία χημεία, μία φαρμακολογία
μπορεί αξιόλογα να γραφεί και στην Βολαπίκ
και στην Εσπεράντο. Είναι κι αυτό ένα ιδανικό στην Ευρώπη για να γίνει μία διεθνής επιστημονική γλώσσα για
όλον τον κόσμο. Εγώ μάλιστα, σαν Έλληνας, θα πρότεινα τη δική μας την
αττικίζουσα, που σαν απλούστερη από την αρχαία και πιο κοντά στις νέες ευρωπαϊκές,
ως σύνταξη, έχει κι όλες τις αρετές μιας τεχνητής
γλώσσας και όλον τον πλούτο των αρχαίων όρων, που είναι τόσο γνώριμοι στα
επιστημονικά αυτιά όλων των Ευρωπαίων. Οι σοφοί μου φίλοι, όσο γι’ αυτό είχαν
δίκαιο. Φυσική ή τεχνητή η γλώσσα τους, τους έφθανε.
Μίλησα κάποτε μ’ έναν απ’ αυτούς, ένα νομικό
συγγραφέα από τους πιο καθαρολόγους. Ο φίλος μου όμως ήταν από τους
συζητητικούς και τους ήμερους ανθρώπους.
— Είσαστε
εγωισταί» του είπα.
— Γιατί;
— Γιατί
δεν βλέπετε παραπέρα απ’ τη δουλειά σας. Όλος ο κόσμος είναι για σας επιστήμη.
Και ο λόγος εδόθηκε στον άνθρωπο, όχι μόνο για να μπορεί να πει, ότι «ο υποκατάστατος
του υποκαταστάτου είναι κτλ.» και ότι «το ήπαρ αδήν έστι διπλούς» και ότι «παν
σώμα εμβαπτιζόμενον εν τω ύδατι απόλλυσι τόσον εκ του βάρους του
κτλ.».
— Αλλά
γιατί άλλο εδόθηκε;
— Υποθέτω
πως εδόθηκε και για να εκφράζει ό,τι πλάττει μέσα μας η φαντασία και το
αίσθημα.
— Και
ποιος τον εμποδίζει να το εκφράσει; Μία γλώσσα, που εκφράζει τόσα υψηλά
πράγματα, μπορεί να εκφράσει το καθετί.
— Είσθε
βέβαιος;
—
Παραβέβαιος. Αρκεί εκείνος που θα την μεταχειρισθεί να την κατέχει στην
εντέλεια.
— Σαν
ποιος έξαφνα;
— Όποιος.
— Εκτιμάτε
τον Ραγκαβή;
— Και τον
θαυμάζω.
Επήρα επάνω απ’ το τραπέζι μου μια μετάφραση της
«Κολάσεως» του Δάντε. Του είπα:
— Άκουσε
ένα από τα λυρικότερα κομμάτια. Το επεισόδιο της Φραντσέσκας.
Στραφείς
δε είτα προς αυτούς, τοις είπον:
»Φραγκίσκα,
τα σα βάσανα αθυμίας
και
ευλαβών δακρύων με πληρούσι.
Εις των ηδέων στεναγμών τας ώρας,
»ειπέ,
πώς, πόθεν έδωκεν ο έρως
»να
μάθητε τους αμφιβόλους πόθους;
Η δ’ εις
εμέ· «Ουκ έστι θλίψις μείζων
»του ενθυμείσθαι
χρόνων ευδαιμόνων
»εν
συμφοραίς. Τον ποιητήν ερώτα.
«Αλλ’
αν την πρώτην να γνωρίσεις ρίζαν
»του έρωτός μας τόσον έχεις πόθον,
»θα
πράξω ως ο λέγων εν ω κλαίει.
»Ανεγινώσκομέν
ποτε προς τέρψιν
»περί
του Λαγγηλότου, ος ηγάπα.
»Ήμεθα
μόνοι άνευ υποψίας.
»Πολλάκις
η ανάγνωαις το βλέμμα
»ημών
συνήψε, κι ήλλαξε την όψιν.
»Αλλ’
εν μας κατενίκησε χωρίον,
»η
φράσις ότι ο γλυκύς της γέλως
»απεφιλήθ’
υπό του εραστού της.
»Τότε
και ούτος, ο αχώριστός μου
»μ’ εφίλησε
τα χείλη, όλως τρέμων.
»Προαγωγός
ην ο την βίβλον γράψας.
»Και τότε δεν ανέγνωμεν παρέκει».
Εν ω δ’ ωμίλει ταύτα το
εν πνεύμα,
το έτερον
εθρήνει τόσον, ώστε
εγώ
ελυποθύμουν εξ ελέου,
κι
έπεσα όπως σώμα θνήσκον πίπτει.
— Κι ένα
άλλο κομματάκι από τον κύκλο των προδοτών που είναι βυθισμένοι στην παγωμένη
λίμνη:
«Προέβημεν
όπου ο πάγος άλλους
»δεινώς
περιζωννύει κατατρύχων,
»ουχί
κυπτούς, άλλα υπτίους τούτους.
»Ο θρήνος
είργει παρ’
αυτοίς τον θρήνον,
»κι
εις των ομμάτων τον φραγμόν η θλίψις
»ωπισθοδρόμει
κι ηύξανε τον πόνον.
»Τα
δάκρυα τα πρώτα συμπυκνούνται,
»και
ως αν ήσαν δίοπτρα κρυστάλλου,
»τους
σκύφους υπό τας οφρύς πληρούσι».
Ο δικηγόρος ήτανε και
ιταλομαθής κι είχε πάντα δυο στίχους του Δάντε στο στόμα.
Μουρμούρισε;
Francesca,
i tuoi martyri a lacryruar mi fano.
— Σας αρέσει;
— Δεν φαντάζομαι πως θα ήτο καλύτερα. Αυτή είναι
η γλώσσα μας.
— Άφησέ με
να σου διαβάσω τώρα τα ίδια κομμάτια, μεταφρασμένα από ένα νέον, που ούτε το όνομά
του δεν ξέρεις,
Επήρα δύο φύλλα από ένα δοκίμιο μεταφράσεως, που
μου είχε στείλει, τελευταία, ο φίλος μου κ. Ζουφρέ, και που σ’ αυτήν, ακριβώς
εκείνες τις ήμερες, έβλεπα την ποιητικότερη ως τώρα ελληνική απόδοση του
μεγάλου ποιητή. Και του διάβασα:
Σ’
αυτήν έπειτα γύρισα και φιλικά της είπα:
Φραντζέσκα,
τα μαρτύριά σου με κάνουν να δακρύζω.
Στην
εποχή των στεναγμών, για πες μου πως εστάθη
Κι ο
έρωτας σας έσπρωξε τον πόθο σας να πείτε;
Κι
αυτή, βαριά στενάζοντας, λυπητερά μου είπε:
Δεν
είναι μεγαλύτερος για την ψυχή μας πόνος
Μέσα
στη δυστυχία της, από το να θυμάται;
Καλούς
καιρούς, που πέρασαν. Το ξέρει ο Δάσκαλός σου.
Κι
αν επιμένεις να σου πω την πρώτη πρώτη αιτία
Της
δύστυχης αγάπης μας, τη χάρη θα σου κάμω.
Θα
ιδείς τα μαύρα λόγια μου με δάκρυα να τα βρέχω.
Περνούσαμε
την ώρα μας, διαβάζοντας μια μέρα
Το
πώς είχε ο έρωτας τον Λαντζελότο μπλέξει,
Κι
ήμαστε οι δυο κατάμονοι, χωρίς κακό στο νου μας.
Μα,
όπως προχωρούσαμε, πολλές φορές το βλέμμα
Ένας του άλλου αντίκριζε, με μια κρυφή λαχτάρα,
Και, σαν στο μέρος φτάσαμε που τέτοιος
ερωμένος
Το ερωτικό χαμόγελο της φίλησε στα
χείλη,
Ο αχώριστός μου τρέμοντας με φίλησε στο στόμα.
Ο πειρασμός μας στάθηκε το πλάνο αυτό βιβλίο
Και πια δεν εδιαβάσαμεν εκείνην την ημέρα...
Κι ενώ βαριά στενάζοντας, η μια ψυχή μιλούσε.
Κοντά της εστεκότανε πικροθρηνώντας η άλλη
Τόπο πολύ, που σκέπασε τα μάτια μου σκοτάδι
Και καταγής σωριάστηκα σαν πεθαμένο σώμα.
— Άκουσε
και το άλλο κομματάκι. Είναι πάλι οι προδότες: μέσα στον πάγο της Κόλασης,
χωρίς τον πάγο της γλώσσας, αυτή φορά:
Είδα
πολλούς ανάσκελα στον πάγο καρφωμένους.
Τα
ίδια τους τα δάκρυα να κλαιν δεν τους αφήνουν,
Γιατί
τα πρώτα δάκρυα στα μάτια έχουν παγώσει
Κι
όλη την κόγχη των ματιών σαν κρύσταλλο σκεπάζουν.
Κι ο
πόνος που, ανεβαίνοντας, βρίσκει φραγμό, γυρίζει
Στα
βάθη πάλι της καρδιάς και μέσα πλημμυρίζει.
Ο φίλος μου έμεινε
σκεπτικός.
— Ποια σου
αρέσει από τις δυο μεταφράσεις;
— Η
δεύτερη. Θέλω να είμαι ειλικρινής.
— Ώστε...
Ο κύριος που ήταν δικηγόρος, βρήκε ένα κοινό σόφισμα,
το σόφισμα όλων των Ελλήνων.
— Δεν σου
λέω... Για μερικά αισθηματικά πράγματα, μπορεί να έχετε δίκαιο.
— Για
μερικά; Μα όλη η τέχνη δεν είναι τάχα αίσθημα;
Και υπάρχει τίποτε έξω από το αίσθημα;
Ο φίλος μου φαινότανε στενοχωρημένος.
— Και
λοιπόν θέλετε να πετάξουμε την ωραιότερη γλώσσα για το χατίρι σας;
— Ποια;
— Την αρχαία.
— Και να
θέλουμε δεν μπορούσαμε, καλέ μου φίλε. Αυτή
ζει μαζί
με τους θεούς. Και ζει μέσα στην ψυχή μας. Το μόνο μέρος όπου δεν ζει είναι τα
βιβλία που γράφετε. Κοίταξε εκεί επάνω στον τοίχο. Είναι η εικόνα του παππού
σου. Και του μοιάζεις καταπληκτικά.
»Πού νομίζεις πως ζει περισσότερο ο πρόγονός σου;
Μέσα στα παράξενα ρούχα, τα κακοζωγραφισμένα σ’ ένα μουσαμά; Όχι, ο πρόγονός
σου ζει μέσα σου, μες στο αίμα σου, μέσα στην ψυχή σου. Η ζωγραφιά είναι ένα άψυχο
πανί.
Ο φίλος μου χαμογέλασε. Δεν ήθελε να μου πει πως είχα δίκιο.
Όταν έφυγε μου έσφιξε το χέρι και μου είπε:
— Μου
γέννησες την όρεξη να μελετήσω τα περίεργο αυτό ζήτημα. Στείλε μου όσα σχετικά βιβλία
έχεις. Μιαν άλλη ήμερα θα τα ξανασυζητήσουμε.
Ο ρωμιός και μάλιστα ο δικηγόρος, που είναι δυο
φορές ρωμιός, θέλει πάντα να «μελετά» και να «συζητεί», κι εκεί ακόμα που
φθάνει μόνο να αισθάνεται. Η περιφρόνηση του αισθήματος είναι ένα σημείο
βαρβαρότητας. Μα εγώ, Θεέ μου, τι έφταιγα να καταδικασθώ σε ισόβια γλωσσική συζήτηση;
Δεν του έστειλα ποτέ τα βιβλία αυτά. Και πόσα
βιβλία! Τόμοι απάνω σε τόμους, χαρτί απάνω σε χαρτί. Και όλο για γλώσσα, για
γλώσσα, για γλώσσα. Βιβλία που γεννούν άλλα βιβλία, με την γονιμότητα που
έχουν, όπως είπε ο Σαίξπηρ, οι μύγες των κρεοπωλείων, που γεννούν δέκα φορές το
δευτερόλεπτο. Γιατί να του στείλω όλ’ αυτά τα βιβλία; Εγώ που τα διάβασα έμεινα
στο τέλος τόσο σοφός όσο και πρωτύτερα. Τι να την κάμει την επιστήμη ο φίλος
μου; Για να γίνει γλωσσολόγος; Αρκετούς έχουμε. Η επιστήμη για μερικά πράγματα
δεν είναι τίποτε. Το παν είναι η αποκάλυψις. Η αγάπη, το φως, ο αέρας,
η ζωή. Το
παν είναι η ωραιότης.
Η ωραιότης, είπε πάλι ο Οσκάρ Ουάιλδ, είναι ανώτερη
από το πνεύμα. Γιατί δεν έχει ανάγκη ν’ αποδειχθεί. Η τέχνη γι’ αυτό μίλησε
πρώτη τη γλώσσα της αληθείας και της ζωής, παντού και πάντα, πριν την μιλήσει
και πριν την αποδείξει η επιστήμη.
Γιατί η ποίησις βαδίζει πάντα μπροστά, ανοίγει και φωτίζει τον δρόμο των
πολιτισμών. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ιζουλέ το υποστήριξε σ’ ένα εναρκτήριο μάθημα του. Η ποίησις, είπε, αρπάζει πρώτη τα σκιρτήματα
των ψυχών, αυτά που αργότερα δημιουργούν τα ήθη, από τα όποια κατόπιν γίνονται
οι νόμοι και μ’ αυτούς τα κράτη. Η ποίησις
— είναι μια κοινοτοπία πια αυτό — μίλησε πρώτη τη γλώσσα της
ζωής στην Ιταλία με τον Δάντη, στην Ελλάδα με το δημοτικά τραγούδι και τον Σολωμό. Η Τέχνη θα
πλάσει το τέλειον όργανο, θα το υψώσει, θα το εξευγενίσει, γιατί η Τέχνη
πηγάζει κατευθείαν απ’ τη ζωή. Όχι η Επιστήμη.
Η Επιστήμη αναλύει, ξεχωρίζει, μελετά. Η Τέχνη
συνθέτει, πλάττει, δημιουργεί. Γι’ αυτό δεν έστειλα τα βιβλία του φίλου μου·
φοβήθηκα μήπως γεννηθεί ακόμα ένας εμπειρικός γλωσσολόγος στην
Ελλάδα. Και δικηγόρος γλωσσολόγος είναι ένα διπλό κακό.
Αυτή η δικηγορική της γλώσσας στάθηκε το
μεγαλύτερο βάσανό μας. Και τα δικά μου τα βάσανα, μια ζωή, που η μισή πέρασε με τις φροντίδες της γλώσσας, σ’ αυτήν τα χρωστώ.
Είδα πως το πράγμα δεν μπορεί να πάει έτσι εμπρός. Καλύτερα να φάει κανείς τη γλώσσα του,
είπα, παρά να τον φάει αυτή.
Τα είχα διαβάσει κι εγώ ένας φτωχός τεχνίτης του λόγου, όλα αυτά τα
βιβλία, βουτήχθηκα κι εγώ ολόκληρος μέσα στα μυστήρια της Γλωσσολογίας,
σπούδασα τους νόμους της, χάθηκα μέσα στον λαβύρινθο όλων των υπέρ και των κατά, άκουσα καθαρεύοντες και
δημοτικιστές· αντίκρισα τα δύο είδωλα της Δημοτικής και της Καθαρεύουσας,
περικυκλωμένα από τη βοή των οπαδών τους και στο τέλος έμεινα «τόσο σοφός όσο
και πρωτύτερα». Ρώτησα στο τέλος τον εαυτό μου τι είναι Καθαρεύουσα και τι
είναι Δημοτική και ο εαυτός μου, με όλη τη σοφία του, δεν είχε τι να μου απαντήσει. Ο
όρος «καθαρεύουσα» δε μου έδειχνε παρά μια
προσπάθεια χρεοκοπημένη, που με τον καιρό είχε αρχίσει να
χάνει την πρώτη του σημασία και που σήμερα δεν εξέφραζε πια τίποτε. Έμενε σαν
ένα πουκάμισο φιδιού που μέσα του δεν έκρυβε τίποτε. Ο όρος δημοτική» εξέφραζε
πάλι όλα τα πράγματα, χωρίς να ξεχωρίζει τίποτε καθαρά και προπάντων εκείνο που
ήθελε να εκφράσει: τη γλώσσα που ζει μαζί μας και κινείται και ζυμώνεται και
αναπτύσσεται γύρω και μέσα μας. Έτσι, σε μια στιγμή, απολυτρώθηκα από δύο
εφιάλτες που βάραιναν το στήθος μου και σκότιζαν το μυαλό μου. Γύρισα και είδα
όλο το χαρτί που είχα μουντζουρώσει τόσα χρόνια σε όλες τις νεοελληνικές γλώσσες, εμπειρικά, και
επιστημονικά, με κανόνες και χωρίς κανόνες, με αρχές και χωρίς αρχές.
Είδα
ακόμα σελίδες γραμμένες κάτω από τον τρόμο του γλωσσικού νόμου, φοβισμένες, παγωμένες
από μια τρομάρα θρησκευτική, αποστειρωμένες μέσα σε κλίβανο. Κάθε λέξη τους
ήτανε φερμένη από το γλωσσικό μικροβιολογικό εργαστήριο, με την ετικέτα της
αναλύσεως κολλημένη απάνω της. Και μου ήλθε να κλάψω. Πρέπει λοιπόν,
συλλογίσθηκα, να μη μπορώ ν’ αναπνεύσω τον αέρα, που με τριγυρίζει, χωρίς να περάσει πριν από τα
εργαστήριο του χημικού και του μικροβιολόγου; Πρέπει λοιπόν να μη βάλω την
τροφή στο στόμα μου, χωρίς να μου δώσει την άδεια το μικροσκόπιο; Δεν φτάνει
τάχα η όρασίς μου, δεν φτάνει η όσφρησίς μου να καταλάβω ποια είναι γερό και
ποιο σάπιο, τι είναι ζωντανό και τι ψόφιο; Η γλώσσα ζει γύρω μου με την υγεία
και την αρρώστια της, με τα στοιχεία της τα ζωντανά και με τα στοιχεία της τα
σάπια. Το αυτί μου, η αίσθησίς μου, η ψυχή μου μου φθάνουν, συλλογίσθηκα. Σιγά
σιγά ένιωσα πως μια αρρώστια έφυγε από πάνω μου.
Επήρα μια δυνατή ανάσα. Έτσι γιατρεύθηκα από τη γλωσσική υποχονδρία, μια νεοελληνική αρρώστια
που κάνει θραύση τριγύρω μας.
Καλή και άξια, συλλογίσθηκα, κάθε επιστήμη. Μα τι
έχει να μοιράσει η επιστήμη του λόγου με την τέχνη του λόγου; Κάθε μια τραβάει
τον δικό της δρόμο. Τι έχει να μοιράσει η Φυσιολογία με τη Ζωή; Όλοι οι
άνθρωποι δεν είναι φυσιολόγοι, και όμως ζουν καθένας με την δύναμη των οργάνων
του, χωρίς να υποπτεύονται οι περισσότεροι πως υπάρχει και μια επιστήμη, που τη
λένε Φυσιολογία. Η φυσιολογία δεν κανονίζει τα φαινόμενα της ζωής· τα ερμηνεύει
και τ’ ακολουθεί και στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα φανερώματά τους. Οι κόσμοι
ακολουθούν τον δρόμο τους μέσα στο άπειρο, χωρίς να υποπτεύονται την Αστρονομία
και τους υπολογισμούς της. Ένας πτωχός κι εγώ οργανισμός, μέσα στην απειρία των
κόσμων, ζω με τη ζωή που άντλησα απ’ τη μεγάλη πηγή της δημιουργίας. Δεν με
μέλει για τους νόμους που με κυβερνούν. Ο νόμος είμ’ εγώ. Ο λόγος, ένα χάρισμα
της ζωής, ζει μέσα στα βάθη της ψυχής μου, φανερώνεται, ξεχειλίζει, ανθίζει
στα χείλη μου. Το άνθισμά του είναι της ψυχής μου το άνθισμα. Γιατί φανερώνεται
έτσι ή αλλιώς; Δεν ξέρω ούτε θέλω να ξέρω. Παρωδώ τα λόγια του Λουθήρου: «Έτσι
μιλώ, δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς. Ο Θεός να μου είναι βοηθός και το άγιον
αυτού Ευαγγέλιον. Αμήν.»
Γι’ αυτό σαν μιλήσει τώρα κανένας για γλώσσα,
χαιρετώ και φεύγω βιαστικά. Ένας τρόμος με πιάνει σαν τα παιδιά, που τους
ζητάει ο γιατρός να ιδεί τη γλώσσα τους. Τώρα όμως έγιναν όλοι γιατροί. Όλοι
ενδιαφέρονται για τη γλώσσα σου. Και ώσπου να ξεφύγεις από τον ένα, πέφτεις στα
χέρια του αλλουνού. Αυτοί που γράφουν μόνο μια γλώσσα σχολαστική, χυμένη στο
παλαιό καλούπι — και είναι παράξενο πως ύστερα από τόσα χρόνια δεν κατάφεραν να
την καθαρίσουν αρκετά, ώστε να τη λένε καθαρή — έχουν την ησυχία τους. Λιβανίζουν ένα είδωλο, και ο κόσμος, που
είναι φυσικά ειδωλολάτρης, δεν παραξενεύεται καθόλου, δεν τους ενοχλεί, δεν
τους ζητεί εξηγήσεις και δεν τους συμβουλεύει.
Ο κόσμος ζητεί να τους φθάσει. Όσο λιγότερα γράμματα
ξέρει, τόσο περισσότερο. Ο μπακάλης, όταν θέλει να μάθει το παιδί του γράμματα,
τ’ όνειρό του είναι να το ακούει μιαν ημέρα και να μην το καταλαβαίνει. Τότε
λέγει: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα». Νοιώθει πως το παιδί του έγινε
κάτι παραπάνω απ’ αυτόν. Όχι στη σοφία, όχι στη μάθηση, όχι στη γνώση, όχι στην αρετή. Αυτά είναι δευτερεύοντα.
Στη γλώσσα. Και όπως πάντα η δίψα της αριστοκρατίας είναι φυσική στον άνθρωπο,
ο χωριάτης ονειρεύεται να ιδεί το παιδί του αριστοκράτη. Αριστοκράτη του
γένους; Όχι. Τέτοια αριστοκρατία δεν έχουμε. Του πνεύματος; Όχι. Αυτή δεν την
καταλαβαίνουμε: Του πλούτου; Σαν δύσκολο. Έκαμε μια αριστοκρατία εύκολη: Την
αριστοκρατία της γλώσσας. Τι ωραίο όνειρο να ιδεί κανείς το παιδί του να μιλεί
στο δικαστήριο, στον άμβωνα, στο μπαλκόνι, στο σχολείο, στο ιατρικό συμβούλιο
και να μην το καταλαβαίνει ο ίδιος. Να μιλεί μονάχα, αυτό φθάνει. Να μην το
καταλαβαίνει μονάχα, αυτό είναι η απόλαυσις.
Την είχα κι εγώ αυτή τη δόξα κι αυτόν τον τίτλο
μια φορά. Και όταν έκαμα να την πετάξω, όλοι με κοίταζαν παράξενα, όπως
κοιτάζουν τους τρελούς που σκορπίζουν τα πλούτη τους στον δρόμο. Και δεν ήτανε
μόνο δόξα, ήτανε και ένδυμα γάμου. Αυτό το κατάλαβα αργότερα. Πολλοί άρχισαν να
με κοιτάζουν, όπως κοιτάζουν σ’ ένα επίσημο μέρος, τον άνθρωπο που έρχεται με
τα ρούχα του περιπάτου. Με περιφρόνηση. Οι θυρωροί μου έκλειναν κάποτε τις
θύρες στα μούτρα μου. Τότε κατάλαβα πως στην Ελλάδα η γλώσσα είναι και ρούχο. Ο
Σούτσος είχε δίκιο. Πρέπει να ’χει κανένας και το φράκο του, για κάθε
ενδεχόμενο. Έτσι συμμάζεψα κι εγώ πάλι την κυριακάτικη γλώσσα μου, την
ξεσκόνισα και την έκρυψα μαζί με το φράκο μου. Σκοροφαγωμένα και τα δυο, μα δεν
πειράζει. Μου κάνουν τη δουλειά μου. Με το σακάκι μου ζω, αναπνέω,
ξεκουράζομαι, τρέχω στο βουνό, στο περιγιάλι. Με το επίσημο ρούχο μου όμως έχω
τιμές, οι θυρωροί σκύβουν μπροστά μου, ο κόσμος μου κάνει τόπο να περάσω. Το
ίδιον έκαναν στον Νασρεδίν-Χότζα, όταν φορούσε την καινούργια του γούνα. Κι ο
Νασρεδίν, που ήτανε σοφός άνθρωπος, έπιανε το φαρδομάνικό του και του έλεγε:
— Ορίστε,
γούνα μου, ορίστε.
Έτσι κι εγώ. Μπροστά στις τιμές και στις υποκλίσεις,
που μου κάνουν, όταν παρουσιάζομαι με την κυριακάτικη γλώσσα μου, πιάνω το
φαρδομάνικό μου, το χαιρετώ ταπεινά και του λέω:
— Ορίστε,
Γλώσσα μου, ορίστε...
ο
κ. χατζοπουλοσ ωσ φαρσερ
Ι.
Η ΦΑΡΣΑ ΤΟΥ
Ο Κώστας Χατζόπουλος δεν υπήρξε μονάχα ένας
εκλεκτός ποιητής. Υπήρξε και ένας εκλεκτός φαρσέρ. Η φάρσα ήτανε γι’ αυτόν μια
ανάγκη δημιουργική. Εσχεδίαζε μια φάρσα, όπως εσχεδίαζε ένα ποίημα ή ένα
διήγημα. Ένα έργο φαντασίας και αισθήματος, δηλαδή, όπως και όλα τα άλλα.
Ιδιοσυγκρασία μελαγχολική και απαισιόδοξη, εύρισκε πως η ζωή είχε πολλά θλιβερά
και ανάποδα πράγματα. Και νόμιζε κανείς, πως ήθελε να τη βιάσει να κάμει και
μερικά άλλα ακόμα, που θα της υπαγόρευε ο ίδιος. Έτσι η φάρσα της τρέλας του, η
μεγαλειοδέστερη φάρσα από όσες επραγματοποίησε ποτέ, που είχε και τη μεγαλύτερη
επιτυχία, στο βάθος της ήτανε μια τρέλα τραγική και ένα ξέσπασμα πικρής
ειρωνείας για πρόσωπα και πράγματα, με πρωταγωνιστή τον εαυτό του. Άλλα πριν φθάσουμε στην
αξιομνημόνευτη αυτή σύνθεσή του, αξίζει να παρακολουθήσουμε τη Χατζοπουλική
φάρσα από τα μικρότερα φανερώματά της.
Με τον ποιητή των «Ελεγείων και Ειδυλλίων» και
του «Χινόπωρου» είχαμε συνδεθεί περισσότερο στην αξιομνημόνευτη εποχή της
«Τέχνης», που στάθηκε, πράγματι, μια εποχή στην ιστορία των νεοελληνικών
γραμμάτων. Η συγκέντρωση τότε μιας πλειάδας παλαιών και νέων λογοτεχνών γύρω
από τον ιδρυτή του περιοδικού αυτού της «άκρας αριστεράς», στο γραφείο της
«Τέχνης», και στο φιλολογικό σαλόνι του Κωστή Παλαμά, που γνώρισε τότε τη
μεγαλύτερη ακμή του, ευνόησε εξαιρετικά την εκκόλαψη της Χατζοπουλικής φάρσας.
Δεν περνούσε ημέρα, χωρίς να σκαρώσει κάτι στους
φίλους και τους συναδέλφους του ο ανήσυχος αυτός άνθρωπος. Το πρώτον όμως και
το κυριότερο θύμα του ήτο ο καλός μας ο Καρλ Ντίτριχ, που είχε φθάσει τότε,
πρώτη φορά στην Ελλάδα, με αποστολή γλωσσολογική. Σοφός άνθρωπος ο
νεοελληνιστής αυτός, στον οποίον τόσα χρωστάει η νέα μας λογοτεχνία, είχε την
αφέλεια και την ευπιστία όλων των ξένων και την αγαθότητα ενός μεγάλου παιδιού.
Ο Χατζόπουλος τον εκτιμούσε βαθύτατα, όπως και όλοι μας. Η ευπιστία του όμως, ο
παράξενος τρόπος με τον όποιον μιλούσε ακόμα τα ελληνικά, τα συχνά και αθώα
ξαφνίσματά του για μερικά νεοελληνικά πράγματα, που δεν έκαναν εντύπωση σ’ εμάς τους ντόπιους, είχαν ξυπνήσει στην
ψυχή του Χατζόπουλου τον πειρασμό της φάρσας. Και είχε αρχίσει να του σκαρώνει αθώα πειράγματα, όχι βέβαια, με σκοπό να γελοιοποιήσει
έναν άνθρωπο τόσο σοβαρό σαν τον Ντίτριχ και τόσον αγαπητό συνεργάτη του, αλλά
έτσι, απλώς, για μια αθώα
περιστατικήν
ευθυμία, που διεσκέδαζε πρώτα από όλους τον ίδιο τον Ντίτριχ, όταν μάθαινε την
αλήθεια. Οι ψεύτικες πληροφορίες για τη σημασία πολλών νεοελληνικών λέξεων και
ιδιωτισμών, που δεν τους γνώριζε ο Καρολάκης — έτσι τον έλεγε χαϊδευτικά — που
εγίνοντο αφορμή αστείων παρεξηγήσεων, και κάποτε μάλιστα μπροστά σε κυρίες,
ήτανε η πιο συνηθισμένη και η πιο στοιχειώδης, να πούμε έτσι, μορφή της
Χατζοπουλικής φάρσας, σχετικά με το Γερμανό μας φίλο.
Την εποχή εκείνη τον είχε δάσκαλο και στα
Γερμανικά, αποφασισμένος, από τότε, να ταξιδέψει στη Γερμανία. Τα μαθήματα
εγένοντο στο ιστορικό γραφείο της «Τέχνης» εκεί κοντά στην οδόν Μητροπόλεως.
Αλλά μάθημα ήτανε αυτό ή πανηγύρι; Ο Χατζόπουλος αντί να κοιτάζει αυτός να
μάθει μια ώρα αρχύτερα τα Γερμανικά, προσπαθούσε να κάμει το δάσκαλο του να
χάσει, κι αυτός τη μητρική του γλώσσα.
— Πώς θα
το πούμε αυτό Γερμανικά; τον
ρωτούσε, κάθε λίγο, κόβοντας τη σειρά του μαθήματος.
Και του παρουσίαζε αμέσως μια λεκτική αρλούμπα, ένα
κωμικό σύνθετο από λεκτικά παιγνίδια ή της ιδίας του κατασκευής και απαιτούσε
από τον Ντίτριχ να του το μεταφράσει Γερμανικά.
— Πώς
λέγεται γερμανικά, Καρολάκη, η σκουληκομερμηγκότρυπα;
— Α!
έκανε, ανοίγοντας το στόμα του ο αγαθός
Γερμανός.
Τέτοια λέξη δεν έχουμε στα Γερμανικά.
Ο Χατζόπουλος του εξηγούσε τότε τα διάφορα συνθετικά
της λεκτικής αρλούμπας και ο Ντίτριχ του μετέφραζε κάθε λέξη ξεχωριστά.
—
Μονολεκτικά! επέμενε ο καλός μαθητής.
Και ο ανύποπτος δάσκαλός του, με την ευκολία, που
έχει και η γερμανική γλώσσα στα σύνθετα, μετέφερε την ελληνικήν αρλούμπα στην
γλώσσα του Γκαίτε και του ανταπέδιδε, μια γερμανική «σκουληκομερμηγκότρυπα».
Έπειτα αρχίζουν να μεταφράζουν, με τον ίδιο τρόπο από τα γερμανικά στα
ελληνικά. Και με τη βοήθεια του Χατζόπουλου είχε μεταφράσει ο φτωχός ο Ντίτριχ
τη μεμβράνη σε «πετσοχάρτι», που έμεινε ιστορικό, με τη βεβαιότητα, ότι
ιδανικότερη μετάφραση απ’ αυτήν δεν μπορούσε να υπάρξει.
Η ιστορικότερη όμως φάρσα της εποχής εκείνης,
στην οποίαν ο Ντίτριχ έπαιξε τον ακούσιο ρόλο του, τρέχοντας να σώσει τα
χειρόγραφά του από τη φωτιά, ήτανε η φανταστική πυρκαγιά του γραφείου της
«Τέχνης», που κάναμε να μας αναγγελθεί ένα βράδυ στο σαλόνι του Παλαμά — στην
φάρσα αυτή είχα συνεργασθεί με τον αλησμόνητο φίλο μου — και που δημιούργησε
πραγματικό πανδαιμόνιο, μεταξύ των καλεσμένων εκείνης της βραδιάς. Αλλά τη
φάρσα αυτή έτυχε να τη διηγηθώ με όλες της τις λεπτομέρειες, αλλού, ώστε περιττεύει να επαναλάβω
εδώ τα ίδια πράγματα.
Αλλά το δαιμόνιο της φάρσας του Χατζόπουλου έλαβε
την τελειωτική του εξέλιξη στη Γερμανία. Και εκεί θα την παρακολουθήσουμε
κυρίως. Ένα γράμμα του, που αντιγράφω αμέσως παρακάτω, σαν ένα είδος
εισαγωγής, δείχνει, γενικότερα, τη ψυχολογία του Χατζόπουλου στα ξένα μέρη και
παρουσιάζει, με κάποια λεκτικά ελληνογερμανικά παιγνίδια, τους πρώτους του
πειρασμούς φαρσικούς πειρασμούς του ξενιτεμένου ποιητή.
Leipzig
21]Χ]00. Nürnbergerstrasse
10]III.
Αγαπητέ Πέτρο,
...Λοιπόν μια μέρα μας προσκάλεσε εμένα και τον
Κάρλο ο Heisenberg (τον θυμάσαι;) να πάρουμε
το τσάι σπίτι του. Ήταν κι ένας άλλος Ρωμιός εκεί μαθητής του Κρουμπάχερ και
μόνον ο Νεγγριόλης έλειπε με τον επανωφόριον. Η Κυρία Heisenberg, εκεί που μο’ ’δινε δεύτερο τρίτο τσάι, εδικαιολογήθηκα πως έχω
αϋπνίες και δεν παραπίνω. Κι ήρθε ο λόγος για τις αϋπνίες. Κι η κυρία μου έλεγε
διάφορα μέσα κατά της αϋπνίας, που δεν τα πολυκαταλάβαινα. Δεν ξέρω πώς ήρθε
και της αφεντιάς μου να τους πω πως το απλούστερο μέσο που βρήκα τις δυο τελευταίες
βραδιές ήταν να πάρω ένα ρολόι του τοίχου στην κάμαρά μου. Κι αντί να πω Uhr
που λέγεται το ρολόγι, είπα Hure... Κι έμειναν όλοι
μάρμαρο! μ’ εκοίταζαν με απορία στα μάτια και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη
σύγχυση των λέξεων πο’ ’καμα. Πώς δε με πέταξαν όξω! Ευτυχώς, ο ρωμιός που
μόνος το κατάλαβε, χωρίς να ’χω την ιδέα πως είναι ο εξυπνότερος από τους
άλλους, το εξήγησε ιδιαίτερα του Heisenberg κι έληξεν ειρηνικά το
επεισόδιο. Αλλ’ επέπρωτο να πάθω και δεύτερο, ώστε να γεννήσω την υποψία πως
μπορούσα ναν το κάνω και για λογοπαίγνιο. Ήθελα να πω ελπίζω και... τότε,
εννοείς, έβαλαν όλοι τα γέλια και φαντάζεσαι το μαρτύριό μου να μη νοιώθω τι
έγινε. Και δε μου έφθανε και αυτό αλλά είχα και τον Heisenberg που έλεγε στην κυρία του να μου μιλήσει γαλλικά.
Ευτυχώς ήρθε η μητέρα της κυρίας στο μεταξύ και
μ’ εγλύτωσε από τρίτο ρεζιλίκι. Κι' από τότε που λες, αδερφάκι μου, κλείσιμο το
στοματάκι μου κι όρκος να μην ξαναμιλήσω γλώσσα πριν την μάθω. Και με τον
τρόπο αυτό, καταλαβαίνεις πως προόδεψα! Με Ρωμιούς παρέα και γλέντι πάντα. Εδώ
υπάρχει και ρωμαίικο ξενοδοχείο, όπου όμως δε συχνάζω γιατί μάθε πως έγινα
χορτοφάγος από ανάγκη. Σήμερα μόνο έφαγα μια χήνα που μ’ είχε ο Schmidt (βλ. γερμ. γράμ. περιοδ. «Τέχνη») σπίτι του τραπέζι. Λυτό θα πει να
’σουν έκδοτης της «Τέχνης»! Μιλήσαμε και για το Νιρβάνο και πήγαμε 2 1|2 ώρες με τα πόδια και με
τη βροχή μες στα δάση. Αχ! ένα παλιό παλάτι, καβαλιέρη παλάτι μεσαιωνικά όπως
μου το ’πε ο Schmidt με μια μικρούλα λίμνη
μπροστά, που λούζονται οι κύκνοι, χωμένο στις δρυς τις πελώριες και στην
χινοπωριάτικη καταχνιά. Σ’ ένα παλιό σαρακωμένο γιοφύρι στο ποταμάκι που
χύνεται στη λίμνη απαντηθήκαμε με δυο γυναίκες που σιργιανούσαν δίχως ομπρέλα
στη βροχή! όχι πια νέες, όμως μαραμένες ομορφιές. Από το μικρό τους πόδι
έδειχναν πως ήταν αρχόντισσες, οι ερημήτριες ίσως του παλατιού.
Αλλά γύρισα με φριχτό πονοκέφαλο. Είναι η τρίτη
φορά που υποφέρω. Έχει υγρασία πολλή εδώ στη Λειψία όπου αποφάσισα κι έμεινα
δίχως να το καταλάβω. Τραβούσα για τη Δρέσδη. Αλλά τα κοντσέρτα του Gewandhaus μ’ εκράτησαν. Είναι τα περιφημότερα της
Γερμανίας. Όξω απ’ αυτά ένα πλήθος άλλα. Κάθε μέρα. Πνίγηκα, θαλάσσωσα, τα
’χασα στη μουσική. Αν μπορούσα να ’μενα ένα χρόνο στη Γερμανία ακόμα, θ’ άρχιζα
πιάνο. Τελείωσε, για να νιώσεις από καθαρή μουσική πρέπει να ’σαι μουσικός. Με
το Βάγνερ είναι άλλο πράμα, όπως το λέει καλά κι ο, Λιχτεμπερζέ για την πάλη
των μουσικών και των intellectuels στην αντίληψη του Βάγνερ. Χαρά στον Καμπύση πο’ ’χει και
στα δυο στρατόπεδα από ένα πόδι του!
Αλλά τι τα θέλεις. Η Γερμανία είναι μεγάλη!… Αλλά
κάθε νέο που βλέπω εδώ είναι κι ένα κέντημα προς την Ιταλία. Η Ιταλία είναι το
κέντρο της νεότερης τέχνης. Η αναγέννηση! Θαρρώ να μη φθάνουν ούτε η Pieta
του Boticelli, ούτε ο Κάρολος Ε' του Τίτσιαν που είδα στο
Μόναχο, ούτε τα έκτυπα του Μωυσή και του Δαυίδ εδώ στη Λειψία του Μιχαήλ
Αγγέλου. Η Φλωρεντία, οι προραφαηλίτες κι ο Λεονάοδος, κι η Βενετία με τον
Τίτσιαν! Τι πειρασμοί! Δε σου λέω Ρώμη, δε σου λέω Νάπολη. Είναι σκέψεις που
μόνο όποιος έχει τον παρά του Πορφύρα μπορεί ναν τις κάνει.
Τι άλλο να σου γράψω; Αρκετά σου φλυάρησα, όμως
σ’ επεθύμησα, και καμιά φάρσα! Θλιβερή η ζωή μου και συλλογιόμαι πάντα και το
Μόναχο. Το νοσταλγώ. Και ορισμένως δεν θα το ξαναϊδώ. Μια πικρότατη σκέψη.
Εδώ μας έπιασε ο χειμώνας. Κρύο οπωσδήποτε. Αυτού
θα ζητάς εσύ αναψυχή ακόμα στο Φάληρο. Όμως εγώ τι ευχαρίστηση δοκιμάζω γράφοντάς
σου! Η σόμπα μου σβησμένη πια, αλλά μια ανετότατη θερμοκρασία στην κάμαρή μου.
25 μάρκα πληρώνω νοίκι δηλαδή 45 δραχμές. Το 3ο πάτωμα, κάτω απ’ τα
στεγοδωμάτια (Dachstuben, ίδε και αγελόζωον Herdentier, παρά Καμπ.) δίχως νυχτοτραπέζι (Nachttisch)…
Όμως κατά τα άλλα καλή οπωσδήποτε. Ψιλή, ευρύχωρη,
με διάφορα «παιγνιδοπράγματα» στις διάφορες γωνιές καθώς γιαπωνέζικες
φοινικοβεντάλιες (Japanerische Fächerpalmen) γύρω στο γραφοτραπέζι μου (Schreibtisch). Έχει κι ένα νόστιμο
κορίτσι η νοικοκυρά μου και μου γελάει, κάποτε που το βλέπω, αλλά χτυπάω το
κουδούνι και παρουσιάζεται η γριά ή ο γέρος πάντα…
Από χθες βράδυ είμαι ερωτευμένος με μια που είδα
σ’ ένα κονσέρτο πο’ ’δωκε όλο από ρώσικα κομμάτια ένας Ρούσσος (Kapellmeister) ορχηστρομάστορας. Μαύρη και μελαχρινή μ’
ανοιχτά μάτια. Παλάβωσα. Την πήρα στο κοντό, αλλά δεν μπόρεσα να της μιλήσω
γιατί ήταν άλλες δύο, κι η μάννα της ίσως, μια γριά μαζί. Όμως όλο γύριζε και
κοίταζε να ιδεί αν την ακολουθάω. Τράβηξα όμως κρύο στο δρόμο μ’ ένα ψιλό
αγεράκι σαν τον βοριά της Αθήνας, όσο που δεν άντεχα άλλο και γύρισα σπίτι μου
με συνάχι. Αν την ξαναβρώ στο δρόμο μονάχη καλός ο Θεός, αλλιώς πάω χαμένος. Θα
της γράψω ένα ποίημα και θα το στείλω του Βώκου…
Όλων των φίλων χαιρετίσματα.
Σε φιλώ.
Κώστας
Είδαμε στο γράμμα του Κ. Χατζόπουλου από τη Λειψία,
πως διαμορφώνεται η ψυχική του κατάσταση μακριά από την Ελλάδα. Θαυμάζει τη
Γερμανία, νοσταλγεί την Αθήνα, διασκεδάζει με τις παρεξηγήσεις, που προκαλούν
τα γερμανικά του — θεληματικά λάθη ίσως — και τον γαργαλίζει η ιδέα να
εξακολουθήσει από μακριά τις αθηναϊκές του φάρσες. «Όμως σ’ επεθύμησα· και
καμιά φάρσα…» λέει σ’ ένα σημείο της επιστολής του. Με ενώνει έτσι στην
επιθυμία του με καινούργιες φάρσες. Μου δείχνει, πως θα ήμουν ο συνεργάτης, που
θα του χρειαζότανε. Δεν ξέρω που οφείλω την προτίμησή του αυτή, γιατί, τον ίδιο
καιρό, ο Χατζόπουλος αλληλογραφούσε και με άλλους φίλους εδώ στην Αθήνα, και
ιδιαίτερα με το Λάμπρο Πορφύρα. Ίσως να μου είχε ανακαλύψει κάποιο συγγενικό
τάλαντο στο είδος αυτό, που κι εγώ δεν το γνώριζα. Και με άλλο του γράμμα, μου
αποκαλύπτει το σχέδιο, που είχε συλλάβει για τη νέα του εύθυμη δημιουργία.
Θα παρουσιαζότανε, έξαφνα, ως τρελός στους Αθηναίους
φίλους του, αφήνοντάς τους να μαντέψουν την τρέλα του από διάφορα γράμματα, που
θα άρχιζε να στέλνει συστηματικά, πότε προς τον ένα, πότε προς τον άλλον. Μου
ζήτησε, λοιπόν, τη γνώμη μου και τη συνδρομή μου. Συμφώνησα, χωρίς να μαντεύω
την έκταση, που θα έπαιρνε η νέα του φάρσα, περισσότερο από μια περιέργεια να
ιδώ πώς θα παίξει το περίεργο ρόλο του, παρά από πρόθεση να πειράξουμε μαζί
καλούς και αγαπητούς φίλους και συναδέλφους. Αλλά και η δική του πρόθεση δεν
ήτανε λιγότερο αθώα.
Θυσίαζε την υπόληψή του — γιατί, επιτέλους, δεν
ήτανε και δύσκολο, με τα ψέματα να του κολλούσε η ρετσινιά, πως στάθηκε στ’
αληθινά τρελός, πράγμα, που μπορούσαν να το εκμεταλλευθούν, αργότερα, οι
καλοθελητές του — μόνο και μόνο για να γελάσει με τις αναποδιές του κόσμου. Όσο για τη συνδρομή μου —
τη συνδρομή του γιατρού — του την υποσχέθηκα κι αυτήν. Επρόκειτο να του δώσω
την κλινική εικόνα ενός παραληρήματος, ώστε να την εφαρμόσει πιστά, με τρόπο που να μπορέσουν να γελασθούν και οι
ψυχίατροι ακόμη, στους οποίους ήτανε
ενδεχόμενο να δείξουν τα γράμματά του, ανησυχώντας, οι φίλοι του. Συμφωνήσαμε,
λοιπόν, να… πάθει από το τρομερό και αγιάτρευτο νόσημα, που οι νευρολόγοι το
ονομάζουν «προϊούσαν παράλυσιν».Το παραλήρημά του, λοιπόν, θα ήτανε παραλήρημα
μεγαλείου, με επεισοδιακές ιδέες καταδιώξεως, που θα μας ήσαν απαραίτητες για
τη φάρσα του. Και αφού ορκισθήκαμε απόλυτη εχεμύθεια, ο ένας στον άλλον, το
σχέδιο μπήκε μπροστά.
Λοιπόν, ομολογώ, ότι μόλις είδα το πρώτο γράμμα
της τρέλας του, που διαβάστηκε με εξαιρετική και δικαιολογημένη συγκίνηση, ένα
βράδυ, στο σπίτι του Παλαμά, έμεινα εκστατικός. Δε φανταζόμουνα ποτέ τέτοια επιτυχία. Ήτανε ένα
αριστούργημα προσποιήσεως (simulatio), που μόνο ένας αληθινός
τρελός, προικισμένος με πλούσια ποιητικά δώρα, θα
μπορούσε να το συνθέσει. Δεν είμαι βέβαιος αν ήτανε σταλμένο στον ίδιο τον
Παλαμά ή σε άλλον της ποιητικής συντροφιάς, αλλά θα ’ναι κρίμα αν χάθηκε τέτοιο
αριστούργημα. Με το γράμμα αυτό, που ένωνεν αριστοτεχνικά την ασυναρτησία του
παραληρήματος με την λογική του — γιατί το
παραλήρημα έχει κάποια λογική, που δεν την πετυχαίνουν οι προσποιούμενοι — ο
Χατζόπουλος εμπιστευότανε στο φίλο του τα μεγάλα δημιουργικά του σχέδια. Επρόκειτο
να αναστατώσει την τέχνη του λόγου, οδηγώντας την προς νέους ορίζοντες. Θα
ένωνε το πεζό λόγο με την μουσική σ’ ένα πρωτοφανέρωτο γάμο των δύο τεχνών. Και
αφού παρουσίαζε την θεωρία του, ακατάληπτη, αλλά μεγαλόπρεπη στην ασυναρτησία
της, έφερνε και τα σχετικά παραδείγματα από το νέο του τιτανικό έργο. Το γράμμα
του ήτανε γεμάτο από μουσικές νότες, αλάθευτες — κάποιος μουσικός, βέβαια, θα
τον είχε βοηθήσει — ανακατωμένες με πεζογραφικές αρλούμπες.
— Πάει ο
καημένος ο Κώστας! είπαμε όλοι. Τρελάθηκε.
Οι περισσότεροι μάλιστα, βρίσκανε ότι το πράγμα
δεν ήτανε και εντελώς ανέλπιστο, ότι άνθρωπος νευρικός σαν κι αυτόν ήτανε φυσικό,
ύστερ’ από μια υπερκόπωση διανοητική να τελειώσει εκεί. Κάποιος, μάλιστα,
προθυμοποιήθηκε να βεβαιώσει, ότι του είχε ανακαλύψει, αποδώ, κάποια συμπτώματα τρέλας. Ένας γιατρός,
που είχε ακούσει το γράμμα, έδωκε και τη διάγνωση:
—
Παραλήρημα μεγαλείου. Φαίνεται δυστυχώς, ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια
προϊούσα παράλυση, αποτέλεσμα ειδικής αρρώστιας.
Ο γιατρός είχε επικυρώσει, απλούστατα, την
προκαταβολική μου διάγνωση,
Στο σημείο αυτό όμως παρουσιάστηκε κάτι τι, που
δεν το είχαμε προβλέψει. Ύστερ’ από το γράμμα αυτό και μερικά άλλα, που ήρθαν
σε άλλους, επιβεβαιωτικά της τρέλας του «δυστυχισμένου» φίλου μας, όλοι άρχισαν
να με ρωτούν, γνωρίζοντας τους δεσμούς μου με τον ποιητή, αν είχα κι εγώ κανένα
τέτοιο γράμμα. Είχα βέβαια γράμματα, αλλά πολύ γνωστικά και, προπάντων, πολύ
ενοχοποιητικά. Τι να κάνω, λοιπόν; Προσποιήθηκα, ότι δεν είχα, προσπαθώντας να
τους πείσω, ότι στην τρέλα του με είχε ξεχάσει ή με είχε περιφρονήσει. Αμέσως
όμως έγραψα στο Χατζόπουλο, ότι είναι ανάγκη να λάβω κι εγώ, το γρηγορότερο,
ένα τρελό γράμμα. Και έλαβα το ακόλουθο, όπου ο φανατικός δημοτικιστής, που
ήτανε ο επαναστάτης της «Τέχνης», φαίνεται ν’ αγκαλιάζει με έρωτα την
υπερκαθαρεύουσα.
Berlin,
Schöneberg Muhlenstr
18 IV
Και εδροσίσθημεν, ω αγαστέ, και ενωτίσθημεν τον
αδύν κελαρυσμόν της «Λαλεούσης» και ευλογήααμεν το λουτρόν το καθαρτήριον εκ
του ρύπου των ψυγμάτων του χαλκείου και ευχαριστούμεν. Αλλ’ οίμοι εις ώτα μη
ακουόντων συ και ο ελάχιστος βοείτε. Περί Κακάβαν συνωθείται ο χορός των νέων.
Ως γοτθικούς ναούς την σκέψιν ανυψώνει και υπόνομοι βαθείς (clokques) σαλεύουν τα θεμέλιά της. Η καλοσύνη σου ως θαυμαστή, ουδένα μη
πικράνει. Αρκετάς άλλας πικρίας έχει η ζωή. Μόνον εμέ δεν φείδεσαι, τα βέλη της
κακίας σου δι’ εμέ μόνον έχεις, ω αρχοντάνθρωπε. Χαιρέτησε μου τον εταίρον
Σακαλήν, αυτόν επόθησεν η ψυχή μου. Αλλά και Δίτριχον συνάμα. Ότι βαρεία η ζωή
εδώ και θλίψεως επλήσθη η ψυχή μου και το σαρκίον μου βροτοφθόρω νόσω.
Βηξ οχληρός ενέσκηψε εν τοις στέρνοις και
εμφωλεύει και ταράσσει μου τους ύπνους και ουδέν πόμα ωφελεί. Διατρίβειν εν
ιατρείω ορεινώ συνέστησε τις των εδώ ιητήρων, αλλ’ η εμή ψυχή ενοστάλγησε τας
φαεινάς βορείους νύκτας και τας των φίννων λίμνας και δρυμώνας, θέρους δε
οιχομένου την του πατρίου ηλίου θαλπωρήν και σε και τον Ελάχιστον εταίρον, ος
δάφνας εθνικού αοιδού εζήλωσε, έφα Εσσλίνιος ανήρ, ο τεύτων ευπατρίδης, ιδών το
ύστατον αυτού ασμάτιον και θαυμάσας αυτό διά την σύνθεσιν (κομποζιτσιόναν). Ως
κριτικού δε όντος του ανδρός, περί πολλού την γνώμην του ποιούμαι και έργον του
μακρόν μεταγλωτίζω κατά το παρόν περί οιστρηλασίας, περί προφητών, δημιουργών
κτλ. Αλλ’ επανέρχομαι εις την του τεύτονος ιητήρος γνώμην και την σην ερωτώ
σοφίαν: Σημείωμα έδωκε μοι: 0:1. Μάτην εζήτησα το νέον επιστημονικόν διήγημα
του διδασκάλου, όπου ήκουσα ότι εξηγούνται όλαι αι παθήσεις (χαρίεις δε αυτού ο
τίτλος και λεπτήν αίσθησιν γαλατικήν προδίδων). Και χείρες καίουσι κι ιδρώτες
τε φρικία ελαφρά περιθέουσι το σώμα κατά την εσπέραν, αγρίνειον ελώδες μίασμα
έοικέ μοι φέρω εν φλεψίν εκ παλαιού του χρόνου. Τι περί τούτων δοκεί σοι τω
ασκληπιάδη; Εγώ συρμόν οίομαι την εν ασκληπιείοις θεραπείαν και ως βέλτιστον
την εις την πάτριον επάνοδον φθινοπώρου αρχομένου και δη εις Πειραιά. Περί
δέλτου ουν διαπυνθάνομαι παρ’ Ελαχίστου (Ελάχιστον ονομάζει τον Πορφύρα) ότι
θυμός εστί σοι και εκείνω. Ευοί. Πρόθυμος ειμί καγώ συμβαλείν το κατά δύναμιν
τω θεσπεσίω έργω και συγγραφήν μακράν εν τοις σκαρίοις έχω, ην προσεχώς πέμψω
προς τέρψιν και προς κρίσιν σοι τε και τω Ελαχίστω, ων γνώμην οίομαι δειν ακούσειν
προ της καταχωρήσεως αυτής εν δελτίω. Ράθυμον δ’ όντα τον Ελάχιστον ειδώς και
ου τυρβάζοντα ραδίως περί τα χυδαία, την σην επικαλούμαι αντίληψιν και
μεσιτείαν.
Άσμενος αγγέλλω σοι ότι εφάνησαν εις βίβλον αι
του Καρκαβίτσα ιστορίαι και Δίτριχος εστί ο εν Λειψία ο αυτάς μεταγλωττίσας.
Επεύχομαι, μετ’ ου πολύ τας σας ιδείν επίσης, άγγειλον δε και συ το γεγονός τω
Βλαχογιάννη, ίνα φθόνω εμπλησθή η γενναία αυτού καρδία. Και έγραψα μεν αυτώ poste restante εις Παρισίους αλλ’ ου την
είδησιν πιστεύω ότι παρεγένετο εκείσε μετά Μαλακάση. Φάρσαν γαρ η αγγελία όζει, ει και Πασαγιάννης ο νεώτερος, όσπερ
ενθάδε διατρίβει προερχόμενος εκ Παρισίων, βεβαιοί έτι προσμένει τον Καρδάραν
αοιδός Σκίπας, ος Σιγούρου δάφνας ζηλώσας ενέσκηψε αυτόθι.
Ευελπιζόμενος απάντησιν ταχείαν, διατελώ
κατασπαζόμενος σε και εταίρους πάντας.
Κατσίβελος
ο Σίντης.
Το γράμμα αυτό, με την υπερκαθαρεύουσά του και
την κακομεταχείριση πολλών φίλων, που σε άλλα γράμματα άφηνε να υπονοηθεί, ότι
του υπονομεύουν τη δόξα του, στάθηκε αρκετό για να με απαλλάξει από κάθε κακή
υποψία.
Και η τρέλα του εξακολουθεί, ανάβει, φουντώνει.
Στους φιλολογικούς κύκλους είναι το ζήτημα της ημέρας. «Τα μάθατε; Ο καημένος
ο Χατζόπουλος τρελάθηκε. Τα γράμματά του, εξωφρενικά, ασυνάρτητα, μα σύμφωνα,
πάντα με το κεντρικό του παραλήρημα, πέφτουν βροχή στην Αθήνα. Απορεί κανείς,
πώς ευρίσκει τον καιρό και την όρεξη να γράφει τόσα γράμματα, που μερικά απ’
αυτά είναι απέραντα, με την πυκνή του ψιλογραφία. Κανένας γνωστός του δε μένει
παραπονεμένος. Άνθρωποι που δε θα περίμεναν ποτέ τους να λάβουν γράμμα από το
Χατζόπουλο, παρουσιάζονται κρατώντας δύο και τρία και ζητώντας να μάθουν, απ’
τους φίλους του, τι συμβαίνει. Στο τέλος κουνούν όλοι, θλιβερά το κεφάλι τους:
«Κρίμα στον άνθρωπο!»
Ο κυριότερος όμως στόχος της εξωφρενικής — και
τόσο θαυμαστής — αυτής αλληλογραφίας του είναι μία δυστυχισμένη δεσποινίς, που
συχνάζει στα φιλολογικά βράδια του Παλαμά. Είναι μία σοβαρή νέα, που
καταγίνεται στη φιλανθρωπία και γράφει πότε πότε σχετικά άρθρα στην «Εφημερίδα
των Κυριών». Έξαφνα ένα βράδυ μας παρουσιάζεται χλωμή και ταραγμένη. Έχει
λάβει, μία επιστολή του Χατζοπούλου, από οκτώ πυκνογραμμένες σελίδες. Μία
φλογερή ερωτική επιστολή. Ο ποιητής της ξεμολογιέται τον έρωτά του και αναλύεται σε λυρικούς θαυμασμούς, χωρίς
τέλος. Είναι η Βεατρίκη του, η Λάουρά του, η Ελβίρα του, Η σχετική ασυρνατησία
δε λείπει, εννοείται, αλλά το ύφος είναι φλογερό, λαμπρό, ηχηρό. Η δυστυχισμένη
κόρη τα χάνει. Ο Χατζόπουλος δεν την είχε προσέξει ποτέ ιδιαιτέρως, όσο ήταν
εδώ. Δεν της είχε δείξει το παραμικρότερο σημάδι αγάπης. Την αγαπούσε, λοιπόν,
και το ’κρυβε ή μήπως, φεύγοντας μακριά της, του αποκαλύφθηκε η αγάπη της. Κάθε
συγκίνηση είναι δικαιολογημένη στα στήθη της δυστυχισμένης γυναίκας. Μόλις
συγκρατεί την ταραχή της. Ίσως να εξηγεί το μυστήριο με το στίχο του Γάλλου
ποιητή:
En te perdant je sens que je
t’aimais
Οι άλλοι προσπαθούν με το γράμμα αυτό, που
διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται, εκείνο το βράδυ, να εξηγήσουν την τρέλα του
Χατζόπουλου.
— Θύμα της
αγάπης και του χωρισμού, ο δυστυχισμένος!… μουρμουρίζει ο μακαρίτης ο Πέτρος
Ζητουνιάτης, και μας διαβάζει κάποιο σχετικό του ποίημα από τη «Στάμνα των
Δακρύων».
—
Περίεργο! Και να μη καταλάβουμε τίποτε… λένε άλλοι.
— Εγώ κάτι
είχα διακρίνει στον τρόπο, που την κοίταζε και της μιλούσε…παρατηρεί μία κυρία
της συντροφιάς.
— Τέλος
πάντων το πράγμα είναι φως φανερό… συμπεραίνω εγώ. Δεν μπορεί κανείς να γράψει
εύκολα τέτοια γράμματα, χωρίς ένα αληθινό πάθος.
Και, πράγματι, το γράμμα αυτό ήτανε από τα
ωραιότερα ερωτικά γράμματα, που γνωρίζει η σχετική φιλολογία. Αλλά το πράγμα δε
σταματάει εδώ. Η φανταστική ερωμένη του ποιητού, με κάθε ταχυδρομείο,
εξακολουθεί να λαβαίνει νέες ερωτικές πανταχούσες.
— Εσένα δε
σου έγραψε τώρα τελευταία; με ρωτούν.
Ευτυχώς βρίσκω στην τσέπη μου ένα δελτάριό του
και το παρουσιάζω.
— Καθώς θα
ιδείτε, τους λέω, στο δικό μου γράμμα φανερώνονται μάλλον οι ιδέες της
καταδιώξεως, που τον βασανίζουν, κατά διαλείμματα. Φαντάζεται, ότι τον υπονομεύω.
Το πυκνογραμμένο, όπως όλα του τα γράμματα,
ταχυδρομικό δελτάριο διαβάζεται με συγκίνηση:
Drensden,
Pension Rudeloff Schnorrstr.
Ta
Αξιόλογε κύριε,
Έχω την αγαθότητα να πιστεύω, ότι με
αναγνωρίζετε. Έκτος εάν έχετε ανεβεί τόσο ψηλά, ώστε να μην μπορείτε να διακρίνετε
πλέον εκ του μακρόθεν. Όμως συμπαθήστε με να σας παρατηρήσω, ότι η συμπεριφορά
σας είναι ανεξήγητος. Σας εζήτησα με
προγενέστερόν μου εξηγήσεις, επιτέλους, διότι με κρατείτε εις μεγάλην
ανησυχίαν. Ήθελα μία και καλή να μάθω τι έχετε μαζί μου. Μου απεκαλύφθησαν όλα
τώρα. Σεις είστε που με διαβάλατε στον κ. Φιλέαν par Savignies, στον διευθυντήν των
Προπυλαίων σεις επίσης, στον φίλον μου Βώκον εσείς, στον ποιητήν των
Συντριμμάτων εσείς (δεν εννοώ των Συντρομών, αυτός είναι μεγάλος σαν κι εσάς),
στον αγαπητόν μου μικρόν εσείς και βλέπω μ’ ευχαρίστησίν μου πως ο Παλαμάς
μόνον κλονίζεται εισέτι. Μαθαίνω πως περιφέρετε εις συναθροίσεις σαλονιών και
τριόδων και καφενείων κάποια γράμματά μου και θέλετε να κινήσετε τον γέλωτα εις
βάρος μου. Ανεμίξατε και τον φίλον μου κ. Γούδαν, δεν μπορώ να φανταστώ πώς και
γιατί. Περιβάλλομαι παντού από μυστήρια. Έμαθα ακόμη πως διαδώσατε, ότι η pension εδώ όπου μένω είναι φρενοκομείον και με βάζετε
εις ανησυχίαν πώς να συμπεριφέρομαι στους διαφόρους παντοεθνείς εδώ συγκατοίκους
μου. Αν ήξερα πράγματι πως μπορούσε να σας αποτελέσει την αγαλίασιν μερικών
στιγμών σας θα την μετέβαλα όσο εξαρτάται από το χέρι μου. Αλλά προς Θεού
δώσατέ μου επιτέλους μίαν εξήγησιν, αν δεν φοβείσθε τραγικάς συνεπείας. Ναι
σας βεβαιώνω, πως αι συνέπειαι θα είναι τραγικαί διά σας. Και μη γελάτε
αφήνοντες τη λιακάδα του Αττικού ουρανού να τρίβει την ράχη σας εις βάρος ενός
που μέσα στην λευκήν συμφωνίαν των χιονιών, που εκτείνονται μπροστά του, πάντα
τη λιακάδα σας, ευτυχείς θνητοί νοσταλγεί. Επιτέλους εξηγηθείτε και εμπροθέσμως
πάντοτε. Έρρωσθε.
Δρ. Κ. Χατζόπουλος
Στον ίδιο καιρό τα γράμματα του προς άλλους
φίλους έρχονται καταποδιαστά. Άλλα σε δημοτική, άλλα σε υπερκαθαρεύουσα, όλα
εξωφρενικά και θαυμάσια. Δε λείπουν, εννοείται, και τα ακατάλληλα, που είναι
περίεργο πώς πέρασαν από το ταχυδρομείο, χωρίς να κρατηθούν. Ο Ξενόπουλος,
λόγου χάριν, λαμβάνει ανοικτά δελτάρια τρομερού περιεχομένου, σχετικά με τη
«Διάπλασιν των Παίδων». Ο Πορφύρας επίσης. Στους άλλους γράφει ό,τι του κατέβη,
αφήνοντας πάντα να εννοηθεί ότι του υπονομεύουν τη δόξα του. Ο Βλαχογιάννης, ο
Μαλακάσης, άλλοι παλιοί συνεργάτες της «Τέχνης» δέχονται αδιάκοπα τον
κατακλυσμό της παραφροσύνης του.
Η τρέλα του Χατζόπουλου είναι πια βεβαιωμένο,
θλιβερό γεγονός της ημέρας. Και το πράγμα τελειώνει με το να γίνουν διαβήματα
στο υπουργείο των Εξωτερικών και να ζητηθούν επίσημες πληροφορίες από την
Πρεσβεία του Βερολίνου για την κατάστασή του. Οι πληροφορίες έρχονται
καθησυχαστικές, αλλά κανένας δε θέλει να πιστέψει, ότι ο άνθρωπος, που έγραφε
τα γράμματα αυτά δεν πέρασε μία περίοδο παροδικής τρέλας.
Ύστερ’ από λίγον καιρό, λαβαίνω ένα γράμμα του,
που με παρακαλεί να προετοιμάσω το έδαφος για την επιστροφή του, εξηγώντας, πως
όλα αυτά ήσαν μία αθώα φάρσα. Δε θέλει, ξαναγυρίζοντας, να παρουσιασθεί ως
τρελός ή πρώην τρελός. Αρχίζω, λοιπόν, να φανερώνω το μυστικό. Άλλοι γελούν
άλλοι τον βρίζουν, άλλοι δε θέλουν να πιστέψουν. Ο Παλαμάς φαίνεται σοβαρά
δυσαρεστημένος. Παίρνει το πράγμα, ως ανευλάβεια. Και είναι χαρακτηριστικός ο
τρόπος με τον όποιον τον δέχτηκε στο σπίτι του μόλις ξαναγύρισε.
— Πάμε
μαζί να με δικαιολογήσεις στο δάσκαλο… με είχε παρακαλέσει ο αλησμόνητος φίλος,
Μόνος μου δεν έχω το θάρρος να παρουσιαστώ, ύστερ’ απ’ αυτά που έγιναν.
Πήγαμε, ένα βράδυ, νωρίτερα από τους άλλους. Ο Παλαμάς
βρισκότανε στο γραφείο του, εξαφανισμένος, όπως πάντα, μέσα σε σωρούς βιβλίων.
Προχώρησα πρώτος.
— Σου
παρουσιάζω — του είπα — τον Κώστα Χατζόπουλο, γνωστικό.
Ο Παλαμάς, που τόσο αγαπούσε τον μουσικότατο ποιητή
και, που, όταν είχε διαδοθεί, πως είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, είχε δεηθεί στο
Θεό των Ειδυλλίων να τον αναπαύσει «φιλώντας τον στο στόμα», ύψωσε τα μάτια του
από τα βιβλία του και του άπλωσε ψυχρά το χέρι:
— Εγώ —
του είπε αυστηρά — θα εξακολουθώ να σε θεωρώ, τρελό.
Έτσι τελείωσε η μεγαλόπρεπη φάρσα της τρέλας του
Χατζοπούλου.
III. ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ
Το ανήσυχο πνεύμα του Κ. Χατζόπουλου δεν έπαυσε,
ούτε στιγμή, σ’ όλο το διάστημα της διαμονής του στη Γερμανία, να σχεδιάζει φάρσες,
τη μια ύστερ’ από την άλλη. Μερικά αποσπάσματα από γράμματα του, που θα δώσω
παρακάτω, δείχνουν την ακατανίκητη αυτή τάση του. Κα όπως θα ιδεί ο αναγνώστης,
ο αδιόρθωτος φαρσέρ, που πρόσωπα, πράγματα, και ιδέες του κεντούν, διαρκώς την
παράξενη αυτή χορδή της ψυχής του και του ερεθίζουν την ειρωνική διάθεση του
πνεύματος του, δεν φείδεται ούτε του εαυτού του. Στο γράμμα, που ακολουθεί,
λόγου χάρη, αφού ρίχνει την ιδέα μιας φάρσας, πως έπαθε από φθίση, για να
τρομοκρατήσει τον φιλάσθενο τότε Πορφύρα, αναφέρει ύστερα φανταστικούς τίτλους
έργων του, στα όποια τάχα καταγίνεται, για να λάβει αφορμή να ειρωνευθεί μερικούς
νέους «ποετάστρους» της εποχής με το θαυμάσιο τρόπο, που βλέπει ο αναγνώστης
στη συνέχεια της επιστολής του. Και είναι, πράγματι οι γραμμές αυτές μια ασύγκριτη
αποθέωση της «αρλούμπας». Ιδού το χαριτωμένο κείμενο.
«Berlin-Schöneberg, Muhlenstr. 18 IV
Και ημείς, ω βέλτιστε, εκ των ψυχίων της τραπέζης
άλλων τρώγωμεν, παρ’ άλλων ακούομεν περί ωραίων μεταφράσεων Πλατώνων και
Φαιδώνων και ουκ οίδαμεν αυτάς, καίτοι οίδαμεν τον ποιητήν των. Πέτρος το όνομα
αυτός και Πέτρος την φύσιν. Διά του εν Λειψία σοφού κ. Δίτριχ ελάβομεν επίσης
γνώσιν γραφής τίνος εμφανισθείσης εν τω εγκρίτω περιοδικώ του κ. Κλέωνος
Μιχαηλίδη, είδομεν ημάς αυτούς κατειρωνευομένους εν τη γραφή, ταύτη εφ’ ω και
ευχαριστούμεν.
Περί φάρσας όμως ότι προσεβλήθημεν από φθίσιν τι
φρονείτε; Ο μικρός μας φίλος λαμβάνων αίφνης επιστολάς μας και σπεύδων να τας
καύσει. Υποβάλλομεν την πρότασιν και αναμένομεν οδηγίας.
«Θεών δύσιν», «Ντούλα Μπρούφας» και «Χαλαστής πλάστης»
είναι οι τίτλοι των έργων μας, τα όποια θα λάβει προσεχώς ο αυτόθι μικρός μας
φίλος με την θερμήν παράκλησιν να
τα αναγνώσει. Η ιδία παράκλησις απευθύνεται και εις υμάς, ελλόγιμε φίλε. Μυθιστορία είναι το εν, δράματα τα
άλλα δύο. Μετ' ευφροσύνης εμάθαμεν ότι και υμείς ετελειώσατε, πρότινος, εν
τοιούτο και το ανεγνώσατε εις του κ. Πολιτάκη, παρουσία των εγκρίτων συναδέλφων
μας Πολέμη και Στρατήγη. Εμάθομεν επίσης, ότι επεσκέφθητε επικεφαλής των
μαθητών σας τον Χάουπτμαν εν Φαλήρω, αλλ’ ότι σας διέφυγε εντελώς, ότι μετ’
αυτού ευρίσκεται αυτόθι και ο Λούδβικ φον Όφμαν. Λαμβάνομεν την τόλμην να σας
τον συστήσομεν. Είναι ο αγαπητότερος ημίν εκ των γερμανών ζωγράφων. Ουδείς
απέδωκε ως αυτός, με τόσον κάλλος και ψυχήν το ειδύλλιον του ονείρου. Μαλλιαρός
ο ανήρ και μουσικήν ποιεί, μόνον ουχί ως εγώ και ο γύφτος.
Πολύ σας παρακαλούμεν να μας ειπείτε την γνώμην
σας αν σας φαίνεται καλύτερος ο τίτλος «Οι ίσκιοι του χυνόπωρου» ή «Οι
χυνόπωροι των ίσκιων»; Είναι ο τίτλος μιας λυρικής συλλογής, ην προτίθεμαι να
εκδώσω. Ετοιμάζω επίσης μίαν επικολυρικοδραματικήν ραψωδίαν, έκαστον άσμα της
οποίας θα στολίζουν εξ έως οκτώ μότα. Αν λοιπόν, κατά τας αναγνώσεις σας,
ευρίσκετε κατάλληλα τοιαύτα, θα με υποχρεώσητε να μου στείλετε.
Μεγάλη ανάγκη δεν είναι να έχουν σχέσιν με το
θέμα της ραψωδίας. Επίσης ονόματα λαών, εθνών, φυλών, τόπων χωρών, ανδρών,
γυναικών, ζώων, πτηνών, φυτών, επαγγελμάτων, συνέργων, συγγραμμάτων, ανεκδότων
παπύρων, περγαμηνών, φορεμάτων πολύ μ’ ενδιαφέρουν. Απαραίτητα επίσης μου
είναι ονόματα θεών, διαβόλων, θρησκευμάτων, μαχών, όπλων. Τα αφηρημένα επίσης
ως αλήθεια, δικαιοσύνη, αρετή, σοφία, λόγοι, αιτία, ιδέα, ρυθμός, ομορφιά,
σκέψεις, χρέος. Μη λησμονήσετε επίσης όρη, δρυμούς, ωκεανούς, θάλασσας, λίμνας,
ποταμούς και το τοιαύτα. Πάντοτε βεβαίως έχετε υπ’ όψιν, ότι πρόκειται περί
ποιητικού έργου ώστε το εύηχον των ονομάτων έχει σημασίαν. Κακαβιά λ.χ.
Λακεδαιμονιά, Λουρίκι, Μαγναύρες, Βιθυνιώτικα, Γλαρέτζες, Γαντζάσι, Κατσίβελος,
Νετότσοι, Σίντηδες, Ρόμοι, Ζαπαράδες. Προς Θεού μη λησμονείτε τα ονόματα των
φιλοσόφων, διότι δεν πρόκειται περί λυρικής σκέψεως μόνον αλλά περί φιλοσοφικής
τοιαύτης. Ως προς την τελευταίαν ο φίλος μας Julius Konstantin von Hosslin ανέλαβε να μας βοηθήσει.
Ειδοποιήσατε με επίσης αν ο Αρχοντάθρωπος που θα να ’βγει είναι ο Υπεράνθρωπος
ο ίδιος, που μας εκήρυξε προ τίνων ετών ένας άλλος αγαπητός μας φίλος.
Αλλοίμονο μας, φίλε μου, που θα τον βάλομε να καταλύσει! Ετοιμάστε γρήγορα το
καλύβι, που έχει κλείσει ο ποιητής τα μεγάλα εθνικά ιδανικά τα ξεπεσμένα. Δεν
με μέλει για τον ποιητή, για την ποίηση εγώ φροντίζω. Μην ξέχασες ό,τι βρεις
σχετικό για το Βράμα από την Ίντια όπως και για τον Κάη και τον Τυμπαλκάκ.
Γράψε μου γρήγορα. Στο μεταξύ πάω για δυο τρεις μέρες στην Nurnberg να ιδώ
πως
«καπελώνουν τους πύργους». Μη μου μελαγχολείς, αργυρή μου, ψυχή μου, ω ρόδο της
Καπαδοκιάς, ω πενταδάχτυλο κατραπακιάς, πού είν’ η Τέχνη μας, ω ουρανέ, πού
είν’ η γάτα σου, οι ίσκιοι μου και πού της καρυδιάς ο ίσκιος; Τι μου θυμίζεις
τις ωραίες μας ημέρες, ω κανάγια!
Χαίρετε όθεν, ω ελλόγιμε φίλε, εώντες και τους
μαθητάς υμών και άπαντας τους φίλους χαίρειν.
Ταπεινός υμών θεράπων
Σίντης Κατσίβελος ο εν Αλαλμανία
Σε κάποιο άλλο του γράμμα ρίχνει δειλά την ιδέα
μιας αθώας φάρσας για τον Παλαμά. Αλλά τον σταματά, εγκαίρως η ευλάβεια και ο
θαυμασμός, που τρέφαμε όλοι μας για το μεγάλο μας φίλο. Αντιγράφω, οπωσδήποτε,
το σχετικό κομμάτι:
«Όμως πεθύμησα φάρσα και δεν έχω τίνος να κάμω. Ο
Παλαμάς μου στέκεται πάντα μπροστά, αλλά θα θυμώσει αν του γράψω άξαφνα, πως
του γράφει ο Νίτσε. Αλλά με το Νίτσε άλλοι πρέπει ν’ ανοίξουν και προσωπική γνωριμία.
Επιτέλους, αν του ’γραφε ο Μπιέρντζερνε Μπιόρσον ή ο προφέσορ Έρν Χέκελ ή μία
κάποια Λάουρα Μάλχαλμ, που δήθεν διάβασε ένα άρθρο του για το γυναικείο ζήτημα
ή ο Αντρέας Σαλομέ, πως δήθεν από το ποίημά του «Απόκρυφο Ευαγγέλιο»
εμπνεύσθηκε τη δική του φιλοσοφική μελέτη «Ισούς ο Ιουδαίος. Τι λες; Άλλα μη με
προδώσεις, να ζήσεις».
Εννοείται, ότι η φάρσα αυτή έμεινε μόνον σχέδιο.
Του ίδιου όμως τύπου φάρσα είχε μελετήσει για το Λάμπρο Πορφύρα ετοιμάζοντάς
του γράμματα από μία κοντέσα θαυμάστριά του. Και στον ίδιο καιρό μελετάει
διάφορες φάρσες για το «Νουμά», στις οποίες με προσκαλεί να λάβω μέρος κι εγώ
δίνοντάς μου και σχετικές οδηγίες πώς να κακομεταχειρισθώ και τον ίδιο, για να
μη γεννηθεί καμιά σχετική υποψία. Το χαριτωμένο γράμμα, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω, είναι ένα
δείγμα του ψυχολογικού μηχανισμού της Χατζοπουλικής φάρσας.
Μόναχο 24-4-09.
Αγαπητέ Πέτρο!
Δε φταίει λίγο στη σιωπή μου και η αποτυχία ως την
ώρα της φάρσας του μικρού. Αφού ο Θεοτόκης, που είχε πάει στο μεταξύ στη
Βοημία, την αμέλησε να την κάμει από κει, όπως θα ’ταν πιο καλά, σκόνταψε
έπειτα στο σκιάξιμο κάθε Γερμανού απ’ τον ίσκιο του. Τέλος μια δούλα τόλμησε να
υπογράψει τ’ όνομα μιας κοντέσας και στάλθηκε το γράμμα στο Marburg, στον Τριανταφυλλίδη, αν τον ξέρεις, να το στείλει εκείθε και να μας
μεταβιβάσει την απάντηση που θα πάει τυχόν στη διεύθυνσή του.
Για να μη μένεις αργός και συ στο μεταξύ, σου
προτείνω μια ιδέα, που ίσως μπορέσει να φαιδρύνει κύκλο πλατύτερο. Έχω απ’ το
εξωτερικό προετοιμάσει το «Νουμά», πως οι κριτικές μωρολογίες μου του κάνουν
εχθρούς στον κύκλο των δημοτικιστών. Βρίσκω καλύτερο να λάβαινε κι απ’ το εσωτερικό
παρόμοιες διαμαρτυρήσεις. Αν το εγκρίνεις σύνταξε ένα δύο γράμματα,
λαβαίνοντας «προ οφταλμώνε» τις διαμαρτυρίες Μαλακάση και Φωτιάδη για τη
διαστροφή που έκαμα της Ιστορίας, την ανικανότητά μου να νοιώσω την τρανή
ποίηση του Σκίπη. Αν θέλεις και χαρακτηρισμούς τους στερνούς από τη Ν. Ημέρα
της Τεργέστης: Η γλωσσική αρμονία θροούσα εις τα ώτα ως Βετχόβειος μουσική. «Η
Συμφωνία του δρυμώνος» ποιητική συμφωνία, ην λίαν ευστόχως θα συνέκρινε τις
προς μουσικήν τοιαύτην του Βάγνερ κλπ. Αν σου χρειάζεται σημείωσε, πως από την
ελληνική παροικία της Τεργέστης δεν αποκόμισε ο ποιητής μόνο τέτοιες κρίσεις
μα και 700 κορώνες, 1000 κοντά δραχμούλες, πες του φίλου μας μικρού. Έπειτα
στοχάσου καλά το βαθύ νόημα εκφράσεων ως: κριτικάστρος βασιλικός, ασύγκριτος Έρμουας, ο
μεγάλος μας Παλαμάς ο γιος μου ο ποιητής, ο περίτρανος διδάχος, με τον οποίον
(ιδ. Αναμενόμενον) υπονοείται όχι ο Παλαμάς μα ο ίδιος ο δάσκαλος, ο Ψυχάρης.
Μην ξεχάσεις επίσης τον Αργύρη μας, τη Μυρέλα μας.
Λάβε πάντα υπόψη σου καμιά αποκήρυξή μου από
σπόντα, που θα δεις τυχόν στο Νουμά, καμιά αναίρεση των ποιητικών θεωριών μου
από κανένα μαθητή του Πόρφυρα, τόνιζε πάντα Πόρφυρα κι όχι Πορφύρα, ρίξε
μερικές κεντιές, σχετικά με το διήγημά μου που τυπώνεται απάνω στο ρητό: Δάσκαλος που δίδαχνε και νόμο δεν
εκράτει, ανακάτεψε τις εθνοφθόρες σοσιαλιστικές
ιδέες μου, κάμε δηλ. μια όμορφη στην ειδή σαλάτα, πρόσεξε στην εκλογή του
ψευδωνύμου να ’χει δημοτικά και πατριωτικά σαν τα Μήτρος Δεσποίνως, Δούλος
Δουλεύτης, Λέκας Αρβανίτης, και στείλε τη γραφή κι ελπίζω πως θα πιάσει ασφαλέστερα απ’ την που θα ’ρθει
αποδώ στο μικρό φίλο μας, που φαίνεται να ’ναι θυμωμένος μαζί μου και δε μου
γράφει πια, εκτός αν δεν του μένει καιρός από τις κοσμικές συναναστροφές, που έμαθα πως το ’ριξε
και από τις ερωτικές περιπέτειες, που
άκουσα πως μπλέχτηκε. Έγινε, λέει, τέλεια επίσημος.
Με πολλούς πολλούς χαιρετισμούς, καθώς κι από το
Θεοτόκη.
Κώστας
Κατατόπι Dacbau bei Munchen
Munchenerstr. 3
Νομίζω, πως κοντά στις φάρσες του, που πραγματοποιήθηκαν,
με κορύφωμα τη φάρσα της τρέλας του, τα σχεδιάσματα αυτά — λίγα δείγματα από τα πολλά — είναι χαρακτηριστικά
του παράξενου αυτού ταλέντου του Κώστα Χατζοπούλου. Και τελειώνω μ’ αυτά.
Παρουσιάζοντας τον μουσικότατο ποιητή των «Ελεγείων και Ειδυλλίων» και του
«Χινόπορου», από την άγνωστη αυτή
στους
περισσότερους όψη του, θέλω να πιστεύσω πως δεν αδίκησα τη γλυκύτατη μνήμη
του αλησμόνητου φίλου μου. Κάτω από τα παιγνίδια αυτά της φαντασίας του
ξεχωρίζει, για τον προσεκτικό παρατηρητή, το μελαγχολικό φόντο, η πεσιμιστική
φιλοσοφική διάθεση και το πνεύμα της αμφιβολίας, που στάθηκαν ο κύριος
χαρακτήρας του ξεχωριστού ποιητικού έργου, που μας άφησε φεύγοντας ο λιγόζωος
φίλος.
γερασιμοσ
βωκοσ
Ο Γεράσιμος Βώκος είναι η πιο παλιά μου φιλολογική γνωριμία. Γνωριστήκαμε
μικρά παιδάκια στον Πειραιά — δυο, τρία χρόνια μάς χώριζαν στην ηλικία — όπου
τα σπίτια μας ήσαν κοντά το ένα στο άλλο, με την ευκολία που γνωρίζονται τα
γειτονόπουλα. Δεν ξέρω, αν, από τη μικρότατη αυτή ηλικία, κάποια κοινά ψυχικά
χαρακτηριστικά, θαμμένα ίσως και αφανέρωτα ακόμα, αλλά βαθιά χαραγμένα στα θεμέλια της ζωής, ενώνουν
τους ανθρώπους. Θυμούμαι όμως, ότι κάποια ξεχωριστή μυστική συνεννόηση είχανε
οι ψυχές μας, μολονότι — φαινομενικά εγώ ήσυχος και ντροπαλός, εκείνος ζωηρός
και ανήσυχος — οι χαρακτήρες μας δεν εφαίνονταν και πολύ ταιριασμένοι. Στα
παιγνίδια μας είμαστε πάντα αχώριστοι και τα μαλώματά μας δεν κρατούσανε πολύν
καιρό. Το στρουμπουλό εκείνο παιδάκι, με το μεγάλο κεφάλι, τα ορθά και
ανυπόταχτα μαλλιά, που του έδιναν όψη σκατζόχοιρα και τα μεγάλα ολοστρόγγυλα,
ζωηρά μάτια, μου μένουν από τότε βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου. Και πάντα η φαντασία μου, κάθε φορά, που βλέπω μια γεροντική
του εικόνα — άλλαξα, λοιπόν, τόσο πολύ κι εγώ, Θεέ μου προσπαθεί ν’
αντικαταστήσει το αγνώριστο εκείνο κεφάλι με το
ζωηρό και χαριτωμένο κεφαλάκι του μικρού παιδιού.
Από τα παιδιάτικα όμως αυτά κοινά μας χρόνια και
από τα πρώτα μας παιγνίδια, ζωηρότερα μου μένει εντυπωμένο το θέατρο, που
κάναμε μαζί στην αυλή του δικού μου σπιτιού.
Ίσως να μην είναι πολύ αυθαίρετο να πει κανείς, πως αυτή στήθηκε και η πρώτη
μου φιλολογική συνεργασία με το Βώκο.
Από τότε τον έχασα για λίγα χρόνια. Ο πατέρας
του, ο Θεόδωρος Βώκος, αξιωματικός τότε του Π. Ναυτικού, είχε
μετατεθεί από τον Πειραιά και είχε πάρει την οικογένεια μαζί του. Ύστερ’ από
λίγα χρόνια, τον ξαναείδα, μαθητή του γυμνασίου, νομίζω, με τα χειρόγραφα της
πρώτης του ποιητικής συλλογής. Είχα αρχίσει να γράφω κι εγώ στίχους και έτσι
βρεθήκαμε συνάδελφοι.
— Έκανα
συνδρομητές — μου είπε — και θα βγάλω ένα μικρό τόμο.
— Μην
βιασθείς, Γεράσιμε… του είπα. Άφησε τα λίγον καιρόν ακόμα στο συρτάρι σου, για
να τα ξαναϊδείς με καινούργιο μάτι.
Ήτανε μια συμβουλή, που μου την είχανε δώσει κι
εμένα και την έδινα κι εγώ στο φίλο μου, χωρίς να ξέρει καλά καλά γιατί. Δεν
την ακολούθησε όμως, όπως δεν είχα ακολουθήσει κι εγώ τη συμβουλή των
μεγαλυτέρων μου, για να μετανοήσουμε αργότερα και οι δυο. Άξαφνα, μια ημέρα,
χωρίς να μου πει τίποτε στο μεταξύ, πως τυπώνει τα ποιήματά του, μου
παρουσίασε τον τόμο του, που λίγα χρόνια ύστερα γύρευε τα αντίτυπά του, στα
βιβλιοπωλεία και στις βιβλιοθήκες των φίλων του, για να τα παραδώσει στις
φλόγες. Όταν κάποτε του θύμησα, με όλη μου την αθωότητα, δύο στίχους από την
πρώτη του αυτή συλλογή, λίγο έλειψε να τα χαλάσουμε. Δεν μπορούσε να τους
ακούσει, χωρίς να του ανακατωθούν τα νεύρα. Τούς δύο αυτούς στοίχους — και
είναι οι μόνοι, που έσωσε η μνήμη μου — τους θυμούμαι ακόμα. Ο ένας ήτανε
αυτός:
Ύψωσε
την ακάνθινον, μεγάλην κεφαλήν του.
Η «ακάνθινος μεγάλη κεφαλή» ήτανε, απλούστατα η
αυτοπροσωπογραφία του. Ο άλλος στίχος είναι μισός, από μία σκηνή μέσα στην
ταβέρνα, όπου η δημοτική, για το χατίρι ενός συνηχητικού εφέ κερνάει την
καθαρεύουσα.
Ω
κάπελα, τα κύπελλα…
Αλλά, και με τέτοιους στίχους, ο Βώκος ήτανε από τότε
ένα δυνατό τάλαντο. Και δεν άργησε να το δείξει.
Ξαναβλεπόμαστε, ύστερ’ από λίγα χρόνια στον Π.
Ναύσταθμο, αυτός υπολογιστής του Π. Ναυτικού, προορισμένος να συνεχίσει το
ναυτικό στάδιο της οικογενείας του — ο πατέρας του τον έπαιρνε από μικρό μαζί
του σε ταξίδια με τα πολεμικά καράβια — κι εγώ ανθυπίατρος του Π. Ναυτικού,
που πήγαινα να κάνω την πρώτη μου εφημέρευση στο Ναυτικό νοσοκομείο του
Ναυστάθμου. Ήρθε να με υποδεχθεί στην προκυμαία, μόλις αποβιβάσθηκα απ’ την «Ευκαιρία».
Έκανε τότε την υπηρεσία του στα γραφεία του Ναυστάθμου, και, στις ώρες που του
έμεναν ελεύθερες, μετάφραζε, με το κοντάρι, λαϊκά μυθιστορήματα, για κάποιες
εκδόσεις, που έκανε τότε η «Ακρόπολις». Έτσι, με το μισθό του υπολογιστού και
με τη μεταφραστική του εργασία, περνούσε πλουσιοπάροχα για την εποχή εκείνη. Η
χαρά μου να τον απαντήσω στην ερημιά του Ναυστάθμου, όπου πήγαινα, με βαριά
καρδιά, να σκλαβώσω για πρώτη φορά την ελευθερία μου, ήτανε μεγάλη. Δεν
μπορούσα να επιθυμήσω καλύτερο σύντροφο.
— Έννοια
σου και θα καλοπεράσουμε εδώ… μου είπε. Εγώ έχω ένα βαρκάκι δικό μου και
πηγαίνω, στο ψάρεμα, κάθε απόγεμα. Όταν τελειώσεις την υπερεσία σου, θα περάσω
να σε πάρω από το νοσοκομείο…
Μείναμε σύμφωνοι και, το απόγεμα, με τα βαρκάκι
του Βώκου, κάναμε αγορεύοντας το γύρο των ακτών του Αράπη, μιλώντας για
φιλολογία και για όλα τα πράγματα τα άσχετα με την υπηρεσία του ανθυπιάτρου και
του υπολογιστή.
Ο ποιητικός όμως αυτός περίπατος είχε τραγικές
συνέπειες για μένα. Το ίδιο απόγεμα είχαν φέρει κάποιον τραυματία στο
νοσοκομείο. Με ζητήσανε και κάποιος έδωκε την πληροφορία, ότι με είδαν σ’ ένα
βαρκάκι να τραβάω κατά το Πέραμα. Ο τότε υποδιευθυντής του
Ναυστάθμου, ο Μιαούλης, που ήτανε περισσότερο γνωστός με το παρατσούκλι
Δάσκαλος — όνομα κάποιου ραδιούργου, δε θυμάμαι ποιου μυθιστορήματος — μόλις
του ανάφεραν το πράγμα, εσχημάτισε την ιδέα, πως το είχα σκάσει, από το Πέραμα,
για τον Πειραιά.
Και δεν έχασε καιρό να με καταγγείλει στο
υπουργείο «επί εγκαταλείψει θέσεως». Τίποτα περισσότερο, δηλαδή, τίποτα
λιγότερο με είχε για Ναυτοδικείο. Όταν γύρισα από την εκδρομή, ειδοποιήθηκα,
ότι βρίσκομαι «υπό περιορισμόν μέχρι νεοτέρας διαταγής». Πρωτοφερμένος στο
Ναυτικό, χωρίς να γνωρίζω πρόσωπα και πράγματα, πήρα το ζήτημα από την
τραγικότερη όψη του. Νόμισα πως είχε σημάνει η τελευταία μου στιγμή. Ζήτησα να
παρουσιασθώ στον Υποδιευθυντή, να εξηγήσω πως δεν είχα δραπετεύσει, να βεβαιώσω
ότι βρίσκομαι στη θέση μου, αλλά ο άγριος άνθρωπος δε θέλησε να με δεχθεί. Ο Βώκος, που ήταν
και ανιψιός του, προθυμοποιήθηκε να μεσολαβήσει. Εκείνος όμως του απάντησε,
ότι μια φορά, που τηλεγράφησε στο υπουργείο δεν μπορεί να λέει και ξαναλέει. Το
αποτέλεσμα ήτο, πως πέρασα ώρες αγωνίας, ώσπου να γυρίσει τη Δευτέρα —
Σαββατόβραδο είχαν γίνει όλα αυτά — ο τακτικός διευθυντής, ο μακαρίτης
Κουτσούκος, και να κανονίσει «επιεικώς» την υπόθεσή μου.
— Τι μου
’κανες καημένε Βώκο, τι μου ’κανες; του έλεγα.
Και ο καλός Γεράσιμος ήτανε, πράγματι,
απαρηγόρητος για το κακό, που μου είχε κάμει, «άθελά του, και που δε μου άφησε καμιά μνησικακία στη ψυχή μου για τον αγαπητό μου φίλο.
Ο Βώκος, ύστερ’ από λίγο, παραιτήθηκε από το
Ναυτικό και αφοσιώθηκε, ολοκληρωτικά στη δημοσιογραφία και στην τέχνη του
λόγου. Την εποχή εκείνη, έβγαλε το πρώτο του μυθιστόρημα με τον περίεργο τίτλο:
«Ο Κύριος Πρόεδρος».
Το μυθιστόρημα ήτανε ακόμη σπάνιο είδος στην Ελλάδα. Όλοι έγραφαν
διηγήματα, αλλά μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, ήταν όσοι αποφάσιζαν να
καταπιασθούν ένα έργο «μακράς αναπνοής», όπως το μυθιστόρημα. Όταν πρωτοδιάβασα
τον «Κύριο Πρόεδρο», ομολογώ, ότι δοκίμασα το πιο ευχάριστο ξάφνισμα. Στο έργο
αυτό το Βώκου, γύρω από το συμβολικό κέντρο του Προέδρου της Κυβερνήσεως,
πλεκότανε, με μια βαθειά και σαρκαστική παρατήρηση, η πολιτική και κοινωνική
ζωή της εποχής εκείνης. Μια οικογένεια καταστρέφεται από την προσήλωση του
αρχηγού της στο είδωλο του Κυρίου Προέδρου, στο είδωλο της Πολιτικής. Και στην
οικογένεια αυτή — μια αντιπροσωπευτική σύνθεση — καθρεφτίζεται όλη η κοινωνική
κακομοιριά και δυστυχία, που αφορμή της είχε την πολιτικομανία των Ελλήνων.
Γύρω από το κεντρικό μύθο του μυθιστορήματός του, ο Βώκος, προικισμένος από
μια έμφυτη παρατήρηση και βοηθημένος από τη δημοσιογραφική του πείρα, είχε
πλέξει την εικόνα, παρμένη από το φυσικό, του δημοσίου μας βίου, με
ζωντανότατες περιγραφές όλων των άδυτων της Ελληνικής γραφειοκρατίας, από τον
υπουργικό προθάλαμο ως τους διαδρόμους των υπουργείων και της Βουλής. Δεν ξέρω
με τι μάτια θα ’βλεπα, τώρα, το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Βώκου. Τότε η
εντύπωση μου στάθηκε ανεπιφύλαχτα θαυμαστική. Και, όταν ο Γαβριηλίδης με
παρακάλεσε να γράψω μια θερμή κριτική για το έργο του συνεργάτη του και φίλου
μου, έγραψα φαίνεται τόσο θερμά, ώστε το άλλο πρωί, βρήκα απάνω στο γραφείο
μου, το ακόλουθο σημείωμα του Γαβριηλίδη:
«Σας παρεκάλεσα να γράψετε θερμά δια το έργον του
Βώκου κι εσείς εγράψατε εις τον βαθμόν, που ζέει το ύδωρ. Σας ευχαριστώ».
Πρέπει να μιλήσει κανείς για την τρέλα του Βώκου;
Οι επικήδειοι βιογράφοι του, στις εφημερίδες και τα περιοδικά, μιλούν γι’
αυτήν, με υπαινιγμούς και υπονοούμενα. Κάνουν λόγο για κάποιο αόριστο θλιβερό
γεγονός στη ζωή του, για κάποια αρρώστια, για κάτι μοιραίο τέλος πάντων, που
αποφεύγουν να το προσδιορίσουν. Ύστερ’ από το θάνατό του, νομίζω ότι η
ευλαβητική αυτή επιφύλαξη δεν έχει κανένα νόημα. Ο αλησμόνητος φίλος μιλούσε,
με τόση αταραξία, ο ίδιος για το ατύχημά του, ήτανε τόσο ανώτερος από την
αρρώστια του, που είχε αλλάξει μέσα του το «ρυθμό του κόσμου», ώστε δεν υπάρχει
κανένας λόγος να μην του αναγνωρίσουμε την υπεροχή του αυτή, κρύβοντας ό,τι
ποτέ δε θέλησε να κρύψει ο ίδιος.
Έπειτα η τρέλα του Βώκου — ένα χρόνιο περιοδικό παραλήρημα — έπαιξε τόσο μεγάλο
ρόλο στη ζωή του και το έργο του, ώστε πολλά πράγματα και σ’ αυτή και σε τούτο,
δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν χωρίς αυτήν. Εκείνο, που είναι περίεργο στην
ψυχοπαθολογική βιογραφία του Βώκου, είναι, ότι ύστερ’ από κάθε παροξυσμό της
αρρώστιας του, που τον κρατούσε κλεισμένο για μήνες στο φρενοκομείο, έβγαινε με μια διαύγεια πνευματική, και με μια δύναμη να εξακολουθήσει την εργασία του, που
στάθηκε μυστήριο και γι’ αυτούς τους ψυχιάτρους.
— Ύστερ’
από κάθε παροξυσμό του — είχαν προφητέψει πολλοί ψυχίατροι — θα βγαίνει πιο
ελαττωμένος διανοητικά, ώσπου να καταλήξει στην άνοια, δηλαδή στο διανοητικό
θάνατο.
Ο Βώκος, ωστόσο, κλείσθηκε τέσσερες ή πέντε φορές
στο φρενοκομείο, χωρίς ν’ αληθέψει η πρόγνωση των ψυχιάτρων. Ήτανε σαν να μην
του είχε συμβεί τίποτα και, βλέποντας τον, θα μπορούσε να ορκισθεί κανείς, πως
επιστρέφει από κάποιο ευχάριστο ταξίδι σε γαλήνιες θάλασσες, και όχι πως είναι
ναυαγός δαρμένος από τα κύματα μιας άγριας τρικυμίας.
— Τι
γίνεσαι Γεράσιμε; Καιρό έχω να σε ιδώ… του είπα την πρώτη φορά,
που τον αντάμωσα, ύστερ’ από το φρενοκομείο, μη θέλοντας να του δείξω, πως
γνώριζα τίποτα από την θλιβερή του περιπέτεια ή να του τη θυμίσω.
Με τη μεγαλύτερη γαλήνη του
κόσμου και με τη μεγαλύτερη ειλικρίνεια
— την ειλικρίνεια που χαρακτήριζε πάντα τον τίμιο και τον μονοκόματον αυτόν
Αρβανίτη — μου αποκρίθηκε:
— Πώς να με ιδείς, φίλε μου; Εχθές
βγήκα από το φρενοκομείο. Ευτυχώς
είμαι
πολύ καλά τώρα. Ο κύριος Κατσαράς — μιλούσε πάντα με σεβασμό και ευγένεια και
για τους πιο στενούς του φίλους — με βεβαίωσε πως έχω
θεραπευθεί εντελώς.
Έβγαλε από την τσέπη του και μου παρουσίασε το
πιστοποιητικό του φρενοκομείου, σα να μου παρουσίαζε ένα κοινότατο έγγραφο.
Ύστερα μου είπε:
— Μέσα στα
βιβλία μου βρήκα ένα λεξικό του Σχινά και Λεβαδέως, που είχες την καλοσύνη να
μου δανείσεις πριν απ’ την αρρώστια μου. Με συγχωρείς πολύ, που τόσο άργησα να
σου το επιστρέψω. Το λάθος δεν ήτανε δικό μου, καθώς βλέπεις. Αύριο θα σου το
στείλω.
Την άλλη μέρα βρήκα το λεξικό στο σπίτι μου, όπως
δε βρήκα πολλά βιβλία, από όσα έχω δανείσει σε ανθρώπους, που δεν τρελάθηκαν.
Αυτός ήτανε ο Βώκος, που έβγαινε από το
φρενοκομείο.
Τίμιος, ευθύς,
ακέραιος,
ευγενής πάντα, για να αποδειχθεί, μια φορά ακόμα, ότι και η τρέλα σπάνια μπορεί
να κλονίσει τον ηθικό χαρακτήρα του ανθρώπου, όταν είναι βαθιά ριζωμένος στην
ύπαρξή του.
Η ειλικρίνεια αυτή των εξομολογήσεων του Βώκου
έγινε αφορμή, κάποτε, να μου αποκαλυφθεί ο ψυχολογικός μηχανισμός, που μας τον
παρουσίασε άξαφνα ζωγράφο. Ένα βράδυ, περπατώντας στην έρημη πλατεία του
Φαλήρου, οι δύο μας, μου έφερε μόνος του το ζήτημα της τρέλας του στην ξενιτιά.
Είναι γνωστό, ότι ο Βώκος, ανταποκριτής τότε της «Ακροπόλεως» στη Βιέννα, έπαθε
την πρώτη εκδήλωση του παραληρήματός του,
που τον βασάνισε κατόπι περιοδικά — χωρίς να τον δαμάσει — σε όλη του τη ζωή.
Η θλιβερότατη είδηση έπεσε, τότε, σαν κεραυνός στην Αθήνα. «Ο Βώκος
τρελάθηκε». Άλλοι εξήγησαν το πράγμα με την πνευματικήν υπερκόπωση, που του
είχε κλονίσει τα νεύρα του, σ’ ένα κλίμα εχθρικό για μια μεσημβρινή φύση, σαν
τη δική του, και άλλοι με την στέρηση και την κακοπάθεια και την ηθικήν
επίδραση, που θα είχε βέβαια σ’ ένα χαρακτήρα τόσο περήφανο σαν το δικό του, η
έλλειψη χρημάτων σε ξένον τόπο, αφού η «Ακρόπολις» που βρισκότανε τότε σε
οικονομική κρίση, του καθυστερούσε τους μισθούς του, το μόνο του εισόδημα για
τη φτωχική του συντήρηση. Και όλο το βάρος της ευθύνης είχε πέσει στο φτωχό
Γαβριηλίδη. Όπως υποδείχτηκε ύστερα, όσο κι αν συνετέλεσαν για το κακό οι
δυσάρεστες βιοτικές συνθήκες, η αιτία βρισκότανε βαθύτερα στον οργανισμό του.
Ήτανε ένα κακό, που άρχισε μοιραία την εποχή εκείνη και που έμελλε να εξακολουθήσει.
Μου μιλούσε, λοιπόν, εκείνο το βράδυ, στο Φάληρο,
για την τρέλα του στην ξενιτιά. Νομίζω πως τον ακούω αυτή την στιγμή:
— Άκουσε —
μου είπε σταματώντας απότομα — πώς μου πρωτοφανερώθηκε η τρέλα μου. Εκεί, που
περπατούσα, ένα βράδυ, σε κάποια εξοχική λεωφόρο, είδα ξαφνικά να φωτίζεται
ζωηρά ο ουρανός στο βάθος του ορίζοντος. Και μέσα στο φως αυτό είδα να
σχεδιάζεται, σαν από χέρι αόρατου ζωγράφου, μία θαυμαστή εικόνα. Δεν άργησα να
καταλάβω πως ήτανε η Ναυμαχία της Σαλαμίνος. Σε λίγο, έβλεπα καθαρά την
παράταξη των Ελληνικών και των Περσικών πλοίων, τα γύρω βουνά της Σαλαμίνος και
του Αιγάλεω, την Ψυττάλεια, τη γνώριμη μου θάλασσα, σε μια σύνθεση
καταπληκτική…
Ζήτησα να μάθω μήπως η φανταστική εικόνα ήτανε
μία αναπαράσταση του έργου του Βολανάκη, που έτυχε να ιδούμε πολλές φορές μαζί
στην αίθουσα του Διευθυντηρίου του Ναυστάθμου.
— Όχι! μου
είπε. Ήτανε κάτι εντελώς διαφορετικό, κάτι ασυγκρίτως ανώτερο. Και το βλέπω
ακόμα τόσο καθαρά μπροστά μου, ώστε, αν ήμουνα ζωγράφος, θα μπορούσα ν’ αντιγράψω
πιστά την εικόνα από τη φαντασία μου.
Και τελείωσε τη διήγησή του, λέγοντας μου, ότι
κατόπιν δε θυμότανε τίποτε άλλο.
Ο Βώκος δεν έγινε, λοιπόν, έτσι άξαφνα, ζωγράφος.
Το αρχικό τάλαντό του ήτανε η ζωγραφική. Και ξαναγύρισε σ’ αυτό από το γύρο της
λογοτεχνίας, αφού έδειξε τα ζωγραφικά του χαρίσματα και στην τέχνη του λόγου.
Δυστυχώς ήτανε λίγο αργά, για να λάβει το τάλαντό
του και την τεχνική καλλιέργεια, που θα μας έδινε, ίσως, από το Γεράσιμο Βώκο
ένα μεγάλο Έλληνα ζωγράφο.
Δυο σταθμοί εξαιρετικής συγκεντρώσεως και
ενεργείας στη ζωή του Γεράσιμου Βώκου, είναι «Το Περιοδικό μας» και ο
«Καλλιτέχνης», τα δυο περιοδικά του, στα όποια αφιέρωσε τις καλύτερες δυνάμεις και ικανότητες της ψυχής και
του πνεύματός του. Γιατί σε ό,τι καταπιανότανε ο αλησμόνητος φίλος έβαζε μέσα
όλο του τον ενθουσιασμό και όλη του την ειλικρίνεια, χωρίς να τον φοβίζουν ούτε
τα εμπόδια, ούτε η έλλειψη των μέσων, ούτε οι εναντιότητες των καιρών και των περιστάσεων. Εννοούσε
να τραβήξει εμπρός, με κάθε τρόπο, τελειώνοντας να φορτώνεται τα πάντα μοναχός
του, υπερήφανος και χωρίς παράπονο ή μεταμέλεια.
Θυμούμαι πως άρχισε «Το Περιοδικό μας». Σχεδόν με
το τίποτε. Κανένας άλλος, εκτός από το Βώκο, δε θα τολμούσε να καταπιασθεί ένα
περιοδικό, με τόσο εκλεκτή εξωτερική και εσωτερική εμφάνιση, όχι πια χωρίς το
παραμικρότερο κεφάλαιο, αλλά ούτε καλά καλά με όσα εχρειάζοντο για τα
τυπογραφικά του πρώτου του φύλλου. Και όμως «Το Περιοδικό μας»
παρουσιάσθηκε με εκλεκτή εκτύπωση, καλό χαρτί, καλλιτεχνικές εικόνες και;
βινιέτες, με μια μορφή τέλος πολύ νεωτεριστική και πολύ πρωτότυπη για την εποχή
του. Και προ πάντων με εκλεκτή συνεργασία.
Παίρνω τυχαίως ένα από τα πρώτα τεύχη του
περιοδικού, (1 Απριλίου 1900) που βρέθηκε στα χαρτιά μου. Και αντιγράφω τα
περιεχόμενα του: «Οι Καταφρονηταί του Κοινού υπό Κωστή Παλαμά. Ο Αετιδεύς του Ροστάν (μετάφρασις μιας σκηνής υπό
Σ.Ν.Π,Β) — Λίγα λόγια για την Μουσική μας υπό Ν. Δ. Πάππου — Ένα λείψανο,
ποίημα Λάμπρου Αστέρη — Φελισιέν Ρωψ υπό Παύλου Νιρβάνα — Ο Ψυχαρισμός κι η
Ζωή, υπό Γιάννη Καμπύση — Οι Τύραννοι του Πνεύματος Φρειδερίκου Νίτσε — Η
Ιλιάδα, μετάφρ. Α. Πάλλη (απόσπασμα) — Φύλλα του Δεκαπενθημέρου — Τα Ωραία
Γράμματα και αι Τέχναι με συνεργασία Παλαμά, Πάππου, Νιρβάνα, Βλαχογιάννη —
Ξέναι Φιλολογίαι (Γαλλική, Ιταλική) — Καλλιτεχνικές βενιέτες, βραβευμένες στο
διαγωνισμό του «Studio», προσωπογραφία του Ρωψ
και αντίγραφα δύο έργων του: Το Σκάνδαλον και τα Νεκρά Φιλήματα».
Αλλά νομίζω ότι, και σήμερα ακόμα, ένα περιοδικό,
που θα παρουσίαζε σ’ ένα φύλλο του ένα τόσο εκλεκτό και συγχρονισμένο περιεχόμενο, θα μπορούσε να
καυχηθεί για την εμφάνισή του. Πόσους κόπους
όμως, πόση προσωπική εργασία, πόσα τρεχάματα, πόσες
στενοχώριες εκόστισε όλη αυτή η ευγενική προσπάθεια στο Βώκο δεν μπορεί να το
καταλάβει κανείς, χωρίς να ξέρει ότι ο ίδιος ήτανε διευθυντής, διαχειριστής,
διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων και διεκπεραιωτής ακόμα του περιοδικού του, με μόνο του βοηθό, σε όλη αυτήν την εργασία ένα
ξυπόλυτο λουστράκι, που μ’ έναν ειρωνικό ναρκισσισμό κολακευότανε να το
ονομάζει «υπάλληλο».
Στη πρώτη αυτή περίοδο του «Περιοδικού μας» συνεργάσθηκα
στενά με το Βώκο. Τον βοήθησα όσο μπορούσα, με την ευχαρίστηση που προσφέρει κανείς τη μικρή του
βοήθεια σε μια υπόθεση, που την ξέρει και την πιστεύει άδολη και ευγενικά.
Έκτος από τα ενυπόγραφα άρθρα, όλη σχεδόν την άλλη ύλη του περιοδικού τη
γράφαμε οι δυο μας. Και επειδή ο Βώκος αγαπούσε να φαντάζεται το περιοδικό του,
όπως ονειρευότανε να το κάνει με τον καιρό — ευγενικές πάντα
οι φιλοδοξίες του — σαν έναν μεγάλο εκδοτικό οργανισμό, μου έδωκε κάποτε και
την επίσημη θέση μου στην επιχείρηση, με τον εξής χαριτωμένο τρόπο:
Κάποτε λάβαμε στο γραφείο του περιοδικού ένα
γράμμα του Φιλέα Λεμπέγκ, του γνωστού κατόπιν ελληνιστή και συνεργάτη του «Mercure de France»,
που κανένας ακόμη δεν τον ήξερε τότε στην Ελλάδα. Ο καλός αυτός φίλος των
ελληνικών γραμμάτων μάς ζητούσε διάφορες πληροφορίες για την φιλολογική
κίνηση, που ατελέστατα ακόμα τη γνώριζε και μάς φανέρωνε την επιθυμία του να
έρθει σε κάποια επαφή με τους φιλολογικούς μας
κύκλους.
— Απάντησε του εσύ… μου είπε ο Βώκος.
— Το πιο σωστό θα ήτανε — του είπα — να του
απαντήσεις εσύ, ως διευθυντής του περιοδικού. Έμενα πού με ξέρει; Εκτός αν θέλεις να
του κάνω εγώ το γράμμα, αν δεν έχεις εσύ καιρό, και να το υπογράψεις.
— Όχι!… επέμεινε. Να το γράψεις εσύ. Και να
υπογράψεις Γραμματεύς της Συντάξεως — Secrétaire de la Rédaction.
Και την τελευταία γαλλική φράση την επρόφερε, με
κάποια υπερηφάνεια για το γεγονός, που έτσι και στα ψέματα, το «Περιοδικό μας» είχε αποκτήσει και
Γραμματέα της Συντάξεως.
Δεν του χάλασα το χατίρι. Στα μεγάλα παιδιά, όπως
και στα μικρά, δεν πρέπει να τους χαλάει κανείς ποτέ το χατίρι. Κι έγραψα στο
Λεμπέγκ. Από τότε άρχισα μια πυκνή αλληλογραφία μαζί του, τον
κατατόπισα όσο μπορούσα στα φιλολογικά μας πράγματα, και, για πολύν καιρό, μαζί
με τον Πορφύρα, που τον γνώρισε και προσωπικά στο χωριό του, τη Νεβίλ Βω, σε
κάποιο του ταξίδι, είμαστε οι μόνοι φιλολογικοί του φίλοι στην Ελλάδα. Έτσι το
Περιοδικό μας έγινε η πρώτη αφορμή ν’ αποκτήσουν τα ελληνικά γράμματα ένα
τόσον εκλεκτό και αφοσιωμένο απολογητή τους στις στήλες του «Mercure de France».
Η συνεργασία μου αυτή με το Βώκο μου έχει αφήσει αλησμόνητες αναμνήσεις. Δε θα ξεχάσω προ πάντων,
τον χαριτωμένο τρόπο, με τον όποιον, μεταφράστηκε στο τεύχος του περιοδικού,
που ανάφερα παραπάνω, μία σκηνή από τον «Αετιδέα» του Ροστάν. Για το έργο αυτό, που ερχότανε ύστερ’ από τον περίφημο «Συρανό ντε
Μπερζεράκ» και που τον ήρωα
του
ενεσάρκωνε στο θέατρό της η Σάρα Μπερνάρ, με όλα της τα γεράματα, είχε γίνει
μεγάλος λόγος στη Γαλλία και σε όλον τον κόσμο. Ο Βώκος — που ήτανε πάντα μέσα
του δημοσιογράφος, γνωρίζοντας την αξία
της
επικαιρότητος — ήθελε να παρουσιάσει πρώτος στους αναγνώστες του ένα απόσπασμα
του φημισμένου έργου. Ένα πρωί, έφτασαν έξαφνα, τα «Annales Politiques et Litteraires», που δημοσίευαν μία
εκτεταμένη σκηνή από τη Β' πράξη του «Αετιδέως», το μόνο απόσπασμα του έργου
του, που είχε φανεί ως τότε και στη Γαλλία ακόμα. «Το Περιοδικό μας» βρισκότανε
στα πιεστήρια. Στο ταπεινό γραφείο του Βώκου ετύχαμε μαζεμένοι ο Στρατήγης, ο
Πορφύρας κι εγώ.
— Αυτή τη σκηνή πρέπει να την έχουμε, χωρίς άλλο,
στο αυριανό τεύχος, μεταφρασμένη σε στίχους… μάς είπε αποφασιστικά ο Βώκος.
— Αλλά πώς είναι δυνατό; του είπαμε απορημένοι.
Ποιος θα τη μεταφράσει;
— Όλοι μας και μέσα σε δυο ώρες το πολύ. Εμπρός!
Ας το μοιραστούμε. Θα πάρει ο καθένας από ένα κομμάτι και δε θα το κουνήσει απ’
δω, αν δεν παραδώσει το κομμάτι του.
Και με την τελευταία λέξη, κλείδωσε από μέσα την
πόρτα του γραφείου του και έχωσε το κλειδί στην τσέπη του. Ήμαστε πλέον
αιχμάλωτοί του, Και αρχίσαμε τη μετάφραση. Καθένας τελείωνε, έδινε το κομμάτι
του και έφευγε. Ο Πορφύρας είχε μείνει τελευταίος.
— Εσύ σα μικρότερος — του είπε ο Βώκος — θα
μείνεις εδώ να το κοιτάξουμε πάλι όλο μαζί. Δεν έχεις να σαλέψεις.
Δεν ξέρω πόσο έμεινε ακόμα ο Πορφύρας αιχμάλωτος
του Βώκου. Αργότερα μας έλεγε, ότι, για ν’ αποκτήσει την ελευθερία του,
αναγκάστηκε να πηδήσει από το παράθυρο. Την άλλη μέρα όμως «Το Περιοδικό μας»
εκυκλοφόρησε με μια αρκετά καλή μετάφραση της σκηνής του Αετιδέως», που
θεωρήθηκε, όπως και ήτανε, μια δημοσιογραφική επιτυχία, που δύσκολο θα ήτανε να
την πραγματοποιήσει και καθημερινή εφημερίδα. Η μετάφραση ήτανε υπογραμμένη με
τα αρχικά ψηφία: Σ.Ν.Π.Β. (Στρατήγης, Νιρβάνας, Πορφύρας, Βώκος). Ήτανε η
μετάφραση των τεσσάρων, όπως κάποιο Διήγημα των Δέκα, που δημοσίευσε το
«Μπουκέτο».
Από τη μετάφραση αυτή θυμούμαι τους περίφημους
στίχους που βάζει ο ποιητής στο στόμα του κατασκοπευομένου Αετιδέως και που
είναι η ειρωνική φιλοσοφία του διαζευκτικού «Αλλά»:
Η
ΑΡΧΙΔΟΥΚΙΣΣΑ
Τι
συμβαίνει;
Ο
δουξ δεν είναι ελεύθερος καθ’ άλλα;
ΔΙΙΔΡΙΧΣΤΑΪΝ
Ε, ο
πρίγκηψ
Δεν
είναι μες στη φυλακή, αλλά…
Ο
ΔΟΥΞ
Αλλά
θαυμάζω
Αυτό
το αλλά σας… Ξέρετε αυτό το αλλά τι λέει;
Δεν
είμαι μες στη φυλακή, Θεέ μου, Αλλά… Και όμως
Δεν
είμαι μες στη φυλακή αλλά… το λέει ο λόγος
Ούτε
ένα δευτερόλεπτο φυλακισμένος είμαι!
Αλλά
τριγύρω μου παντού και πάντα βλέπω κόσμο.
Φυλακισμένος!…
νιώστε το καλά ότι δεν είμαι!
Αλλά
κι αν μου ’ρθει να χωθώ βαθύτερα στον κήπο
Κάτω
από κάθε φύλλο ανθεί, άξαφνα, κι ένα μάτι.
Φυλακισμένος
βέβαια δεν είμαι, αλλ’ αν θελήσουν
Να
μου μιλήσουνε κρυφά, στην πόρτα ευθύς απάνω
Φυτρώνει
ξάφνου ένα αυτί σαν μανιτάρι! Όχι
Δεν
είμαι μες στη φυλακή, αλλά, σαν βγω καβάλ
Νοιώθω
την τρυφερή τιμή κρυμμένης συνοδείας.
Τώρα
δεν είμαι ολότελα στη φυλακή βεβαίως!
Αλλά
διαβάζω δεύτερος τα γράμματά μου πάντα.
Δεν
είμαι μες στη φυλακή, αλλά τη νύχτα βάζουν
Ένα
λακέ στη πόρτα μου, να, τούτον, που περνάει.
Εγώ,
ο δουξ του Ράιχσταδ φυλακισμένος όχι!
Μετά «το Περιοδικό μας» — τι πρωτότυπος αλήθεια
και ο τίτλος — δεύτερη γενναία προσπάθεια του Βώκου, ύστερ’ από χρόνια, στάθηκε
ο «Καλλιτέχνης», περιοδικό αφιερωμένο στην τέχνη, μοναδικό στο είδος του για
την εποχή του και που σημειώνει ένα σταθμό στην ιστορία του περιοδικού μας
τύπου. Από το περιοδικό αυτό — απομακρυσμένος τότε, με την εργασία μου από το
Βώκο όπως και από την κατοπινή του πολύτροπη εργασία — δεν έχω, δυστυχώς
προσωπικές αναμνήσεις. Έχω όμως μια, ιδέα τι εκόστισε σε κόπους και ένταση νεύρων
η ευγενική αυτή προσπάθεια στον αλησμόνητο φίλο.
Έτσι όλη του η ζωή ως δημοσιογράφου, ως
καλλιτέχνη, ως ζωγράφου ως εκδότη, ως ανθρώπου, στάθηκε μια ακατάβλητη
αφοσίωση στην υπηρεσία του ωραίου. Και για λίγους ίσως θα μπορούσε να ειπωθεί
ότι ανεπιφύλαχτα μπορεί να χαραχθεί στο επιτάφιο μάρμαρο του ξενιτεμένου τάφου
του Γεράσιμου Βώκου: Έπεσεν επί των επάλξεων.
η
«τεχνη» και ο μαλλιapiσμοσ
Μια μέρα του 1907 ο Κώστας Χατζόπουλος μας είπε ξαφνικά:
— Απεφάσισα να βγάλω ένα
περιοδικό, που να μη μοιάζει με κανένα από όσα βγήκαν ως τώρα.
Και, πράγματι, όταν βγήκε η «Τέχνη», ήτανε
το περιοδικό, που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Με μια περιορισμένη συνεργασία
δημοτικιστών
— Παλαμάς, Μαβίλης, Θεοτόκης, Καμπύσης, Ψυχάρης, Εφταλιώτης,
Πορφύρας, Μαλακάσης, Βλαχογιάννης, Πασαγιάννης, Τσιριμώκος (Στέφανος Ραμάς) και
ο υποφαινόμενος
— παρουσιάσθηκε γραμμένη σε ορθόδοξη δημοτική απ’ την
αρχή ως το τέλος, πράγμα, που δεν το είχαν τολμήσει, ως τότε, και τα πιο
ευνοϊκά στην ιδέα του Δημοτικισμού περιοδικά. Και στην επικεφαλίδα ακόμα, αντίς
για το καθιερωμένο «εκδίδεται», είχε γραμμένο «βγαίνει κάθε μήνα». Καθένας
μπορεί να φαντασθεί τι εντύπωση έκανε, την εποχή εκείνη, παρόμοιο τόλμημα. Οι
εφημερίδες άρχισαν να μας βρίζουν και να μας ειρωνεύονται. Και επειδή δε
μπορούσαν να καταλάβουν, πώς δεν είχαμε αλλάξει και τον τίτλο του περιοδικού — έτυχε,
βλέπετε η λέξη Τέχνη να είναι η ίδια στη δημοτική και στην καθαρεύουσα — μας
τον άλλαξαν εκείνες. Και έτσι κάθε φορά, που μιλούσαν για την «Τέχνη» την
έλεγαν «Μαστοροσύνη», ώστε πολλοί να πιστέψουν πως αυτός ήτανε ο πραγματικός
τίτλος του περιοδικού.
Μια άλλη λεπτομέρεια του επαναστατικού
περιοδικού, που έδωσε τροφή στην ειρωνεία των εφημερίδων, ήτανε οι
συμβολιστικές τάσεις μερικών από τους συνεργάτες του. Από κάποιο πεζό ποίημα
του Κώστα Πασαγιάννη, οι «κάπαρες», μια λέξη αρπαγμένη στην τύχη, χωρίς νόημα,
έκανε το γύρω των ευθυμογραφημάτων των εφημερίδων, μαζί με ένα «άκου τα ντόμινα
της ζωής, σώπα…», που δε θυμούμαι πια κι εγώ από ποια στροφή είχαν αποσπασθεί
και ανακατευθεί με τον τρόπο αυτό. Το όνομα της Σαιξπηρικής Μιράντας, που το
είχα μεταχειριστεί, κι εγώ, σ’ ένα νεανικό μου έργο, και που το είχε βάλει σ’
ένα στίχο του ο Στέφανος Ραμάς, έκανε, πάλι την ευτυχία των δημοσιογράφων. Ο
Νίκος Λάσκαρης
— ποιος θα το ’λεγε πως ύστερα από τριάντα χρόνια θα
καταντούσε κι ο ίδιος να γράψει δημοτικά — είχε σκαρώσει και μία
σχετική παρωδία, που χάλασε κόσμο. Δυστυχώς δε θυμούμαι πια παρά δύο τρεις
στίχους της.
Αγόρασα μια τιράντα
Προς μία και τριάντα,
Ω Μιράντα, Μιράντα!
Εννοείται, ότι καθετί, που δημοσιευότανε στην
«Τέχνη» περνούσε ως συμβολικό και ακατανόητο, ακόμη και τα θαυμάσια σονέτα του
Μαβίλη, όπως η «Λήθη» και το «Καρδάκι», που πρωτοδημοσιεύτηκαν εκεί,
υπογραμμένα με ένα Μ. Ένα μυθιστόρημα του Κώστα Θεοτόκη, κάπως φιλοσοφικό, το
«Πάθος», με τους κερκυραίικους ιδιωτισμούς της γλώσσας του και με κάποιες νότες
μουσικής, που είχε το κείμενο, βρήκε την ίδια τύχη. Μια επιφώνηση του Καμπύση,
που αναφερότανε σ’ ένα πνευματικό του γέννημα είχε γίνει η κοροϊδευτική κραυγή
της ημέρας: «Το παιδί μας! Πες μου τι το ’κανες το παιδί μας!…». Και απαντούσαν
οι ίδιοι: «Το ’ριξα στο Βρεφοκομείο.»
Καλύτερη τύχη δεν έλαβε κι ένα ποίημά μου, που
ο Χατζόπουλος, με το να του άρεσε εξαιρετικά, το τοποθέτησε στην πρώτη σελίδα
του πρώτου φύλλου της «Τέχνης», σαν ποιητικό πρόγραμμα του περιοδικού, ίσως και
επειδή έτυχε ο τίτλος του να είναι «Τέχνη». Όλοι το ’βρισκαν σκοτεινό,
ακατανόητο και γελοίο. Και όμως, ανεξάρτητα από την ποιητική του αξία, το νόημά
του ήτανε καθαρότατο και αμφιβάλλω, αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να μην
μπορεί να το καταλάβει. Ήθελε να παραστήσει, απλούστατα, μέσα σε ένα περιβάλλον
φτώχειας και ερημιάς, τον ποιητή, που ανασταίνει μπροστά του, με την τέχνη του,
το όνειρο μιας Άνοιξης. Για όσους θα είχαν την περιέργεια να διαβάσουν το
«τερατούργημα» αυτό, ύστερ’ από τριάντα χρόνια, που πρωτοφάνηκε, το αντιγράφω
παρακάτω:
Η ΤΕΧΝΗ
Τα
τζάμια παγωμένα, Από τον
τοίχο στάζει,
μαύρο,
σβηστό το τζάκι, στάζει, δροσιά
φαρμάκι
τα
τζάμια παγωμένα. από τον
τοίχο στάζει.
Ψυχομαχάει
μια λάμπα Κι απάνω από την
στέγη
απάνω
στο τραπέζι, μια
κουκουβάγια κράζει
ψυχομαχάει
μια λάμπα. και κάτω από την
στέγη
Στο
ξέστρωτο κρεβάτι αργοξυπνούν
δυο μάτια
μια
γάτα ερημοπαίζει — ένα
τριζόνι τρίζει —
στο
ξέστρωτο κρεβάτι. κι εμπρός
στα δυο τα μάτια
Μες
την καρδιά του ξύλου μιαν άνοιξη
από ρόδα,
ο
σάρακας γκρινιάζει, ξανοίγεται
κι ανθίζει,
μες
την καρδιά του ξύλου μιαν άνοιξη
από ρόδα.
Για την εντύπωση, που έκανε τότε,
περιορίζομαι να σημειώσω ότι κάποιος φίλος μου αξιωματικός του Ναυτικού, όταν
το διάβασε, μου είπε με πραγματική συμπόνια.
— Καλέ,
τι ήτανε αυτό το πράγμα, που έγραψες καημένε; Τέτοια ποιήματα, μπορώ να σου
σκαρώσω, κι εγώ, δέκα στο λεφτό.
Και ξανάλεγε κοροϊδευτικά: «Ένα τριζόνι
τρίζει — μια
γάτα ερημοπαίζει
— και κάτω απ’ το τραπέζι», προσθέτοντας μαζί και δικούς
του στίχους απάνω στον ίδιο τόνο….
Το συμπέρασμα είναι, ότι με την «Τέχνη»
περάσαμε όλοι μας οι συνεργάτες της για τρελοί. Για την κακή μας τύχη, ο
μακαρίτης ο Κονδυλάκης, είχε ονομάσει τότε σε κάποιο χρονογράφημά του τους
δημοτικιστές «μαλλιαρούς», παίρνοντας αφορμή απ’ τον Κώστα Πασαγιάννη, που είχε
μακριά μαλλιά.
Ο όρος έπιασε μ’ ένα τρόπο ανέλπιστο και από
τότε έγινε συνώνυμο με το δημοτικιστής, άθεος, κομουνιστής και ότι άλλο θέλανε.
«Μαλλιαρός, Μαλλιαροσύνη και Μαλλιαρισμός» έγιναν επίσημοι όροι, μπήκαν στα
βιβλία, ακούστηκαν στη Βουλή, μεταφράστηκαν στις ξένες γλώσσες (l’école des chevelus έγραφαν
σοβαρότατα τα ξένα περιοδικά) και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ως σήμερα.
Εννοείται, ότι τότε οι άνθρωποι ακούοντας «μαλλιαρός» περίμεναν να ιδούν ένα
ανθρωπόμορφο τέρας. Και ήσαν πολλοί, που ζητούσαν, με κάθε τρόπο, να ιδούν τα
αξιοπερίεργα αυτά τέρατα:
— Μωρέ, δε μου δείχνετε κι εμένα κανένα
μαλλιαρό;
Μέσα σ’ αυτή την αναπουμπούλα, που είχε
δημιουργηθεί τριγύρω μας, ο τρομερός εκείνος φαρσέρ, ο Κώστας Χατζόπουλος, είχε
τον ηρωισμό να μας πει, μια τελευταία Κυριακή της αποκριάς, που χαλούσε ο
κόσμος στην Αθήνα:
— Ελάτε να πάρουμε ένα αμάξι να περάσουμε απ’
την οδό Σταδίου.
— Για μασκαράδες.
— Φυσικά, για μασκαράδες.
— Θα μας λιθοβολήσουν.
— Δεν πειράζει.
Δυο-τρεις είχαμε τον ηρωισμό να τον
ακολουθήσουμε. Καθώς περνούσαμε απ’ την οδό Σταδίου, από ένα μπαλκόνι απέναντι
στους Β. Σταύλους, μια φωνή ακούστηκε:
— Οι μαλλιαροί, παιδιά, οι μαλλιαροί.
Εκατό φωνές, από διάφορα σημεία ξαναείπαν:
— Ε, ε, οι μαλλιαροί!
Τα κύματα του κόσμου σαλέψανε, σα να είχε
φυσήξει απάνω τους ξαφνικός άνεμος.
— Ε, ε, οι μαλλιαροί!
Ώσπου να καταλάβουν όμως τα πλήθη, που
ζητούσαν να ιδούν τίποτε περίεργα μούτρα τριχωτών ανθρώπων, ποιοι ήσαν οι
μαλλιαροί, προφτάσαμε και σωθήκαμε, στρίβοντας, με γρήγορο καλπασμό, σε κάποια
πάροδο, για να βρεθούμε πάλι, στο περίφημο γραφείο της «Τέχνης», εκεί κάπου
στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, όπου γεννήθηκε και έζησε, για ένα χρόνο, την
πολυκύμαντη ζωή της η «Τέχνη».
Και όμως η «Τέχνη» έμεινε και θα μείνει ένας
σημαντικός σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.
[1] Ο Νιρβάνας δεν θυμάται σωστά: η «Τέχνη» βγήκε
Νοέμβριο του 1898
ΕΝΑΣ ουτοπιστής
ελληνολάτρης
Ένα καλοκαιρινό απόγεμα — ο ήλιος ήτανε ακόμη στα μεσούρανα — ο Περικλής Γιαννόπουλος ήρθε στο σπίτι μου, χωρίς να τον περιμένω. Δεν ήτανε από τους ανθρώπους, που περιμένει κανείς. Έφτανε πάντα απροειδοποίητος, σαν το γλυκόπνοο αεράκι και σαν την ανοιξιάτικη βροχούλα. Καθόμουνα τότε σ’ ένα σπίτι της Φρεατίδας, απάνω απ’ το γλαυκότερο κύμα του Αιγαίου, και δεν ξέρω, αν ήμουνα εγώ, που είχε τραβήξει τον ξανθόν ιππότη ή το φως της χαρούμενης ακρογιαλιάς.
— Πού θα καθίσομε; μου είπε
κοιτάζοντας ολόγυρά του.
Τον έβαλα στο γραφείο μου.
— Εδώ; με ρώτησε με κάποια
στενοχώρια.
Τον είδα να κοιτάζει με μίσος τα κλειστά
παράθυρα, τα σκούρα έπιπλα, τις σκοτεινές γωνιές του δωματίου.
— Πώς ζεις εδώ μέσα; μου
είπε.
— Πού θέλεις να πάμε; τον
ερώτησα.
— Έξω, στο φως, στην Ελλάδα.
Εδώ δεν είναι Ελλάς.
— Μ’ αυτή την αντηλιά;
— Έχεις, λοιπόν, κι εσύ τη
πρόληψη της αντηλιάς; μου είπε θυμωμένος. Πρέπει να τη νικήσεις.
Με τράβηξε από το χέρι και με κατέβασε κάτω
στο περιβόλι, μέσα σε μια εκτυφλωτική αντηλιά. Καθίσαμε σ’ ένα μπάγκο. Εκείνος
έλεγε, έλεγε, έλεγε… Τι έλεγε δεν ξέρω. Ο Γιαννόπουλος μπορούσε να μιλεί ώρες ολόκληρες,
χωρίς να ξέρεις στο τέλος τι σου είπε. Είχα όμως την αίσθηση πάντοτε μιας
γοητείας, που δεν μπορούσες να καταλάβεις, αν ήτανε από τα λόγια, που άκουσες,
απ’ τη μελωδία της φωνής του ή από κάποια άλλη μυστική ενέργεια, που
ακτινοβολούσε ο εσωτερικός παλμός του λόγου του. Και τον άκουγες πάντα
ευχάριστα, όπως ακούς το φλοίσβο του κύματος και το κελάρυσμα της πηγής, που
σου λένε πολλά χωρίς να σου λένε τίποτε. Όταν σηκώθηκε να φύγει — έφευγε
πάντα όπως ερχότανε, σαν ένα ωραίο φυσικό φαινόμενο — ήμουνα
ζαλισμένος από την αντηλιά, τα μηλίγγια μου χτυπούσανε και τα μάτια μου ήτανε
θαμπωμένα. Ανέβηκα στο σπίτι μου κι έπεσα μισοπεθαμένος σε μια πολυθρόνα.
— Τι έπαθες; Είσαι άρρωστος;
μου είπε ο Λάμπρος Πορφύρας, που ήρθε σε λίγο να με πάρει, για να κάνουμε το
συνηθισμένο μας περίπατο στη Φρεατίδα.
— Είμαι το πρώτο θύμα της
ελληνοποιήσεως, του αποκρίθηκα.
Και, όταν του εξήγησα ποιος ήτανε, λίγο
πριν, στο σπίτι μου, δεν άργησε να καταλάβει.
Μέσα στο επεισόδιο αυτό είναι ολόκληρος ο
Περικλής Γιαννόπουλος. Ένας ουτοπιστής, που ονειρευότανε ν’ αναστήσει γύρω του
το ελληνικό θαύμα και που ζούσε ο ίδιος με την φαντασία του μέσα σ’ αυτό. Το
ελληνικό φως, σα μια αντίληψη φυσική και μεταφυσική μαζί, ήτανε η θρησκεία του.
Περπατούσε ώρες μέσα στο φλογερώτερο ήλιο, ρουφώντας το φως με όλους του τους
πόρους. Και γι’ αυτόν όλη η φύση, από τον άνθρωπο ως το χορτάρι και ως την
πέτρα, μονάχα μέσα στο φως ζούσε την πιο εντατική της ζωή. Κάποτε του είχα
συστήσει δυο νέους Ρώσσους «εντελεκτουέλ», τους αδελφούς Πολλιακώφ, που μου
είχαν έρθει συστημένοι από το νέο μου φίλο Μιχάλη Λυκιαρδόπουλο, που
συνεργαζότανε τότε στα ρωσικά φιλολογικά περιοδικά — αργότερα
συνεργάστηκε και στο «Νουμά» — και που μου είχε
μεταφράσει κάποια κομμάτια μου, στο περιοδικό «Ζυγαριά». Μην έχοντας τον καιρό
να τους ξεναγήσω, παρακάλεσα το Γιαννόπουλο να αναλάβει την φροντίδα αυτή. Δεν
μπορούσα να τους δώσω καλύτερον οδηγό για την επίσκεψη των ελληνικών τοπίων και
μνημείων. Έπειτα ήτανε τόσο πολιτισμένος και μιλούσε τόσο τέλεια τα γαλλικά,
για να τους εξηγήσει το καθετί. Ο ευγενικός φίλος δέχθηκε ευχαρίστως, του
παρουσίασα τους ξένους μου στο δωμάτιό του, ένα καμαράκι υπερώου, στο απάνω
πάτωμα κάποιου ξενοδοχείου της πλατείας του Συντάγματος, που, με το τίποτα και
με την λεπτότατη καλαισθησία του, το είχε μεταβάλει σε μια καλλιτεχνική
γωνίτσα, και συμφωνήσανε την άλλη μέρα να πάνε στην Ακρόπολη. Ήτανε Ιούλιος
μήνας και τους πήγε στον Ιερό Βράχο καταμεσήμερο, λέγοντάς τους, ότι μονάχα
αυτήν την ώρα, ζούνε τα μάρμαρα, και μονάχα αυτήν την ώραν θα μπορούσανε να
αισθανθούν στην σάρκα τους τον παλμόν της μυστικής των ζωής, κάτω από τα φιλιά
του Απόλλωνα. Και οι δυο νέοι Ρώσοι, που ήσαν αρκετά μυστικόπαθοι, όπως οι
περισσότεροι άνθρωποι της φυλής τους, όταν κατέβηκαν, ξεθεωμένοι από τη ζέστη
και την αντηλιά, βεβαίωναν, ότι, πράγματι, κάποιος θείος «ιχώρ» κυκλοφορούσε,
την ώρα εκείνη, στην σάρκα των αρχαίων μαρμάρων. Με τέτοια φυσιολατρεία, ο
μεγαλύτερος έπαινος που μπορούσε να μου κάνει, ο αλησμόνητος φίλος, ήτανε να
μου στείλει κάποτε, ύστερα από το διάβασμα κάποιας σελίδας μου — δε
θυμάμαι πια τι ήταν και πού είχε δημοσιευθεί, — ένα γραμματάκι, όπου με το
μεγάλο, ιδιόρρυθμο, γραφικό του χαρακτήρα, είχε χαράξει τις λίγες αυτές
γραμμές:
«Πόσον ωραία βαδίζεις προς το Ελληνικόν φως».
Το περίεργο είναι, ότι ο ελληνολάτρης
αυτός, που ονειρευότανε μια ελληνική αναγέννηση στα γράμματα, στην τέχνη, στη
ζωή, με την απόλυτη κυριαρχία της ελληνικής γραμμής — η
λέξη «γραμμή» έπαιζε μεγάλο και σχεδόν μεταφυσικό ρόλο σε όλα του τα γραψίματα — δεν
είχε τίποτε ελληνικό στο ύφος ο ίδιος.
Του έλειπε το μέτρο, η λιτότης, η απλότης,
η ευρυθμία. Το γράψιμο του ήτανε εμφαντικό, φορτωμένο, ακατάστατο, αφηνιασμένο,
«βάρβαρο», με μια λέξη, στην αρχαία σημασία του όρου.
— Θέλεις να μας
ελληνοποιήσεις, καημένε Περικλή, και είσαι ο τελευταίος των βαρβάρων…του είπα
χωρατεύοντας κάποτε.
Και το επίστευα.
Έγραφε ακατάσχετα, χωρίς διακοπή. Και, όπως
με βεβαίωσε ο φίλος Επισκοπόπουλος, ο σημερινός Nicolas Segur, που ήταν
περισσότερο κοντά του, είχε στοίβες ολόκληρες από χειρόγραφα στο δωμάτιό του.
Πολύ λίγα απ’ αυτά δημοσιεύθηκαν και τα άλλα είναι ζήτημα αν σώζωνται πουθενά,
ή αν τα πρόσφερε ο ίδιος θυσία στον Ήφαιστο, πριν προσφέρει τον εαυτό του θυσία
στον Ποσειδώνα.
Αλλά στα λίγα έργα, που άφησε ο
Γιαννόπουλος
— άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες και τα περίφημα δύο
μανιφέστα του «Προς το Πανελλήνιον Κοινόν» — κοντά στα ουτοπιστικά
πλάσματα της φαντασίας του, πόση εκφραστική δύναμη, κάποτε και τι μοναδικοί
χαρακτηρισμοί προσώπων και πραγμάτων. Ο χαρακτηρισμός, έξαφνα του Κωνσταντίνου
Χρηστομάνου, ως ενός ανθρώπου, που με το ένα χέρι κρατεί αρχαία δακρυδόχη, για
να δεχτεί τα δάκρυα μιας Αυτοκρατόρισσας, και με το άλλο ανακατεύει έναν τενεκέ
με σκουπίδια, έμεινε ιστορικός. Και ο άκακος χαρακτηρισμός του μακαρίτη Πεσματζόγλου,
που πλούτιζε τότε την Αθήνα και τα προάστια από μέγαρα και επαύλεις διαφόρων
ρυθμών, με το πρωτότυπο επίθετο «τρελοσπιτάς», έμεινε σαν ένα μονολεχτικό
επίγραμμα.
Ο θαυμασμός του — ένας
απεριόριστος λυρικός θαυμασμός σε καθετί που νόμιζε ελληνικό, — δεν
περιοριζότανε στην φύση και στην αρχαιότητα. Ο «ελληνικός άνθρωπος» ήτανε, γι’
αυτόν, το τελειότερο δείγμα του ανθρώπου, που έπλασε η Φύση. Και εξακολουθούσε
να είναι.
Όλων των άλλων φυλών οι άνθρωποι ήσαν,
απλούστατα, «ανθρωποειδείς».
Ο τελευταίος χαμάλης της προκυμαίας του
Πειραιώς
— μου είπε κάποτε, χωρίς καμιά διάθεση να αστειευθεί — είναι
πλάσμα ανώτερο από τον πιο πολιτισμένο Ευρωπαίο.
Δεν έμεινε, λοιπόν, παρά να λάβει ο
σύγχρονος παραστρατημένος ρωμιός συνείδηση της υπεροχής του και να οδηγηθεί
προς το «ελληνικό φως», για να ξαναφανερωθεί πάλι το ελληνικό θαύμα και να
ξανανθίσει ο αρχαίος πολιτισμός. Και σ’ αυτή την ωραία φανταστική προσπάθεια
είχε αφιερώσει, με ανάλογα φανταστικά μέσα, όλη του την ωραία ζωή. Φυσικά, με
μια τέτοια ψυχοσύνθεση, ο θεωρητικός κλασικισμός του δεν ήτανε, στην ουσία του
και στην έκφρασή του, παρά ένας άκρατος ρομαντισμός.
Ο καημένος ο Περικλής! Κάτω από την
ευγενικότατη παράσταση του ωραίου αυτού νέου, με τα τεφρόξανθα μαλλιά, τα
πνευματικότατα γαλανά μάτια, το άψογο ανοιχτόχρωμο ντύσιμο — γιατί
και παλιά ακόμα τα ρούχα του, φάνταζαν σαν της πρώτης φρεσκάδας — με
το λευκό πάντα μαλακό λαιμοδέτη και το κλαδί της ελιάς ή το άνθος της μυγδαλιάς — συχνά
και η “αττική άκανθα” έπαιρνε τις τιμές της μπουτονιέρας του — κάτω,
λοιπόν, από την πλούσια αυτή παράσταση, κρυβότανε ένας φτωχός, που έκρυβε
περήφανα τη φτώχεια του και που είχε μείνει πολλές ημέρες νηστικός, επειδή δεν
είχε να φάει.
Δεν μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Ο
Γιαννόπουλος ήτανε ανίκανος για κάθε πεζή βιοποριστική εργασία, ξένη με τα
ιδανικά του. Είχε πλούσιους συγγενείς και πλούσιους φίλους, που θα μπορούσαν
και θα ήσαν ευτυχισμένοι να τον βοηθήσουν. Δε δέχτηκε ποτέ τίποτε από κανένα.
Και, όταν μια φορά η αδελφή του, που είχε μάθει την κατάστασή του, του έστειλε
κάποιο γενναίο ποσό από τη Σύρα, όπου έμενε, το γύρισε αμέσως με το άλλο
ταχυδρομείο. Ο γαμπρός του τότε, που αντιπροσώπευε μία μεγάλη ξένη ατμοπλοϊκή
εταιρεία μεταναστεύσεων, για να του δώσει μια πρόφαση εργασίας, ώστε να
κερδίζει τη ζωή του, χωρίς να απασχολείται και υπερβολικά, τον διόρισε στο
πρακτορείο του Πειραιώς, όπου άλλος διευθυντής θα είχε να κάνει όλη την
πραγματική εργασία. Δέχτηκε στην αρχή με ευχαρίστηση. Και με προσκάλεσε μάλιστα — ήμουν
τότε γιατρός στο Π. Ναυτικό — ν’ αναλάβω την ιατρική
επιθεώρηση των μεταναστών του γραφείου του. Δέχτηκα κι εγώ ν’ αφιερώνω λίγες
ώρες, που μου περίσσευαν από την υπηρεσία μου, στην εργασία αυτή, περισσότερο
από την έλξη της συντροφιάς του Γιαννόπουλου, παρά από την έλξη ενός ασήμαντου
κέρδους. Και έτσι κάθε απόγεμα ανταμώναμε με τον Περικλή γύρω από ένα τραπεζάκι
καφενείου, στην πλατεία Θεμιστοκλέους, μπροστά στο μεταναστευτικό γραφείο.
Δεν πρέπει να υποθέσει κανείς, ότι ο
Γιαννόπουλος είχε πάρει τη νέα του θέση στ’ αστεία. Μόνο αργόμισθος δε θα
δεχότανε να γίνει ποτέ. Είχε αφιερωθεί, απεναντίας, ολόψυχα στην δουλειά του
και μελετούσε το μεταναστευτικό ζήτημα, με τον τρόπο το δικό του. Στους Έλληνές
του, που μπαρκάρανε για την Αμερική, έβλεπε τους αποστόλους, που πήγαιναν να
εκπολιτίσουν τους “ανθρωποειδείς” του Νέου Κόσμου. Και ήταν περήφανος, που
συνεργαζότανε στην ελληνική αυτή κατάκτηση του κόσμου. Για ώρες ολόκληρες τον
άκουγα να μου μιλεί, αποκλειστικά τώρα, στο λαϊκό καφενείο της προκυμαίας, για
τα μεταναστευτικά ζητήματα, που είχε γίνει τέλειος κάτοχός τους, με την οξύτητα
της παρατηρήσεώς του. Άξαφνα όμως δεν ξεύρω τι τον έκαμε ν’ αλλάξει ιδέα. Και,
πράκτορας αυτός μεταναστευτικού γραφείου — και είναι γνωστό τι μέσα
μηχανεύονται τα μεταναστευτικά γραφεία, για να προσηλυτίσουν μετανάστες — αυτός
άρχισε να κατηχεί τους πελάτες του γραφείου να μην μεταναστεύουν. Επειδή όμως η
συνείδησή του δεν του επέτρεπε να εργάζεται σ’ ένα γραφείο, υπονομεύοντας ο
ίδιος τα συμφέροντά του, παραιτήθηκε. Και ξανάπεσε πάλι στην περήφανη φτώχεια
του και στη μυστική του δυστυχία.
Μόνο ένας περιφρονητής του χρήματος σαν κι
αυτόν μπορούσε να κάνει τέτοια πράματα. Και για την περιφρόνηση του προς το
χρήμα θα έφτανε ν’ αναφέρω μια χαρακτηριστική σκηνή, που μου έμεινε βαθιά
εντυπωμένη.
Μια παραμονή πρωτοχρονιάς, παίζαμε χαρτιά
στο σπίτι του μακαρίτη μουσικού Αξιώτη. Ήτανε κι ο Γιαννόπουλος, που
ακολουθούσε το παιγνίδι — μπακαρά σεμέν ντε φερ — χωρίς
να παίζει. Με τα πολλά, τον καταφέραμε να κάνει ένα γύρο για το καλό του
χρόνου. Έβγαλε δυο τάλιρα — τα μόνα, που είχε, όπως έμαθα αργότερα από
τον ίδιο, απάνω του
— και όταν ήρθε η σειρά του, έκανε μπάγκο. Κέρδισε τρεις
φορές. Του είπα τότε, καθώς καθόμουνα κοντά του, ότι είχε το δικαίωμα ν’
αποσύρει και να ξαναβγεί με ένα μικρό ποσό.
— Τ’ αφήνω όλα… είπε, χωρίς
να με προσέξει.
Ξανακέρδισε.
— Τ’ αφήνω όλα.
— Τι κάνεις εκεί; του
ψιθύρισα. Θα πέσεις και θα τα χάσεις όλα σου τα κέρδη μαζί με το κεφάλαιό σου.
Αυτό είναι τρέλα…Τράβηξε τα λεφτά σου.
— Τ’ αφήνω όλα… ήτανε και
πάλι η απάντησή του.
Όλοι του ποντάριζαν, περιμένοντας να πέσει
από στιγμή σε στιγμή. Η τύχη όμως τον ευνοούσε απίστευτα. Έκανε δεκατρείς πάσες
στην αράδα. Μπροστά του είχε συσσωρευθεί ένας λόφος από χαρτονομίσματα.
— Είσαι τρελός… του ψιθύρισα
πάλι. Δεν μπορείς να κερδίζεις αιωνίως. Τράβηξε τα λεφτά σου. Θα πέσεις….
— Το ξέρω μου είπε ψυχρά.
Και γυρίζοντας προς τους πονταδόρους, που
τον ρωτούσαν πόσα αφήνει.
— Τ’ αφήνω όλα… ξαναείπε.
Έπεσε.
— Τα βλέπεις, τώρα; του
είπα.
Γαλήνιος, ατάραχος, γελαστός, σα να μην του
είχε συμβεί τίποτε, μου αποκρίθηκε.
— Μήπως δεν το ήξερα πως θα
πέσω;
Και αποσύρθηκε σ’ ένα καναπεδάκι, χωρίς
πεντάρα στην τσέπη, με το καλύτερο κέφι του κόσμου, για να εξακολουθήσει
αμέριμνα το διάβασμα κάποιου περιοδικού, που είχε βρει απάνω σ’ ένα τραπέζι.
Εννοείται, ότι τίποτε δεν άλλαξε στον κόσμο
και στην Ελλάδα, με το κήρυγμα και το παράδειγμα του Περικλή Γιαννόπουλου. Το
«Πανελλήνιον Κοινόν» έμεινε ολότελα αδιάφορο προς τα φλογερά μανιφέστα του και
η προφητική του φωνή έσβησε, χωρίς καμιά απήχηση, «φωνή βοώντος εν τη ερήμω».
Για πολύν καιρόν, από τότε, ο Γιαννόπουλος
δεν ακούστηκε πια. Είχε απελπισθεί τάχα κι ο ίδιος από το ιδανικό του ή είχε
συγκεντρωθεί περισσότερο σ’ αυτό και, τραβηγμένος από την ζωή, είχε κλεισθεί
μέσα στα τείχη της ουτοπίας του και ζούσε με τις σκιές και τα φαντάσματα ενός
κόσμου, που τον είχε πλάσει ο ίδιος; Δεν εμάθαμε παρά την ηρωική του έξοδο.
Ένα πρωί, πλημμυρισμένο από φως — το
ελληνικό φως, που τον είχε μεθύσει σε όλη του τη ζωή, σα δυνατό, παλαιό κρασί — καβαλίκεψε
ένα άσπρο άλογο, τράβηξε προς το Πέραμα, με γρήγορο καλπασμό, και, όταν
αντίκρισε μπροστά του τα βουνά της Σαλαμίνας, κατέβηκε στο γιαλό, προχώρησε — φανταστικός
καβαλάρης
— στα γαλανά, διάφανα νερά, κράτησε τα ηνία του αλόγου
του σ’ ένα σημείο, πυροβόλησε την καρδιά του, με το όπλο που κρατούσε απάνω
του, κι έπεσε, νεκρός, από τη σέλα του, μέσα στα ιερά κύματα, που τον δέχτηκαν,
αδιάφορα κι αυτά σαν τους ανθρώπους, για να τον ξεβράσουν στο ακρογιάλι της
Ελευσίνος, που του έγινε τάφος, με λίγα λουλούδια του αγρού, που είχαν
σκορπίσει απάνω στο ωραίο σώμα του νεκρού Αδώνιδος, ευλαβητικές, χωριάτισσες
παρθένες.
Ο Περικλής Γιαννόπουλος δε στάθηκε
τυχερότερος στο έργο του θανάτου του από το έργο της ζωής του. Θέλησε να
δημιουργήσει έναν ελληνικό θάνατο και πραγματοποίησε ένα θάνατο, που θα
ταίριαζε περισσότερο στον Δον Κιχώτη, παρά σ’ έναν Έλληνα «εστέτ». Η Μοίρα του
Μαγχησίου Ιππότη στάθηκε έτσι η Μοίρα της ζωής και του θανάτου του, μια Μοίρα
βαρβαρικιά τραγική.
ΛΑΜΠΡΟΣ
ΠΟΡΦΥΡΑΣ
Για το μουσικότατο ποιητή των «Σκιών» μου είναι
μια εξαιρετικά ευχάριστη ανάμνηση, ότι τον δέχτηκα, σα πνευματικός ανάδοχος,
απ’ την κολυμπήθρα της Ποιήσεως, και ότι αποστήθισα, μ’ ένα κάποιον τρόπο,
μπροστά στο βωμό, για τον ανήλικο, το Σύμβολο της ποιητικής Πίστεως.
Εκείνον τον καιρό μαζευόμαστε, κάθε βράδυ, στο
σπίτι κάποιου εξαδέλφου μου στον Πειραιά, μερικοί φίλοι, όπως ο Στρατήγης, ο
Κερκυραίος Ρηνόπουλος, ο ποιητής του λιμπρέτου του «Υποψηφίου», του πρώτου
ελληνικού μελοδράματος του Ξύντα, ο Κερκυραίος επίσης δικηγόρος και λόγιος
Μανούσος — δε θυμούμαι αν κανένας άλλος ακόμη — και μιλούσαμε, συνήθως για
φιλολογία και τέχνη. Στην συντροφιά μας ήτανε και ο Θεόδωρος Συριώτης, ένας, τύπος
σιωπηλού στωικού, που δεν ανακατευότανε με την φιλολογία, αγαπούσε όμως, φαίνεται,
ν’ ακούει τις ομιλίες μας, ίσως επειδή
δεν ήτανε υποχρεωμένος να μιλεί ο ίδιος. Αργότερα αποδείχτηκε, ότι ο καλός
αυτός άνθρωπος, όχι μόνο δεν ήτανε άσχετος με τις Μούσες, αλλά συγγένευε στενότατα μ’ αυτές, αφού
ήτανε θείος — αδελφός της μητέρας — του Λάμπρου Πορφύρα.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο σιωπηλός Θεόδωρος, άνοιξε το
στόμα του, για να μας πει — φανταζότανε ότι το πράγμα μας ενδιαφέρει — ότι το
ανιψάκι του, ο Δημητράκης Σύψωμος, μαθητής του Γυμνασίου, έγραφε ποιήματα. Το
γνωρίζαμε όλοι το μικροκαμωμένο, χλωμό και δειλό παιδάκι, που έβγαινε συχνά με
το θείο του στον περίπατο και που φαινότανε πολύ μικρότερο από την ηλικία του.
Και εννοείται, ότι ακούσαμε την είδηση με σχετική αδιαφορία. Τι ποιήματα, επί
τέλους, μπορούσε να γράφει ο Δημητράκης; Οπωσδήποτε για να ευχαριστήσουμε το
θείο του, που φαινότανε να επιθυμούσε μια έγκυρη γνώμη για τους στίχους του
μικρού ανιψιού του, του είπαμε:
— Δεν του
παίρνεις κανένα απ’ τα ποιήματα αυτά να μάς το φέρεις να το ιδούμε για
περιέργεια;
Το άλλο βράδυ ο Θεόδωρος μας έφερε περισσότερα
από ένα, γραμμένα απάνω σε χαρακωμένα φύλλα, σχισμένα από κάποιο τετράδιο. Τα
μοιρασθήκαμε κι αρχίσαμε να τα διαβάζουμε, καθένας χωριστά. Έξαφνα ο ένας
άρχισε να κοιτάζει τον άλλο.
— Λες να
είναι δικά του;
— Δεν
ξέρω. Αυτό εδώ σα να μου θυμίζει
κάποιο ποίημα του Δροσίνη.
— Μα κι αυτό εδώ μου φαίνεται πως το έχω ξαναδιαβάσει κι εγώ.
Νομίζω πως είναι του Πολέμη…
— Κάπου το
έχω διαβάσει κι αυτό. Δε θυμούμαι όμως πού.
Είχαμε καταλήξει δηλαδή, απάνω κάτω, στο
συμπέρασμα, ότι τα ποιήματα του μικρού ήσαν απλές αντιγραφές, που μας τις παρουσίαζε για δικές του. Κάτι τέτοιο δεν έτρεχε
βέβαια. Αλλά οι στίχοι και η κατασκευή γενικά των ποιημάτων ήσαν σχεδόν
άφταιστα για ένα παιδάκι της ηλικίας του και δικαιολογούσαν κάθε υποψία. Όπως
φάνηκε, εκ των ύστερων, ο μικρός δεν ήταν λογοκλόπος. Είχεν επηρεασθεί, απλώς,
από τους ποιητές που διάβαζε, εκείνον τον καιρό.
Γι’ αυτό ακριβώς όλοι, ενώ είχαμε σχεδόν τη
βεβαιότητα, ότι τα ποιήματα αυτά τα είχαμε ξαναδιαβάσει κάπου, δεν μπορούσαμε
να θυμηθούμε, ούτε ποιανού ήσαν, ούτε πού τα διαβάσαμε. Μέσα στη γενική αυτή απορία, επρότεινα τότε να γίνει ένα πείραμα.
— Άκουσ’
εδώ, αγαπητέ Θόδωρε… είπα στο θείο του μικρού, που μάταια περίμενε από έναν
κύκλο ειδικών μια οριστική, τέλος πάντων, κρίση για τα έργα του ανιψιού του.
Απ’ αυτά εδώ τα ποιήματα, που μάς έφερες δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτε. Θα
δώσουμε λοιπόν, ένα θέμα στο Δημητράκη. Απάνω σ’ αυτό θα γράψει ένα ποίημα και
θα μας το φέρεις να το ιδούμε. Λοιπόν το θέμα μας είναι: «Η επιστροφή του
ναύτη». Ένα ναυτόπουλο γυρίζει με το καράβι στο νησί του. Τα άλλα θα μας τα
πει ο ποιητής. Είχα διαλέξει επίτηδες το κοινό αυτό θέμα, που μπορούσε να δώσει
μια απλή και εύκολη έμπνευση, σα θέμα γνώριμο σ’ ένα παιδί, που είχε γεννηθεί
και ανατραφεί κοντά στη θάλασσα και τα καράβια της. Και, το άλλο βράδυ, ο
μικρός ποιητής μας έστειλε το ποίημα του. Λοιπόν, ομολογώ, ότι λίγες φορές
δοκίμασα τέτοια έκπληξη στη ζωή μου. Ενώ όλοι περιμέναμε, το πολύ πολύ, μια
όμορφη κοινοτοπία, ο μικρός ποιητάκος μας έδειξε, πως και από το κοινότερο
θέμα, ένας ποιητής, που αισθάνεται αληθινά, μπορεί να βγάλει ένα πρωτότυπο
καλλιτέχνημα. Είχε πάρει, πράγματι, το θέμα του τόσο ασυνήθιστα, είχε αποφύγει
τόσο απίστευτα όλα τα χιλιοειπωμένα απάνω σ’ αυτό, το είχε διαχειρισθεί με
τόση ατομικότητα, ώστε η ευκολία που θέλησα να του δώσω, διαλέγοντας το θέμα
αυτό, έγινε γι’ αυτόν μια δυσκολία, που βρήκε τη δύναμη να την κατανικήσει, με
μια μαεστρία ανέλπιστη για την ηλικία του. Όσες λεπτομερειακές ατέλειες κι αν
είχε το ποίημα, μας έδειχνε όμως καθαρά, ότι είχαμε μπροστά μας έναν γεννημένο
ποιητή.
Και τώρα, που θυμάμαι την παλιά αυτή, συμπαθητική
ιστορία, αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συχώρεση από το Λάμπρο Πορφύρα, για
την ταπείνωση, που επέβαλα, τη μακρινή εκείνη ημέρα, στο Δημητράκη Σύψωμο,
υποχρεώνοντας τον να δώσει εξετάσεις μπροστά μου.
Ο Δημητράκης, μαθαίνοντας από το θειο του την
ευνοϊκή μας κρίση, ήρθε δειλά, την άλλη μέρα, στο σπίτι μου και μου ’φερε
μερικά νέα ποιήματά του, γραμμένα πάντα σε σχισμένα φύλλα μαθητικών τετραδίων.
Η επιτυχία του στο «Γυρισμό του Ναύτη», δεν ήτανε τυχαία. Όλα τα ποιήματα, που
μου είχε φέρει, έδειχναν, ποιο περισσότερο ποιο λιγότερο, τον ποιητή, που δεν
ήτανε φόβος να σταματήσει στα πρώτα του αυτά δοκίμια. Ένα μάλιστα απ’ αυτά,
χωρίς τίτλο, θυμούμαι ότι μου ’κανε ξεχωριστήν εντύπωση. Το τιτλοφόρησα: «Η
θλίψη του μαρμάρου» και παρακάλεσα το μικρό ποιητή να μου το αφήσει να το δώσω
σε κανένα περιοδικό. Μου το άφησε, με συγκίνηση, κι έφυγε σκυφτός και κάπως φοβισμένος.
Το άλλο πρωί, ήρθε στο σπίτι μου ο μακαρίτης Γ. Κριτής, Πειραιώτης
δημοσιογράφος, που έβγαζε, την εποχή εκείνη, το περιοδικό «Στάδιον».
— Μου
ετοιμάσατε ύλη; μου είπε, θυμίζοντάς μου κάποια υπόσχεση συνεργασίας.
— Εγώ δε
σου ετοίμασα… του είπα. Θα σου δώσω όμως ένα ποίημα κάποιου νέου ποιητή, που θα
σε αποζημιώσει για τη δική μου απουσία.
Ξίνισε τα μούτρα του.
— Είναι
τίποτα; μου είπε περιφρονητικά.
— Βάλ’ το
υπ’ ευθύνη μου… του εδήλωσα.
Και του παρέδωσα τη «Θλίψη του Μαρμάρου».
Μόλις εκυκλοφόρησε το «Στάδιο»,το ποίημα του
Πορφύρα έγινε αντικείμενο γενικής ομιλίας στους πειραιώτικους κύκλους. Κανένας
δεν μπορούσε να πιστέψει, πως ήτανε έργο ενός μικρού μαθητάκου. Όταν το
περιοδικό έφτασε στο γραφείο του «Άστεως», όπου συνεργαζόμουν τότε, ο φίλος
Στέφανος Στεφάνου, τακτικός συντάκτης του φύλλου, που έγραφε τότε κι αυτός
συμβολικά ποιήματα, με ρώτησε, αν γνωρίζω τον νέο, που είχε γράψει τη «Θλίψη
του Μαρμάρου». Του έδωκα όλες της σχετικές πληροφορίες.
— Μα αυτό
— μου είπε — είναι πρώτης γραμμής ποίημα. Το άλλο πρωί είχε δημοσιευθεί, με
έναν επαινετικότατο πρόλογο, γραμμένον από τον Στεφάνου, στο «Άστυ», που στα
φιλολογικά ζητήματα ήτανε μια εφημερίδα, που δε χάριζε κάστανα πολύ εύκολα, και
όπου η τελευταία φιλολογική γραμμούλα έπρεπε να περάσει από αυστηρότατο έλεγχο,
πριν πάει στο τυπογραφείο. Επομένως η τιμητική αναδημοσίευση του ποιήματος του
Πορφύρα, στη στήλη των χρονικών του, ήτανε για τον πρωτόφαντο ποιητή μια
καθιέρωση.
Έτσι ο Πορφύρας — σπάνιο φαινόμενο στη φιλολογική
ζωή όλων μας — καθιερώθηκε με την πρώτη του εμφάνιση.
Και είναι ίσως ο μόνος ποιητής, που δεν έχει εις βάρος του «νεανικά αμαρτήματα» από κείνα, που βρίσκεται κανείς κατόπι στην ανάγκη να αγνοήσει ή να αποκήρυξει. Εννοείται, ότι με μια τέτοια επιτυχία οι πόρτες όλων των περιοδικών του ανοίχθηκαν διάπλατα, οι φιλολογικοί κύκλοι τον δέχθηκαν με όλες