ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

 

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

 

Τα μικράτα μας κάμαμε δίπλα στη θάλασσα. Πάντοτε οι θαλασσινοί έχουνε πιο μεγάλη μνήμη. Είναι σπουδαίο πράμα η θάλασσα. Δεν αφήνει να την ξεχάσεις. Φέρνει μεγάλη εντύπωση με τα καμώματα και παιζογλέντια της, προπάντων στα μικρά παιδιά.

Και τι πράματα δεν ξαφρίζει η θάλασσα! Τι ντενεκέδες σκουριασμένους, τι χτικιασμένα ρούχα, και τρέχανε και τα μαζεύανε τότε ξανά πάλι οι φτωχοί!

Αλλά το πιο σπουδαίο απ’ όλα που ξέβραζεν η θάλασσα στον τόπο μου, ήταν οι ψόφιοι σκύλοι. Ύστερα από κάθε φουρτούνα κι άμα γαλήνευε ο γιαλός, και καθώς βγαίναμε να σεργιανίσομε εκεί κατά την Αλευκάντρα, σ’ έπιανε πρώτα απ’ όλα η βρόμα.

Φούχι φούχι! στο γιαλό ψοφίμι! πάμε να δούμε γρήγορα! λέγανε τα φτωχόπαιδα, γιατί τα καλαναθρεμμένα εμείς, τέτοιες λέξεις δε λέγαμε, αλλά τρέχαμε όμως από πίσω να δούμε.

Τότε κείνο το θέαμα του σκύλου του ταμπουρλιασμένου ήτανε κατιτί το απερίγραφτο. Νύχτες πολλές μεγάλου τρόμου περάσαμε εξαιτίας του. Κείνα τα τέσσερα ποδάρια, τέζα, με τα σκέλια ανοιχτά, που πάντα εστρέφονταν ψηλά, σα να ’βλεπαν τον ουρανό, γιατί πάντοτε το ψοφίμι ήταν πεσμένο ανάσκελα, ήταν για μας τ’ ανήλικα κατιτί πράμα φοβερό. Σα να ’ταν μεγάλος μαγνήτης και το φοβόμαστε, κι όμως πηγαίναμε. Μια μέρα λέει ένα παιδί:

Πάμε βρε να το καβαλήσομε να δεις πώς θα ξεράσει; Και πάει κοντά, καθώς το λίκνιζε σιγά σιγά το κυματάκι, και πηδά απάνω του και το καβάλησε, κι αμέσως έβγαλε νερό απ’ το στόμα του, σα να ’ταν άνθρωπος, και εζωντάνεψε. Το παιδί εκείνο δεν το παίζαμε ύστερα, γιατί το λέγαμε: μαγαρισμένο.

Ύστερα, όμως, μεγαλώσαμε κι αφήσαμε πια τους γιαλούς, κι έτσι ψοφίμια δεν ξανάδαμε. Πέρασαν από τότε χρόνια.

Ύστερα ήρθαν άλλα χρόνια. Κάτι χρόνια σημαδεμένα. Από κατάρα μαζί κι ευλογία. Κάτι χρόνια που φέρανε εκείνο που λεν οι γραφές και οι γριές γυναίκες, σαν ένα μεγάλο μυστήριο. «Τότε που θα ’ρθει ένας καιρός να πούμε: εβγείτε σεις οι πεθαμένοι να μπούμε εμείς οι ζωντανοί στα μνήματα!»

Έτσι ήρθε τότε εκείνη η Πέμπτη. Η 7 του Δεκέμβρη 1944. Είχαν έρθει κι Εγγλέζοι τότε μες στην Αθήνα για να τη σεργιανίσουνε. Ήτανε μια μεγάλη μάχη. Ο δρόμος λέγονταν η οδός Άνδρου. Πόσες φορές πόσοι δεν την πέρασαν μ’ ένα ταψί απ’ το φούρνο. Την περνούσανε χρόνια. Πόσα παιδάκια με ξυλίκι δεν πήρανε τη φόρα τους πάνω σ’ εκείνον τον ανήφορο. Ήταν ήσυχος δρόμος. Κείνη τη μέρα όμως εστοίχειωσε.

Είχαν έρθει και τον κατοίκησαν πολλοί διαόλοι από τον κάτω κόσμο. Είχανε φτιάσει στέκι τους στην οδός Άνδρου οι χωροφύλακες. Ήταν ζωσμένοι από χακί κι από σκληρό καπέλο, τα δυο πράματα εκείνα που ’καναν την Αθήνα στον ύπνο και στον ξύπνιο της να τρέμει και να δέρνεται από δω κι οχτώ χρόνια. Οχτώ χρόνια συνέχεια.

Ώσπου ξημέρωσε, λοιπόν, εκείνη η Πέμπτη του Δεκέμβρη. Τότε κάτι παιδάκια πήγαν και στάθηκαν κατάντικρυ. Κρέμασαν απ’ τον ώμο τους με σπάγκο από ’να ντουφεκάκι. Βγάλαν απ’ τη μια τσέπη τους και φόρεσαν στην κεφαλή ένα μικρό σκουφάκι, σουβλοραμένο νύχτα, δίπλα σ’ ένα καντήλι, με πολλές παρδαλές κλωστές, από μια γριά μάνα τους. Κι από την άλλη τσέπη τους ένα χουνί χαρτένιο, κι όπως ήταν ξυπόλητα και δεν τους ήταν δύσκολο, ψήλωσαν απάνω στα δάχτυλα, κι από το χάρτινο χουνί βγήκε μια φοβερή φωνή κι εφώναξε στους χωροφύλακες:

«Άντρες! Παραδοθείτε!»

Τότε οι «άντρες» τούς ρίξαν φωτιά. Ρίξαν και τα παιδιά φωτιά. Απ’ τα ντουφέκια με το σπάγκο. Οι «άντρες» ήτανε ταμπουρωμένοι σ’ ένα πελώριο χτίριο. Τετραώροφο. Τα παιδιά το ’ζωσαν τριγύρω. Κι από το πίσω μέρος, την οδός Ιθάκης, τρύπωσε σα μικρό λιοντάρι ένα παιδάκι κι έριχνε. Και με τα δυο του χέρια. Μα και με την ψυχή. Καμιά φορά το ’βρε μια σφαίρα και το ’ριξε χάμω. Πέφτει ξυστά δίπλα στον τοίχο. Κάτω απ’ το λούκι του νερού. Σαν αστρουλάκια φεγγερά πήγαιναν κι έρχουνταν οι σφαίρες βιαστικές από πάνω του, κι εκείνος τώρα τις θωρεί από χάμω. Σαν πληγωμένο ελάφι πο ’χασε την τρεχάλα του και την κομψότητά του. Ώσπου τινάζουνε το λούκι οι σφαίρες και το κάμανε κόσκινο και τώρα τρέχει το νερό από πάνω του, αντίς που ’τρεχαν τ’ αστρουλάκια. Τρέχει ένα αβάσταχτο νερό, σα να χυμήξαν κύματα φουρτουνιασμένου φράχτη.

Κάποιοι γείτονες μόνο ακούσανε λίγο μακρινό μουγκρητό. Σα να ’ταν ένα μικρό κατσικάκι κι εφώναξε δυο τρεις φορές, από πέρα, τη μάνα του. Ύστερα δεν ακούσαν τίποτα. Έστεκε εκεί στο λούκι, ακίνητος, γιατί ήταν πολύ χτυπημένος. Ώσπου το νερό αψήλωσε και τον τύλιξε μέσα του. Κι ήπιε πολύ νερό κι εφούσκωσε. Και τότε πέθανε ολομόναχος.

Την ώρα εκείνη τη σκληρή, κι όπως παράδινε άφοβα την ψυχή του στον άγγελο, μιας προσταγής τη διαταγή βούιζε ακόμα ο τόπος:

«Άντρες! Παραδοθείτε!»

Και τότε οι «άντρες» παραδόθηκαν.

Τότε σύχασε λίγο ο τόπος κι οι νικητές λογάριαζαν τα λάφυρα της μέρας. Αλλά και τους νεκρούς. Κι εκείνη η νίκη των παιδιών χτύπαγε μέσα στην καρδιά της γέρικης Αθήνας μας τις νότες μιας ελπίδας. Πολλοί σμίξαν τα δάχτυλα και σταυροκοπηθήκανε.

Τότε περάσανε και τον πνιγμένο. Από μπρος απ’ τα μάτια μας. Και τον πηγαίνανε για την ταφή. Μ’ όσες τιμές σου πέφτουνε όταν δεν τέλειωσε ακόμα ο πόλεμος, κι ακόμα έχεις φουρτούνες. Ήταν ταμπουρλιασμένος. Όπως εκείνα τα σκυλιά που ’βγαζε τότε η θάλασσα. Κι όπως τον πιάσαν τέσσερις για να τον περπατήσουνε, από το στόμα του έβγαλε μια θολή λουρίδα νερό. Όπως τότε. Απαράλλαχτα. Κι είχαν περάσει τόσα χρόνια… Σίγουρα οι θαλασσινοί έχουν, λοιπόν, μεγάλη μνήμη.

Κι αν θυμούνται τόσα άλλα, θα ξεχάσουν τον άνθρωπο;

Θα ξεχάσουν ποτέ πως ένα ελασιτάκι, δίχως χωριό, και όνομα, ένα ελαφάκι πληγωμένο, πνίγηκε κάτω από ’να λούκι, κι εφούσκωσε σαν ψόφιος σκύλος, χαρίζοντας στη γη μας μια στάλα λευτεριά…

Από πάππου σ’ εγγόνι θα κλαίμε και θα το διηγιόμαστε. Σαν τα μεγάλα εκείνα παραμύθια. Τα μεγάλα εκείνα πράματα που τρομάζουν τον άνθρωπο, σφραγίζοντας απάνω του μιαν άσβηστη γραφή. Τα θυμούνται οι αιώνες στήνοντας στ’ όνομά τους είτε έναν Παρθενώνα είτε μια μικρή μουσική.

 

 

Επιστροφή στα χρονογραφήματα της Μέλπως Αξιώτη

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα