ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

 

«ΧΕΡ ΝΤΟΚΤΟΡ»

 

Ήμασταν τότε τέσσερις φίλοι: Ο ένας άντρας, τρεις γυναίκες. Ποιοι ήταν δε χρειάζεται. Όχι πως δεν έχουν ονόματα. Αλλά γιατί οι ζωές οι τέτοιες, δεν έχουν όνομα ξεχωριστό. Είναι πρώτα ο εαυτός τους, αλλά μαζί είναι κι άλλοι πολλοί.

Ήμασταν κάποτε λοιπόν οι τέσσερις. Έχω μείνει τώρα μονάχη. Τι γίνηκαν οι άλλοι; Φύγανε. Ακούστε πώς φύγανε.

Κινήσαμε ένα πρωί μαζί μαζί μες τη ζωή. Όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα. Τα ελληνικά. Μιλούσαμε όμως και μιαν άλλη γλώσσα. Το εσπεράντο. Εκείνην δηλαδή τη γλώσσα που δεν πάει να είσαι Αλβανός, Κινέζος ή Μεξικανός! Δίνεις αμέσως νύξη. Και καταλαβαίνεσαι. Είναι σαν την αγάπη. Που μιλιέται κι εκείνη και καταλαβαίνεται κι απ’ τον κάθε ξενόγλωσσο.

Περνούσαμε τότε το χρόνο 1939. Μια μακρινή τώρα υπόθεση είναι η εποχή εκείνη. Μακρινή τόσο αφάνταστα γι’ αυτούς που ζουν ακόμα… Έχουν να κουβαλούν στην πλάτη τους τόμους βαριούς παγκόσμιας ιστορίας. Τους τόμους της περίοδος 1939 μέχρι ’45. Τότε στοιβάζονταν φοβερά τα σύννεφα πάνω στην υδρόγειο. Η καταιγίδα ήταν δίπλα. Έκανες έτσι και τη μυριζόσουνα.

 

Λέγαμε τότε εμείς οι τέσσερις: Τώρα τι θα κάμουν οι Γάλλοι. Τα διεθνή προλεταριάτα. Ο Ρούζβελτ. Οι Ινδίες. Τα αγγλικά τρέιντ-γιούνιονς. Η κόκκινη Κίνα. Ήταν τα πιόνια τούτα τα μαγκιόρα. Μια μετατόπισή τους άστοχη, και μπόρειε και να το μπατάριζε το διεθνές καράβι. Νύχτες ξενυχτούσαμε. Να προβλέψομε κάτι. Σαν τις χαρτορίχτρες. Να προλάβομε κάτι. Σαν στοργικοί γιατροί, αν μας περνούσε από το χέρι μας.

Μια νύχτα κάναμε και ονείρατα. «Σκεφτείτε, όταν θα καρφωθεί στο Βερολίνο η Κόκκινη σημαία! Όταν θα μπούνε απελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης! Τι χαρά θα την έχομε!»

Ώσπου μια μέρα ο ένας απ’ τους τέσσερίς μας έφυγε. Επάψαμε να τον καταλαβαίνουμε και να καταλαβαίνει τη δικιά μας γλώσσα, το εσπεράντο μας. Προλάβαμε μόνο και του ’παμε την ύστατη εντελώς στιγμή: «Φεύγεις, λοιπόν… Αααα … θα μετανοήσεις… Αλλά δε θα μπορέσεις ποτέ πια να μας ξαναβρείς…»

Και έφυγε. Μείναμε τότε τρεις.

Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η άλλη φίλη πέθανε. Θάνατος φυσιολογικός κατά την επιστήμη. Αλλά δεν ήταν έτσι. Λίγο καιρόν πρωτύτερα, μας είχε πει: «Νιώθω το σώμα μου να σπα απ’ το βάρος. Νιώθω πως γεγονότα τρομερά προχωρούν και μας φτάνουν, και σα να με ζουλά η αγγούσα τους. Σαν το προμήνυμα σεισμού παγκόσμιου. Εσείς που θ’ απομείνετε και θα τα ζήσετε να με θυμάστε». Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε το ανθρώπινο καθήκον της.

Και έφυγε. Μείναμε τότε δυο.

Το Μάη 1944 η άλλη φίλη εχτελέστηκε στο Θυσιαστήριο της Καισαριανής. Την έπιασε η Ελληνική Ασφάλεια. Έκαμε 100 μέρες στο μπουντρούμι. Την παραδώσανε στους Γερμανούς. Έκαμε 20 μέρες στο Χαϊδάρι. Και την εχτελέσανε.

Φύλακας του Θυσιαστήριου μας είπε ότι καθώς εβάδιζε να πάει στον τοίχο να σταθεί στο απόσπασμα, ο Γερμανός επόπτης την προσφώνησε: «Χερ Ντόκτορ». Τον είχε αυτόν τον τίτλο. Μέχρι την τελευταία ώρα έκαμε πέρα ως πέρα το ανθρώπινο χρέος της.

Και έφυγε. Τότε από τους τέσσερις έμεινα μονάχη.

 

Απόψε η Κόκκινη σημαία μπήκε στο Βερολίνο. Απόψε μπαίνουνε ελευθερωτές στο τμήμα εκείνο της γης. Όπως τ’ ονειρευτήκαμε. Απόψε την ξαναθυμήθηκα την παλιά εκείνη συντροφιά. Μόνο πως τώρα απόμεινα μονάχη, να πανηγυρίσω.

Δεν κλαίω τις δυο που πέθαναν, εχτελώντας το χρέος τους. Δεν κλαίω εμένα που ’μεινα, για να το εξακολουθήσω. Κλαίω εκείνον που αλλαξοπίστησε. Και δεν πάει να ’γινε αυτοκράτορας. Και στα παλάτια της Βαγδάτης κι ας ήθελε τον έχουνε. Ο μόνος που πέθανε από τους τέσσερίς μας είναι εκείνος…

Γιατί μια μέρα από τόσα χρόνια διασταυρωθήκαμε. Κι ενόμιζα πως έβλεπα πρώτη φορά στον κόσμο εκείνο το μούτρο.

Μήτε σ’ εχτρού λοιπόν μην το ευκηθείς. Κι η μάνα που τον γέννησε, να πάψει να τον ξέρει…

Εμείς οι άλλες – τι ανάγκη έχομε! Αφού εκαταφέραμε εκείνον δα τον Γερμανό τον απαίσιο Φριτς, να αποκαλυφθεί: Χερ Ντόκτορ!

Γιατί το Μάη του 1944, δεν ήταν μόνο ένας Γερμανός που χαιρετούσε μόνο μια Ελληνίδα.

Τον Μάη του 1944 στάθηκε ολόρθος, σούζος, όπως τα γυμνασμένα αλόγατα πολυτελείας καρότσας που χαιρετούν τους νεόνυμφους που μεταφέρουν απ’ την τελετή, έτσι τότε εστήθηκε στα πισινά ποδάρια του ο γυμνασμένος Φασισμός, και επροσφώνησε τους Διεθνείς Αγωνιστές: «Χερ Ντόκτορ».

Ήξερε πως μονάχα εκείνοι, θα του βγάλουν το μάτι του.

Ας είναι τούτη εδώ η ανάμνηση ένα μνημόσυνο στη Μάρω Μάστρακα, που μες στο χώρο της εχτέλεσης, μπροστά στα πολυβόλα που διασταυρώνουνταν, δίπλα απ’ το χαντάκι, μπροστά στον τοίχο εκείνον, στην Καισαριανή, μέρα Τετάρτη, 10 του Μάη 1944, πριν πέσει κάτω απ’ τα πυρά, επροσφωνήθηκε από το φασισμό: «Χερ Ντόκτορ!».

 

 

Επιστροφή στα χρονογραφήματα της Μέλπως Αξιώτη

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα