ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

 

Η πόρτα του έχει ρόπτρο. Και είναι ξεθωριασμένη. Από τον τοίχο κρέμεται ένα γρουσούζικο κομμάτι σα δέντρο, σα φυτό. Σαν ανθρωπάκι απαγχονισμένο και ξεψυχισμένο. Ο τελευταίος του ιδιοχτήτης είναι παλαιοημερολογίτης. Οι τελευταίοι του ενοικιαστές, δεν ξέρω. Βρίσκεται στην ουρά της πόλης κι έχει μπρος του χαντάκι. Ανάβαθο. Και για το ούρος χρησιμεύει και για το σκουπίδι. Κατά την κατοχή βρέθηκε κει ριγμένο κι ένα πολυτελέστατο γυναίκιο μεσοφόρι, μουλιασμένο στο αίμα. Τι ήτανε, μυστήριο! Βγήκαν και το ’δαν όλοι γύρω γύρω και ξαναμπήκαν βιαστικοί και διπλομανταλώθηκαν. Μύριζε στον αγέρα ο θάνατος.

Ήτανε τότε που τα σπίτια ήτανε σπάνια σαν τον κομήτη. Που ήταν έξυπνο να είχες δέκα, να συναλλάζεις κάθε τόσο και δεν είχες μήτε κιβούρι.

Τότε κάποιος εφώναξε: Ξέρετε έχω σπίτι! Σα να ’λεγε έχω έναν Πάπα. Και πέσανε απάνω του και του αλλάξανε τον Ανανία του. Και σου το καταντήσανε σαν που δώσ’ του κι αρμέγεις την έρμη κατσικούλα και την κατάφερες που να μη στέκει ορθή. Ας είναι.

Ήρθε βραδιά όπου κοιμόσαντε μέσα στο σπίτι οχτώ κι ο τελευταίος εφύλαε βάρδια, ν’ αφουγκράζεται τα πατήματα. Σου δίναν νύξη για να το ’βρεις να πας: «ρόπτρο θα δεις στην πόρτα, αλλά δε θα τ’ αγγίξεις, θα κάμεις μόνο στο ζερβί παράθυρο τακτάκ, τακτάκ και θ’ ανοίξει η πόρτα». «Σουσάμι, σουσάμι, άνοιξε!» που λέγανε και κάτι ωραία παλιά παραμύθια, και πώς τ’ αγαπούν τα παιδιά!

«Τακτάκ – σουσάμι άνοιξε» είπε κι ο Κώστας μια μέρα κι εμπήκε.

Ήβρε καθρέφτη κρεμασμένο και πήγε κατευθείας μπροστά του και στάθηκε κι έλεγε: «Ε μωρέ πώς τα χάσαμε κι εμείς τα νιάτα μας, δίχως κολάρο και δίχως αγάπη! Αλλά θα ’ρθει η λευτεριά, και τότε κι εμείς θα χαρούμε». Αλλά πριν να ’ρθει η λευτεριά ο Κώστας εχτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη. Ήτανε, λέει, γραμματέας του κάπα κάπα έψιλον. Ένας μεγάλος γραμματέας κι ένας κοντούλης άνθρωπος. Επήγαινε τότε στο σπίτι, αλλά το σπίτι δεν τον ήξερε.

«Τακτάκ – σουσάμι άνοιξε» είπε κι η Μαίρη μια μέρα κι εμπήκε. Βρήκε κρεβάτι κι έπεσε. Από τις τρεις μέχρι τρεις κι είκοσι την άφηκε η δουλειά να πέσει, πρόλαβε και ρουχάλισε και πετάχτηκε ολόρθη σα να ’ταν η ίδια η καρδιά της ξυπνητήρι και μας το δικαιολόγαγε: «Είμαστε μάχιμοι στρατιώτες, πέφτομε όπου τύχει κι όσες στιγμές προλάβομε».

Μια μέρα που ’φευγε είπε σ’ εκείνους που ’μεναν: «Θα ξανάρθω την Τρίτη». Εβάσταγε κι ένα κουβαδάκι, παιγνιδάκι της κόρης της. Την Τρίτη την περίμεναν αλλά δεν ξαναπέρασε. Στις 7.30 το πρωί πιάστηκε απ’ την Ειδική Ασφάλεια. Στην οδό Ελπίδας κάηκε ζωντανή. Η ιατροδικαστική της εξέταση, καταχωρημένη επίσημα, έχει αύξοντα αριθμό. Ήτανε, λέει, μια μεγάλη γυναίκα και μια μεγάλη μάνα. Ήτανε η Ηλέχτρα Αποστόλου. Επήγαινε τότε στο σπίτι, αλλά το σπίτι κι αυτήν δεν την ήξερε.

«Τακτάκ – ανοίξτε κι εμένα» είπε μια μέρα κι η Άννα κι ήρθε. Την κυνηγούσανε χίλιοι νομάτοι. Όπου έβρισκε κούρνιαζε. Σαν το ψωριάρικο γατούλι. Το σπίτι εκείνο της φάνηκε σίγουρο. Μας λέει: «Θα πάω να κουβαλήσω αύριο». Όπως θα λέγανε προπολεμικά σπιτικά: «Μετακόμιση έχομε στις τάδε».

Κι έτσι τότε η Άννα, η Άννα εκείνη η ξανθιά, που ήταν 26 χρονών, που ήταν μια εβραιοπούλα κυνηγημένη, η Άννα που ’χε τρεις πληγές στα πόδια απ’ την ξυπολυσά και τα τρεχαλητά και δεν είχε κουρέλι να τις κανονίσει, η Άννα η όμορφη απ’ τα Τρίκαλα, την άλλη μέρα «εκουβάλησε». Ένα γαλάζιο εμαγιέ κατσαρολάκι και μια κουτάλα φαγιού ξύλινη. Μεταχειρισμένα. Αυτά ήταν τα σώρουχα, τα ξώρουχα, τα μόμπιλα και οι φαγιάντσες της. Κι όπως ώρες ώρες οι άνθρωποι είναι χειρότεροι κι απ’ τα θεριά, κι εμείς είχαμε το κουράγιο τότε και την αρωτήσαμε, η Άννα με σαφήνεια το εξήγησε: «Είδανε πως δεν είχα τίποτα και κάτι φίλοι μου ’δωσαν αυτά. Μου ’πανε πάρ’ τα Άννα να κάμεις κάπως μιαν αρχή, να ξαναφιάξεις το νοικοκυριό σου».

Κυνηγήθηκε. Ποια ήτανε δεν έφυγε απ’ το σπίτι. Ξανά κυνηγήθηκε. Ποια ήτανε δεν έμαθα. Ζει, πέθανε δεν έμαθα. Το κατσαρόλι κι η κουτάλα της μας απόμειναν τότε. Το ’σουρε, το ’σουρε εδώ κι εκεί, κι εκεί το βιος πια το παράτησε.

Το τι εγίνηκε από τότε, πράγματα τρομερά. Φύγανε, να πούμε, οι Γερμανοί κι εμείς στουμπώσαμε τους δρόμους κι ανεμίζαμε φλάμπουρα τα  κορμιά μας κι ωσάν τρελοί λέγαμε ζήτω. Έλεγα κι εγώ ζήτω τότε από τη μια μεριά, κι από την άλλη ο νους μου… στο κατσαρολάκι. Σίγουρο το ’χα ότι χρωστούσαμε λιγάκι και σ’ εκείνο την απελευθέρωση.

Μας βάρεσε ύστερα ο Δεκέμβρης κι όπως το κανονίδι του Λυκαβηττού λύσσαγε, γω συλλογιζόμουνα: άραγες θα πετύχει τώρα και το σπιτάκι εκείνο, να μας το λιώσει το κατσαρολάκι μας; Ο κάθε απόστολος κι ο πόνος του.

Κι όταν η καμπάνα εσήμανε και το ’να γήινο κομμάτι πρόσταζε στ’ άλλο γήινο κομμάτι: «Παρακαλώ παύσατε πυρ»… Κι όταν τόσοι μεγάλοι εστείλανε ραδιογραφικά φιλάκια αναμεταξύ τους και τόσην αβρότητα: «Δεχθείτε ευλαβέστατα, είσθε εσείς ο νικητής… Όχι δεν είμαι μόνο εγώ, είναι κι ο τάδε υπουργός… Όχι δεν είμαι μόνο εγώ, είναι και ο πρωθυπουργός…» τότε κι εγώ η αμαρτωλή, ξανάπεσα σ’ αμάρτημα και είπα:

«Οχ, αδερφάκι μου, λοιπόν! κι εκείνο δα το έρημο! Το έρημο σπιτάκι με το ρόπτρο! Και με το κατσαρολικό… ποιος να ’ταν ναν το στοχαστεί… πόσες ζωές ερούφηξε… πόσες νίκες ενίκησε… πόσες καμπανοκρουσίες και φιλάκια του πρέπουνε… και πόσα επίσημα τελεγραφίσματα – κι ας έλαβε από κάτι, «επίσημους» μονάχα κάτι που ’μοιαζε τόσο πολύ με μούτζες!»

Ατάραχο καθώς ταιριάζει σε γενναιότατους πολεμιστές, το σπίτι εκείνο επαρέμεινε.

Τώρα το σπίτι ενοικιάζεται. Κι αν το θέλει κανένας μπορεί να το πιάσει. Βρίσκεται στην ουρά της πόλης. Ανατολικά Του ’χουνε ξαναμπογιαντίσει όπως όπως την ξώπορτα. Του ’χουνε αναστηλώσει πρόχειρα τα τ’ ασβέστινα μοτίφια που κρέμουνται απ’ την πρόσοψη. Ένα ανάβαθο χαντάκι που ακόμα ωστόσο διακρίνεται, θα σας οδηγήσει ασφαλώς σ’ εκείνο το μέρος. Να προτιμήσετε να πάτε πρωί.

Κι αν δείτε κατσαρόλι θαλασσί, να κρέμεται αποξεχασμένο επάνω σε στραβόκαρφο πέστε στο σπίτι εκείνο και στο κατσαρόλι: «Έχετε πολλά πολλά χαιρετίσματα από τους συναγωνιστές σας και σας θυμούνται και δε σας ξεχνούν. Κι εκείνο που ελαχταρήσατε – τη νίκη – τη νικήσατε. Είστε κι εσείς τιμημένοι στρατιώτες».

Και πάρτε και βαστάτε και παράσημο, και να τους το καρφώσετε ψηλά πάνω στο στήθος. Είναι και πρέπον και σωστό.

 

 

Επιστροφή στα χρονογραφήματα της Μέλπως Αξιώτη

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα