ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ

 

ΤΑΞΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΟΙ

 

Σφύριζαν οι καμπάνες της απελευθέρωσης και σφύριζαν μαζί και τα καράβια στους ταξιδεμένους. Σφύριζαν τα φευγιά…Για όσους ήτανε να φεύγουνε… Να πάνε μακριά στους τόπους. Σε τόπους που γεννήθηκαν ή που τους περιμένανε: εγκατεστημένοι γονιοί, αξόφλητοι εις χρυσόν λογαριασμοί, σταματημένα αρραβωνιάσματα, τους αραγμένους ναυτικούς γλάροι και θάλασσες καρτερικές, και μεθυσμένους ποιητές ονείρατα φευγάλας!

Όλοι αυτοί ξεκίνησαν, τα μαντιλάκια ανέμισαν απάνω στα μουράγια. Κι άλλα σε στάση προσοχής καρτεράν ν’ ανεμίσουν. Αλεξάντρεια, Κύπρο, Ατλαντικός. Τα τελευταία εμπόδιά τους, θαν τα τσακίσουν! Θα σαλπάρουνε! Πέντε χρόνια αγώνας – ενάντια στης κατοχής την καθυστέρηση. Δε συμμαζεύουνται φτερoύγια που μαθημένα τα ’χουν κι ανοίγουνται όλο και πετούν. Κι όσοι που μένουν πίσω τους, τούς λεν: άντεστε στο καλό κι ογλήγορις να σας ιδούμε. Τέλειωσε ο πόλεμος! Κι η αντίσταση! Λέβα την  άγκουρά σας, οι ταξιδεμένοι!

 

«Λέβα, Κώστα, την άγκουρα, κι απόψε είναι Χριστούγεννα κι έχεις κι εσύ ταξίδι και κάποια δουλειά».

«Το ξέρω φίλοι» λέει ο Κώστας κι αρπά τ’ αραβιδάκι του.

Σήμαιναν οι καμπάνες. «Χριστός γεννάται σήμερον». Σήμαιναν οι καμπάνες και διαλαλούσαν τα χουνιά «Χριστός γεννάται σήμερα, παιδιά μανάδων δίπλα πέφτουνε τα μπρούμυτα κι ανάσκελα στο χώμα της Ελλάδας».

 

Σήμαιναν τα Χριστούγεννα του 1944: συναγερμός στους υπερασπιστές της πόλης της Αθήνας. Σ’ όσους που είχαν και διαφέντευαν: γέρους τώρα κατάκοιτους παλιούς πολεμιστές γονιούς, μπλεγμένους σ’ εκκρεμότητες διεθνικές λογαριασμούς, τα λάβαρα όρκους και σημαίες τους κι οι μεθυσμένοι αγωνιστές του δίκιου τους κρασοβαρέλια.

Από Παγκράτι, Γκύζη, Ψυρρή και Βουρλοπόταμο, Περαία και Καισαριανή. Χέρια ξεπροβοδάγανε και ψυχές μουρμουράνε: «άντεστε στο καλό μικρά μας και μεγάλα παιδιά – κι όσα που δεν ξαναπιστρέψετε, με θάνατο απαλό απαλό τουλάχιστον να πάτε».

 

Και στέκουνται όλοι προσοχή και πρώτα αποχαιρετούν. Κι ύστερα καρτεράνε. Κι οι ταξιδιώτες φεύγανε. Κι οι άγκουρες λεβάραν.

 

Κάστρο γίνηκε η πόλη μας. Δέντρα φεγγίτια πολεμίστρες της. Πολεμιστές – ο κόσμος.

Και σ’ ένα δρόμο αθηναίικον που φτιάνει εκεί ένα σταύρωμα και χυμά κατά κάτω, παραμονή Χριστούγεννα, επήγε κει και στάθηκε ο Κώστας ο πολεμιστής. «Δε μας χαρίζεις και το άλλο σου όνομα;» του ’παν πουλιά περαστικά. «Κώστα να με φωνάζετε κι όπου και να ’ναι θα ’ρθω», τους είπε τότε το παιδί.

Πολέμαγε αποβραδινός. Πέρασε η νύχτα κι έφεξε. Πολέμαγε κι ανήμερα που ’ταν η μέρα του Χριστού. Δίχως ψωμί κι αλάτι. Πέρναγε η ώρα, εμεσημέριαζε. Σφαίρες στ’ αραβιδάκι του πέρναγε μια κοπέλα τ’ άφηνε. Μα κει που μεσημέριαζε δίχως ψωμί κι αλάτι, ήρθε κοπέλα με ψωμί. Ψωμί και μπακαλιάρο. Ήταν το ντόπιο σύμβολο της διεθνούς απελευθέρωσης. Στις ώρες κείνες τις ατέλειωτες που πολεμάς πίσω απ’ τον τοίχο, πίσω απ’ το κλαρί, το δέντρο, κι ο ένας πίσω από το κάφκαλο του άλλου. Που πολεμάς εσύ τα τανκς, σα να ’σουν πιο μεγάλος τους, κι ετέντωνες τη γλώσσα σου σαν τα σπουργίτια τ’ ουρανού, και σ’ ακουμπάνε ψίχουλα κάποια χέρια αόρατα.

 

Πίσω απ’ τον τοίχο όπου πολέμαγε, ο Κώστας τέντωσε το χέρι. «Φάε» του ’πε η κοπέλα κι έφυγε. Πέσανε ομοβροντίες γύρω του, έδωκε απόκριση η αραβίδα.

Πίσω απ’ την πόρτα υπόγειου δυο μάτια γέρικα πέσαν απάνω του, πειναλέα δυο μάτια. Ήταν η ώρα εκείνη η έσχατη που σκύλοι κι άνθρωπος παράβγαινε ν’ αρπάξει ο ένας απ’ το στόμα του άλλου.

«Φάε κι εσύ, κακόμοιρε», λέει στο γέρο ο Κώστας, κι αρπά στα γλήγορα μια δαγκωνιά και ρίχνει γλήγορα μια ντουφεκιά, και βγαίνει απ’ την προκάλυψη και του δίνει το ρέστο. Έρχεται βόλι και τ’ αρπά το μισό κεφάλι του.

Άθαφτος έμεινεν ο Κώστας κείνος αν κι εκκλησίες σημαίνανε Χριστούγεννα σ’ όλη τη γη, κι ο γέρος έφαε και χόρτασε απ’ του νεκρού την προσφορά της τελευταίας του ώρας.

 

Και στάθηκε ύστερα, τον κοίταγε, έτσι πασαλειμμένον στα αίματα και μουρμούραγε κι έλεγε: «Παιδάκι μου, για μένα το ’παθες. Κι εγώ που ’καμα νεκροθάφτης χρόνια, κι έχω θάψει χιλιάδες, και μόνο εσέ, παιδάκι μου! πού να σε θάψω τώρα… δεν είναι τρόπος… δεν μπορώ…»

Οι γειτόνοι τον είδανε να παίρνει τ’ όπλο του νεκρού και να στέκει στη θέση του. Έριξε όλη νύχτα. Την αυγή βρέθηκε νεκρός. Μαζί τους σήκωσαν πιο ύστερα. Το παιδί και το γέρο. Αυτό γίνηκε στα Χριστούγεννα του 1944, στη διασταύρωση των δρόμων Δερβενίων – Χαριλάου Τρικούπη, ο γέρος λέγουνταν – τ’ όνομά του δε βρέθηκε. Το παιδί λέγουνταν μονάχα Κώστας, τ’ άλλο του δεν το ξέρομε. Ξέρομε μόνο ότι ήτανε του λόχου «Λόρδος Βύρωνας».

 

«Λέβα την άγκουρα, λέβα την άγκουρα». Τέλειωσε ο πόλεμος κι η αντίσταση. Πόσα φευγιά. Πόσοι επιβάτες. Πόσα ταξίδια. Πόσα αράγματα. Πόσα πουλιά πετούμενα συγκεκριμένου απείρου. Πόσοι που κίνησαν. Μα δεν εγύρισαν. Είναι στις μέρες μας οι περισσότεροι.

Καράβια καλοτάξιδα που κάπου κάποτε άραξαν, σ’ εκείνους που ξεκίνησαν αλλά ποτέ δε γύρισαν, σ’ αυτούς τους δίχως όνομα και με τα τόσα ονόματα τους λιλιπούτειους κολοσσούς, χρωστάν σ’ αυτούς το φτάσιμό τους.

 

 

Επιστροφή στα χρονογραφήματα της Μέλπως Αξιώτη

Επιστροφή στην Ανθολογία από τα Ελεύθερα Γράμματα