ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΒΑΣΑΝΤΑ

 

 

 

ολλές φορές καταπιάστηκα πράματα που χρήζουν έναν τεχνίτη πολύ πιο επιτήδειον από μένα· και πάντα στάθηκα φρόνιμος, φτάνοντας γλήγορα στη συναίσθηση της αδυναμίας μου. Το να τραβηχτώ από τέτοια παρόμοια επιχειρήματα, που είναι όξω απ’ τις δυνάμεις μου, έμεινε το άδοξο και λυπηρό αποτέλεσμα.

Αυτή η αδυναμία δε μ’ έζωσε ποτές τόσο σκληρά σε άλλα ξεπετάγματα της καρδιάς, όσο κάθε φορά που με πήρε η επιθυμία να βάνω σε λόγια τη φλογερή αγάπη που τη βουρκώνει για Σένα.

Πάντα άφηνα για αργότερα την ελπίδα να φτάξω στο ποθούμενο της καρδιάς μου, μόλο που τα χρόνια βλέπω πως μου δίνουν άλλες σοφίες λογιών λογιών, μα όχι και κείνη που προσδοκούσα, γιατί, όπως φαίνεται, τούτη δεν είναι θυγατέρα του καιρού.

Δεν είναι μια φορά είτε δυο, που η φαντασία μου με ξεγέλασε πως σιμώνω να εύρω τα λίγα δυσεύρετα λόγια που μου χρειάζονται για να ξαλαφρώσω· και κάθε τόσο πνίγεται το τραγούδι που σκεδιάζω, μέσα στον άπατον ωκεανό της σιωπής. Μια τέτοια απόφαση, στο τέλος, δάμασε τ’ αναπηδήματά της, μα αυτό το παγωμένο σάβανο της σιωπής άχνιζε απ’ την καρδιά που φλογιζότανε τυλιμένη μέσα του.

Δεν πέρασε από πάνω μου είτε χαρά είτε θλίψη είτε ελπίδα ανάπαψης κι από τα δυο αυτά βάσανα, δίχως να αιστανθώ, στο καθετί απ’ αυτά, να σταλάζει μέσα μου απ’ τη γλυκιά θύμησή Σου ένα άρωμα ευτυχίας του Παραδείσου· και δεν είναι κανένα πράμα μέσα στην αρμονική μουσική του Παντός που να με κάνει ν’ αγαπώ τον αγαθό Θεό, όσο η ευγνωμοσύνη μου γιατί Σ’ έστειλε σε μένα. Μια μυρουδιά από άγρια δροσερά λουλούδια μ’ ευφραίνει αδιάκοπα· ο κάθε καιρός που θα φυσήσει μου τη φέρνει απάνω στα φτερά του — να τι είσαι Εσύ για μένα!

Τη νύχτα κάθουμαι στο παραθυράκι μου και βλέπω τ’ άστρα που αγρυπνούν· μια ουράνια δροσιά στάζει μέσα μου. Ο νους μου ξεκουράζεται ακουμπώντας σε Σένα. Ακούγω το γλυκό χτύπο της καρδιάς Σου από χιλιάδες μίλια· μου φαίνεται πως κρατά το ρυθμό του Σύμπαντος.

Όξω από Σένα, δε μου ’γινε ανάγκη η φροντίδα κανενός ανθρώπου. Αυτό δείχνει πως είμαι μια δυνατή ψυχή, μια ψυχή που δε φοβάται να πλανιέται ολομόναχη και δίχως παρηγοριά μέσα σ’ ένα έρημο χάος, τέτοιο που είναι αυτός ο κόσμος. Μα να που η αγάπη αυτή κατάντησε η θροφή της ψυχής μου.

Μέσα στην παλιανθρωπιά που μας ζώνει από στεριά κι από θάλασσα, στέκεσαι Εσύ σα για να μου δείχνεις πως δε χάθηκε ολότελα απ’ αυτόν τον κόσμο η ευγένεια. Ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος μονάχα, μπορεί να δείξει πως η φύση μας είναι θεϊκή μέσα σε μια πρόστυχη ανθρωπότητα. Ο Χριστός γιομίζει την απελπιστική ερημιά ολοκλήρων αιώνων. Ακούγω τη γλυκιά λαλιά του και δοξάζω το Θεό γιατί είμαι άνθρωπος, γιατί μπορώ να την ακούγω, σε στιγμή που όλα τα πάντα γύρω μου μού κράζουν να βλαστημήσω τον κόσμο τούτον.

Συμμαζώνουμαι στην ερημιά μου σαν ένα λιοντάρι που ξαπλώνει παράμερα από τα ζούζουλα. Εκεί Σε συλλογιέμαι. . .

Άγιον Όρος, Καψοκαλύβια, μπρος

στο πέλαγος, καθισμένος κάτου απ’

τ’ αγαπημένο δεντράκι του αλησμόνητου

Ισίδωρου. 2 Ιουνίου 1929.

 

 

 

Επιστροφή στη Βασάντα του Φώτη Κόντογλου

 Επιστροφή στα KEIMENΑ ΜΑΖΙ