Της τέχνης τα φαρμάκια
Όταν την Κυριακή τ’ απόγεμα ο «διάσημος καραγκιοζοπαίχτης» Φούλιας έφτασε στον παράμερο τον καφενέ με το ξύλινο θεατράκι, γνωστά και τα δυο με τ’ όνομα «Η Ωραία Συνάντηση», σκοτείνιαζε πια στην αυλή· όμως ακόμα δεν είχαν ανάψει τα μεγάλα φανάρια του πετρέλαιου, που αστράφταν απ’ την πάστρα, όπως γυάλιζε κι όλος ο καφενές, όξω και μέσα. Και το θέατρο το σανιδοφραγμένο, εκεί κολλητά, ήταν έτοιμο κι αυτό, καθάριο και καταβρεμένο, να δεχτεί τον κόσμο στην παράσταση του «Κατσαντώνη». Η σκηνή του μοναχά, η παλιοπαράγκα μ’ άλλους λόγους, έμενε σκοτεινή, κατάκλειστη απ’ το περασμένο βράδυ, μόλο που μέσα ο χάρτινος θίασος του Φούλια ήταν έτοιμος κάθε στιγμή ν’ αρχίσει του «Κατσαντώνη» τη συνέχεια, καθώς ήταν αραδιασμένος στα τεντωμένα σκοινιά από το Βρακάκια, του Φούλια τον αχώριστο βοηθό, σαν κατάδικοι κρεμασμένοι στην κρεμάλα τους.
Στην «Ωραία Συνάντηση», όπως και σε κάθε θέατρο καραγκιοζαίικο, παίζονταν κάθε Σάββατο και Κυριακή για τον πολύ λαό έργα ηρωικά που πιάναν τα δύο βράδια, ως τα μεσάνυχτα και πέρα. Ένα απ’ αυτά τα «ηρωικά» έργα ήτανε κι ο «λήσταρχος Γκρης», όνομα παράξενο στις ιστορίες των ληστών, μα ήτανε κι ο «Κατσαντώνης» ο περήφανος.
Έτσι λοιπόν ο Φούλιας, αφού κάθισε στη συνηθισμένη θέση του, έρριζα στον τοίχο του καφενέ, έπιασε βαρύς το ναργιλέ που του ’φερε το παιδί, και τον απίθωσε με προσοχή κοντά του· κι αφού ρούφηξε βαθιά πολλές φορές μονοπνοής, έφτασε ύστερα κι ο καφές, «πολλά ολίγη ζάχαρη, μισό καϊμάκι». Κι ήτανε πάντα σκουντουφλός ο Φούλιας τέτοιαν ώρα, γιατί αργούσε να ξυπνήσει, κι ερχόταν ίσα από το σπίτι χωρίς ν’ αγγίξει ούτε φαΐ, για το βράδυ, και, το χειρότερο, ούτε μια σταλαματιά κρασί. Γιατί όσο από φαγοπότι, μοναχά το μεσημέρι ο Φούλιας «του ’δινε και καταλάβαινε», κι ύστερα έπεφτε ξερός στον ύπνο – αφού δε χόρταινε τον ύπνο το νυχτερινό – και ξυπνούσε με χαλασμένο κέφι, και σκουντούφλιαζε, και μάλωνε μ’ όποιον του τύχαινε μπροστά του, και τέλος χρειαζότανε δυο ναργιλέδες και καφέδες τρεις, παρακαλώ, με λίγη ζάχαρη, ψιλό καϊμάκι, ως που να ξενερώσει, ως που να ξεθολώσει ο νους του, κι ως που να διώξει το μαχμουρλίκι τ’ ανατολικό από πάνου του. Τέλος η ώρα της παράστασης, όσο ήτανε κοντά, τον έβρισκε το Φούλια έτοιμο, στα συγκαλά του, ν’ αρχίσει τη δουλειά.
Και τώρα αυτή η στιγμή η επίσημη δεν αργούσε πια. Ο Φούλιας είχε αποκαπνίσει, και ξεβράχνιαζε φτύνοντας δυνατά, κι άρχισε κάπως να μιλάει και να μιλιέται με τα παιδιά του καφενέ ή με το Βρακάκια, που στεκότανε με σεβασμό μπροστά του.
Ο ιδιοχτήτης της «Ωραίας Συνάντησης», ο Κονταργύρης ο στριμμένος, ο κυρ Ανδρέας δα με τ’ όνομα, μεγάλος και τρανός της συνοικίας διασκεδαστής, έλειπε σπίτι για φαΐ. Και γύριζε πιωμένος πάντα, τούτος πάλι, ο κυρ Ανδρέας· κι ήταν όλο φωνές και μάλωμα με τα παιδιά του καφενέ, και με τους μάγκες που δουλεύανε χάρισμα, φτάνει μοναχά να βλέπαν την παράσταση, ή το πολύ τα πιο φτωχά, όσα δε θέλανε να ’χουνε σπίτι και γονιούς, παίρνανε δυο τρεις δεκάρες απ’ τον κυρ Ανδρέα για ψωμί, κι όσο για το τσιγάρο –γόπες!
Κυριακή είπαμε, κι ο κόσμος άρχισε να πλακώνει. Τραβούσε πολύ η παράσταση, μάλιστα τα παιδιά, του λαού εργατικά παιδιά, που ψοφάγανε για του Κατσαντώνη την παλικαριά και του Μπαρμπαγιώργου τα τερτίπια τα πολεμικά. Έβλεπες λοιπόν εκεί και φτάναν από κάθε μαχαλά τα χασαπάκια και τα μαναβάκια, τα λογής κοπής μαστοράκια, κι οι μαστόροι, κι οι κάθε εργατικοί με τις γυναίκες τους και τα μικρά τους, και φτάναν εκειπέρα με φωνές και ταραχή, ανυπόμονοι μη χάσουν την παράσταση, ενώ αυτή μισή ώρα ακόμα ήθελε ν’ αρχίσει. Και μόλις φτάναν, όλοι πέφτανε σε μια βαθιά σιωπή, σε σεβασμό βαθύτερο. Γιατί το θέατρο το καραγκιοζαίικο, νιώθει κανείς, χωρίς άλλος να του το ξηγήσει, πως θέλει μεγάλη προσοχή, άμα είναι σπουδαία παράσταση, όχι δηλαδή τ’ αστεία μοναχά του Καραγκιόζη, και το ξύλο του Ντερβέναγα, και τα παθήματα του σιόρ Διονύσιου, και τ’ άλλα κωμικά, που ο κάθε μάγκας, πα’ να πει το κάθε αλάνι – όπως τώρα τα φωνάζουνε αυτά του δρόμου τα στολίδια –, τα ξέρει απόξω κι ανακατωτά και μπορεί να σου τα ξαναπεί νεράκι.
Σ’ αυτή του «σεβαστού» κοινού την προθυμία βάνανε Φούλιας και Κονταργύρης όλα τους τα δυνατά για να φανούνε άξιοι. Τι τα θέλετε όμως· τουτηδώ η βραδιά άρχιζε άσκημα· κακά ήταν τα σημάδια της. Ο Κονταργύρης ήτανε πολύ «βρεμένος», κι ήταν έτοιμος ν’ αρπαχτεί με το παραμικρό, και μια ώρα να μαλώνει. Ο Φούλιας πάλι ήτανε «στεγνός», κι έλεγε πολλά η ανορεξιά κι η αμιλησιά του. Τέλος δεν τα πηγαίνανε πολύ καλά οι δυο τους, εδώ και κάμποσες μέρες. Κι είχανε το λόγο τους.
- Ακόμα, ρε Θανάση, είπε ο κυρ Αντρέας, δεν πήγες στην παλιοπαράγκα; Ούτε τα φώτα έχεις ανάψει… Εσείς, ρε (στα παιδιά), τι καθέστε και κοιτάζετε; Γιατί δε σηκώνετε τα φώτα της πλατέας; Πού ’ν’ οι μουζικάντηδες; Γιατί δεν τους λέτε, ρε, ν’ αρχίζουν; Αυτοί δεν το ξέρουν το καθήκο τους;
- Λείπει ο Μπεντιβόλιας! είπε ένα παιδί. Οι άλλοι δε μπορούνε ν’ αρχίσουνε χωρίς την κλαμπαδόρα…
- Ν’ αρχίσουν όπως μπορούνε, ρε, σύρε πες τους… Ρε Θανάση, δεν ακούς; Δεν πας να κοιτάξεις την παράγκα σου;
- Εσύ έρχεσαι φαγωμένος, κι εγώ είμαι αφάγωτος… και θα ’μαι ως τις δυο από τα
μεσάνυχτα. Το λοιπόν, πώς μπορεί να συνεννοηθεί ένας νηστικός μ’ ένα χορτάτο; είπε βαρύς ο Φούλιας. Άσε με εμένα, ξέρω γω τη δουλειά μου… Βρε, δεν έχω το κλειδί μαζί μου!
Είπε ο Φούλιας, και σηκώθηκε, και ψαχνόταν αμίλητος.
- Δε σου τα λέω γω; είπε ο κυρ Αντρέας. Τι καθέστε σεις, ρε, και κοιτάζετε; Στο διάολο, τι κοιτάζετε; Τώρα τι κάνουμε, ρε Θανάση; Το σπίτι σου είναι μακριά· όσο να τρέξει το παιδί –πού είσαι, ρε Δημοσθένη; Να σπάσουμε την πόρτα, λέω, καλύτερα.
- Ας τρέξει ένα παιδί! είπε ο Φούλιας. Πώς να σπάσουμε την πόρτα; Ύστερα ν’ αφήσω τα πράγματα στην παλιοπαράγκα μ’ ανοιχτή την πόρτα; Ας πάει ένα παιδί!
- Μπαίνουμε από την ποδιά, είπε μια φωνή παιδιού που στεκόταν πίσω από τ’ άλλα τα παιδιά.
Ο Φούλιας γύρισε απότομα και κοίταξε. Ήταν ο Τσιμπλής ο μάγκας, που ’κανε θελήματα στο θέατρο, βοηθός του βοηθού, μ’ άλλα λόγια του Βρακάκια.
- Ποιος σε ρώτησε σένα, ρε κερατόσπορε; είπε ο Φούλιας· κοίταξε το μπαγάσα, μου πήρετην κουβέντα από το στόμα… Ναι, μπορούμε ν’ ανοίξουμε την ποδιά… όμως ας πάει κι ο Δημοσθένης! Δε μπορούμε να μπαινοβγαίνουμε από την ποδιά μπροστά στον κόσμο!
- Τρέχα, Δημοσθένη! φώναξε ο κυρ Αντρέας κατά το Δημοσθένη που ’τρεχε.
Ο κυρ Αντρέας, πειραγμένος, είχε τραβηχτεί μέσα στον καφενέ, κι ο Φούλιας είχε διώξει πια από πάνω του το μαχμουρλίκι, και μιλούσε στα παιδιά του καφενέ, όμως η ματιά του γύριζε με τρόπο κατά τα δικά του τα παιδιά, τους καραγκιοζοβοηθούς να πούμε, που στεκόταν πιο μακριά και περιμένανε τις προσταγές του.
Ήταν ο μικρός Τσιμπλής εκεί, κι ο πιο μεγάλος ο Βρακάκιας. Ζύγωνε όμως κι η ώρα της δουλειάς, κι ο Φούλιας είχε σηκωθεί κι ορθός αγόρευε.
- Ρε παιδί μου, έλεγε, άμα σ’ έριξε η μοίρα σ’ αυτή τη δουλειά την άτιμη, κι έχεις λίγο συνείδηση, και θέλεις να κάνεις τον καραγκιοζοπαίχτη, στα σοβαρά δηλαδή, όχι να κοροϊδεύεσαι με το κοινό, τότε… με βλέπεις εμένα που κάθουμαι κειπέρα και φουμέρνω; Νομίζεις πως φουμέρνω, δηλαδή; Το κεφάλι μου το ξέρει. Όσο και να θυμάσαι απόξω τα λόγια που θα πεις, όσο και να πιτηδεύεσαι και μπορείς να τα καταφέρνεις – και τα μπαλώνεις άμα τύχει μια περίσταση, τύχει και τα χάσεις, δηλαδή –, τότε, αν τύχει και τα χάσεις, τα ’χασες, φασκέλωσέ τα, δεν τα μπαλώνεις ύστερα! Τότε, δηλαδή, «κόφ’ το, ρε κρύε!». Άμα ακούσεις αυτή τη φωνή, χάθηκες, θα τα χάσεις χειρότερα! Εγώ δεν είμαι, δηλαδή, από κεινούς που τα χάνουν εύκολα, ούτε θα μου πει ο άλλος «κοφ’ το», αλλά, ρε παιδιά, μα τη Βαγγελίστρα, τίποτ’ άλλο δε φοβήθηκα στον κόσμο, παρά μοναχά εκείνο τ’ άτιμο, το «κοφ’ το» δηλαδή. Τότε πρέπει να ’χεις έτοιμη κι εσύ μιαν απάντηση, να κόψεις το «κοφ’ το» δηλαδή, ειδεμή χάθηκες, έσβησες! Τέλος, τι να σας τα λέω, πρέπει ο καλλιτέχνης ο καραγκιοζοπαίχτης να μελετάει το μέρος του – πα’ να πει, όλα τα μέρη που ’χει να παίξει, κι όχι να περιμένει από την έμπνεψη. Γιατί τότε, δηλαδή, άλλον Καραγκιόζη θέλεις να παίξεις κι άλλον παίζεις, άλλο Χατζηαβάτη, κι άλλο Διονύσιο, και το κοινό άλλη παράσταση ξέρει κι άλλη βλέπει. Δεν είναι, δηλαδή, όπως σε άλλα θέατρα· εκεί πρέπει να βάνεις και δικά σου λόγια, άμα βλέπεις κι ο συγγραφέας είναι σαχλός. Εδώ… σαχλαμάρες απαγορεύονται· ό,τι έχεις να πεις, θα το πεις σα μαθητούδι που λέει το μάθημα! Δε λέω, αν τύχει κι έχεις τίποτα δικό σου, μπορείς να το βάνεις… πώς όμως θα το κάμεις αυτό; Ιδού η Ρόδο, ιδού και το ρόπαλο. Εδώ σου λέει ο άλλος είναι τέχνη, όχι σαχλαμάρες. Αλλιώς – «κόφ’ το» μοναχός σου, για να μη σου το κόψει το κοινό.
Τα παιδιά του καφενέ γελάσανε, κι ο Φούλιας έκλεισε πονηρά το μάτι, δείχνοντας με τρόπο πως τα λέει αυτά για να τ’ ακούσουν οι βοηθοί του. Ύστερα γύρισε και κατά τους βοηθούς του κι είπε:
- Για σε τα λέω, πεθερά, για να τ’ ακούει η νύφη… Πού είναι, ρε, ο Αποφόρης;
- Δε φάνηκε ακόμα, μάστορη! είπε ο Τσιμπλής με ζήλο πάλι.
- Ποιος σε ρωτάει εσένα, ρε μπαγάσα; είπε ο Φούλιας· πάλι εσύ μπροστά μου;… Εσείς ρε οι άλλοι δε μιλάτε;
Τα παιδιά κατεβάσανε τα μάτια με σεβασμό παραπανιστό, γεμάτα υποκρισία.
- Εσύ, ρε Βρακάκια, θα με βοηθήσεις απόψε μοναχός σου; Δεν αξίζεις τίποτα! Έλα,
τραβάτε κατά την παράγκα!
Και τοιμάστηκε να κινάει κι ο Φούλιας, κατά την παράγκα, μα γύρισε απότομα κατά τα παιδιά του καφενέ, κι έδειξε τους μάγκες.
- Να, απ’ αυτούς βγαίνουν οι καραγκιοζοπαίχτες! είπε σοβαρά. Ετούτοι δω όμως δεν αξίζουν τίποτα! Ο άλλος, ο Αποφόρης, δηλαδή, αυτός θα γίνει «διάσημος» – καλύτερος κι από τον εαυτό μου! Πώς το λένε, να!
Η αλήθεια είναι πως από τα δυο παιδιά, ο Βρακάκιας είχε πιο μεγάλη πείρα· ήξερε απόξω τις παραστάσεις· μάντευε του μάστορη το νόημα· πρόφταινε να του περνάει στο χέρι την κάθε φιγούρα που χρειαζόταν ίσα ίσα τη στιγμή που ’πρεπε. Ο άλλος όμως, ο Αποφόρης, ήτανε σπάνιος στην τέχνη να μιμείται τις διάφορες φωνές, και μάλιστα τη φωνή του Καραγκιόζη περίφημα την έκανε. Νόμιζες πως ο ίδιος ο μάστορης, ο Φούλιας, ήταν που μιλούσε, άμα τύχαινε μονάχο το παιδί μες στην παράγκα κι «έκανε» τα πρόσωπα, μιλώντας μοναχό του. Τ’ άκουγε ο μάστορης καμιά φορά, κι απορούσε με την τέχνη του. Γι’ αυτό και τ’ αγαπούσε το παιδί, και δεν έκρυβε την προτίμηση που ’χε από τον κακομοίρη το Βρακάκια. Τούτος πάλι ζούλευε κρυφά τον Αποφόρη, γιατί ό,τι κι αν έκανε, ποτέ δε μπορούσε να «κανοποιήσει» το μάστορή του. Ο Τσιμπλής πάλι, ο πιο μικρός κι ο πονηρότερος, αυτός είχε φίλο πιστό τον Αποφόρη, μα τον είχε και προστάτη από τις φάπες του Βρακάκια, που ξεθύμαινε ο άθλιος στον αδύνατο, γιατί ήξερε πως τον Αποφόρη ο μάστορης δε θ’ άφηνε ποτέ κανείς να τον πειράξει στο παραμικρό. Τέλος, τα τρία μαγκάκια τρωγόνταν αναμεταξύ τους, μόλο που ο άλλος ο χορός των ξυπόλυτων, που πολεμούσανε να δουν από τις χαραμάδες την παράσταση, μακαρίζανε τους τρεις αυτούς για την τύχη που ’χανε να μπαίνουν και να βγαίνουνε στα ιερά και στ’ άγια της παλιοπαράγκας. Παρακαλούσαν κι οι ξυπόλυτοι τον κυρ Αντρέα να τους δίνει καμιά δουλειά, για ν’ αποχτήσουν το δικαίωμα να μπαίνουμε, μα πού; Όσο βαστούσε η παράσταση, φύλαγε με τη ματσούκα ο κυρ Αντρέας γύρω γύρω από τα παλιοσάνιδα, και καθώς ήτανε σκυμμένα τα παιδιά, με τα μάτια στις χαραμάδες κολλημένα, την τρώγανε ξαφνικά την ξυλιά στα πισινά. Κι αυτό βαστούσε κάθε βράδυ· ερχότανε καμιά φορά και χωροφύλακας. Τέλος είχανε πόλεμο τα παιδιά με τον Κονταργύρη, και του σπάζαν τα σανίδια, και γυρεύανε να του κάνουν πάντα το κακό, μα πώς; Δεν τους περνούσε. Με το Φούλια όμως τίποτα δεν είχανε. Τονε θεωρούσαν ίσο και Θεό.
Τα φώτα του θεάτρου ήταν αναμμένα, κι ο κόσμος αρκετός, είχανε συναχτεί, και περιμέναν ήσυχα σα να βρισκόντανε στην εκκλησιά κι ήτανε ν’ αρχίσει η λειτουργία. Φάνηκε ο Φούλιας σοβαρός να περνάει ανάμεσα στα ξύλινα θρανιά, κι ανάμεσα στου σεβασμού τα ψίθυρα· ο Βρακάκιας ερχόταν από πίσω του. Να τος όμως ο Τσιμπλής τρεχάτος, παρουσιάζεται μπροστά στο Φούλια.
- Μάστορη…, του λέει μισόπνοος.
- Τι ’ναι ρε; προφταίνει και τονε ρωτάει με θυμό ο Βρακάκιας.
Ζήλεψε γιατ’ είπε μάστορη το Φούλια, που αυτός μονάχος είχε αυτό το δικαίωμα, το ιερό και πολυτίμητο.
- Η ποδιά είν’ ανοιχτή! είπε το παιδί κοιτάζοντας το Φούλια μες στα μάτια. Τη βρήκα ξηλωμένη…
- Τι λες ρε; είπε ο Φούλιας άγριος· ποιος την ξήλωσε;
- Δεν ξέρω, μάστορη, είπε το παιδάκι τρέμοντας· είδα που την τίναζε ο αγέρας, κι έτρεξα να σου το πω.
- Τρέχω να δω! είπε ο Βρακάκιας πρόθυμος.
- Στάσου, ρε, πάμε μαζί! είπ’ ο Φούλιας με χαμηλή φωνή κι ανήσυχη.
Ποδιά είναι ο τεντωμένος μουσαμάς που σκεπάζει το κάτω μέρος της σκηνής, ζωγραφισμένος με σκηνές ηρωικές, κι έτσι κρατεί τον τόπο μιας αυλαίας ακίνητης, που δε σηκώνεται ποτέ ούτε πέφτει. Ήβρανε την ποδιά λοιπόν ξεκάρφωτη, σκύψανε και μπήκαν από κει, σαν κλέφτες, στην παράγκα. Το φως απ’ τα φανάρια τ’ αναμμένα της αυλής, που τα κατεβάζαν άμα θ’ άρχιζε η παράσταση, περνούσε το λευκό πανί, τον καραγκιόζ μπερντέ, λιχνιζότανε χλωμόλευκο και φώτιζε τα μέσα της παράγκας.
- Μας πήραν τις φιγούρες! φώναξε ο Τσιμπλής, πρώτος πάλι και πρόθυμος.
- Χάθηκα! είπε ο Φούλιας πιάνοντας τα μαλλιά του μ’ ένα κίνημα, κι έψαχνε τριγύρω στα διπλά σκοινιά τα τεντωμένα σα να μην πίστευε τα μάτια του.
Ο Βρακάκιας έτρεξε στον κυρ Αντρέα, χωρίς κανένας να του παραγγείλει, και τον έφερε κι αυτόν εκεί μπροστά στη συφορά. Έγινε τότε ένα κακό μεγάλο, φωνές, βρισιές, φοβέρες μεταξύ Φούλια και Κονταργύρη. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω στην παράγκα ανήσυχος να μάθει. Πάει η «συνέχεια» του Κατσαντώνη… Όσο για φιγούρες σαν του Καραγκιόζη και του Μπαρμπαγιώργου, κι άλλες παρόμοιες, είχε η παλιοκασέλα – σα να λέμε, της χάρτινης παρέας το παλάτι –, είχε διπλές και τρίδιπλες να προμηθέψει· άλλον όμως Κατσαντώνη, άλλον Κώστα Λεπενιώτη, και τ’ άλλα παλικάρια, και το Μάνθο το γραμματικό, και τον ίδιο τον Αλή, όλα προσώπατα σημαντικά και φουστανελοφόρα, με χρωματιστά γελέκια και μεϊντάνια, με πουτούρια και σαρίκια, φέσια κι άρματα φανταχτερά, που θέλανε καιρό και τέχνη να κοπούνε στο χαρτόνι, και κολληθούνε, στολιστούνε μ’ άλλα διάφανα χρωματιστά χαρτιά για να θαμπώνει το κοινό η φορεσιά τους η πολύχρωμη – τέχνη τέλος που κανένας άλλος δεν τον έφτανε το Φούλια –, τέτοιες φιγούρες δεν υπήρχαν άλλες στην κασέλα, ήτανε μοναδικές, όσο να πεις αξίζανε, τέλος το καύκημα κι η περηφάνια του Φούλια του «διάσημου».
- Τι είν’ αυτό το κακό που ’παθα; είπε ο κυρ Αντρέας πέφτοντας σε μια καρέκλα απάνου.
Του κυρ Αντρέα ο πόνος νόμιζε κανείς ήτανε προσβολή βαριά στο Φούλια.
- Εσύ δεν έπαθες τίποτα! είπε ψυχρά ο Φούλιας· εγώ έπαθα ό,τι έπαθα. Τέτοιες φιγούρες, δεν έπρεπε να ’χω μπιστοσύνη στην παράγκα… Όσο να τις φκιάσω, ξέρω γω τι τράβηξα.
- Εκείνο που ξέρω γω, είπε ο κυρ Αντρέας ξανάβοντας, είναι πως πρέπει να ’χουμε απόψε «Κατσαντώνη», τίποτ’ άλλο γω δεν ξέρω… Κάμε όπως μπορείς… Το λάθος είναι δικό σου!
- Σώπα, πάψε, μας ακούνε! είπε ο Φούλιας, πιο πολύ φοβισμένος παρά θυμωμένος· το κοινό θα γυρέψει πίσω τα λεφτά του… άμα θυμώσει μάλιστα, τα κάνει όλα κεραμιδαριό! Το κατάστημα δικό σου είναι… Σώπα, είπα! θα μας ακούσουν απόξω πως μαλώνουμε… Σύρε συ στον πάγκο σου, κι άφησ’ εμένα… «Συνέχεια» δεν έχει, βγάλ’ το από το νου σου… Τράβα, είπα, στο τεζάχι σου, κοίτα τα σιτήρια σου! Για να κάμω άλλες φιγούρες, θέλω δέκα μέρες, και να δω αν θα τις καταφέρω σαν τις πρώτες! Μην κοιτάς, εκείνες ήταν, σπάνια πράματα, τις έκαμα στις ώρες μου, στα κέφια μου… Εσύ δεν καταλαβαίνεις.
Έπεσε απάνου στην παλιοκασέλα, μ’ ένα βόγκημα σα να του σκοτώσαν τον πατέρα.
- Δεν τ’ αφήνεις αυτά, ρε… καλλιτέχνη! είπε ο κυρ Αντρέας φουρκισμένος, και ρίχτηκε να βγει όξω βιαστικός, για να μη γίνουν τα χειρότερα.
- Τόσο νιώθεις, τόσο λες! του ’ριξε ο Φούλιας από πίσω την απάντηση. Δεν πας να
μαλώσεις με το ναργιλέ σου, λέω γω. Αυτός βαστάει τις διοτροπίες σου.
Κι αλήθεια, ο κυρ Αντρέας ο Κονταργύρης πήγε ίσια και τα ’βαλε με τον ταμπή· τώρα ήβρε να θυμηθεί πως δεν του ’χε κάμει το ναργιλέ σέρτικο καθώς τον έπινε. Έτοιμος όμως κι ο ταμπής να του αντιλέξει, έτοιμος κι ο κυρ Αντρέας να μην του το επιτρέψει, του λέει να φύγει αύριο, χωρίς άλλο· γυρίζει ο ταμπής, του απαντάει θα φύγει τώρα, αμέσως. Τέλος είδανε και πάθαν ως που να τους χωρίσουν οι πελάτες οι ταχτικοί του καφενέ, που καθισμένοι αράδα, έρριζα στον τοίχο, κάθε βράδυ ρουφάν το ναργιλέ, ακούνε λίγο Καραγκιόζη, ακούνε και κανέναν αμανέ, ακούνε και κανένα Κλέφτικο, βλέπουνε τον κόσμο να περνάει για το θέατρο με μάτι θολωμένο, ακολουθούν και το τι γίνεται τριγύρω στο τεζάχι με μάτι πονηρό. Τέλος, μέγας είσαι Κύριε, τι βραδιά καραγκιοζαίικη είναι τουτηδωνά.
Αφού άδειασε ο κυρ Αντρέας την παράγκα από την παρουσία του, έφτασε κι ο Δημοσθένης με το κλειδί κι άνοιξε την πόρτα. Γύρισε τότε ο Φούλιας και κοιτάχτηκε καλά με το Βρακάκια.
- Ποιος το ’καμε αυτό, ρ’ Αντώνη; είπε ο Φούλιας μ’ ένα σπαραγμό στη φωνή του.
Για να μιλήσει στο Βρακάκια με τ’ αληθινό του τ’ όνομα, κι όχι με το παρατσούκλι του, θα πει πως ήτανε σοβαρή η περίσταση. Το κατάλαβε, και το ’ξερε μονάχος του ο Βρακάκιας. Η ταραχή του γράφτηκε στο πρόσωπο του κακομοίρη.
- Δεν ξέρω, μάστορη, είπε και τρεμόσβηνε η φωνή του.
- Ποιος το ’καμε αυτό, ρ’ Αντώνη…ρε Βρακάκια! ξαναρώτησε με παράπονο μαζί και κατηγόρια ο Φούλιας, σα να ’θελε να ρίξει την αιτία στο παιδί.
- Δεν ξέρω, μάστορη! είπε το παιδί με σπαραγμό, σα να φοβότανε μην ήταν ένοχο το ίδιο… Έτσι, να μου χυθούν τα μάτια, μάστορη, δεν ξέρω!
Ήταν έτοιμο να κλάψει· φοβότανε μη χάσει τ’ αξίωμα
- … Έτσι, μα τα κόκαλα της μάνας μου… να χάσω τ’ αδρεφάκι μου, που το ’χω ένα, δεν ξέρω…
Ο Φούλιας πρώτη φορά άκουγε πως είχε κι αδερφάκι το παιδί· φαντάστηκε πως θα ’τανε κι αυτό κανένα μορτάκι σαν ετούτο, και γέλασε από μέσα του για τους όρκους του παιδιού. Πίστεψε όμως τους όρκους του.
- Ποιον υποψιάζεσαι; ρώτησε ο Φούλιας μαλακότερα.
Του Βρακάκια ο νους πήγαινε κάθε στιγμή στον Αποφόρη, και τα μάτια μιλούσαν έξυπνα, μα φοβότανε να ξεστομίσει τ’ όνομά του. Είχανε μεγάλη ζήλια οι δυο τους μεταξύ, κι αυτό το ’ξερε καλά ο μάστορης· ίσα ίσα μαλώνανε για την εύνοιά του.
- Δε μιλάς, ρε; είπε ο Φούλιας με φοβέρισμα.
- Δυο μπαίνουνε στην παράγκα, μάστορη, είπε τρέμοντας το παιδί· εγώ…
- Κι ο Αποφόρης, ε; ακούστηκε από πίσω μια φωνή· αλλού να τα πουλάς αυτά, Βρακάκια!
Ήταν ο Τσιμπλής που μίλησε έτσι. Στεκότανε κοντά στην πόρτα, και κρυφάκουγε έτοιμος να πεταχτεί έξω. Τούτος πάλι, ο Τσιμπλής, όσο αγαπούσε τον Αποφόρη, τόσο μισούσε το Βρακάκια.
- Τσακίσου όξω, ρε παλιορουφιάνε! φώναξε ο Φούλιας μανιασμένος. (Το παιδί τσακίστηκε.) Ποιος τονε ρώτησε τον άτιμο… Λες αυτός να το ’καμε, ρ’ Αντώνη;
- Αυτός τα πήρε, αυτός!
- Γιατί; ρώτησε ο Φούλιας μ’ απορία.
- Δεν τον έδειρε προχτές το βράδυ ο κυρ Αντρέας, γιατί μπήκε από μέσα στο τεζάχι, την ώρα που ’λειψε αυτός μια στιγμή;
- Και πως μπήκε στο τεζάχι, ρε, τι του ’φταιξα γω; Αν ήθελε να κάμει κακό στον
Κονταργύρη, τι έχω να κάμω γω στην υπόθεση; Λέγε, ρε!
- Δεν είπα γω πως έφταιγες, μάστορη… άλλος έφταιγε!
- Ποιος έφταιγε, ρε, μίλα ξάστερα, μη σου ανάψω στο κεφάλι όλη την κασέλα την
καραγκιοζαίικη.
Κι ο Φούλιας σήκωσε στο χέρι το σκέπασμα το ξεκάρφωτο.
- Ο Κονταργύρης έφταιγε, σου το ’πα, μάστορη…
- Να σου πάρει ο διάολος τον Κονταργύρη… Εσύ, ρε, έφταιγες, που μ’ έκανες και θύμωσα με το παιδί! Όλο εσύ το κακόβανες σ’ εμένα. Τ’ αρνιέσαι, ρε, τ’ αρνιέσαι; Όλο βρισίδι και μαλώματα είχες μαζί του. Το βρήκες αθώο το παιδί, είδες που δε μιλάει, και το κυνηγάς. Κάθε τόσο και: «Μάστορη, ο Αποφόρης έκαμε το και το». Θέλεις να το διώξω απ’ την παράγκα και κοιτάς με δολιότη να του φας το μάτι. Δε σου βαστάει να βγεις στα φανερά, να μαλώσεις, να δαρθείς· ξέρεις πως θα τις φας. Ξέρεις, άμα θυμώσει, γίνεται θερίο. Όσο κάνει υπομονή, το βασανίζεις σαν το Γιούδα, άμα αγριέψει, συμμαζεύεσαι, γιατί σου την τινάζει την προβιά, ας είναι και μικρότερος.
- Εμένα; είπε ο Βρακάκιας πειραγμένος.
- Εσένα, αμέ ποιον, εμένα, ρε;
Εκείνη τη στιγμή ο Τσιμπλής μισάνοιξε την πόρτα.
- Ο Αποφόρης, μάστορη, είπε, ψες το βράδυ ήταν από πίσω στην παράγκα και
κρυφοκοίταζε στις χαραμάδες· ήτανε με την παρέα του, τ’ άλλα τα παιδιά. Ψες το βράδυ τονε χτύπησε ο Κονταργύρης, και του ’πε να μην ξαναπατήσει δω…
- Του ’πε τέτοια κουβέντα, ρε, του παιδιού; Γιατί δε μου το ’λεγες; είπε ο Φούλιας σα να τονε πρόσβαλε κανείς βαθιά.
- Δεν ήθελα να σε βάλω να μαλώνεις, μάστορη, είπε ο φρόνιμος Τσιμπλής.
- Εσύ, ρε σιγαλό ποτάμι, ρε σουπιά, που θολώνεις τα νερά, γιατί δε μου το ’λεγες;
Ο Βρακάκιας έριξε κάτου το κεφάλι μοχτηρά και σώπαινε.
- Αυτός είναι κόμμα με τον κυρ Αντρέα! είπε ο Τσιμπλής δείχνοντας το Βρακάκια με την πιο μεγάλη καταφρόνεση.
- Καλά, είπε με σκοτεινή ματιά ο Φούλιας, θα λογαριαστούμε.
- Το ’καμε να ξεδικηθεί τον κυρ Αντρέα που τον έδειρε! έριξε πάλι στη μέση το λόγο του ο Τσιμπλής.
- Πήγαινε όξω, στο διάολο! είπε ο Φούλιας, ξεθυμαίνοντας τώρα στον Τσιμπλή. Κοίταξε καλά, ρε, να μη σου βγει καμιά κουβέντα στ’ άλλα τα παιδιά, πως τάχατες (αυτό το τόνισε πολύ) έκλεψε ο Αποφόρης τις φιγούρες – δε θα ξαναπατήσεις εδωμέσα, ούτε συ, ούτε άλλος κανένας (κοιτάζοντας άγρια το Βρακάκια), καταλάβατε; Δε θέλω ν’ ακουστεί τίποτα στην αλαναρία, την ευγενέστατη παρέα σας… όχι πως μου κλέψαν τις παλιοφιγούρες (τις καταφρονούσε τάχα), και θα με κοροϊδεύουν, αλλά βάνω κάτου το κεφάλι μου πως την κλεψά δεν την έκανε ο Αποφόρης… Άλλος είν’ ο κλέφτης, θα τον πιάσω γω, στου φιδιού το κέρατο να κρυφτεί, θα τον πιάσω!… Έλα, πάρε πόδι, κύριε Τσιμπλή… όχι στάσου να βοηθήσεις, κι αν σου αρέσει εσένα κι αλλουνού, μαρτυράτε τίποτα… Άμα μάθουν απόξω οι άλλοι οι ευέλπιδες πως με κλέψαν, θα τους ανοίξει κι αυτωνών η όρεξη, και θα μου ρημάξουν τις φιγούρες… Ελάτε τώρα, γλήγορα! Βγάλτε τον Πασά, το Σελίμη, το Μεχμέτη, θα παίξουμε τον «Καραγκιόζη φούρναρη»! Διόρθωσε το λυχνάρι, ρε, σένα το λέω, ρε Τσιμπλή, όχι αυτό, τ’ άλλο, τύφλα! Δώσε μου εσύ τον Καραγκιόζη… Βάρα το κουδούνι να σωπήσει η μουσική… Έτοιμοι;
Ο κόσμος έξω τίποτε δεν είχε νιώσει απ’ αυτό το δράμα το παρασκηνιακό. Περίμενε πρώτα το χορό του ξύλου που χορεύει ο Καραγκιόζης με το Χατζηαβάτη δέρνοντας, ύστερα τον καβγά του Μπαρμπαγιώργου με το Βεληγκέκα, όπου ο φουστανελάς πληρώνει στον Αρβανίτη όσο ξύλο έδινε, τόσους αιώνες, στους αθώους χριστιανούς, κι ύστερα τέλος τη «Συνέχεια». Μα να και βγαίνει ο Καραγκιόζης στο μπερντέ μονόπλευρος, όπως τον καταδίκασε κι αυτόν και τους συντρόφους η κακή τους μοίρα, βγαίνει σκυφτός και κακομοίρης δείχνοντας πάντα το ένα μάτι κι αυτό στραβό, και λέει στο κοινό:
- Αξιότιμοι κύριοι, απόψε μπήκαν κλέφτες στο μαντρί, κλέψανε το λαγιαρνί… Απόψε ο Κατσαντώνης πήρε τον Κώστα και τα παλικάρια τους και παν, και πάνε…
Εδώ έκοψε το λόγο του ο Καραγκιόζης, έσκυψε το ξερό κεφάλι του, κι έκανε πως γυρεύει κάτι γύρω στα ποδάρια του.
- Τι λες, ρε, είπε ένα χασαπάκι απόξω· τι, δηλαδή, δε σε καταλαβαίνομε!
- Δεν έχει απόψε Συνέχεια; ακούστηκε άλλη βραχνή φωνή.
Στην πλατεία γίνηκε κάποια κίνηση· ξεφωνητά σκόρπια τιναζόνταν από μια στην άλλη άκρη, κι αρχίζανε και φοβερίσματα με χαμηλή φωνή. Όλοι ανησυχούσανε για τη Συνέχεια. Ο Καραγκιόζης τότε ανησύχησε κι αυτός. Άφησε λοιπόν τα χωρατά στην άκρη, και με φωνή που ’τρεμε, και με τόνο σοβαρό, που δεν του ταίριαζε, και τον παράστηνε γελοίο από κωμικό, άρχισε να λέει, πάντα μονόπλευρος, όπως ήτανε της μοίρας του, μα τώρα θα ’λεγε κανείς σκοπίμως το ’κανε, γιατί δεν ήθελε ν’ αντικρίσει το κοινό κατάματα απ’ το φόβο του.
- Λέω, δηλαδή (κι έσκυβε πάλι σαν το ζούδιο που σκαλίζει μες στο χώμα), πως κάποιος άτιμος μάς χάλασε τις φιγούρες, μπήκε στην παράγκα και τις έσκισε… Λοιπόν απόψε δεν έχει Συνέχεια, μα έχει άλλη παράσταση, ωραία και κωμική, που θα γελάσει το παρδαλό κατσίκι. Παρακαλώ να μας συχωρήσει το σεβαστό κοινό… Ως την Κυριακή όμως θα κάμουμε άλλες φιγούρες, άλλον Κατσαντώνη, άλλο Λεπενιώτη, άλλο Μάνθο, και η παράσταση θα γίνει τέτοια… που δε ματάγινε άλλη! Κατά το παρόν, αν αγαπάτε, μείνετε απόψε να γελάσετε, και την άλλη Κυριακή θα κλάψετε… με την ησυχία σας! Λοιπόν, υπομονή λιγάκι… Πρώτα τα γέλια κι ύστερα τα κλάματα… Πρώτα έπρεπε να μπουν τα κλάματα, μα τι να κάνομε, το λάθος δεν είναι δικό μας, είν’ αλλουνού… Ουφ, έσκασα!
Ο Καραγκιόζης από το κακό του είχε λησμονήσει τη φωνή του, μες στην ταραχή του, και μιλούσε με… του Φούλια τη φωνή. Κι ύστερα έμεινε βουβός, ξερός, μονόπλευρος και ψόφιος, κολλημένος στο πανί.
- Να μας δώσετε πίσω τα λεφτά μας! Εμείς ήρθαμε για τη Συνέχεια, όχι για τίποτ’ άλλο!
Ο Φούλιας είχε βγει από την παράγκα, και στεκόταν ο ίδιος πια μπρος στο κοινό.
- Κάτι λάθος… τέλος κάτι δυστύχημα, είπε (και χαμογέλασε μ’ άνοστο μορφασμό),
συνέβηκε στο θίασό μας… Οι καλύτερες φιγούρες χαλαστήκανε… Ανεξάρτητο της θέλησής μας… Αν αγαπάτε, μείνετε στην παράσταση, αν δεν αγαπάτε, θα πάρετε πίσω τα λεφτά σας. Θα παίξουμε «Ο Καραγκιόζης φούρναρης».
- Όχι, ο «Καραγκιόζης βασιλιάς» να παίξεις! είπε μια φωνή απότομη.
- Γιατί δε λες πως σου κλέψαν τις φιγούρες; ακούστηκε η φωνή του κυρ Αντρέα πίσω από τον κόσμο, προς την αμπατή του μικρού θεάτρου· ε, γιατί δεν το μαρτυράς; Γιατί να κρυβόμαστε από τ’ αξιότιμο κοινό;
- Πες το λοιπόν η αφεντιά σου, που το ξέρεις καλύτερα από μένα! είπε ο Φούλιας θυμωμένος, και χώθηκε πάλι στην παράγκα.
Οι θεατές είχανε στραβώσει τα κεφάλια τους πίσω, κατά τον Κονταργύρη, που έβγανε το λόγο του.
- Βλέπετε, κύριοι, κάποιος καλός άνθρωπος ήθελε να μου χαλάσει το μαγαζί μου… Ας είναι καλά η καλοσύνη του! Βλέπετε, πήρε μονάχα τις φιγούρες της παράστασης του Κατσαντώνη. Τι θα τα κάμει τα παλιόχαρτα; Η κακία του μοναχά. Φιγούρες να κάμουμε καλύτερες, κι η παράσταση της άλλης Κυριακής κόσμο έχει να χαλάσει… Ε, κύριε Καραγκιόζη, έλα να το πεις κι εσύ, να βεβαιώσεις τ’ αξιότιμο κοινό… Ε, Καραγκιόζη; (μιλιά ο Καραγκιόζης). Αν πάλι… όπως αγαπάτε, κύριοι!
Το κοινό στράβωνε μπρος και πίσω τα κεφάλια θέλοντας πότε να βλέπει το ρήτορα τον αποπισινό, πότε περιμένοντας τον Καραγκιόζη ν’ αγορέψει.
- Θα μείνουμε! είπανε πολλοί. «Ο Καραγκιόζης βασιλιάς»… όχι, «Ο Καραγκιόζης
φούρναρης»! Όχι, ναι!
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο φούρνος στο πανί να παίρνει τη θέση στη γωνιά την αντικρινή από του Καραγκιόζη την καλύβα. Τι να την κάνεις όμως εκείνη την παράσταση· όλα της άνοστα κι ανόρεχτα. Νερόβραστα χωρατά του Καραγκιόζη, σαχλές οι πονηριές του Χατζηαβάτη, κρύος ο φούρνος με το φούρναρη, κρύα και τα φαγιά τους.
Στο τέλος της πρώτης πράξης γλίστρησε ο Φούλιας από τη παράγκα και παρουσιάστηκε στον καφενέ· δίσκο δε θέλησε, ούτε και τόλμησε να βγάλει· θα μάζευε καρπαζιές αντί δεκάρες. Ο κυρ Αντρέας, άμα τον είδε, άναψε:
- Για μένα το ’κανε, το κερατένιο, το αφιλότιμο. Δε θα το πιάσω, πού θα μου πάει;
- Πώς το ’καμε για σένα, και δεν το ’καμε για μένα; είπε παγερά βλέποντας τον κυρ
Αντρέα καταφρονετικά.
- Για να με ζημιώσει! είπε ο κυρ Αντρέας.
- Εγώ, το λοιπόν, δε ζημιώνουμαι; είπε ο Φούλιας ρίχνοντας τα χέρια του στη μέση σα να του ’χανε κάνει καμιά προσβολή.
- Καθένας κοιτάζει τη δική του τη ζημιά! κι έβλεπε ο κυρ Αντρέας αλλού, σα να ’θελε να δείξει πως είχε κι άλλες έννοιες στο κεφάλι του.
- Κοίταξε λοιπόν τη δική σου τη ζημιά, κι εγώ κοιτάζω τη δική μου… κι έτσι ωραία θα περάσουμε!
- Τα χωρατά σου να τα φυλάς καλύτερα για την παράστασή σου!
Και ο κυρ Αντρέας τον κοίταζε κατάματα. Ο Φούλιας μισόκλεινε τα μάτια και τον κοίταζε κι αυτός.
- Μήπως σε ζημιώνω με τα χωρατά μου; Βλέπεις, σε ζημίωσα και στα σπουδαία ως τώρα. Το συρτάρι σου, βλέπεις, βροντάει.
- Και δε με ζημίωσες; είπε ο κυρ Αντρέας μ’ έξαψη κι αυτός. Αν φύλαγες την
παλιοπαράγκα, δε θα σε κλέβανε.
- Παλιοπαράγκα να μη λες το δικό μου θέατρο… Αν παίζω γω, είμαι καλλιτέχνης, αν το βρίζω γω το θέατρό μου, το κάνω από ένα … ετσιθέλω καλλιτεχνικό!
- Δεν είσαι άξιος να το φυλάξεις…
- Τώρα που το ’παθα, δίνω κι εγώ όσες θέλω συβουλές στον εαυτό μου, μα οι ξένες
συβουλές δε μου χρειάζονται.
- Αφού μαζεύεις εκεί μέσα όλους τους μόρτηδες του δρόμου…
- Τώρα θα πάω να βρω τίποτα μόρτηδες του καλού κόσμου για να κάμω τη δουλειά μου!
- Λοιπόν ένας απ’ αυτούς τους τίμιους μόρτηδές σου σ’ έκλεψε, να!
Κι ο κυρ Αντρέας γελούσε μ’ όλη την κακία του.
- Μην προσβέλνεις τα παιδιά, είπε ο Φούλιας με ύφος σοβαρόπρεπο, ρίχνοντας κάτου τη φωνή του. Αυτά τα παιδιά που βλέπεις είναι πιο τίμια κι από… μένα! Κι εγώ έκανα το μόρτη, κύριε Κονταργύρη, πρι να φτάσω εδώ που ’φτασα! Μην προσβέλνεις τα παιδιά!
- Να προσβάλω λοιπόν εσένα; Εσύ τα πήρες; Πες μου, να σε προσβάλω; είπε ο
Κονταργύρης γελώντας δυνατά.
- Εγώ δεν προσβέλνομαι… Δεν είμ’ από κεινούς που προσβέλνονται εύκολα! Μπορείς όσο θέλεις να προσβέλνεις… εγώ δεν προσβέλνομαι! τελείωσε ιλαρά ο Φούλιας τη θεωρία του περί προσβολής.
Τα παιδιά του καφενέ μόλις κρατούσανε τα γέλια.
- Τι γελάτε, ρε; είπε ο Φούλιας τώρα παίρνοντας θυμό. Θέλετε δηλαδή να σας δείξω πως παίρνω γω την προσβολή; Κακό δικό σας θα ’ναι… θυμώνω άγαρμπα, και δε μ’ αρέσει!
- Και δε μας λες ποιος την έκανε την κλεψιά; ρώτησε ένα από τα παιδιά.
- Θέλετε να ’μαι λικρινής; είπε ο Φούλιας χαμηλόφωνα. Την κλεψιά την έκανε άνθρωπος που… διαφερότανε για την παράγκα… την πονούσε μάλιστα! Καλά που δεν την έγδυσε όλη … από φιλία! Πώς το καταλαβαίνω; Μπήκε, και δεν έσκισε την ποδιά, την ξεκάρφωσε με τέχνη, πήρε αυτό που χρειαζότανε, μα το παλιορολόγι, κρεμασμένο στο καρφί, δεν το καταδέχτηκε… Από φιλία, σας είπα!
- Βλέπεις; είπε ο κυρ Αντρέας που κρυφάκουγε· μόρτης ήταν απ’ αυτούς που συμμαζεύεις και σε βοηθάνε χάρισμα! Δεν παίρνεις ένα παιδί τίμιο, με πληρωμή.
- Πληρώνεις η αφεντιά σου, είπε μ’ ορμή ο Φούλιας, να πάρω έναν εύελπι – από το
παναπιστήμιο; Δεν πληρώνεις! Και τάχα, δε συμμαζεύεις η αφεντιά σου μόρτηδες στον καφενέ σου; Ποιος καταβρέχει, ποιος σκουπίζει, ποιος μαζεύει, ποιος απλώνει τα τραπέζια –χάρισμα; Όχι, θα μου πεις εμένα «χάρισμα»!
- Θανάση, δε μιλάς καλά! είπε ο κυρ Αντρέας τώρα σοβαρά.
- Όχι, εσύ μιλάς καλύτερα!
Ο κόσμος που βγήκε από το θέατρο να καπνίσει και να πιει, μαζεύτηκε τριγύρω κι ακολουθούσε την καινούρια αυτή παράσταση «χάρισμα». Οι μουζικάντηδες όμως εκείνη τη στιγμή είχανε πάψει κι ο Θανάσης έπρεπε ν’ αρχίσει.
- Πες τους να παίξουν κι άλλο κομμάτι, ρε! πρόσταξε ένα παιδί. Μιλάω καλά, καλύτερα από σένα (άρχισε να μιλεί ο Φούλιας ησυχότερα βλέποντας τον κυρ Αντρέα ν’ αγριεύει), και θα σου πω κι ένα άλλο τώρα: Κυνηγάς με το ξύλο και με το χωροφύλακα, κάθε βράδυ, τα μορτάκια, για να μη βλέπουν απ’ τις χαραμάδες, λέει… σάματις έχουνε λεφτά να πληρώνουνε… Τι σου κάνουνε τα έρημα, ρε… κυρ Αντρέα, δεν τα λυπάσαι, τα έρημα (τα μάτια του δακρύζαν, έτρεμε η φωνή του), ενώ, ξέρεις, παλαβώνουνε για Καραγκιόζη… Άλλο κακό δεν κάνουνε, χώνουν το μάτι σε καμιά χαραμάδα και κοιτάνε, πέφτουνε της κοιλιάς για να κοιτάζουνε, σηκώνονται στα νύχια, κάνουν ό,τι μπορούνε, όμως τα παλιοσάνιδα τα φυλάνε, δεν τα ρίχνουν, ένα κοίταγμα μονάχα κάνουν. Είναι, δηλαδή, τόσο ακριβό ένα κοίταγμα; Ασ’ τα να κοιτάζουν, έτσι για ψυχικό, τα έρημα… Κι εγώ μόρτης έκανα, κι εγώ παλάβωνα για Καραγκιόζη, κι εγώ όλη μέρα δούλευα στους καφενέδες, τι έκανα για να βλέπω χάρισμα. Για το μορτάκι, το δούλεμα χάρισμα δε λογαριάζεται, το κοίταμα χάρισμα, αυτό είναι το σπουδαίο! Έτσι που λες, η αφεντιά σου (τάχα πως δεν τα ’λεγε στον κυρ Αντρέα). Αν δε μ’ αφήνανε να μπω, τότε εγώ –στις χαραμάδες! Και κανένας δεν κόταγε να με κυνηγήσει με το ξύλο και με το χωροφύλακα, γιατί του ξεκόλλαγα τα παλιοσάνιδα. Προχτές κάποιος, χωρίς λόγο, τσάκισε στο ξύλο τον έρημο τον Αποφόρη, που δουλεύει και στον καφενέ – χάρισμα –, δουλεύει και σ’ εμένα… δε θέλω δηλαδή να πω χάρισμα, είναι δική μου δουλειά τι παίρνει το παιδί! Ξύλο λοιπόν τον Αποφόρη! Τι του ’καμε, ε, τι του ’καμε, ο κακομοίρης, ο έρημος ο Αποφόρης;
Δακρύζανε πάλι τα μάτια του, μα συλλογιζότανε μαζί ο Φούλιας πως έκαμε κακά να ξαναθυμίσει στον κυρ Αντρέα του Αποφόρη τ’ όνομα. Ανησύχησε για το παιδί, μην το στείλει ο κυρ Αντρέας στην κατώγα.
- Λοιπόν, αυτός έκαμε την κλεψιά ο Αποφόρης σου! είπε ο κυρ Αντρέας άγριος, αφού συλλογίστηκε. Σύρε τώρα στην παράσταση, κι αύριο σου διορθώνω τ’ αποφόρια του.
- Το παιδί δε θα το πειράξεις, ούτε τρίχα! είπε ο Φούλιας αποφασιστικά.
- Σύρε στο διάολο!
- Δεν πάω, έχω παράσταση! είπε ο Φούλιας φιλοσοφικά· τι να σου κάμω, μια διακοπή φτάνει για ένα βράδυ, δυο πέφτουνε πολλές, προσβολή δική μου θα ’ναι, όλοι θα πουν ο Φούλιας φταίει, εσένα τι σε μέλει;
- Δε χαθήκαν οι καραγκιοζοπαίχτες.
- Α, όλα κι όλα, κύριε Κονταργύρη! Τώρα με προσβέλνεις… Θέλεις να πάψω τώρα, θέλεις αύριο; Όπως αγαπάς.
- Όπως αγαπάς εσύ!
- Όχι, εσύ… Α, έτσι δε θα τελειώσουμε· πάω στην παράστασή μου, και σ’ αφήνω ν’
αποφασίσεις ίσαμε αύριο. Εγώ πήρα τη δική μου –γι’ απόψε! Αύριο, βλέπουμε…
- Ρε Τσιμπλή, είπε ο Φούλιας μπαίνοντας στην παράγκα· μην κοιτάς που σε μαλώνω, ρε, καμιά φορά. Έτσι κι εγώ έτρωγα ξύλο, κακομοίρη, απ’ το μάστορή μου το Μίμαρο… Έφαγα ξύλο όσο να βάλω γνώση, ξύλο με το καντάρι, ως που να γίνω –τι να γίνω; Δώσ’ μου φάσκελα! Λοιπόν, άκουσε δω: Τώρα που θ’ αρχίσω να παίζω, να βγεις εσύ να φέρνεις γύρα τα σανίδια απόξω. Αν δεις τον Αποφόρη να κρυφοκοιτάζει, να του πεις –κοίτα, με το καλό! –, να του πεις πως τονε θέλω, να ’ρθει μέσα να του πεις.
Στο δεύτερο διάλειμμα γύρισε ο Τσιμπλής κι είπε πως δεν τονε βρήκε τον Αποφόρη. Στο τρίτο διάλειμμα, τα ίδια.
- Είναι πρώτη βραδιά που λείπει απ’ τα σανίδια, μάστορη! είπε ο Βρακάκιας. Εγώ και ψες τη νύχτα τονε βρήκα κει, στα σανίδια, του ζήτησα μάλιστα κι ένα τσιγάρο, για να δω αν έχει λεφτά από τότε που τον έδειρε ο κυρ Ανδρέας και του ’πε να μην ξαναπατήσει δω.
- Γιατί δεν ήθελε, το παιδί, να κάνει άλλη δουλειά από της παράγκας! είπε ο Τσιμπλής.
- Από τότε που ’φυγε, κάθε βράδυ εκεί τον έβρισκα, στο διάλειμμα, να κρυφοκοιτάζει. Απόψε μοναχά δεν…, τελείωσε ο Βρακάκιας.
- Αυτό το παιδί έχει φιλότιμο… Αυτό πήρε τις φιγούρες! Αν τις έπαιρνε κανένας κλέφτης, λωποδύτης, δηλαδή ταχτικός της «δουλειάς»… ρε μπούφο (στο Βρακάκια:) δε θα ’ρχότανε στα σανίδια κάθε βράδυ; Δε θα το ’κανε, για να δείχνει πως είναι ξένος από το κακό που ’κανε; Οι άλλοι μόρτηδες δεν είναι κει, ρε, κάθε βράδυ; (Στον Τσιμπλή:) Εκεί είναι, πες το, ντε, κι εσύ! Αυτός όμως που πήρε τις φιγούρες είναι πρωτόβγαλτος, βέρτζινος, δεν είναι κλέφτης, λωποδύτης… Ντράπηκε, μπορεί και να μετάνιωσε, γι’ αυτό δεν ήρθε… Να μου κόβεις το κεφάλι, αυτός είναι! (Μ’ άγρια φωνή:) Κοιτάτε καλά, ρε σεις, μην πείτε κανένα λόγο στον Αντρέα τον Κονταργύρη, πως δηλαδή εγώ το υποψιάζομαι το παιδί, κοιτάτε καλά, σας είπα! Έχει διώξιμο και στους δυο.
- Έννοια σου, μάστορη, εγώ δε θα πω τίποτα! είπε ο Τσιμπλής πρόθυμος, και κοίταζε με το ’να μάτι το Βρακάκια που σώπαινε.
- Κοίταξε συ, ρε Τσιμπλιάρη, να μάθεις πού κάθεται, ή θα τονε βρεις σε κανέναν άλλο Καραγκιόζη, το κόβω το κεφάλι μου! Κάτι ξέρω γω… Κάτι καταλαβαίνω, απ’ τον εαυτό μου! Να τον πάρεις λοιπόν από κοντά, να τονε φέρεις γύρα με την πονηριά σου, κοίτα καλά, σε θέλω, ειδεμή δε θα ξαναπατήσεις στην παράγκα! Αύριο βράδυ να μου φέρεις απάντηση. Εσύ, ρε Βρακάκια, δε θέλω ν’ ανακατευτείς στην υπόθεση, δεν το χωνεύεις το παιδί… Τι λέω γω; Δεν αφήνεις άνθρωπο να πατήσει στην παράγκα! Άμα δεις κανένα παιδί να καταλαβαίνει Καραγκιόζη καλύτερα από σένανε, σου ’ρχεται να φας το συκώτι σου. Έλα τώρα, τράβα έξω! Φέρε συ, ρε, το Σελίμη… Όχι το Μεμέτη, ρε στραβέ! Πήγαινε όξω, ρε Τσιμπλή, τι σου ’πα εγώ; Στην παράσταση δε θέλω να ’ναι άλλος εδωμέσα!
Αφού έκλεψε τις φιγούρες απ’ το θεατράκι της «Ωραίας Συνάντησης», νύχτα, ύστερ’ από την παράσταση – κι η αλήθεια είναι πως την κλεψιά την έκαμε έτσι, σε βρασμό, πριν του περάσει ο πόνος απ’ το ξύλο –, ο Αποφόρης δεν πήγε στης μάνας του το σπίτι να κοιμηθεί· μα είχε κι άλλο σπίτι ο Αποφόρης. Κάθε οικόπεδο, κάθε γιαπί, κάθε ρημάδι, ξένο αν ήτανε, ήτανε και δικό του. Πάλι, ξένο ήτανε της μάνας του το σπίτι, ας ήταν και δικό του. Ξένα ήταν και τα ρούχα που φορούσε, κι ήτανε δικά του. Στη μάνα του κοντά δεν έβρισκε άλλο τίποτα παρά κατάρες και βρισιές. Ξενοδουλεύτρα, έβρισκε τον τρόπο να τον κονομάει λίγα παλιόρουχα, για να μην τονε βλέπει ολότελα γυμνό, μα τίποτ’ άλλο δεν την ένοιαζε για το παιδί, ούτε για το ψωμί του ακόμα, από τότε που απελπίστηκε πως ο Αποφόρης δε θα «γίνει άνθρωπος».
- Από μένα τίποτα μην περιμένεις! του το ’κοψε μια και καλή.
Είχε όμως ο Αποφόρης και κάπου αλλού καταφυγή· είχε τη θεια του τη Μαρίτσα, του μακαρίτη του πατέρα του την αδερφή, κι αυτή το πονούσε κάπως το παιδί και το συμμάζευε, και πήγαινε ξεπίτηδες συχνά στη μάνα του για να τη μαλώνει και να της χτυπάει την ασπλαχνιά της μπροστά στη γειτονιά. Η μάνα του Αποφόρη έκανε πως δεν την ακούει, και δεν έβγαζε μιλιά. Είχε πάρει την απόφασή της η γυναίκα, πως είχε βγάλει απ’ την καρδιά το παιδί της, μα ίσως το ’κανε ξεπίτηδες, γυναίκα αποφασιστική, να κάμει και τη θεια, μα και τον Αποφόρη, να πάρουνε κι αυτοί τη δική τους την απόφαση, και να ξεκόψουν απ’ το σπίτι της κι από τα βάσανά της.
Εκεί, στη γριά θεια του τη Μαρίτσα, ο Αποφόρης συλλογίστηκε να πάει να κρύψει τον κλεμμένο θησαυρό του. Το σπίτι έπεφτε στην παρακάτου γειτονιά, σ’ ένα ακρινό σοκάκι, και κανένας, συλλογιότανε, δε θα το ’ξερε να πάει εκεί και να τον ξετρυπώσει τον κλεφτάκο. Έτσι συλλογιότανε ο Αποφόρης.
Καλοκαίρι αφού ήταν, η Μαρίτσα τονε βρήκε το πρωί βαθιά κοιμάμενο τον Αποφόρη στην αυλή, κοντά στον τοίχο. Ο ήλιος έπεφτε στα μάτια του, έσταζε ίδρωτα το πρόσωπό του, μύγες πράσινες πετούσαν και βουίζανε τριγύρω του· η Μαρίτσα τον τραβούσε από το χέρι και τον έκραζε, μα τίποτα. Είχε αργήσει ν’ αποκοιμηθεί ο κλεφτάκος απ’ τη συλλογή του και την ταραχή που του αγρίεψε το νου. Πολύ πια περασμένα τα μεσάνυχτα, κι ο Αποφόρης αγρυπνούσε ακόμα στο σκοτάδι, νοτισμένο, θα ’λεγες, από των αστεριών τ’ αχνό το φως. Με τα τρεμουλιαστά του χέρια ανάδευε τις χάρτινες φιγούρες, τις αράδιαζε στον τοίχο ορθές , έτοιμες να σωριαστούνε καταγής παράλυτες, τις έβανε να περιπατήσουνε και να κινήσουν τα ξεκλείδωτά τους, μα του κάκου. Η μοίρα τους αληθινή ήτανε να ζουν όχι μια ζωή περπατητική, παρά, σωστότερα, μια κρεμαστή ζωή. Γιατί η δύναμη που τα κινούσε δεν ήτανε κρυμμένη στα λυτά τους πόδια-χέρια, παρά κρεμόταν απ’ το θέλημα του τεχνίτη που τους έδινε ζωή.
Έπαιξε κάμποσο ο Αποφόρης έτσι στα μουγκά και στο σκοτάδι, μα χωρίς όρεξη πολλή, παράξενο και τούτο… Ενώ βαθύτατη ήταν η χαρά του, ενώ του λάχτιζε τα σπλάχνα ο φόβος ο γλυκός που δίνει το παράνομο τ’ απόχτημα, τα χέρια του κρυώνανε, και χάναν την τρεμούλα που είχαν όταν πρωτοπιάσαν τις φιγούρες και τις σφίξανε σαν κάτι άπιαστο κι ατίμητο. Αχ, και πόσο πάντα λαχταρούσε, πόσο παρακαλιόταν και καιγότανε να μη λείπει από του Καραγκιόζη τις παράστασες… Θυμήθηκε, όταν πρωτοβρέθηκε μπροστά σ’ αυτό το θάμα, νιόφερτος στη χώρα αυτός, τι θάμπωμα και τι μεθύσι, ακόμα και τι φόβος μυστικός τον πλάκωσε όταν αντίκρισε τους Ίσκιους απάνου στο πανί σαν παράξενα άλλου κόσμου ζώα ν’ αναδεύονται. Κι ενώ έβλεπε, κι ενώ απορούσε, ο νους του, πονηρός ευτύς, χωρίς άλλου παιδιού βοήθεια, θέλησε να μπει στης ύπαρξής τους το κρυφό· τι ήταν οι Ίσκιοι, πώς κουνιόνταν και μιλούσανε και ζούσαν. Δειλό χωριατόπουλο, δεν τόλμησε στην παράγκα να ζυγώσει· ήταν εκεί πολλά παιδιά, κι ο νεόφερτος ο Μήτσος ήταν δειλός, σαν ξένος. Μα τόλμησε σιγά και κρυφοκοίταξε απ’ τις χαραμάδες, και γλυκάθηκε. Έτσι, κάθε βράδυ, έφευγε απ’ το σπίτι, και ξέκοβε από το σχολείο, κι από κάθε λογής δουλειά, και πού τον έβρισκες, στον Καραγκιόζη το μικρό το Μήτσο, μέρα ή νύχτα. Έδεσε πια γνωριμιές μ’ όλο τον κόσμο τον καραγκιοζαίικο, το ζωντανό ή τον άψυχο, και δούλευε γι’ αυτόνε με μια συφωνία μοναχά, να μπαίνει στην παράσταση. Κι οι άνθρωποι, σκληροί, ήβρανε το σφυγμό του και τονε φορτώνανε δουλειά και ξύλο· άλλο κέρδος δεν απόλαψε απ’ αυτούς παρά το παρατσούκλι του, ίσως και καμιά δεκάρα κάποτε. Έκανε αυτός υπομονή, κέρδισε του Φούλια τη μπιστοσύνη, τέλος, για μεγάλη πληρωμή του, αξιώθηκε να μπει στην παράγκα και να δουλεύει εκεί. Τότε όλα του ξηγηθήκανε τα μυστικά, μα κι άλλα περισσότερα. Γλήγορα είχε γίνει και στ’ άλλα τα παιδιά για ό,τι απόβλεπε του μικρού θεάτρου τα μυστήρια μυστικά, τους πιδέξιους χειρισμούς, τους νόμους και τους τρόπους, κι όλα[1]. Τίποτα δεν ήταν που δεν το ’γραψε στο νου του ταχτικά και για πάντα αλησμόνητα. Κινήματα και λόγια του κάθε χάρτινου ήρωα τα ξεστήθισε φαρσί. Μες σ’ όλα τα παιδιά, ήταν ο αμίμητος της φωνής του Καραγκιόζη μιμητής. Το ’ξερε πως αυτό ήταν το πιο δύσκολο, και το κήρυττε στα μαθητούδια του, που χάσκανε μπροστά του. Άμα δεν «κάνεις» τον Καραγκιόζη, χάνεις τα κόπια σου… Ορίστε, έκανε τώρα και το «μάστορη»! Έκανε κριτική και για τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες. Γιατί σύχναζε και στ’ άλλα θέατρα της λογής αυτής, κι απ’ όλους τους θιασάρχηδες έφτασε ν’ αγαπήσει και ν’ αφοσιωθεί στο Φούλια. Και ξακολουθούσε να διδάσκει τη μαρίδα:
- Κανένας δεν κάνει τον Καραγκιόζη σαν το Φούλια, όμως όλοι τους να μαζωχτούνε δε θα καταφέρουν ένα Μπαρμπαγιώργο, όπως τονε καταφέρνει αυτός. Όμως το σιόρ Διονύσιο τον καταφέρνει καλύτερα ο Φλώρος· αυτός κάνει και Κεφαλλονίτη και Κορφιάτη· σ’ αυτό δε μπορεί άλλος κανένας τίποτα! Τι τα θέλεις όμως αυτά τα προσώπατα, άμα έχεις Καραγκιόζη, Μπαρμπαγιώργο και Ντερβέναγα καλό;
Κι άρχιζε να παίζει το Ντερβέναγα, ενώ τ’ άλλα τα παιδιά λιγωνόνταν από θαμασμό, μα κι από ζήλια. Πω να το λέει, πω να το κάνει, πω να το βροντάει στα βιλαέτια, πω να το πατάει σαν το γάτα… Γι’ αυτό το λόγο δεν τονε χώνευε ο Βρακάκιας, μα τονε θάμαζε ο Τσιμπλής, πιστός του μαθητής, και διαλαλητής του στα χαρίσματα τα καραγκιοζοπαιχτικά.
Αυτά νειρευόταν ο Αποφόρης, και μ’ αγάπη έφερνε στο νου του τον Τσιμπλή, ενώ τα χάρτινα ανθρωπάκια είχανε πάρει αλλόκοτη ζωή μες στ’ όνειρό του, και παίζαν και χορεύανε μονάχα τους, κάνοντας τον Αποφόρη ν’ απορεί, και να σπάζει το κεφάλι του να βρει την εξήγηση –μες στ’ όνειρό του, δηλαδή –, ενώ αυτός ως τώρα πίστευε τον εαυτό του αλάθευτο στην τέχνη. Έτσι τον ήβρε το πρωί σε μια υπνοφαντασιά πεσμένο, με τη χάρτινη παρέα του τριγύρω ξαπλωμένη. Τέλος τονε ξύπνησε η γρια-Μαρίτσα τραβώντας και σκουντώντας. Νόμισε στην αρχή πως ήτανε η θεια Παύλαινα του Μπαρμπαγιώργου με τη στρίγκλικη φωνή, και παρά λίγο να της αποκριθεί με τη φωνή του Μπαρμπαγιώργου.
- Ξύπνα, βρε, σε φάγαν οι μύγες, βρε! Πού ’ναι το σπίτι σου, η μάνα σου η προκομμένη; Τι ρούχα είν’ αυτά, πώς τα κατάντησες, βρε; Πού γυρίζεις μέρες-νύχτες χωρίς να με συλλογιστείς και μένα λίγο; Σήκου, σήκου! Έλα να νιφτείς, που θα ’χεις βδομάδες να βάλεις νερό στα μούτρα σου… Δεν ακούς, βρε, δεν ξύπνησες ακόμα; Πού είσαι, βρε;
- Εδώ είμαι… Θεια, εσύ ’σαι;
Σηκώθηκε, τανύστηκε. Δεν είχε ’ρθει ακόμα καλά στον εαυτό του. Βαθιά βαθιά ένιωθε ένα βάρος στην καρδιά, κάτι σαν από λύπη που τον άγγιξε, σαν από φοβέρα κάποια που ήταν έτοιμη να τον πλακώσει.
- Τι είν’ αυτά τα χαρτιά; ρώτησε η θεια του. Κακομοίρη, αυτά θα σου φάνε το κεφάλι!
- Τίποτα, είπε ο Αποφόρης.
Τότε θυμήθηκε την κλεψιά· κάτι από μέσα του τον άρπαξε, τον τίναξε άξαφνα. Έσκυψε, έκαμε πως τίναζε τα ρούχα του, κι είδε στο χώμα τις φιγούρες ξαπλωμένες, μισές τσαλακωμένες απ’ το ίδιο το κορμί του, μες στον ύπνο του.
- Τώρα ν’ άνοιγε η πόρτα και να ’μπαινε η αστυνομία…, είπε μέσα του.
Γλήγορα μάζεψε τις φιγούρες, και τράβηξε να βγει από την αυλή.
- Πού πας, βρε; φώναξε η θεια-Μαρίτσα. Μείνε να μου φυλάξεις το σπίτι, θα λείψω, έχω ανάγκη! Πάρε ψωμί από το ντουλάπι, καθάρισε τα ρούχα σου! Τι νύχια είν’ αυτά, τι χέρια, τι μαλλιά; Πώς κατάντησες έτσι, βρε παιδάκι μου, βρε Μήτσο μου, πώς κατάντησες έτσι; Εσύ είσαι ο Μήτσος, του αδερφού μου το παιδί; Αχ, Παναγιά μου, αχ, Χριστέ μου, πώς μπορώ και βλέπω γω τέτοιο παιδί δικό μου ανιψίδι;
Έκλαιγε η θεια-Μαρίτσα και χτυπιότανε στα γόνατα. Σκοτεινή ήταν η όψη του Αποφόρη – θα ’θελε η γη ν’ άνοιγε και να τον καταπιεί· έσκυβε όσο μπορούσε το κεφάλι, για να κρύψει, έτσι πίστευε, τη ντροπή του. Μαχαίρι του ήτανε μες στην καρδιά της θειας του οι κλάψες… Πώς θα ’θελε κι αυτός να κλάψει και να χτυπηθεί… Πώς θα ξαλάφρωνε η καρδιά του να βρισκόταν κάποιος εκειπέρα να του δώσει ένα αγριόξυλο, που θα το δεχότανε σαν της αυγής δροσιά στο παλιοτόμαρό του, ξύλο χειρότερο από κείνο που δεχότανε στον καφενέ και στην παράγκα… Μα πού, η θεια-Μαρίτσα ποτέ δε σήκωσε το χέρι απάνω του.
Χλωμός κι αδύνατος από την πείνα και την κακοπέραση, άπλυτος, έβλεπε τα πόδια του κατάμαυρα καθώς κοιτούσε κάτου. Άλλο συλλογιζόταν τώρα, κι αυτό θα προτιμούσε να πεθάνει παρά της θειας του να το πει.
Όμως με το κλάμα γρήγορα ξαλάφρωσε η θεια-Μαρίτσα την καρδιά της. Αφού παρηγόρησε και το παιδί με τα καλά της λόγια και του ’πε να πλυθεί, να φάει, να βάλει γνώση, του ’πε δουλειά να βρει, του ’δωσε και λεφτά να κουρευτεί, του ’δειξε πού να κρύψει το κλειδί πριν φύγει, τον άφησε η καλή γυναίκα νοικοκύρη κι έφυγε.
Μπήκε στο σπίτι, κι έφαγε ξερό ψωμί· σιγά, άρχισε να νιώθει κάποιο ξαλάφρωμα, κάποια αλαφρή διάθεση, και τέλος γύρισε στον εαυτό του. Για μια στιγμή θέλησε να βγει πάλι στην αυλή, στο δρόμο, μα κρατήθηκε. Πάλι, θα μένει να φυλάει της θειας το σπίτι ως που να γυρίσει; Ναι, μα πού να πήγαινε; Στ’ άλλα τα παιδιά… Τώρα πια όλα θα ξέραν την κλεψιά· δε θα μπορούσε να κρυφτεί, κάποιο απ’ αυτά θα τον έβρισκε στο δρόμο, θα του ’ριχνε την προσβολή… Τότε θα μάλωνε.
- Εγώ κλέφτης δεν είμαι… Γιατί το ’καμα;
Έτρεξε στην αυλή να γυρέψει τις φιγούρες. Κοίταξε γύρω του.
- Πού τις έβαλα… Εδωνά τις είχα· α, όχι, τις είχα πάρει μέσα· ναι, τις έριξα πάνου στο τραπέζι… ωρέ, τι κάνω γω; Αν έρθει κανένας και με πιάσει… δε με μέλει για τον εαυτό μου… της θεια-Μαρίτσας η ντροπή, αυτό είναι που φοβάμαι.
Άρπαξε στο χέρι τον Κατσαντώνη, τον κοίταξε καλά καλά, σα να τον πρωτογνώριζε· άρχισε να τον παίζει ανόρεχτα, και τον πέταξε μακριά. Έπιασε το Βεληγκέκα, τον Τσούφη, το Μάνθο, δοκίμασε να κάμει του καθενού το μίλημα, δεν το κατάφερε πρώτη φορά. Θύμωσε παράξενα.
- Εσύ ’σαι, ρε, είπε, τινάζοντας στον αγέρα σαν κουρέλι τον Πασά, εσύ ’σαι που θα πιάσεις τον Κατσαντώνη και θα τον κρεμάσεις; – στη Συνέχεια δηλαδή –, αυτός σ’ έπιασε και σου χάρισε τη ζωή –στην πρώτη παράσταση του Σαββάτου. Γιατί, ρε, γιατί θα τον κρεμάσεις… Στο διάολο, ρε, όλοι σας είσαστε αγίνωτοι, τσαγκοί! (Χαμογέλασε στον Πασά:) «Αφέντη πασά (με τη φωνή του Καραγκιόζη), μη με σκοτώσεις τον κακομοίρη, έτσι να χιλιάσουν τα πεθαμένα σου και να συχωρεθούν τα ζωντανά σου!»
Τώρα κι η φωνή του Καραγκιόζη του φάνηκε αγίνωτη, τσαγκή κι αυτή. Έκοψε το παιγνίδι, κάθισε βαρύς. Οι φιγούρες, σκορπισμένες γύρω, του φανήκανε σαν παλιοκούρελα. Κάτι σαν αναγούλα ένιωθε να του ανεβαίνει στο λαιμό· είχε φάει κι όλο τα ψωμί, νηστικός καθώς ήταν απ’ το περασμένο μεσημέρι. Συμμάζεψε τις φιγούρες και κατέβηκε στο υπόγειο. Εκεί η δροσιά του ’κανε καλό. Έμεινε πολύ συλλογισμένος. Ύστερα με προσοχή άρχισε να κοιτάζει γύρω του.
- Να, σ’ αυτό το παραθυράκι θα καρφώσω το πανί που θα μου δώσει η θεια μου· ύστερα εγώ θα παίζω από μέσα, και τα παιδιά θα κοιτάν απόξω στην αυλή… Κανένας δε θα μπαίνει στο υπόγειο… όχι σαν το Φούλια, χάρες δεν έχει· ο Βρακάκιας θα φάει κλοτσιές να ’ρθει… Ας είναι, ο κακομοίρης ο Τσιμπλής θα μπαίνει. – «Θα βοηθάς κιόλα, ρε μαγκούφη, όχι να μαθαίνεις την τέχνη χάρισμα! (Ύστερα, με τη φωνή του Φούλια:) Ορίστε, κύριοι, απόψε έχουμε ωραία παράσταση, ο Καραγκιόζης φούρναρης!» Ναι, να την περιμένετε αυτήνη την παράσταση. (Σώπησε για λίγο κι άρχισε πάλι να μιλεί.)
- Τώρα πρέπει να βρω πανί, πρέπει να βρω χαρτόνια να φκιάσω τις φιγούρες όπως ξέρω γω… Θ’ αγοράσω με τα λεφτά που μου ’δωσε η θεια να κουρευτώ· χρειάζομαι και λυχνάρια, και τόσα άλλα… Βρε, τι κάθουμαι γω και παραμιλάω; Αν με κατάγγειλε ο Κονταργύρης στην αστυνομία, μου φαίνεται σ’ άλλη κατώγα απόψε θα νυχτώσεις, Αποφόρη…
Γύρισε κι είδε με την πιο μεγάλη καταφρόνια τις φιγούρες.
- Και τι διάολο τους ήθελα γω αυτούς όλους τους φουστανελάδες, ο Μπαρμπαγιώργος μου ’φτανε, Καραγκιόζη έφκιανα και μοναχός μου, Χατζηαβάτη έφκιανα… Αν τις βρουν αυτές τις φιγούρες στα χέρια μου… Ξέρεις τι λέω γω, ρε Αποφόρη;
Τις άρπαξε και τις έχωσε στον κόρφο του, μισοσπασμένες. Στο πλάι της αυλής ήτανε μια μάντρα έρημη, κλεισμένη, γεμάτη τσουκνίδες. Σκαρφάλωσε τον τοίχο, κι έμεινε, με την κοιλιά πεσμένος να κοιτάζει μέσα και να συλλογιέται. Πήδησε πάλι κάτω, έβγαλε τις φιγούρες και τις κοίταξε, κάθισε καταγής, κι άρχισε να τις παίζει ανάμεσα στα πόδια του, και να τις βάνει σ’ ένα άσκημο τρελοχορό, σα να ’θελε να τις ταπεινώσει, να τις βρίσει, και σα να καταλαβαίναν το θυμό του και τις προσβολές. Τις παρατούσε πάλι, έστηνε τ’ αυτί κατά το δρόμο, πρόβαινε και κοίταζε σαν το ζουλάπι, κι έμπαινε, και ξαπλωνόταν πάλι· ανόρεχτος, με την καρδιά γεμάτη σιχαμάρα και στις φιγούρες και στον εαυτό του, είχε τα μάτια στυλωμένα αντίκρυ στο κενό. Ως το μεσημέρι έτσι παράδειρε· πλανήθηκε πολλές φορές μέσα κι όξω, βαρέθηκε θανάσιμα γιατί δεν είχε τι να κάμει, τέλος έπεσε στον ύπνο. Ξύπνησε κάποτε. Η θεια του φτάνοντας τον ήβρε ντυμένο, χτενισμένο, ταπεινό και πρόθυμο, και ντροπαλό, και κάπως ευχαριστημένον απ’ τον εαυτό του.
- Θεια, είπε, δε θα ξαναπάω στους Καραγκιόζηδες. Θα κοιτάξω να βρω καμιά δουλειά.
- Μπράβο, παιδί μου, μπράβο σου! Τι τα ’καμες εκείνα τα παλιόχαρτα; Πέταξέ τα πια, παιδί μου!
- Τα ξέσκισα, θεια…
Η αλήθεια, τα ’χε πετάξει μες στη μάντρα, στις τσουκνίδες· έτσι, νόμιζε, γλίτωσε από την αστυνομία.
- Φοβάμαι κείνον τον Τσιμπλή… αυτός ξέρει το σπίτι… α, όχι, δε θα μαρτυρήσει… Βρε, τι λέω, γω; Αφού είδε η θεια μου τις φιγούρες, θα με μαρτυρήσει η ίδια, ψέματα δε θα πει… Και με τι μούτρα θα σταθώ μπροστά της άμα ’ρθούνε να με πιάσουν… Να παίρνεις πόδι, Αποφόρη! Άμα θελήσουνε να σε γραπώσουνε, πρέπει να σε βρουν αλλού, όχι στης θειας Μαρίτσας. Δρόμο λοιπόν!
Τράβηξε ίσα για της μάνας του το σπίτι. Της έκαμε τον υποταχτικό, αμίλητος κατάπιε τις βρισιές της. Του ’πε να φύγει αυτή από το σπίτι, μα δεν έφυγε· του ’πε να πάει σε θελήματα και πήγε· του ’ριξε ένα κομμάτι ψωμί, το πήρε και το μάσησε, χωρίς να το πετάξει στο σκυλί κι αυτός, όπως το ’κανε άμα θύμωνε. Όλα τα βάσταξε, όλα τα παράβλεψε, μ’ ένα σκοπό. Άμα θα τονε γυρεύανε, να τονε βρίσκαν όχι στης θειας του, μα στης μάνας του. Κι εκεί, άμα θα ψάχνανε, τίποτα δε θα βρίσκανε. Ας τονε παίρνανε και φυλακή, μα οι φιγούρες –αυτές κοιμόντανε μες στις τσουκνίδες… Ούτε ο διάολος δε θα τις έβρισκε.
Τ’ άλλο βράδυ, αργά όπως πάντα, έφτασε σειστός, καμαρωτός, ο Φούλιας στην «Ωραία Συνάντηση». Είχ’ έτοιμο το σκέδιό του, μα δύσκολα έκρυβε το στοχασμό του μέσα από τη ματιά του. Είχε αρχίσει συνεννόηση σοβαρή με τον καφετζή της «Ξοχικής Συνάντησης», κι είχε φτάσει σε συφωνία θετική. Ήθελε να δώσει ένα μάθημα στον Κονταργύρη, και να τον κάμει ποτέ του να μην το ξεχάσει. Έλπιζε όμως πάντα πως ο Κονταργύρης θα μετάνιωνε και θα ’πεφτε στα πόδια του. Τα παιγνίδια αυτά τα συμφεροντολογικά τα ’χε ξεσκολίσει ο Κονταργύρης, όπως κάθε καφετζής που ’χει να κάμει με καραγκιοζοπαίχτες. Λοιπόν κι ο κυρ Αντρέας, μόλο που ήταν ανήσυχος, τονε χαιρέτισε ψυχρά κι αδιάφορα, κι ύστερα τονε ξέχασε. Ο Φούλιας τότε, αράθυμος, πειράχτηκε· άρχισε να προδίνεται και να θυμώνει. Ο κυρ Αντρέας γύρισε και τον κοίταξε, σα να κορόιδευε κι αυτόν και το θυμό του. Ο Φούλιας, έτοιμος να πιάσει το ναργιλέ με προσοχή σα να ’τανε να πιάσει τ’ άγια, έκαμε ένα κίνημα, και σκόρπισε το ναργιλέ, που το παιδί του τον ετοίμαζε τόση ώρα. Σηκώθηκε και τράβηξε για την παράγκα. Ο κυρ Αντρέας σώπησε σα φρόνιμος, και σήκωσε το ναργιλέ μονάχος απ’ το χώμα. Είχε ανάγκη ο κυρ Αντρέας να κερδίσει καιρό, μα δε μποδίστηκε να στείλει ένα ζευγάρι φάσκελα στο Φούλια στα μουγκά από πίσω του.
Το θέατρο ήταν έρημο κι αφώτιστο. Οι δυο μάγκες, ο Βρακάκιας κι ο Τσιμπλής, ήτανε πεσμένοι προύμυτα πάνω στα θρανία τα μπροστινά, που ήτανε βαλμένα επίτηδες για τα παιδιά για να μη σπάνε τις καρέκλες, και καθώς περνούσε ο μάστορης, τινάχτηκαν άξαφνα μπροστά του κρύβοντας με τρόπο τ’ αποτσίγαρα στις φούχτες τους.
- Τι κάνετε δω, ρε; είπε ο μάστορης.
- Θα φύγουμε, μάστορη…
- Πού θα πάτε, ρε; Γιατί θα φύγετε;
- Θα σκολάσουμε, δε μένουμε δωπέρα!
- Μωρέ σπουδαία παραίτηση! Πού στο διάολο θα πάτε; Θέλετε να με φοβερίξετε; Ποιος σας πείραξε;
- Μας σκοτώσανε στο ξύλο! είπε ο μικρός Τσιμπλής. Πες τα συ, ρε Βρακάκια!
- Το πρωί, είπε ο Βρακάκιας, κει που κοιμόμαστε με τον Τσιμπλή πίσω από την παράγκα, ήρθε ο κυρ νωματάρχης ο Λευτέρης και μας έπιασε, μας πήγε στο σταθμό και μας έριξε στην κατώγα. Ύστερα ήρθε ο άλλος ο κυρ νωματάρχης ο Ταξιάρχης κι άρχισε να μας ανακρένει πως πήραμε τάχα τις φιγούρες. «–Εμείς δεν τις πήραμε, κυρ νωματάρχη, είμαστε αθώοι… Τη δική μας τη δουλειά θα χαλάσουμε; Εμείς περιμένουμε καμιά δεκάρα… –Τίποτα (μας λέει) τις φιγούρες, τις φιγούρες!». Ύστερα μας παράδωσε στον πρώτο, κείνον που μας έπιασε. Ύστερα άρχισε αυτός να μας δέρνει με το σκοινί.
- Μας σκότωσε, μας μαύρισε το τομάρι! είπε ο Τσιμπλής με παράπονο μισοκακόμοιρο.
- Καλά να σας κάμει! είπε ο Φούλιας μεγαλόπρεπα· πήγαινε όξω, ρε, που ’ρθες σ’εμένα να κλαφτείς!
Ο κοκομοίρης ο Τσιμπλής βουβάθηκε, έξυνε το τομάρι του, ζάρωνε στην άκρη, έκανε πως ήθελε να γλιτώσει από του μάστορή του τάχα τη ματιά. Όσες φορές ο Φούλιας τον απόπαιρνε –και το ’κανε για να τον κρατάει σ’ υπακοή, για να δουλεύει πρόθυμα, και μάλιστα να του χρωστάει και χάρη –, ο Αποφόρης έπεφτε σε μαύρη απελπισιά για το θυμό του μάστορή του, τάχα. Και τούτος πάλι, ο μάστορης, ενώ τα ’ξερε καλά τα «μόρτικα», κολακεύονταν και μαλάκωνε λίγο το θυμό του. Τέλος κι οι δυο τους παίζανε καλά το μέρος τους αυτό. Μα ο Φούλιας τώρα είχε θυμώσει στα καλά, όχι βέβαια με τα παιδιά. Τα κοίταζε και τα πονούσε, τα έρημα.
- Ποιος τους έβαλε, ρε; είπε με συμπάθεια. Ποιος σας κατάγγειλε στην αστυνομία;
Ο Τσιμπλής σώπαινε, και περίμενε πάλι το Βρακάκια να μιλήσει, μα τούτος, με σκοπό, ξέφευγε το ρώτημα. Έπειτα, ποιος άλλος απ’ τον Κονταργύρη έκαμε το κακό;
- Δεν έπιασ’ εμάς μονάχα ο κυρ νωματάρχης ο Λευτέρης! είπε ο Βρακάκιας τώρα θαρρετά. Όλη την ημέρα σήμερα δεν έκανε άλλο με τους χωροφυλάκους παρά να κυνηγάει τα παιδιά. Ένα ένα παιδί που το ’πιανε, του ’δινε ξύλο με το σκοινί! Τα σπίτια γύρω σηκωθήκανε στο πόδι από τα κλάματα, τα βογκητά. Μαζευτήκαν οι γυναίκες και φωνάξαν: «Τι σας κάνουν τα παιδιά του κόσμου και τα δέρνετε; Δικά σας είναι τα παιδιά του κόσμου; Δεν τα ορίζουν οι γονέοι τους; Σ’ αυτούς να πάτε!».
- Σ’ αυτό πετύχαν! είπε ο Φούλιας. Λέγε παρακάτου, ρε άνοστε!
- Ο κυρ Αντρέας τον έβαλε και μας τάραξε στο ξύλο! είπε με θάρρος ο Τσιμπλής.
- Ποιος σε ρώτησε γι’ αυτό, ρε;… Λέγε, Βρακάκια, βρέθηκε τίποτα;
- Τι δηλαδή, μάστορη;
- Φιγούρες, τι άλλο, ρε κοπρίτη;
- Τίποτα! φώναξε ο Τσιμπλής πρόθυμος πάλι.
- Μπα πανάθεμα το κόκαλό σου! είπε ο μάστορης απελπισμένος. Δε θα σκάσεις, ρε, δε θα βγάλεις τον αγκλέορα; Δε σου ’πα να πηγαίνεις όξω;… Έλα δω, ρε, το πίστεψες; Όλο κάνεις πως φεύγεις, κι όλο δω μου βρίσκεσαι, άτιμε! Λέγε, ρε Βρακάκια, είδες πουθενά τον Αποφόρη;
- Ξέρω γω το σπίτι του, μάστορη! φώναξε ο Τσιμπλής και μετάνιωσε πικρά, γιατί την έφαγε τη σφοντυλιά.
- Ποιος σε ρώτησε πάλι εσένα, ρε μαγκούφη; Πάντα θα μου κόβεις την κουβέντα;… Έλα δω, σε θέλω τώρα!
Ο κακομοίρης ο Τσιμπλής είχε κινήσει πια στ’ αλήθεια να φεύγει. Ο Φούλιας γύρισε τώρα κατά το Βρακάκια:
- Άκου δω, ρε Αντώνη, του ’πε, σύρε στον καφενέ να μου φέρεις ένα ναργιλέ, κι α δε σου δώσουνε, να ’ρθεις να μου το πεις για να σκολάμε απόψε…Άκου δω, και να του πεις εκεινού του κυρ Αντρέα του Κονταργύρη πως δεν είναι τόση ανάγκη να βάνει την αστυνομία να δέρνει τα καψόπαιδα.
- Μας μαυρίσανε στο ξύλο! έβαλε πάλι ο Τσιμπλής το λόγο του.
- Να, πάρε κι άλλο για να ξεμαυρίσεις! είπε ο Φούλιας, και του ’δωσε δυο τρεις κατεβατές.
Μα ο Τσιμπλής έσκυψε και τις γλίτωσε· και μετάνιωσε την ίδια στιγμή να μη σταθεί να τις φάει για να «κανοποιήσει» το μάστορη. Ο Φούλιας κοίταξε ξεθύμωτος τώρα τον Τσιμπλή, και με το στανιό έκρυβε τα γέλια. Ο Τσιμπλής όμως έκανε τον κουτό, πως δεν καταλάβαινε τάχα του μάστορη τη φιλική διάθεση προς το υποκείμενό του.
- Αυτό το παιδί κάτι θα γίνει… τετραπέρατο! έλεγε ο Φούλιας μέσα του.
Ύστερα, δυνατότερα:
- Άκουσες, βρε Βρακάκια; Να του πεις να μην ξοδιάζεται… σε ξύλο για να βρει τον
κλέφτη… Άμα θέλω, τονε βρίσκω γω –τονε βρήκα κιόλα, να του πεις!
- Ποιος είναι, μάστορη; ρώτησε ο Βρακάκιας αθώα τάχα, μα ύπουλα.
- Άι στο διάολο, και να μην ανακατεύεσαι κι εσύ κι εκείνος στις δουλειές μου! Οι φιγούρες δικές μου ήταν, όχι αλλουνού, έτσι να του πεις.
Τράβηξε ο Βρακάκιας όξω απ’ την παράγκα. Γύρισε τότε ο Φούλιας κατά τον Τσιμπλή.
- Έλα δω, ρε, μη φεύγεις εσύ… Πώς σε λένε τ’ όνομά σου, δε σε ρώτησα ποτέ, λέγε μου, πώς σε λένε; Έλα μέσα ντε!
- Σαράντης, είπε ο Τσιμπλής.
- Τι έκαμες γι’ αυτό που σου ’πα; Μίλα σιγά.
- Δεν τονε βρήκα ακόμα, μάστορη· πήγα στο σπίτι του σήμερα, πήγα τρεις φορές ως το μεσημέρι, τ’ απόγεμα πήγα στης θειας του, μα είχε φύγει. Το βράδυ κοιμήθηκε στην αυλή της θειας του, κι έφυγε τ’ απόγιομα· θα τονε βρω, έννοια σου, μάστορη, κάπου θα τον πετύχω.
- Απόψε να κοιτάξεις πάλι γύρω στις σανίδες, κι άμα τονε βρεις, να ’ρθεις να μου το πεις. Ήθελε να γδικηθεί τον Κονταργύρη, μ’ εμένα τίποτα δεν είχε το παιδί… Το χτύπησα ποτέ μου, ρε Σαράντη; λέγε…
- Όχι, όχι, ποτέ! είπε ο Σαράντης, και θυμόταν τις δικές του χαστουκιές, πριν από λίγο.
- Από τότε δεν ξαναφάνηκε… Από το φιλότιμό του το ’καμε!
- Αυτό το παιδί, μάστορη, είπε ο Σαράντης ο Τσιμπλής με ζήλο παραπανιστό που ’κανε τα άτια του να φέγγουνε στο μισοσκόταδο (είχαν ανάψει τα φανάρια της αυλής), αν έκλεψε τις φιγούρες, το ’καμε… θα γίνει καραγκιοζοπαίχτης!
- Τόσο μικρός… ρε χαζοπούλι, τρελάθηκες εσύ ή αυτός;
-&