Βουτυράς – Ο νέος Μωυσής (2η συνέχεια)

 

     Στο σπίτι του πήγε όταν πλησίαζε το μεσημέρι. Στο σαλονάκι, άμα ανέβηκε, είδε κάτι δεσποινίδες γνωστές της οικογενείας του. Ούτε τις χαιρετούσε ποτέ, μα κι αυτές ούτε τον κοιτάζανε διόλου, για να τις χαιρετήσει. Τον αποφεύγανε σα να ’χε κάποια μεγάλη αρρώστια, που κι ένας χαιρετισμός θα τους την έδινε.

     Αλλ’ αυτή τη φορά οι δεσποινίδες τον κοιτάξανε, με μια όμως περιέργεια που είχε, έτσι του φάνηκε, και μια δόση γέλιου.

     Ανέβηκε στο δωμάτιό του πειραγμένος και πάλι βγήκε και κατέβηκε. Δεν μπορούσε να το χωνέψει αυτό… Και χώθηκε στην τραπεζαρία κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά, όμοιος με λαγωνικό, και άρχισε να ψάχνει. Σ’ ένα κουτί που άνοιξε δε βρήκε τσιγάρα: Όλα τα καταπίνει το χτήνος! είπε για τον γαμπρό του.

     Άνοιξε άλλο… Χαρά του τώρα. Είδε πούρα!

     Έβαλε τρία στην τσέπη και πήρε άλλο, τ’ άναψε και βγήκε στο διάδρομο. Μυρουδιά πούρου γέμισε τον αέρα. Την οσφράνθηκε με ευχαρίστηση διπλή… Διπλή, γιατί κι άλλοι θα τη μυρίζανε. Θα πήγαινε στα ρουθούνια κείνων που ήτανε μες στο σαλονάκι. Και οι δεσποινίδες θα λέγανε που θα τον βλέπανε με το πούρο:

-      Γιά δε τον, πούρο καπνίζει!

-      Αυτό του ’λειπε! θ’ απαντούσε η αδελφή του.

     Α, η μουσίτσα αυτή δεν τον χώνευε, αυτή όλο τον κατηγορούσε στις φιλενάδες της. Και όμως, αυτός ποτέ λόγο κακό δεν της είχε πει…

     Και ο Φίλιππας, με το πούρο στο στόμα, πέρασε απ’ έξω απ’ το σαλονάκι.

     Κείνη τη στιγμή μέσα το ρολόγι άρχισε να χτυπά…

     Έγινε τότε στο σαλονάκι ένας θόρυβος μικρός.

-      Μα καθίστε ακόμα, καθίστε λίγο ακόμα! άκουσε ο Φίλιππας, που είχε σταθεί

απ’ έξω χωρίς να φαίνεται, να λέει η μάνα του.

     Και η φωνή του γαμπρού του, έπειτα, βαριά, σοβαρή:

-      Μα κι εγώ δεν ετελείωσα ακόμα! Πώς θα φύγετε!

     Έγινε ησυχία, αφού είπαν λίγα λογάκια.

     Και ο γαμπρός του μίλησε, ή ξακολούθησε την ομιλία του που είχε διακόψει ο χτύπος του ρολογιού.

     Μα τι λέει αυτός; είπε και ο Φίλιππας και πλησίασε πιο κοντά για ν’ ακούσει.

     Άκουγε τι ο γαμπρός του έλεγε, και τα ξανάλεγε αλλαγμένα και μαζεμένα με το νου του, ή καλύτερα στον εαυτό του, σαν αυτός, ο εαυτός του, να μην τα είχε ακούσει:

-      Και κάνει έτσι, και δε βρίσκει το πορτοφόλι του!… Το ’χε αφήσει στ’ άλλο σακάκι.

Πώς να κάνει; Ο υπάλληλος του τραμ όμως του δίνει ένα εκατοστάρικο. Ο υπάλληλος του τραμ του δίνει ένα εκατοστάρικο! Τ’ άκουσες; Θεέ, φύλαγε!…

     Και η φωνή της μάνας του:

-      Το παρουσιαστικό, καλέ, το παρουσιαστικό! Αυτό είναι κάτι!

     Ύστερα η φωνή της αδελφής του:

-      Τι κάτι! Είναι το όλον…

     Μπράβο σας, το βρήκατε! έκανε και ο Φίλιππας φεύγοντας.

 

 

     Κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό του, άμα έφαγε, κι έπεσε κει σε σκέψεις. Δεν ήτανε διόλου ευχαριστημένος απ’ το τρέξιμό του, τίποτα δεν είχε κάνει. Και του φαινόταν πως, όσο ο καιρός περνούσε και δεν έβλεπε την ξανθούλα, αυτή απομακρυνόταν απ’ αυτόν, πήγαινε να σβήσει, να χαθεί, και τον στενοχώρησε αυτό πολύ πολύ.

     Τον Θεοφάνη τον είχε βρει και περάσανε μαζί απ’ το σπίτι της. Αλλ’ αυτή τη φορά τα παράθυρα ήταν κατάκλειστα. Και υπήρχε μια ησυχία πεσμένη, όχι μόνο στο σπίτι της, αλλά και σ’ όλη τη γειτονιά. Και ήταν κι ερημιά, σα να το ’χανε ρίξει όλοι κει στον ύπνο. Απ’ το αντικρινό όμως σπίτι, μια γριά φάνηκε πίσω απ’ τα γυαλιά του παραθύρου να κοιτάζει καλά, με προσοχή, κρατώντας το τραβηγμένο λίγο κουρτινάκι…

-      Για κοίταξε, του ’χε πει ο Θεοφάνης, που την είδε. Το λαδικό μας πήρε μυρουδιά,

βάζω στοίχημα! Αυτά τα λαδικά μοιάζουνε με τα λαγωνικά και τα μαντρόσκυλα, έχουνε φοβερή όσφρηση!

     Και στο δρόμο του ’κανε και τον συμβουλάτορα. Τον συμβούλεψε να φυλάγεται όσο μπορούσε απ’ τα λαδικά της γειτονιάς, γιατί αυτά κυνηγούν άγρια, αλύπητα τους ερωτευμένους. Τόπο δεν τους αφήνουνε να σταθούνε. Άμα μυριστούν αγάπη, εννοούνε να την καταστρέψουν. Και την καταστρέφουν!

     Και του είπε πως μην κι αυτουνού την αγάπη του, μια που ο Φίλιππας την ήξερε, μην αυτές δεν του την είχανε χαλάσει και τον κάνανε να μην περνά πια απ’ το σπίτι της; Είχανε βάλει λόγια, πιάσανε τον πατέρα του, γινήκανε φασαρίες.

     Ο Φίλιππας ήξερε όμως καλά την αιτία που άφησε την αγάπη του ο Θεοφάνης και δεν ξαναπέρασε πια απ’ το δρόμο της.

     Μια μέρα, καθώς περνούσε χτυπώντας τη μαγκούρα του στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο, ένα χέρι φάνηκε ψηλά να βγαίνει από παράθυρο, κρατώντας ένα αγγείο… Κι ύστερα ο Θεοφάνης βρομούσε μια ώρα μακριά σαν τους αποπάτους των σχολείων.

     Ο Φίλιππας το ’μαθε αυτό από κάποιον που καθόταν κοντά στην αγάπη του Θεοφάνη, ποτέ όμως δεν του το είπε, ούτε σε άλλους, για να μην τον προσβάλει.

     Τώρα γέλασε, που του ’ρθε στο νου, αλλ’ είπε γρήγορα στον εαυτό του:

-      Για κοίταξε να μην το πάθεις και συ…

-      Εγώ, εγώ να το πάθω; Δε θα μείνει τζάμι για τζάμι και πόρτα για πόρτα…

    -   Καλά, καλά, θα σκεφτείς πώς πρέπει να κάνεις! είπε στον εαυτό του με θυμό, γουρλώνοντας τα μάτια και δείχνοντας τα δόντια άγρια.

     Και σκέφτηκε πώς έπρεπε να φερθεί, τι έπρεπε να κάνει. Επιμονή και φρονιμάδα ήθελε και θα την κέρδιζε. Αυτή, το ’ξερε ο Φίλιππας, δεν ήταν από πλούσια οικογένεια, και θα ’τανε δικιά του αν επέμενε. Και άμα έβλεπε απ’ αυτή λίγη αγάπη, θα ριχνότανε στη δουλειά, θα ’κανε ό,τι του ’λεγε ο πατέρας του…

     Φαντάστηκε ύστερα πως τα είχε φτιάξει και ότι την πήρε και γυναίκα του. Ζούσανε μια ζωή θεία, ουράνια. Έβλεπε κοντά του το ξανθό κείνο κεφαλάκι, το ωραίο πρόσωπο, και πάντα να τον κοιτάζει με κείνη τη γλυκιά ματιά, τη σκανδαλιάρικη. Και αυτός είχε γίνει, ή άρχιζε να γίνεται, ένας φιλόσοφος φοβερός και τρομερός, που όλα να τα ’βρισκε αυτός, τίποτα να μην άφηνε πια κρυφό απ’ το μεγάλο μυστήριο…

     Μια φωνή, ένα κλάμα που ’γινε κάτω τον έβγαλαν απ’ αυτά. Στάθηκε κι ακροάστηκε: Πάλι, πάλι τη χτυπούν, είπε.

     Ήταν η φωνή της Σοφίας, που έκλαιγε.

     Άνοιξε γρήγορα το παράθυρο και, κρατώντας τα φύλλα με τα γυαλιά, έμεινε ακούοντας.

     Τι κόσμος, τι κόσμος! έκανε ύστερα με αγανάχτηση, κλείνοντας τα γυαλιά. Για φτύσιμο είναι όλος!

     Και πάλι, πάλι του ’ρθε η παλιά του ιδέα για το Κράτος το Ελεύθερο, και τώρα την είδε πιο μεγάλη, πολύ πιο μεγάλη απ’ τις φιλοσοφίες για το Σύμπαν. Α, αν γινόταν αυτό, κι έπρεπε να γίνει, τι ωραίο θα ’τανε! Κανείς δε θα χτυπούσε υπηρέτη. Μα θα είχανε πρώτα υπηρέτη; Δε θα είχανε. Τίποτα τέτοιο! Ελεύτεροι όλοι και σεβαστοί. Θα έκανε αυτός τους νόμους, νόμους όμως μια φορά! Ήξερε τι θα έκανε, αλλά…

     Και ο Φίλιππας χαμογέλασε πικρά, σαν άνθρωπος που θυμάται χώρα ωραία, αγαθή, ειρηνική, όπου έζησε ευτυχισμένος και όπου δεν μπορεί πια να πάει, και είπε κουνώντας το κεφάλι: Ασ’ τα τώρα αυτά, ασ’ τα, πάνε!

     Οι πράσινοι όμως αγροί ήταν εμπρός του, ο μεγάλος ποταμός κυλούσε τα σκοτεινά νερά του, και πέρα στις όχθες τις αντικρινές μαύριζε το μεγάλο δάσος.

     Περπάτησε πάνω κάτω γρήγορα, έπειτα πλησίασε και κόλλησε το μέτωπό του στα γυαλιά του παραθύρου κι έμεινε έτσι λίγο.

     Πάλι κινήθηκε, έφυγε απ’ το παράθυρο, αλλά ξαφνικά στάθηκε: Βρε, έκανε. Αλήθεια, λησμόνησα τη μαντικιά μου δύναμη! Για να δούμε…

     Και γρήγορα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι του κλείνοντας τα μάτια. Προσπάθησε να μη σκέπτεται, σκέψη να μην περνά καμιά απ’ το νου του ή να μην κινείται…

     Και το κατόρθωσε. Και δεν πέρασε πολύ και να, σα μέσα στο σκοτάδι που ’χε απλωθεί στα μάτια του, να γίνηκε κάποια ζωή. Το σκοτάδι άρχισε να φεύγει, και κλαδιά με καταπράσινα φύλλα είδε να  ‘χουν πιασμένα έναν τοίχο…

     Άνοιξε τα μάτια του: Να δεις, είπε στον εαυτό του, ότι θα έχω λύπες, στενοχώριες!

     Και πάλι έκλεισε τα μάτια του.

     Μια αυλή παρουσιάστηκε τώρα κι ένα παιδάκι κοντά σε μια σκάλα ξυλένια να φυσά ένα μύλο κάνοντάς τον να γυρίζει… Χάθηκε όμως γρήγορα αυτό, κι ένα βαπόρι μεγάλο φάνηκε να πλέει νύχτα, έχοντας στα πλάγια του κάτι μεγάλα στρογγυλά πράγματα φωτεινά, που πετούσανε σπίθες πολλές, πλήθος. Σβήσανε όμως σε λίγο αυτά, και το βαπόρι άρχισε να προχωρεί μες στα σκοτεινά, μαύρο κατάμαυρο, και σα να είχε βγει και στην ξηρά. Και σιγά σιγά τον πλησίασε, ήρθε κοντά του, μα κοντά του τόσο, που αισθάνθηκε τη ζέστη της μηχανής, τη μυρουδιά του βαποριού.

     Τινάχτηκε, ανοίγοντας γρήγορα τα μάτια: Μπα, έκανε, τι να σημαίνει άραγε αυτό;

     Και για την ξανθούλα τίποτα, τίποτα δεν είδε. Και αν έκανε να μην πιστέψει τώρα πράγματα που πίστευε, θυμήθηκε γρήγορα πως αυτό γινόταν και όταν ζητούσε και για την Αφρική να μαντέψει, ή να του παρουσιαστεί με συμβολικές εικόνες, ότι θα πάει. Τίποτα και τότε. Σκοτάδι έμενε στην ερώτησή του, σκοτάδι. Και τότε έλεγε με πείσμα: Και όμως, εγώ θα πάω…

     Και τώρα έκανε με θυμό και μη θέλοντας να πιστέψει ότι ήταν άρνηση αυτό: Εγώ θα επιμένω και θα την πάρω!

     Περπάτησε μες στο δωμάτιο, αλλά μετά δύο γύρους που έκανε, πήγε και πλάγιασε.

     Θα δω πάλι, είπε κι έκλεισε τα μάτια του. Τίποτα, τίποτα. Σκοτάδι!

     Επέμενε. Άνοιξε τα μάτια, κι επειδή τα αισθάνθηκε κουρασμένα πολύ, τα ’τριψε. Και πάλι τα έκλεισε. Αλλά πάλι μόνο το σκοτάδι είδε. Ούτε το μικρό φωσάκι να περνά τρεχάτο…

     Ξαφνικά όμως μυρουδιά, μια αποφορά ψοφιμιού ή βρόμικου κρέατος του ήρθε δυνατή στα ρουθούνια, σα να του πήγαν κοντά του, κοντά στη μύτη του, κάτι τέτοιο.

     Άνοιξε γρήγορα τα μάτια και πετάχτηκε: Μπα, μπα, τ’ είναι αυτό;

     Μύρισε να δει μήπως κάπου κει ήταν τίποτα βρόμικο, κανένας ποντικός ψόφιος, αλλ’ η αποφορά κείνη είχε χαθεί.

     Ήταν πειραγμένος, γιατί νόμισε πως αυτό κάτι κακό έλεγε γι’ αυτή, για τη μικρόσωμη κόρη. Και όσο κι αν προσπαθούσε να πει πως έτσι θα ’τυχε και θύμιζε στον εαυτό του πως η οικογένειά της είχε καλό όνομα, δεν μπορούσε να το διώξει απ’ το νου του. Επιτέλους βαρέθηκε: Βρε, δεν τις αφήνεις αυτές τις κουταμάρες!… είπε σχεδόν δυνατά.

     Του ήρθε να βγει, αλλά κρατήθηκε. Όχι, έπρεπε να εργαστεί λίγο. Κι αυτό θα του ’κανε διπλό κακό. Ένα που θα εργαζότανε για τον εαυτό του –τα καλά κόπω κτώνται –κι ένα που ο πατέρας του, που θα ’βλεπε αυτό, ή θα του το ’λεγαν, θα καταλάβαινε ότι ο γιος του άλλαξε.

     Παρατήρησε όμως, καθώς άνοιξε το συρτάρι του, κάποια ανωμαλία, αταξία μέσα κει, στα χαρτιά του…

     Μπα, μπα! Τ’ είναι αυτό!… είπε.

     Αυτός δεν τα ’χε βάλει έτσι, ανάποδα, τα γραμματόσημα χυμένα. Κάτι γραμματόσημα που μάζευε μεταχειρισμένα και που τα ’χε κάτω από τα χαρτιά του τα είδε σκορπισμένα στο συρτάρι.

     Κάποιος έβαλε δω χέρι, είπε τρέμοντας απ’ την ταραχή του. Τ’ άνοιξαν μ’ αντικλείδι! Δε χωρεί αμφιβολία, να τα, να τα!… Μα ποιος να τ’ άνοιξε. Αυτοί, όχι. Ίσως η Σοφία, που λυπόταν, αυτή, αυτή, θα τη βάλανε…

     Η ταραχή του μεγάλωσε. Θυμήθηκε το χαμόγελο της αδελφής του, τα γελαστά μάτια των άλλων: Με περγελούσαν, εμένα, αυτοί… Κι έχει γούστο να τα ’δωσαν και στις φιλενάδες τους, τις καρακάξες εκείνες, να τα διάβασαν…

     Αν τους είχε εκείνη τη στιγμή στα χέρια του, θα τους έπνιγε. Μια ιδέα του ήρθε, για να τον στενοχωρήσει πολύ: Μην, επειδή δεν ήταν καλά, γελούσαν;

     Και θύμωσε περισσότερο ή, καλύτερα, βίασε τώρα τον εαυτό του να θυμώσει ακόμα πιο πολύ, για να σκεπάσει με θυμό αυτήν του την ιδέα.

     Αυτοί να καταλάβουν εμένα; Μα τώρα κουτός είσαι; Αυτοί είναι όλοι ηλίθιοι! Δεν το ’χεις καταλάβει; Αυτοί! Αυτοί να καταλάβουν εμένα!… Εμένα το κεφαλάκι τους, το μυαλάκι τους  με νομίζει τρελό, κουτό, ενώ εγώ είμαι το αντίθετο. Το αντίθετο! Εγώ είμαι…

     Εκείνο που ήθελε να πει έμεινε στο νου του, κι έτσι το ’δε σα ζωγραφιά μέσα σ’ αυτόν. Αλλά, σα να ξύπνησε κείνη τη στιγμή το μάγκικο πνεύμα του, είπε στον εαυτό του: Έλα, πάψε τώρα και μας ζάλισες, μεγάλε προφήτη, Μωυσή…

     Σηκώθηκε και πήρε τα χαρτιά του: Θα τα σχίσω!

     Και διάβασε τι είχε γράψει πηγαίνοντας κοντά στο παράθυρο. Τα βρήκε καλά και λυπήθηκε να τα σχίσει. Αλλ’ αφού τα ’χαν διαβάσει άλλοι;

     Και τα ’σχισε βλαστημώντας.

     Δε θα ’λεγε τίποτα, ούτε στη Σοφία, αλλ’ ήξερε τι θα ’κανε.

     Τίποτα δεν είχε σκεφτεί, αλλά είχε την πεποίθηση στον εαυτό του πως, άμα το σκεπτόταν, κάτι θα ’βρισκε.

     Σε λίγο όμως ρώτησε τον εαυτό του:

-      Την έβαλαν ή μόνη της το ’κανε; Πάντα…

-      Θα τό βρω, θα τό βρω… απάντησε νευρικά κουνώντας το κεφάλι.

     Και κάθισε πάλι στο γραφείο του για να γράψει. Ό,τι έγραφε θα το ’κρυβε καλά… Αυτή τη φορά ευχαριστήθηκε ακόμα περισσότερο. Αλλά πάνω στο γράψιμο νόμισε πως κάποιος, κάτι αόρατο, τον βοηθούσε.

-      Ναι, θα γίνω, είπε σε μια στιγμή που κάθισε ν’ αναπαυθεί, και συ θα με

βοηθήσεις. Το ξέρω. Όχι πως υποτάσσομαι, όχι!… Με ξέρεις και σε ξέρω…

     Κι αισθάνθηκε, λέγοντας αυτά, πως ήταν κοντά του κείνη η άγνωστη δύναμη και μαζί πως ήτανε γνωστός της πολύ, δικός της, ο χαϊδεμένος της. Και πως αυτή δεχόταν, άκουγε τι της έλεγε.

     Αλλ’ όταν θέλησε να γράψει αυτό που αισθάνθηκε, γιατί του άρεσε, αν και δεν πήγαινε με κείνο που έγραφε, του φάνηκε ότι, καθώς το έγραφε, κάτι σα γέλιο να έβγαινε απ’ την κάθε γραμμή!…

     Όταν έφυγε, κανείς δεν ήτανε στο σπίτι, εκτός απ’ τη Σοφία.

 

 

     Στο δρόμο, λίγα βήματα απ’ το σπίτι του, συνάντησε τον Ζαχαρία τον παντουφλά, με δυο άλλους, αγνώστους. Αλλ’ ο Ζαχαρίας ο παντουφλάς ήταν εκείνος ή κάποιος κύριος επίσημος; Φορούσε τώρα ημίψηλο, και μακριός ζακές τύλιγε το σώμα του, αγκάλιαζε τη χοντρή του κοιλιά.

     Άμα είδε τον Φίλιππα, τον πλησίασε, αφήνοντας τους συντρόφους του:

-      Πάνε, πάνε, του είπε, τα σφυριά και τα σουβλιά! Τα ’στειλα στους δαίμονες! Και

είμαι έτοιμος για κει!… Εμπρός, εμπρός! Πότε λες; Πρέπει να του δίνουμε! Για να κάνουμε την ζωήν εκείνην, την ωραίαν ζωήν! «Μη κτήσασθε χρυσόν, μηδέ άργυρον, μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών!» Αυτό λέει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός!…

-      Λοιπόν; τον ρώτησε ο Φίλιππας αποφεύγοντας ν’ απαντήσει.

    -   Τι λοιπόν! Να, πότε θα του δίνουμε για κει, για την χώραν την ευλογημένην, την γην της επαγγελίας;

-      Και πού πας τώρα;

    -   Να, πάω μ’ αυτούς τους κυρίους, για να τους δείξω ένα σπίτι που πουλιέται. Κάνω, βλέπεις, προσωρινά τον μεσίτη. «Τι να ποιήσωμεν ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσωμεν;» Έτσι είχαν ρωτήσει τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

     Πάνω σ’ αυτό οι σύντροφοί του τον φώναξαν κι αυτός αναγκάστηκε να τ’ αφήσει στη μέση και να πάει μαζί τους.

-      Θα τα πούμε κει, του φώναξε, στο καφενείο!

     Ο Ζαχαρίας με τους δυο άλλους μπήκανε σε κάποιο στενό δρόμο, ο Φίλιππας προχώρησε για το σπίτι της μικρόσωμης κόρης.

-      Δεν είναι καλά αυτός, είπε για τον παντουφλά, αυτός παλάβωσε στα γερά! Και τι

φταίω εγώ!

     Βάδιζε χωρίς όρεξη όμως. Επιθυμούσε να μην ήτανε μόνος, να είχε και κάποιον άλλον μαζί του. Και σκέφτηκε να πάει απ’ το καφενείο για να πάρει τον Θεοφάνη. Αλλά, μόλις έκανε λίγα βήματα για κει, γύρισε πίσω για το σπίτι του.

     Ανοίγοντας την εξώπορτα αθόρυβα, ανέβηκε πατώντας σιγά, με τα νύχια…

     Ησυχία στα δωμάτια. Ο γάτος, ένας μαύρος, μόνο έκανε κάποιο θόρυβο, που πήδησε απ’ το τραπέζι της τραπεζαρίας.

     Πάνω κει είδε δυο τρία πιατάκια…

     Κοίταξε στο μαγερειό. Κανείς. Σιγά, όσο μπορούσε, ανέβηκε τη σκάλα που ’φερνε στο μικρό του δωμάτιο, ψηλά, δίπλα στην ταράτσα. Η σκάλα έτριξε λίγο, κι αυτός στάθηκε και μ’ αγριεμένα μάτια και σφιγμένα δόντια τη διέταξε με το νου του να μην τρίζει…

     Αν και ξανάτριξε, του φάνηκε πως δεν έτριζε τόσο δυνατά όσο άλλοτε, ή όπως συνήθιζε. Κι ανέβηκε πάνω. Πατώντας στα νύχια, πλησίασε στο δωμάτιό του. Η πόρτα ήτανε μισανοιγμένη. Κάποιος θα βρισκότανε μέσα…

     Άνοιξε με βία την πόρτα. Δεν είχε απατηθεί. Υπήρχε κάποιος, ένα κορίτσι. Η Σοφία. Τινάχτηκε αυτή φοβισμένη από κάτι που ψαχούλευε.

    -  Τι θέλεις εδώ; τη ρώτησε αρπάζοντάς την απ’ το μπράτσο. Φορούσε ένα μπουστάκι που άφηνε τα μπράτσα της γυμνά σχεδόν… Κι αισθάνθηκε αυτός την παχουλή σάρκα στο χέρι του κι είδε μαζί το μελαχρινό της πρόσωπο να χάνει το χρώμα του, και είδε τώρα πιο καλά πόσο είχε γίνει νόστιμο…

-      Έλα, της είπε γλυκά, μη φοβάσαι, δεν τα ’χω με σένα…

 

 

      Την άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Το πρωί επήγε απ’ το καφενείο για να βρει τον Θεοφάνη. Αλλ’ εστάθηκε αδύνατο να τον ξεκολλήσει απ’ τα χαρτιά που έπαιζε.

-      Δε χάθηκε ο καιρός, του έλεγε ο Θεοφάνης, έχουμε καιρό!…

     Αυτός, που ήθελε να πάει, να περάσει, για να τον δει, να δει ότι έτρεχε γι’ αυτή, αισθανόταν ταραχή. Αλλ’ είχε και μια άλλη ταραχή. Είχε πατήσει την αγάπη του, είχε αγκαλιάσει άλλη κόρη, τη φίλησε! Αυτός, αυτός! Είχε άλλη ιδέα για τον εαυτό του, και του φαινότανε να ’κανε ένα μεγάλο έγκλημα που πάτησε την αγάπη του, λησμόνησε το ξανθό κείνο κεφαλάκι και την πλάγια κείνη ματιά, τη γεμάτη άπειρη γλύκα…

     Επιτέλους αποφάσισε να πάει μόνος και πήγε. Στον Θεοφάνη είπε πως θα πήγαινε ίσαμε το σπίτι.

-      Μα τι κάνεις στο σπίτι συ; Πάλι κει θα πας; τον ρώτησαν οι άλλοι.

-      Κάτι διαβάζω! τους απάντησε.

-      Μα τι διαβάζεις; Τόσο σπουδαίο είναι;

-      Το ευαγγέλιο του έρωτος! τους είπε ο Θεοφάνης.

-      Α, α! τώρα το καταλάβαμε!

-      Έχει δίκαιο ο κατηγορούμενος!

     Ο Φίλιππας θύμωσε και ο Θεοφάνης αναγκάστηκε να τους πει με ύφος σοβαρό ότι η αλήθεια ήταν ότι κάποιο βιβλίο διάβαζε για τα βάθη της Αφρικής, για…

     Αλλ’ απ’ το σπίτι της μικρόσωμης κόρης που πέρασε, πάλι αποτυχία… Κρίμα η συγκίνησή του, κρίμα το χοροπήδημα της καρδιάς! Παρηγορήθηκε όμως με τη σκέψη πως το απόγευμα, που ήταν Κυριακή, θα την έβλεπε, δίχως άλλο, στην πλατεία, όπου όλη η πόλη μαζευόταν.

     Και το απόγευμα ξεκίνησε αφού κάτι πάλι, μια ταραχή, έπαθε. Η Σοφία είχε περάσει από κοντά του κοιτάζοντάς τον μ’ ένα χαμόγελο. Μα πού το βρήκε; σκεπτόταν έπειτα. Και του φάνηκε, ενώ δεν το ήθελε καθόλου, πως αυτό ήταν ανώτερο, πιο γλυκό απ’ της ξανθούλας τη ματιά…

     Τον θύμωσε όμως αυτό, γιατί το βρήκε έτσι…

     Και βγήκε έξω έχοντας στο νου του την ξανθούλα. Σε λίγο, καθώς πήγαινε, πάλι η ματιά της μελαχρινής δούλας ήρθε στο νου του. Τώρα θέλησε να θυμώσει με τον εαυτό του, γιατί της τάραξε τη γαλήνη. Αλλ’ αισθάνθηκε μια ηδονή να ξεπετιέται δυνατή, σα να βρισκόταν κρυμμένη και παραμόνευε να φανεί.

     Όταν έφθανε στην πλατεία όμως, έφθασε με τη μορφή της ξανθούλας στο νου του να λάμπει. Αλλά και πάλι, πέρα, σαν κολλημένη σε μια άκρη και όμοια με σκοτεινό σημάδι, μια άλλη μορφή επίμονα έμενε: η μορφή της μελαχρινής Σοφίας…

 

 

     Όταν ο κόσμος έφυγε, το πανηγύρι τέλειωσε, ο Φίλιππας έμεινε δυσαρεστημένος με τη μικρόσωμη κόρη.

     Την είχε βρει μέσα στο πολύχρωμο πλήθος, αλλ’ ό,τι ήλπιζε δεν έγινε. Σα να τον λησμόνησε, να μη τον θυμόταν καθόλου! Ήτανε με μια φίλη της, και στο χαιρετισμό του τον βαθύ μόλις κούνησε το κεφάλι, και η ματιά της ψυχρά τον κοίταξε.

     Α, χωρίς άλλο, κάτι κακό θα της είπε γι’ αυτόν κείνος ο βλάκας ο αδελφός της! Πόσο όμως ήταν ωραία! Φορούσε αυτή τη φορά ναυτικά και κούκο ναυτικό.

     Μα τι ζητούσε έπειτα, με τη φίλη της, μες στα κηπάρια; Σα να παίζανε κυνηγητό με κάποιον! Είχανε σταθεί πίσω από κάτι χαμόδεντρα και κρυφόβλεπαν… Όταν παρουσιάστηκε ο Φίλιππας, φύγανε.

     Τι να ’τανε; έλεγε αυτός.

     Άλλοτε αισθανόταν απογοήτεψη δυνατή και μαζί και θυμό, αλλ’ όταν την έφερνε με το νου του, πώς ήτανε, μανιακά έλεγε πως θα επέμενε. Αλλά και σε όλο αυτό το διάστημα, σε όλη αυτήν την πάλη, δεν έπαυε μια μορφή να φαίνεται σα να ’θελε να τον εμποδίσει να σκέπτεται την ξανθούλα.

     Και όταν η μέρα άρχισε να χάνεται και το σκοτάδι ν’ απλώνεται, αισθανόταν την εικόνα της ξανθούλας να υποχωρεί μπρος στο μελαχρινό πρόσωπο κείνο και σε μια έτοιμη ηδονή. Και για να δικαιολογήσει αυτό, έλεγε πως το ’κανε από εκδίκηση.

     Απ’ ώρα  η πλατεία είχε ερημωθεί, ο ψυχρός αέρας είχε διώξει μετά τη δύση του ήλιου και τους τελευταίους περιπατητές. Σύννεφα είχαν πέσει στον ουρανό και η θάλασσα σκοτεινή κυλούσε τα κύματά της στην παραλία…

 

 

     Στο σπίτι, που πήγε, το βρήκε αλλιώτικο. Όλοι να περπατούνε σιγά και με τις μύτες των παπουτσιών τους. Η μάνα του είχε βγει από πάνω απ’ τη σκάλα, καθώς ανέβαινε αυτός χτυπώντας δυνατά τα πόδια του στα σκαλοπάτια, και του έκανε:

-      Σουτ!... Σιγά!

     Θέλησε να τη ρωτήσει τι συμβαίνει, αλλ’ αυτή τον κοίταξε άγρια κι έφυγε. Μην είναι κανείς άρρωστος, ο πατέρας;

     Περπάτησε κι αυτός σιγά, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει. Η πόρτα της τραπεζαρίας ήταν κλεισμένη.

     Μην έχουνε μέσα συμβούλιο;

     Να ρωτήσει τους αδελφούς του δεν ήθελε, και πήγε στο μαγερειό πατώντας σιγά. Εκεί βρήκε τη Σοφία, κι αυτή του είπε τι έτρεχε:

-      Ο γαμπρός σας κάνει το σχέδιο της μηχανής κείνης που ’λεγε!

     Και το ’κανε κει στην τραπεζαρία, γιατί είχε άπλα…

     Κάθισε μες στο μαγερειό, για να μην αναγκαστεί να περπατήσει σιγά τώρα που έμαθε την αιτία. Κι έμεινε ώρα μέσα κει, χωρίς να τολμά ν’ απλώσει στη Σοφία, που τον κοίταζε με τα μαύρα μάτια της και του άναβε περισσότερο την επιθυμία που ’χε γι’ αυτή. Όλοι περπατούσανε με τις μύτες των παπουτσιών τους, και θα ήταν πολύ τολμηρό αν το ’κανε…

-      Μα τι μηχανή είναι αυτή που θα κάνει; τον ρώτησε η Σοφία.

-      Τι μηχανή είν’ αυτή; της απάντησε. Ξέρω κι εγώ! Νομίζεις ότι δίνω προσοχή σ’

αυτούς;… Δε μ’ αφήνεις! Ούτε με μέλει, ούτε προσέχω τι κάνουν!… Ας βρούνε και μια μηχανή να κάνουν ανθρώπους! Αν και καλύτερους από τη μηχανή τη γνωστή δε θα μπορέσουν ποτέ να κάνουν!…

-      Έλα, δεν ντρέπεσαι!… του έκανε η Σοφία κατεβάζοντας λίγο το κεφάλι, αλλά

κοιτάζοντάς τον μ’ άπειρη γλύκα, που ’χε και κάτι ντροπής.

     Και βραδύνανε να φάνε. Ο πατέρας του, που είχε έρθει, περίμενε στο σαλονάκι να τελειώσει ο γαμπρός του το σχέδιο, χωρίς να μιλά, με σκυμμένο κεφάλι.

     Επιτέλους άνοιξε η πόρτα της τραπεζαρίας. Και μεμιάς τότε, σα να αφέθηκε ελεύθερος ο θόρυβος, ακούστηκαν ομιλίες, γέλια. Ο γαμπρός του όμως αμίλητος έμενε και όλο σήκωνε τα μαλλιά του.

     Λάδι πολύ θα χρειαστεί γι’ αυτή τη μηχανή! σκέφτηκε ο Φίλιππας.

     Και στο τραπέζι, όσο τρώγανε, ο γαμπρός του έμεινε σχεδόν αμίλητος και μόνο κάτι λεξούλες έλεγε:

-      Ναι… μάλιστα… πώς;

     Και κάθε τόσο σήκωνε τα μαλλιά του.

     Ο Φίλιππας, που είδε όλους να τον κοιτάζουνε μ’ αληθινή ευλάβεια, ζήλεψε. Αλλά στου πατέρα του τα μάτια δεν το ’δε αυτό καλά, αυτουνού τα μάτια σα να ’λεγαν κι άλλα πράγματα…

     Η αδελφή του καθόταν υπερήφανη κοντά στον άντρα της. Και του ’χε πει με τρυφερή μέριμνα:

-      Θα κουράστηκες πολύ, ε, Περικλή μου;

-      Ε, λίγο! έκανε αυτός κι έπιασε το μέτωπό του.

     Οι δυο αδελφοί του Φίλιππα κοιταχτήκανε χωρίς να μιλήσουν κι έγειραν τα κεφάλια στα πλάγια, κρεμώντας λίγο τα χείλια, κι έκαναν μια κίνηση με το χέρι. Κι έλεγαν όλα αυτά μαζί:

-      Έχει δίκαιο!

     Τρώγανε σιωπηλοί σχεδόν ή, όταν μιλούσανε, μιλούσανε σιγά. Πού άλλοτε!…

     Ο Φίλιππας επρόσεχε σ’ αυτά και πειραζόταν. Αλλ’ είδε να τον κοιτάζει, όταν ερχόταν, η Σοφία, που έφερνε σιγά τα φαγιά.

     Μετά πήγε αυτή στην πόρτα της τραπεζαρίας που έβγαινε στο μαγερειό και κει στάθηκε κοιτάζοντάς τον. Αυτός τότε φοβήθηκε μην την ιδούνε. Αλλ’ αυτοί αλλού προσέχανε.

     Και πώς τον κοίταζε! Τα μάτια της τα μαύρα τι βάθος έπαιρναν! Η καρδιά άρχισε να χτυπά με ανησυχία ηδονικά, κι αισθανότανε να τρέμει…

     Η μορφή της μικρόσωμης κόρης, που έκανε να χαθεί, σβήστηκε γρήγορα.

     Όταν φάγανε, ο γαμπρός του μίλησε. Καθώς είχε το χέρι του ακουμπισμένο στο τραπέζι, κούνησε πρώτα την πυγμή του, την έφερε βόλτα σα να ’κανε με κάποιο αόρατο σπαθί κύκλους κι έπειτα είπε:

-      Εδώ θα δούμε!

     Σα να κρεμάστηκαν όλοι, εκτός απ’ τον Φίλιππα, απ’ τα χείλια του.

-      Για την εφεύρεση; τον ρώτησε η γυναίκα του.

     Αυτός δεν της απάντησε, αλλ’ είπε:

-      Μα δεν ξέρετε τι κούραση αισθάνομαι!

-      Μα είναι δυνατόν να μην έχετε κούραση! Εδώ εργάζεται ο νους! μίλησε και η

πεθερά του.

-      Σωστό, όσο να το πάρει κανείς και να το εφαρμόσει… είπε και ο αδελφός του

Φίλιππα, ο Σωκράτης, κάνοντας το χέρι του να πάρει σχήμα φόρμας.

     Ο γαμπρός του κούνησε το χέρι του γρήγορα σα να ’λεγε: «Αυτά δεν είναι τίποτε!» Και είπε κουνώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά:

-      Κούραση, κούραση!

-      Να πας έξω, να πάρεις λίγο αέρα, του έκανε η γυναίκα του, να ξεδώσει ο νους

σου!

-      Ναι, πρέπει, είπαν και οι άλλοι, μην κλειστείς μέσα ύστερα από τέτοια εργασία!

Ο νους θέλει να ξεκουραστεί, ν’ αναπαυτεί από τίποτε ωραίον!…

-      Να βρείτε τους φίλους σας…

-      Τους φίλους μου να βρω! Ποιανούς φίλους μου;

-      Εκείνους που πας και βρίσκεις, ποιανούς άλλους! του είπε η γυναίκα με μικρό

θυμό.

     Αυτός κούνησε το χέρι του νευρικά κι ύστερα είπε:

-      Λαμπρά!… Επειδή πηγαίνω και βρίσκω κάτι… να τους πω ανθρώπους; Αυτό είναι

μια ερώτηση! Αυτοί λοιπόν οι κύριοι γινήκαν και φίλοι μου, που δύναμαι να ξεκουράσω και το νου μου ομιλών με ανθρώπους, οι οποίοι άλλο δεν κάνουν παρά να μιλούνε για εμπόριο και πόσα κέρδισαν, και κάποτε να τσακώνονται για πολιτικά! Αυτοί είναι οι φίλοι που πάω και βρίσκω! Σας αρέσουν; Τώρα γιατί πάω αφού δεν είναι του γούστου μου; Θα σας το εξηγήσω κι αυτό!… Μα πού και πώς να βρω στο γαϊδουρότοπο αυτόν εδώ άλλους να καθίσω λίγο; Οι άλλοι είναι ακόμα χειρότεροι! Τι λέω! Τρεις φορές χειρότεροι! Και αναγκάζομαι να κάθουμαι μ’ αυτά τα κτήνη και να χασμουριούμαι απ’ την αηδία! Πού να πάω;

-      Έχει δίκαιο! μίλησε η πεθερά του, ενώ ο πεθερός του έμεινε σιωπηλός με

σκυμμένο λίγο το κεφάλι και κρατώντας το κάτω χείλι του και κουνώντας το ελαφρά.

-      Έπειτα, είπε πάλι ο γαμπρός του, εγώ έχω πολλά που με βασανίζουνε! Θέλω

εργοστάσιο! Δεν πιστεύω ότι μπορούν αυτά εδώ τα γύφτικα να μου κάνουν αυτήν την εργασία! Κι έπειτα θέλω να δώσω στο ένα αυτό το τεμάχιον, στ’ άλλο εκείνο! Έτσι πρέπει, για να μην καταλάβουν τι θέλω να κάνω! Και είναι αδύνατον να γίνει αλλού! Αδύνατον! Εγώ πολεμώ, βάζω εμπρός εργασία που από χρόνια είχα στο νου μου… Τώρα, θα πετύχω;… Εγώ έχω πεποίθηση! Τώρα μπορεί να συμβεί το εναντίον! Άνθρωποι είμεθα! Αυτό είναι σα μια επιχείρηση, αλλά τι επιχείρηση! Μπορεί να χάσεις, αλλά άμα κερδίσεις… Χαιρέτα μας τον πλάτανο!… Αυτά, που λέτε… Για να ξεκουραστεί ο νους, πρέπει να βρίσκει ανθρώπους να μιλά, ανθρώπους! Και νομίζω πως αυτό είναι κάτι.

-      Κάτι, λέει!… μίλησε και η γυναίκα του. Είναι το όλον!

     Ο Φίλιππας ανέβηκε στο δωμάτιό του και κάθισε αρκετή ώρα στο γραφείο του, χωρίς να κάνει τίποτα. Ύστερα, άμα άκουσε ησυχία και βγήκε και πήγε ίσαμε τη σκάλα, για να βεβαιωθεί, άνοιξε το παράθυρο. Είδε φως στο μαγερειό. Σφύριξε τότε σιγά.

     Ένα προσωπάκι φάνηκε στο σιδερόφραχτο παράθυρο του μαγερειού

-      Τώρα, τώρα!… του είπε.

     Θέλησε κάτι να της πει, αλλ’ η μορφή κείνη έφυγε. Αυτός έμεινε στο παράθυρο. Η καρδιά του χτυπούσε ηδονικά. Το προσωπάκι της ξανθούλας ήρθε στο νου του. Σούφρωσε όμως τα φρύδια κι είπε με θυμό: Σώπα!…

 

 

 

3ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA