Πρώτη αγάπη

 

Α

 

     Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αφ’ ότου ορισμένοι τύποι γυναικών μου άρεσαν εξαιρετικά. Αλλά για μερικές απ’ αυτές ήτο τόσο ξεχωριστή η προτίμησή μου και τέτοια συγκίνηση αισθανόμουν όταν τις έβλεπα, όταν με επλησίαζαν, μου μιλούσαν και μάλιστα με χάιδευαν, ώστε σήμερο να νιώθω πως η αγάπη μου γι’ αυτές ήτο κάτι περισσότερο ή κάτι διαφορετικότερο από κοινή και απλή αγάπη. Στην αρχή αυτή η αγάπη ήτο στην αίσθηση, προ πάντων στην αφή· γιατί μ’ άρεσαν κατά προτίμηση οι άσπρες και παχουλές. Το αίσθημα του αρμονικού συνόλου και της έκφρασης φαίνεται ότι δεν το είχα στην αρχή ή το είχα πολύ αδύνατο, ίσως και διαφορετικό.

     Αλλά πάλι, μεταξύ των γυναικών που μ’ άρεσαν, η προτίμησή μου έπεφτε στα κορίτσια κι αυτά μεγάλα, πάνω από δεκαπέντε και δεκάξι ετών, που ’σαν δηλαδή «κοπελιές», τέλεια διαμορφωμένες πια. Τα μικρά κορίτσια, μάλιστα τ’ άνηβα, όχι μόνο δε μ’ άρεσαν, αλλά θαρρώ μάλιστα πως μου ’σαν και λίγο αντιπαθητικά.

     Την επανάσταση του 1866 καταφύγαμε σ’ ένα χωριό, ορεινότερο από το δικό μας, για να γλιτώσομε από τους Τούρκους. Εκεί μας φιλοξένησε για κάμποσο καιρόν ένας παπάς Σύγγελος· κι ήμουν ευτυχής, γιατί μου ’διδαν μέλι και καρύδια, αλλά περισσότερο γιατί μ’ άρεσαν οι θυγατέρες του Συγγέλου, δυο κορίτσια λευκά κι αφράτα.

     Η αγάπη μου δεν ήτο προσωπική και δεν γνώριζε αποκλειστικότητες. Πήγαινε γενικώς προς τα κορίτσια που ’σαν του τύπου της αρέσκειάς μου. Όταν γίνηκε αποκλειστική και σταμάτησε σ’ ένα και μόνο πρόσωπο, άλλαξε και χαρακτήρα κι αίσθημα. Η αγάπη μου γίνηκε ψυχικότερη.

     Ήρθε μέρα που ’νιωσα πως απ’ όλες που μ’ άρεσαν μια αγαπούσα ξεχωριστά και τόσο περισσότερο που κατάλαβα ότι μόνον αυτή αγαπούσα. Τη λέγανε Βαγγελιό· ήταν μάλιστα κι ακροσυγγένισσά μας. Και το Βαγγελιό δεν είχε τον τύπο τής έως τότε αρέσκειάς μου. Ήτο ψηλόλιγνη και μελαχρινή· ηλικίας πάνω από τα δεκαοχτώ, ίσως και πάνω από τα είκοσι.

     Σ’ αυτή έβλεπα περισσότερο την έκφραση της ψυχής παρά της σάρκας την άψυχη λευκότητα κι αβρότητα. Στο εξωτερικό σύνολο του Βαγγελιού, στη στάση και στην κίνηση, στη φωνή, στο βλέμμα και το γέλιο, παρουσιαζότανε μια γλυκιά και πονετική ψυχή. Στα μαύρα της μάτια έβλεπα μιαν αγίαν καλοσύνη, κάτι από το βλέμμα της Παναγίας· κι η γλυκιά της φωνή, όταν ακόμη έλεγε ασήμαντα κι αδιάφορα, ήτο μουσική που ’φτανε στα βάθη της ψυχής μου κι εγέμιζε τρυφερότητα την καρδιά μου. Όσες φορές την έβλεπα, μου ’διδε τη χαρά και την ευτυχία κι η φωνή και το χαμόγελό της ήσαν τα φάρμακα για κάθε μου λύπη. Όταν μ’ άγγιζαν, όταν μ’ εθώπευαν τα χέρια της ή με φιλούσαν τα χείλη της, χυνότανε στις φλέβες μου ένα πραϋντικό φίλτρο, που ’λιωνε κι έδιωχνε κάθε πόνο. Και πολλάκις θα ’θελα να κοιμηθώ κάτω από τα χάδια της, σ’ εκείνη τη γλυκιά κι άλυπη κατάσταση, και να μη ξυπνήσω ποτέ. Πολλές φορές πραγματικώς κοιμήθηκα με τέτοια ευτυχία πάνω στα γόνατά της, όταν το βράδυ ερχότανε σπίτι μας γι’ αποσπερίδα.

     Οι δικοί μου δεν άργησαν να νιώσουν την εξαιρετική αγάπη μου στο Βαγγελιό· κι άρχισαν να τη μεταχειρίζονται ως σωφρονιστικό μέσο, για να με ησυχάζουν, να καταπαύουν τις δυστροπίες μου. Κοντά δε στους δικούς μου, έμαθαν κι οι ξένοι την αδυναμία μου κι έπαιζαν με τον πρώιμο έρωτά μου. «Ποια θα πάρεις, Γιωργιό;» με ρωτούσαν. Κι εγώ πάντα έδιδα την ίδια απάντηση: «Το Βαγγελιό». Κι επειδή ήσαν κι άλλες μ’ αυτό το όνομα στο χωριό, προσδιόριζα: «Το Βαγγελιό της θειας του Δεσποινιού».

     Εις το σπίτι μου ’λεγαν την απειλή: «Καλά, να το πω του Βαγγελιού, να μη σ’ αγαπά μπλιο!» Και παρευθύς επαύανε και κλάματα και αταξίες.

     Μια μέρα, που ’παιζα με άλλα παιδιά, έπεσα κι έκαμα μεγάλη πληγή στο μέτωπο. Αίματα έτρεχαν κι έβαλα φωνές μεγάλες. Γυναίκες έτρεξαν κι επροσπάθησαν να μου σταματήσουν το αίμα και να με κατασυχάσουν. Αλλά μόνον όταν ήρθε το Βαγγελιό και μ’ άγγιξε το χέρι της κι άκουσα τη φωνή της, καταπραΰνθηκα με μιας. Μου ’βαλε κι αράχνη στην πληγή και το αίμα σταμάτησε. Έπειτα με σήκωσε στην αγκαλιά της και με πήγε σπίτι. Τι ευτυχία που μου ’δωκε κείνη η πληγή!

     Κι ενώ με πήγαινε, με φιλούσε και μου ’λεγε:

     -    Πονείς ακόμη, Γιωργιό μου; Δεν πονείς· ε;… Μα μπορείς να πονείς μπλιο ’κεια που σε φίλησα ’γω; Πόσο μ’ αγαπάς εδά;

-         Πολλά, πολλά, της έλεγα κι έκλεια τα μάτια μου από ευτυχία.

-         Να χαρώ εγώ!…

     Και μου ’δινε νέα φιλιά.

     Όσες φορές αρρώσταινα, ο καλύτερός μου γιατρός ήτο το Βαγγελιό. Άμα την έβλεπα, άμα το χέρι της άγγιζε το μέτωπό μου, όσο βαριά κι αν ήμουν άρρωστος, το χαμόγελο ανέβαινε στα χείλη μου. Κι η παρουσία της είχε τη μεγαλύτερη θεραπευτική δύναμη στις αρρώστιες μου. Αλλά και τα πιο πικρά και δυσάρεστα φάρμακα τα ’παιρνα, ευχάριστα μάλιστα, από τα χέρια της.

     Η μεγάλη μου ευτυχία ήτο να με κρατεί στην αγκαλιά της. Και σα μ’ έπαιρνε από κάτω και μ’ εσήκωνε στο ύψος του αναστημάτου της, ήμουν στα ουράνια.

     Για να γελούν τ’ άλλα κορίτσια, άρχισαν τάχα να κάνουν αντίπραξη του Βαγγελιού και προσπαθούσαν με χάδια και δώρα να μ’ αποσπάσουν από την αγάπη της. Αλλ’ εγώ ήμουν ακλόνητος. Κι όταν το Βαγγελιό μ’ άκουε να λέω πως μόνον αυτήν αγαπούσα και μ’ έβλεπε να τραβιούμαι από τ’ άλλα κορίτσια, που ’θελαν να με φιλήσουν, κι έτρεχα σ’ αυτήν, ενθουσιαζόταν αληθινά, μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της και με καταφιλούσε. Μου ’μαθε και μια πεισματική μαντινάδα να τη λέω στις αντίζηλές της.

Μιαν η γιαγάπη π’ αγαπώ, μια ’ναι μα το Θεό μου,

                                           Και τσ’ άλλες παίζω και γελώ για να περνά ο καιρός μου.

     Αλλ’ εις το περιβόλι της ευτυχίας μου εφύτρωσε κι ένα φαρμακερό αγκάθι, που το λένε ζήλια. Και το πρώτο του κέντημα το ’νιωσα μια μέρα π’ άκουσα να λεν οι γυναίκες πως ο Γιάννης του Ραφτογιώργη, ένα όμορφο και γερό παλικάρι είκοσι χρονών, αγαπούσε το Βαγγελιό και θα τη ζητούσε.

     Έπαιζα εκεί κοντά κι όταν άκουσα την ομιλία πετάχτηκα.

-         Και το Βαγγελιό αγαπά τονε;

-         Μπρε το ζηλιαρόγατο! είπεν η μάνα μου, που ’τον με τις άλλες γυναίκες.

-         Όι, τη μούρη σ’ αγαπά! είπε μια ξαδέρφη μου. Μωρέ νιος και θέλει κι

αγαπητική!

     Εγώ πλησίασα πεισμωμένος και κτυπώντας τους γρόθους μου τον ένα στον άλλο, είπα στην ξαδέρφη μου:

-         Ναι, ναι, εμέν’ αγαπά. Α δε σ’ αρέσω σένα, του Βαγγελιού τ’ αρέσω. Μου το

λέει αυτή κι ίντα λες εσύ δεν τ’ ακούω.

-         Μωρέ μούτρα! είπε πάλιν η ξαδέρφη μου.

-         Καλύτερά ’ναι τα δικά σου;

-         Μωρέ ό,τι κι α λες, δε σ’ αγαπά.

-         Όι, εσέν’ αγαπά!

     Η ξαδέρφη γέλασε:

-         Εμένα; Δε μου χρειάζεται η γιαγάπη τση.

     Από κείνη τη μέρα, για να ερεθίζουν τη ζήλια μου, μου ’λεγαν κάθε λίγο πως το Βαγγελιό δε με ήθελε, γιατί ήμουν μικρός, κι ότι γλήγορα θα ’τρωγα τη χυλόπιτα από το Γιάννη. Κι εγώ πότε έκλαιγα, πότε θύμωνα και πετούσα πέτρες, κι ό,τι πρόχειρο εύρισκα.

     Το χειρότερο είναι πως κι αυτό το Βαγγελιό, χωρίς να προσέχει στο κακό που μου ’κανε, έλαβε μέρος σ’ αυτό το παιγνίδι κι εύρισκε αφορμές να μου λέει:

-         Τότε δε σ’ αγαπώ. Θα πάρω το Γιαννάκο.

     Αν μπορούσα να ψυχολογήσω, θα μ’ ανησυχούσε τ’ όνομα τ’ αντίζηλού μου, όπως το ’λεγε. Από το χάδι, που ’διδε σ’ αυτό τ’ όνομα, θα καταλάβαινα πως δεν της ήταν αδιάφορος κι ότι η αγάπη της για μένα ήτο παιγνίδι.

     Κοντά στους άλλους άρχισε να με πειράζει κι αυτός ο Γιάννης· κι όταν με συναντούσε μου ’λεγε:

-         Γιάε, μωρέ, άντρας, και θέλει και γυναίκα!

-         Ντα δε θα μεγαλώσω κι εγώ; του ’πα μια μέρα απειλητικά.

-         Ώστε να μεγαλώσεις εσύ, θα το πάρω ’γω το Βαγγελιό.

     Να σκάσω εγώ από το θυμό κι από τη συναίσθηση της αδυναμίας μου. Αν μπορούσα, θα τον σκότωνα· αλλά δε μπορούσα κι έπρεπε να σκύψω στην τυραννική του υπεροχή, γιατ’ ήτον μεγαλύτερος κι ισχυρότερος. Μια μέρα λέω στη μητέρα μου:

-         Γιάιντα, μά, δε μ’ έκανες πλια μεγάλο;

     Η μάνα μου γέλασε.

     -    Όλοι, Γιώργη μου, γεννούνται μικροί κι ύστερα μεγαλώνουνε. Και συ, σα γενείς του καιρού του Γιάννη, θα γενείς μεγάλος σαν αυτό.

-         Μα ώστε να μεγαλώσω, θα πάρ’ ο Γιάννης το Βαγγελιό.

     Η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της και με χάδια προσπάθησε να με παρηγορήσει.

-         Ντα δε σου ’πε το Βαγγελιό πως εσένα μόνο αγαπά;

-         Ναι, μα ο Γιάννης μου ’πε πως, ώστε να μεγαλώσω, αυτός θα τηνε πάρει.

-         Κι εχαθήκαν οι κοπελιές, υγιέ μου; Παίρνεις σα μεγαλώσεις, άλλη και

καλύτερη.

-         Όι, εγώ το Βαγγελιό θέλω. Δε θέλω άλλη.

-         Ε καλά, κανακάρη μου, το Βαγγελιό θα πάρεις· και μην ακούς ίντα σου λέει ο

Γιάννης.

     Τι θα ’διδα να ’μουν μεγάλος, να δει τότε ο Γιάννης!

     Σε κάμποσον καιρό γίνηκε ο γάμος μιας ξαδέρφης μου. Καλεσμένο το Βαγγελιό, καλεσμένος κι ο Γιάννης· εκεί κι εγώ, που να μην είχα πάει. Στο χορό βλέπω το Γιάννη να κρατεί το Βαγγελιό κι ανάβει η ζήλια μου. Κι επειδή όλοι γνώριζαν την αγάπη μου, με κοίταζαν με πονηρή περιέργεια. Κι ένας απ’ όξω από το χορό μου ’πε μια πειραχτική μαντινάδα:

Ξανοίξετε το μπόι του, δείτε και τη θωριά του,

                                                Και θέλει κι αγαπητική, διάλε την ανθρωπιά του.

-         Απολοήσου του, μου ψιθύρισε κάποιος από δίπλα μου.

     Και σιγά μου υπαγόρευσε την απάντηση:

Μη με θωρείς κοντό κοντό και χαμηλοζωσμένο,

                                              Απού τη γης δε φαίνομαι και τσι καρδιές μαραίνω.

     Το πείσμα μου ’δωκε το θάρρος να πω το δίστιχο, μισό τραγούδι μισό απαγγελία. Αλλά και το Βαγγελιό ήρθε στη βοήθειά μου· και με τη γλυκιά της φωνή τραγούδησε για μένα:

Θαρρείς πως είμ’ εγώ μικιό πως δεν πονεί η καρδιά μου;

                                      Σαν του μεγάλου καίονται μέσα τα σωθικά μου.

     Κι όταν πιασμένη στο χορό πέρασε κοντά μου, έσκυψε μια στιγμή και με φίλησε. Ο Γιάννης με κοίταζε και χαμογελούσε πειραχτικά, σα να μου φάνηκε· κι εγώ άρχισα να κλαίω από πείσμα αδυναμίας. Το Βαγγελιό αφήκε σε λίγο το χορό, ήρθε και κάθισε κοντά μου κι αφού με πήρε στα γόνατά της μου ’πε:

-         Γιάιντα κλαις Γιωργιό μου; Δεν το κατές πως εσέν’ αγαπώ;

-         Και το Γιάννη δεν τον αγαπάς; είπα μ’ αναφιλητό.

     Αν δεν ήμουν τόσο μικρός, θα διάκρινα ίσως ένα μικρό δισταγμό στη φωνή της όταν μου ’πε:

-         Δεν τον αγαπώ… καθόλου.

     Το Βαγγελιό είπε ψέμα, γιατί το Γιάννη τον αγαπούσε. Ο Γιάννης όμως δεν την αγαπούσε αληθινά ή άλλαξε γνώμη και μετά κάμποσον καιρόν αρραβώνιασε άλλη. Τότε είδα κι εγώ το Βαγγελιό να κλαίει· αλλ’ αν κι η λύπη της πρόδιδε αγάπη για το Γιάννη, μ’ έκαμε να τη συμπαθήσω περισσότερο κι ακόμη να μου γίνει πιο μισητός ο Γιάννης.

 

 

 

2ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA