Β

 

     Τα χρόνια περνούσαν, το Βαγγελιό δεν παντρευότανε κι εγώ εξακολουθούσα να την αγαπώ. Έτσι έγινα οχτώ ετών, έφτασα στα δέκα. Αλλά τότε έγινε ανάγκη να πάω σ’ ανώτερο σχολείο στην πόλη, που απείχε μιας μέρας και περισσότερο δρόμο από το χωριό μας. Εγώ δεν ήθελα να πάω. Ούτε φιλοδοξία να μάθω περισσότερα είχα, ούτε να γνωρίσω άλλους τόπους πεθυμούσα. Το χωριό, όπου ’τον το Βαγγελιό, οι δικοί μου κι οι φίλοι μου, ήτον αρκετά για την ευτυχία μου. Αλλά τι να κάμω; Το μόνο που μπορούσα ήτο να κλαίω κι έκλαψα πολύ. Η μόνη μου παρηγοριά ήτο η σκέψη ότι θα γύριζα μεγάλος, με γράμματα ανώτερα και με της χώρας τον αέρα, ώστε να γίνω περισσότερο άξιος της αγαπημένης μου.

     Έκαμα δυο ή τρία χρόνια στην πόλη. Στις διακοπές έβγαινα στο χωριό· και μόλις έφτανα, ο νους μου στο Βαγγελιό. Η μητέρα κι η αδερφή μου άρχισαν να πειράζουνται γι’ αυτή την προτίμηση. Τις έπιασε είδος ζήλιας. Μα καημένο παιδί;, έλεγε η μάνα μου, μέλι ’χει αυτή η κοπελιά;

     Εγώ το ’ξερα τι μέλι είχεν ή μάλλον τώρα άρχιζα να το νιώθω, διότι έως τότε η αγάπη μου ήτο αίσθημα κατά πολλά αυτοαγνοούμενο και μιμητικό. Τώρα όμως άρχιζε να καίει και να διαφωτά μέσα μου μια φωτιά που δε μ’ άφηνε να την αγνοώ.

     Αλλά σ’ αυτή την αυτοανακάλυψη με βοήθησε και το Βαγγελιό. Ήμουν μεταξύ δεκατριών και δεκατεσσάρων ετών, όταν στις διακοπές του Πάσχα πήγα στο χωριό. Στο σπίτι μας βρήκα το Βαγγελιό κι η σκέψη πως είχεν έρθει επίτηδες, γιατί με περίμενε, μ’ έκαμε να πετάξω. Αλλ’ όταν έφυγα από την αγκαλιά της μάνας μου για να πάω σ’ αυτήν, βρέθηκα σε μια κατάσταση που δεν την είχα γνωρίσει έως τότε. Είχα παραλύσει κι έτρεμα.

     -   Κα’ αυτός εμεγάλωσε, γίνηκε άντρας! είπε το Βαγγελιό. Εγώ φοβούμαι να τονε φιλήσω, σαν πρώτα.

     Αυτά τα λόγια με χαροποίησαν, αλλά μ’ έφεραν κι άνω κάτω. Ήμουν σαστισμένος. Κι εγώ φοβόμουν, όχι να ορμήσω, όπως πριν, στην αγκαλιά της, αλλά και μόνο να την πλησιάσω. Αλλ’ όταν σ’ ένα λεπτό νίκησα το δισταγμό μου και το Βαγγελιό μ’ αγκάλιασε και με φίλησε, μου φάνηκε ότι τώρα με φιλούσε διαφορετικά. Τα φιλιά της ήσαν λιγότερα, αλλά και διαρκέστερα κι όλα στο στόμα. Μου φάνηκαν ότι έκαιγαν κι αισθάνθηκα ότι τα μάγουλά μου άναψαν.

     Το Βαγγελιό γύρισε κι είπε στη μητέρα μου γελαστή:

    -   Εδά που μάκρυνε και μπορώ να τονε φτάνω, δίχως να σκύφτω, δεν κάνει μπλιο να τονε φιλιώ.

     Η μάνα μου δεν είπε τίποτε, ούτε και γέλασε. Κι εγώ δεν τόλμησα να ζητήσω εξήγηση, αν κι αυτό που ’πε το Βαγγελιό δε μου ’ταν ολότελα ευκολονόητο. Η αποσβόλωσή μου αύξαινε από τις πολλές απορίες, που ’πεσαν διά μιας στο λογισμό μου. Γιατί τώρα δεν τολμούσα να κοιτάξω το Βαγγελιό στα μάτια; Γιατί την ντρεπόμουνα, σα να την έβλεπα πρώτη φορά; Γιατί έλεγε πως τώρα που μεγάλωσα δεν έπρεπε να με φιλούν; Κι εγώ που ’μουν τόσον ανυπόμονος να μεγαλώσω! Μήπως θα καταντούσα τώρα να το θεωρώ δυστύχημα πως μεγάλωνα; Από την ψυχρή σιωπή της μάνας μου κατάλαβα πως περισσότερο κι από το Βαγγελιό ήτο της γνώμης ότι στην ηλικία μου δεν ταίριαζαν πια φιλιά και χάδια. Σήμερα σκέπτομαι ότι το Βαγγελιό πέταξε κείνο το λόγο για να δει την εντύπωση και τη γνώμη της μητέρας μου. Αλλ’ επειδή κι η μητέρα μου κατάλαβε το σκοπό της σιώπησε. Κι η σιωπή της όμως έλεγε τη σκέψη της, κι απόφευγε συνάμα να πει πράματα δυσάρεστα, που δεν ήθελε να τα πει.

     Τ’ απόγεμα ήρθε μια θεία μου κι άκουσα τη μητέρα μου να της λέει:

-         Ήρθε κι η Βαγγελιά του Δεσποινιού κι ήρχιξε το Γιωργή τα φιλιά. Ήθελα να

’σουνε να δεις πώς ήκανε. Σα να ’θελε να ρουφήξει το αίμα του κοπελιού!

     Η θεια μου σκέφθηκε λίγο κι έπειτα είπε:

-         Δε θα παντρευτεί μπλιο αυτή η κοπελιά; Αργεί να παντρευτεί και πρέπει πως

απού τη λαχτάρα τση παντριγιάς τσ’ έρχεται σαν κουζουλάδα.

-         Και στο παιδί μου μένα θα ξεθυμάνει η κουζουλάδα τση;

-         Η πυρωμάδα τση, άλλαξε τη λέξη η θεια μου και χαμήλωσε τη φωνή της.

     Δεν άκουσα τη συνέχεια της ομιλίας, γιατί η μάνα μου μ’ έδιωξε. Αλλά τη στιγμή που ξεπόρτιζα έφτασε στ’ αυτιά μου μια λέξη της μάνας μου, πρωτάκουστη για μένα,  που ’μοιαζε με τη μυστηριώδη λέξη της θειας μου. Αλλ’ από τον τρόπο που ’πε η μάνα μου τη λέξη κείνη, «η πυρωμένη», κατάλαβα πως ήταν υβριστική και κακή. Εμάντευσα δε πως από δω και πέρα η αγάπη μου κιντύνευε και προκαταβολικώς άρχισα ν’ ανησυχώ και να λυπούμαι.

     Το Βαγγελιό δε μετάρθε στο σπίτι μας κάμποσες μέρες. Αλλ’ ήταν και μεγάλη βδομάδα και την έβλεπα στην εκκλησιά ή έξω.

     Τη μεγάλη Παρασκευή τα κορίτσια του χωριού σκόρπισαν στα περιβόλια και στις ανθισμένες πλαγιές και χαρούμενα μάζευαν λουλούδια για τον επιτάφιο. Κάθε μία έπρεπε να πάει μιαν ανθοδέσμη στον επιτάφιο της ενορίας της κι είχανε συνορισιό ποια να συνθέσει την ωραιότερη. Εκεί π’ ανθολογούσαν, σιγοτραγουδούσαν κιόλα. Στο ξεστόλισμα του επιταφίου, της κάθε μιας την ανθοδέσμη θα την άρπαζε κείνος που τη ρεγότανε· κι αν ήσαν δυο ή τρεις οι εραστές, μπορούσε να γίνει και μάχη. Ώστε, κοντά στο θρησκευτικό αίσθημα, ήτο και κάποιο άλλο αίσθημα, που κινούσε τους διαλογισμούς των κοριτσιών.

     Μια π’ αυτές τις κοριτσίστικες συντροφιές πήρε και μένα στο γύρο των. Σ’ αυτές, εννοείται, ήτο και το Βαγγελιό. Τα κορίτσια με ρωτούσαν πώς πέρασα στη χώρα.

-         Και δεν ανεζήτηξες το χωριό; μου ’πε μια.

     Με το κεφάλι έκαμα ναι, αλλά τα μάτια μου στράφηκαν στο Βαγγελιό. Αυτό το κίνημά μου το ’δαν τα κορίτσια και μια ξεφώνησε:

-         Μπρε τον πονηρό! Είδετε την αμματιά που τσ’ ήριξε;

     Γέλασαν κι αυτή που ’καμε τ’ αναφώνημα είπε στην αδερφή μου.

-         Άκου τα συ. Καλύτερα ’πο σένα κι απού τη μάνα του ’χει τη Βαγγελιά. Δε

ζηλεύγεις;

-         Γιάιντα να ζηλέψω; Εγώ  ’μ’ αδερφή του. Εσείς πρέπει να ζηλεύγετε, που απ’

όλες σας εδιάλεξε το Βαγγελιό.

-         Μα θαρρείς πως δε ζηλεύγομε; είπε άλλο κορίτσι με ειρωνεία. Τέτοιο

ντελικανή ποια δε θα τον ήθελε; Μα σα δε μασε μπεγιεντίζει[1], να σκάσομε μαθές; Μόνο μικιός που μασε πέφτει μια ολιά.

     Τώρα, βλέπετε, ήμουν μικρός.

     Σ’ αυτό το μεταξύ κάτι μουρμούρισε το Βαγγελιό που δεν τ’ άκουσα, αλλά μάντευσα ότι η ομιλία της ήτο δυσάρεστη. Έπειτα έτρεξε σε μια κουφοξυλιά, καταστόλιστη με τα δαντελωτά λευκά της άνθη. Κι ενώ ψήλωνε, για να φτάξει το άνθος που ’θελε να κόψει, έλεγε:

-         Τούτονε θα βάλω στη μέση τση ραδαράς[2] μου και γύρου γύρου τ’ άλλα σειρές.

     Αλλά μάλλον φαίνεται πως ήθελε να κρύψει την κοκκινάδα που ’χε χυθεί στο πρόσωπό της και να στρέψει αλλού την ομιλία.

     Σε λίγο ένα κορίτσι λέγει του Βαγγελιού:

-         Δεν είδες πώς ήλλαξε η φωνή του Γιωργιού;

-         Πώς ήλλαξε; είπε το Βαγγελιό· φαίνεται όμως ότι πρώτη αυτή ’χε

παρατηρήσει αυτή τη μεταβολή κι έκανε πως δεν καταλάβαινε.

-         Εχόντρηνε η φωνή του. Μιλεί βραχνά, σαν τα πετειναράκια, όντε

πρωτοκράζουνε.

-         Αντροπατεί, εξήγησε η αδερφή μου, όπως άκουσε τη μητέρα να λέγει.

Εμεγάλωσε, δεν τονε θωρείς;

     Εγώ ο ίδιος δεν είχα προσέξει σ’ αυτή τη μεταβολή της φωνής μου. Αυτή δε η παρατήρηση και τα σχετικά που άκουσα μου ’δωκαν αφορμή κι άλλων σκέψεων. Συλλογισμένο ήτο και το Βαγγελιό· κι ενώ τ’ άλλα κορίτσια τραγουδούσαν ή έψαλλαν τροπάρια του επιταφίου, αυτή σιωπούσε. Μια στιγμή, σαν να αισθάνθηκα το βλέμμα της, στράφηκα και τα μάτια μας αντικρίστηκαν. Με κοίταζε μελαγχολική, γιατί ’νιωθε την ταραχή μιας καρδιάς, που ’τον ακόμη πολύ παιδική για τέτοια βάσανα· αλλά και διότι στη δική της ψυχή γινότανε πολύ μεγαλύτερη τρικυμία από το αδύνατο αίσθημα όπου την έριξε η μοίρα της, κι άρχιζε να προβλέπει τα βάσανα που την περίμεναν. Σα να ’το μαγνήτης, πάντα κοντά της βρισκόμουν· και μια στιγμή που ’χαμε μακρυνθεί λιγάκι από τις άλλες, σιγοτραγούδησε μια μαντινάδα, που μόνον εγώ άκουσα:

Δεν είναι πόνος να πονεί, πόνος να θανατώνει,

                                             Σαν την αγάπη την κρυφή, όντε ξεφανερώνει.

     Έπειτα με κοίταξε και το βλέμμα της έλεγε: «Σε καταλαβαίνω, καημένο παιδί· μα συ πώς να με καταλάβεις;»

     Κι η σοβαρότη που ’χε το πρόσωπό της τελείωσε σ’ ένα μελαγχολικό χαμόγελο.

     Τα κορίτσια μιλούσαν για το ξεστόλισμα του Εχτάφιου, ως τον έλεγαν· κι αναμεταξύ των πειραζόντανε για τους αγαπητικούς των. Πείραζαν περισσότερο και σκληρά μια άσκημη και παράωρη. Και της απέδιδαν ως εραστήν ένα τραυλό, βραδύγλωσσο κι ηλίθιο, λεγόμενο Δημήτρη κι επιλεγόμενο περιπαιχτικά Φορδακό[3].

-         Βγενιό, της είπε μία, να βάλεις στη ροδαρά σου και καρδαμουλίδες.

-         Γιάιντα καρδαμουλίδες; ρώτησε η άλλη.

-         Γιατί θ’ αρέσουνε του Δημητρού.

-         Οι καρδαμουλίδες τ’ αρέσουνε;

-         Δεν αρέσουνε των αφορδακώ;

     Το Βγενιό θύμωσε.

-         Εκείνος που μ’ αγαπά, μωρή, δεν είν’ αφορδακός. Είναι καλύτερος από κείνο

που θα πάρεις εσύ.

     Δεν αφήκαν απείρακτο και το Βαγγελιό και μένα μαζί.

     -   Μη ξεχάσεις να βάλεις χαμηλά τη ροδαρά σου, γιατί δε θα φτάξει το Γιωργιό και θα τηνε πάρει κιανείς άλλος.

     Το Βαγγελιό έκαμε να γελάσει, αλλά φαινότανε πως δεν είχε όρεξη. Στο πείσμα όμως κείνης που ’θελε να με πειράξει γιατ’ ήμουν μικρός, εγώ στο ξεστόλισμα πήρα την ανθοδέσμη του Βαγγελιού. Αλλ’ αν αυτό ήτο για μένα θρίαμβος, πολύ φοβούμαι σήμερο ότι το Βαγγελιό θα αισθάνθηκε κρυφή λύπη, γιατί δε βρέθηκε κανείς νέος να πάρει την ανθοδέσμη της, αλλά την αφήκαν σ’ ένα παιδί δεκατεσσάρω χρονώ.

     Στη δεύτερη Ανάσταση ήρθ’ έξω στην εκκλησία το Βαγγελιό κι έκαμε το Χριστός Ανέστη με την μητέρα και την αδερφή μου. Ήρθε και σε μένα, αλλά τα χείλη της πέρασαν από το μέτωπό μου, χωρίς να γκίξουν.

     Έμεινα και τη βδομάδα της Λαμπρής στο χωριό· αλλ’ όλες αυτές τις μέρες μια φορά μόνο ήρθε στο σπίτι μας το Βαγγελιό και μια φορά πήγα στο δικό των. Όταν ήρθε, μου ’φερε αυγά κόκκινα και κουλούρια. Αλλά πάλι δε με φίλησε. Άπλωσε μόνο το χέρι της και μου θώπευσε τα μαλλιά· κι αφού δεν έκαμε την αρχή, κι εγώ δεν είχα το θάρρος. Ενώ όμως μιλούσε με τη μάνα μου, πλησίασα στην καθέκλα της και πήρα στάση παραπονετική. Διψούσα τα φιλιά της. Το κατάλαβε και τ’ αγαπημένο της χέρι απλώθηκε πάλι στο κεφάλι μου. Επήρα θάρρος και κινήθηκα προς την αγκαλιά της· αλλά το ίδιο χέρι μ’ έσπρωξε απαλά.

-         Όι, Γιωργή μου, δεν κάνει. Δεν το ’παμε πως εδά ’σαι μεγάλος και δεν είσαι

μπλιο για φιλιά;

-         Καλά σου το λέει, ξενινιασμένε, είπε με θυμό η μάνα μου. Δεν πας όξω να  

βρεις τσι σόγκαιρούς σου, μόνο κάθεσαι στο σπίτι με τσι γυναίκες, σα να ’σαι κοπελιά; Δεν ντρέπεσαι μια ολιά!

     Ώρμησα έξω, αλλά δεν πήγα μακριά· κι όταν σε λίγο έφευγε το Βαγγελιό, μ’ είδε να κλαίω πίσ’ από ένα δέντρο. Αλλ’ ως να φοβήθηκε τη μάνα μου, που ’χε προβάλει στην πόρτα, μου ’ριξε μόνο μια πονετική ματιά και πέρασε χωρίς να μου πει λέξη.

     Η μητέρα μου ήρθε ’κει που ’κλαιγα και μου ’πε, με χλευαστική φωνή τώρα:

     -   Γιάε, κλαίει και δεν ντρέπεται! Γιάε άντρας! Και δε μου λες γιάιντα κλαις; Γιατί δε σ’ αφήκα να κάνεις το μωρό, να σε χαϊδεύουνε, σαν όνταν εκατουργιούσουν απάνω σου; Είδες, μωρέ, άλλο τω χρονώ σου να τονε βάνουν οι κοπελιές στην ποδιά τως; Δε θωρείς το μπόι σου; Εσύ ’σαι, μωρέ, μπλιο ντελικανής και θα σε παίζουν ακόμ’ οι κοπελιές, σα μωρό, να σου λένε πως σ’ αγαπούνε και πως θα τσι πάρεις; Κρίμας και τα γράμματα που ’χεις μαθωμένα! Δεν πας να παίξεις τσι κουτσούνες με τα κοπελιδάκια; Μα η Βαγγελιά δεν είναι δα και κοπελιδάκι. Κοσιεφτά κοσιοχτώ χρονώ ’ναι. Αν ήτανε παντρεμένη του καιρού τση, θα ’χε παιδιά σαν εσένα. Μάνα σου πέφτει, μωρέ, και συ κάθεσαι και λες πως την αγαπάς και πως θα τηνε πάρεις. Μα ώστε να φτιάξεις εσύ τον καιρό τση παντριγιάς, αυτή θα ’ναι γρα, ζαρωμένη και φαφούτα. Και δε θωρείς, μωρέ μπουντάλακα, πως από ’δα δεν τηνε θέλει κιανείς και θ’ απομείνει στο ράφι; Θα γεράσει απάντρευτη. Μα είδες εσύ, μωρέ, άντρα κιανένα να πάρει γυναίκα μεγαλύτερή του; Κι εσύ λες πως αγαπάς μια γεροντοκόρη, απού σε περνά δεκαπέντε χρόνους κοντά.

     Αυτά τα λόγια, αντί να φέρουν το αποτέλεσμα που ’θελε η μητέρα μου, έφεραν μάλλον το ανάποδο. Κι αν δε μίσησα τη μητέρα μου, για την κακία που φανέρωναν τα λόγια της, πάντα θύμωσα πολύ γι’ αυτήν.

     Ωστόσο δε μπορώ να πω, ότι από τη λάσπη που ’ριξε έμεινε αλέρωτη κι απαραμόρφωτη η ζωγραφιά που ’χα στην καρδιά μου. Αλλά κείνο που πρώτα πρώτα ένιωθα την ώρα κείνη ήτον ένας βαθύς πόνος για κείνο που μάθαινα, ότι την αγαπημένη μου περίμενε μια μεγάλη δυστυχία, να γεράσει ανύπαντρη.

     Ήμουν πρόθυμος να κάμω κάθε θυσία για να της εμποδίσω κάθε δυστυχία. Και πόσον θα ήθελα να πάω να την παρηγορήσω. Να της πω πως ήτο πικραμένη και δύστυχη, γιατί περνά ο καιρός και δεν παντρεύεται· μα μένα γιατί δε με λογάριαζε; Αν ήμουν ακόμη μικρός (αν και δε μπορούσα να βεβαιωθώ αν ήμουν μικρός ή μεγάλος), θα μεγάλωνα· και τότε θα την έπαιρνα εγώ. Ας ήτο μεγάλη· η αγάπη μου θα ’ταν πάντα η ίδια.

     Αλλά πώς να της πω τέτοια πράματα, που, και μόνο να το σκέπτομαι, ντρεπόμουνα και μου φαινόντανε τεράστιο;

     Η μέρα που θα ’φευγα για την πόλη πλησίαζε κι ήμουν περίλυπος. Όταν προ δυο βδομάδων ήρθα στο χωριό, ήμουν τόσο χαρούμενος, με τόσες ελπίδες ευτυχίας, και τώρα είχα την απελπισία στην ψυχή. Κι η μελαγχολία μου φάνηκε στη μορφή μου. Ωχρίαζα κι αδυνάτιζα, ως έλεγεν η μητέρα μου, κι αυτό το μεταχειρίστηκε ως πρόφαση εναντίο του Βαγγελιού. Αυτή με τις πρόωρες ιδέες που μου ’βαλε στο κεφάλι, τάραξε τη γαλήνη της παιδικής μου ψυχής και μ’ έβαλε σε λογισμούς αταίριαστους στην ηλικία μου.

     Την εντύπωση ότι χλώμιανα κι ότι έπασχα έκαμα και στο Βαγγελιό, όταν μια ’πο τις τελευταίες μέρες συναντηθήκαμε κάτω στα λιόφυτα. Βρεθήκαμε σ’ ένα δρόμο ασύχναστο, που τον σκέπαζαν μεγάλες ελιές.

     -    Γιάιντα, Γιωργιό μου, είπε, εχλώμιανες, απού ’σουν σαν τ’ απριλιάτικο ρόδο, όντεν ήρθες απού τη χώρα;

-         Γιατί δεν έρχεσαι μπλιο στο σπίτι μας… και φοβούμαι πως δε…

-         Πως δε σ’ αγαπώ; Αυτό θες να πεις;

-         Ναι.

-         Όι, θέλω να μου το πεις ο ίδιος. Θέλω να τ’ ακούσω απού το χρυσό σου στόμα.

-         Φοβούμαι πως δε μ’ αγαπάς μπλιο.

     Έπεσε πάνω μου, ως θύελλα, κι άρχισε να με φιλεί αχόρταγα κι ατέλειωτα στο στόμα, στα μάγουλα, στα μαλλιά. Και τόσο μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της, που θα πονούσα αν μ’ άφηνε η ευτυχία μου να αισθανθώ πόνο. Έκανε σαν τρελλή και με κάθε φιλί μου ’λεγε και μια φράση πύρινη. Μια στιγμή μάλιστα, που μου ’δωκε στο στόμα ένα φιλί, αισθάνθηκα στα χείλη μου και μια ελαφρά δαγκωματιά.

     -    Εγώ δε σ’ αγαπώ, εγώ, καρδιά τση καρδιάς μου, εγώ φως των αμματιώ μου; Εγώ που χάνομαι, που θα χανόμουν για σένα; Αχ! να μπόρουνα να σ’ ανοίξω την καρδιά μου. Μα θα με καταλάβεις;… Εγώ, Γιωργή μου, δε σ’ αγαπώ, εγώ, εγώ;

     Το κεφάλι της έπεσ’ έπειτα στον ώμο μου κάμποσα λεπτά. Η αναπνοή της ήτο βίαιη, σαν να κουράστηκε πολύ, κι η καρδιά της κτυπούσε δυνατά.

     Έπειτα άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της έπεσαν στο πρόσωπό μου. Κι είπε με φωνή περίλυπη:

-         Μα δε θέλουνε, πουλί μου, να σ’ αγαπώ.

-         Ποιοι;

     Αντί να μου δώσει απάντηση, με ρώτησε:

-         Εσύ θα μ’ αγαπάς;

-         Ναι.

-         Παντοτινά;

-         Παντοτινά.

-         Θέλουνε και δε θέλουνε;

-         Θέλουνε και δε θέλουνε.

     Δεν ήτο δύσκολο να καταλάβω ότι η μάνα μου ήτο που δεν ήθελε να μ’ αγαπά το Βαγγελιό. Μήπως αλλιώτικα δεν το ’ξερα; Η μητρική μου αγάπη κι η αγάπη μου για το Βαγγελιό πιάστηκαν κείνη την ώρα σε φοβερή πάλη. Αλλά σ’ αυτό ακούστηκαν βήματα κι ομιλίες. Το Βαγγελιό ταράχτηκε και μου ’πε σιγά και βιαστικά:

-         Δεν κάνει να μασε δούνε μαζί, μόνο φύγε

     Και τραβήξαμε, αυτή προς το χωριό, εγώ προς τα κάτω. Ήμουν πολύ συγκινημένος κι αισθανόμουν σα διαφορετικός άνθρωπος. Στο φανέρωμα της φλογερής γυναικείας αγάπης ωρίμασα διά μιας. Και καθώς η πεταλούδα βγαίνει από το κουκούλι της και πετά, βρέθηκα σε νέο κόσμο και σε νέο φως έβλεπα τον εαυτό μου και την αγάπη μου. Νόμιζα ότι σε μια στιγμή από παιδί έγινα άντρας και στα μάτια της ψυχής μου ανοίχτηκαν μυστήρια. Κι έξω από την ερωτική παραφορά, δε βοήθησε σ’ αυτή τη μεταβολή λίγο κι η ταραχή που ’δειξε και μου ’πε το Βαγγελιό, όταν ακούστηκαν βήματα, ότι δεν έπρεπε να μας δουν μαζί. Ο φόβος κείνος μου ’λεγε πως ήμουν αρκετά μεγάλος ώστε να σκανδαλισθούν όσοι θα μ’ έβλεπαν σε μέρος ερημικό μ’ ένα κορίτσι. Κι όπως οι νέοι, που ’χουν μουστάκια, ήτο φόβος κι εγώ να εκθέσω μ’ αφορμή τέτοια ένα κορίτσι. Το χέρι μου πήγε πάνω στο χείλος μου κι εχάδεψε ανύπαρκτο μουστάκι. Χωρίς άλλο όμως δεν ήμουν όπως προ μισής ώρας. Στην ήσυχή μου παιδική σάρκα τώρα άρχιζαν να συνταράσσουνται και να κοχλάζουν ηφαίστεια. Η ανάμνηση του γυναικείου κόρφου, π’ άγγιζε και πιεζότανε πάνω μου, άναβε το αίμα μου και στη φαντασία μου παρουσιάζοντο απόρρητα της ζωής, που, έως τελευταία μόλις υπόπτευα  κι ακόμη μου ’μεναν σκοτεινά και μυστηριώδη.

     Τη Δευτέρα του Θωμά έφυγα για την πόλη. Κι αυτή τη φορά η λύπη μου ήτο μεγαλύτερη παρά την πρώτη αναχώρησή μου. Διότι το Βαγγελιό δεν ήρθε να μ’ αποχαιρετήσει τώρα που το πεθυμούσα περισσότερο. Αλλ’ όταν μάκρυνα λίγο από το χωριό, φάνηκε το σπίτι της θειας του Δεσποινιού στο πάνω μέρος του χωριού, ένα κάτασπρο δίπατο σπίτι με γλάστρες στα ψηλά του παράθυρα και μια μεγάλη πορτοκαλιά στην αυλή. Μου φάνηκε πως σ’ ένα παράθυρο πρόβαλε το Βαγγελιό. Ήταν εκεί και περίμενε να με δει όταν θα παρουσιαζόμουν στ’ ανοιχτό μέρος του δρόμου. Πολλές φορές στράφηκα κι αποχαιρετούσα το σπίτι της αγαπημένης μου, που τη φανταζόμουν να κλαίει ανάμεσα στ’ άνθη· κι η καρδιά μου μέσα έλεγε τα τρυφερότερά της λόγια. Αλλ’ όταν ο δρόμος απογύρισε κι ένα ύψωμα έκρυψε το χωριό, μου φάνηκε ότι το βουνό κείνο καταπλάκωσε την ψυχή μου.

     Έκλαψα πολύ στο δρόμο κι όταν έφτασα στην πόλη, μου φάνηκε μαύρη. Πώς θα ’χα την υπομονή να περάσω τους μήνες που ’μεναν ακόμη έως τις θερινές διακοπές; Και πώς θα ’χα νου να μελετώ και να παρακολουθώ την παράδοση; Άμα έπιανα βιβλίο, έμπαινε ανάμεσα της σελίδας και της προσοχής μου ένα πρόσωπο με μαύρα λυπημένα μάτια κι άκουα την αγαπημένη φωνή να μου λέγει: «Θέλουνε δε θέλουνε, θα μ’ αγαπάς;»   

     Έτσι περνούσα τις σελίδες αφηρημένος, σαν να ’σαν χαρτί άγραφο. Οι καθηγητές μου μ’ αγαπούσαν έως τότε και με θεωρούσαν από τους καλύτερους στην τάξη μου. Και τώρ’ απορούσαν και μου ’λεγαν:

-         Τι έπαθες παιδί μου; Στο χωριό τον αφήκες το νου σου;

     Ο αγωγιάτης, που μ’ επήγε στην πόλη με το μουλάρι του, ήτο χωριανός μας με τ’ όνομα Δρακογιώργης. Όταν μ’ αφήκε να γυρίσει στο χωριό, μου ’πε:

     -    Και δε θα μου κάμεις εδά, Γιωργιό, κιαμιά παραγελιά για το χωριό; Δε θα πω χαιρετίσματα σε κιανένα;

-         Σ’ όλους να πεις, του ’πα ανόρεξα.

-         Και σε κιαμιά ψυχή ξεχωριστά; ξαναρώτησε με πονηρό χαμόγελο.

     Κύμα θυμού ανέβηκε στο λαιμό μου. Μου φάνηκε πως αυτός ο χωριάτης έβαλε τα χοντρά και λερωμένα χέρια του στην καρδιά μου και βεβήλωσε τ’ άγια των αγίων. Εγώ που άλλοτε, έλεγα σ’ όποιο με ρωτούσε ποιαν αγαπώ και ποια θα πάρω, τώρα ήθελα να κρύβω την αγάπη στα κατάβαθα της καρδιάς μου.

-         Σε κιαμιά, είπα απότομα.

-         Καλά· θα μαρτυρήσω κι εγώ του Βαγγελιού (κατές το δα πως είμεστα

γειτόνοι) πως είπα του Γιωργιού αν έχει να πέψει στο χωριό ξεχωριστά χαιρετίσματα κι αυτός μου ’πε με μάνητα πως δεν έχει. Θες να τση το πω;

     Μιλιά εγώ. Αλλ’ όταν ο αγωγιάτης δευτέρωσε την ερώτησή του, δεν κρατήθηκα κι είπα όχι μ’ ένα ζωηρό ανασήκωμα του κεφαλιού.

     Ο Δρακογιώργης γέλασε.

-         Πονηρέ! κρουφό το ’χεις, ε; Πότ’ έγιν’ η κολοκύθα, πότ’ εμάκρυν’ ο λαιμός

τση!

     Μ’ έπιασε μια ανησυχία, γιατί φοβόμουνα τι θα πήγαινε να πει στο Βαγγελιό ο Δρακογιώργης. Επειδή τον γνώριζα, ότ’ ήθελε να κάνει αστεία, ίσως θα πήγαινε να πει στο Βαγγελιό πως δεν την αγαπούσα, για να κλέψει κι απ’ αυτήν, το μυστικό. Και σκέφθηκα να της γράψω γράμμα· αλλ’ αμέσως μετανόησα. Αφού δεν ήξερε γράμματα η φτωχή, πώς θα το διάβαζε και σ’ άλλον πώς να εμπιστευθεί να της το διαβάσει;

     Ωστόσο κάθισα κι έγραψα ένα γράμμα. Σ’ αυτό τη βεβαίωνα για την αγάπη μου και τη λύπη μου που δεν την είδα να την αποχαιρετήσω όταν έφευγα. Αλλά και γι’ αυτό φοβόμουν μήπως πήγαινε κανείς να της πει ψέματα πως έπαψα να την αγαπώ. Της εξηγούσα τι συνέβηκε με τον Δρακογιώργη· και την έκανα προσεκτική να μη της πει ψέματα ο αγωγιάτης και γελαστεί κι αυτή.

     Τον «Ερωτόκριτο» γνώριζα έως τότε από τις χειμωνιάτικες αποσπερίδες, όπου τον διάβαζαν με μια τραγουδιστή απαγγελία. Τον γνώριζα κι από τα μέρη που τραγουδούσαν στο χορό. Αλλά μόνον τότε μου ’τυχε το βιβλίο και το διάβασα ολόκληρο. Και τόσο βρήκα τον πόνο μου στους στίχους του αποχαιρετισμού, ώστε έκλαιγε ενώ τους διάβαζα. Μου ’ρθε μάλιστα και ιδέα να κάμω κι εγώ ένα παρόμοιο ποίημα και να περιγράψω τα ερωτικά μου βάσανα. Αλλ’ η στιχουργική μου επιχείρηση δεν πήγε πολύ μακριά. Την αφήκα γρήγορα.

     Δεν αφήκα όμως και τα γράμματα. Σχεδόν κάθε μέρα έγραφα ένα κατά την ψυχική μου διάθεση. Και τα φύλαγα με τη σκέψη να τα διαβάσω του Βαγγελιού όλα μαζί, όταν το καλοκαίρι θα πήγαινα στο χωριό.

     Μετά καιρό, είδα και πάλι τον αγωγιάτη στην πόλη. Αλλ’ αυτή τη φορά δεν μ’ αστειεύτηκε για το Βαγγελιό. Μου ’φερε δυσάρεστα νέα.

-         Η Βαγγελιά, η καημένη, δε μπορεί.

-         Ίντα ’χει; ρώτησα μ’ ανησυχία, που δε φρόντισα να κρύψω.

     -    Κιανείς δεν κατέει. Όλο ανήμπορη κι αρρωσταρά ’ναι. Δε μπορεί καλά καλά να σηκώσει το σταμνί να πάει στη βρύση. Και με τη μάνα σου ’ναι στα μαχαίρια, μα ίντα ’χουνε δε μπόρεσα να καταλάβω. Η μάνα σου δε θέλει να τη δει στα μάτια τση και λέει και κακά λόγια για την καημένη την κοπελιά. Μ’ αυτή δεν ανοίγει το στόμα τση. Ποτέ δεν την άκουσα να πει κακό για τη μάνα σου. Μα σάμπως λέει αυτή ποτέ για κιανένα και στραβά πατεί; Δεν ήθελε και να μάθεις πως η μάνα σου τηνε κατατρέχει· και μου διπλοπαράγγερνε να μη σου πω πράμα. Μα γιάιντα να μη σου πω να τα κατές; Εγώ τση χωράτευγα και τσ’ ήλεα πως ετσά τα τσιγκρίζουνε πάντα οι πεθερές κι οι νυφάδες, μα το καημέχαρο το Βαγγελιό δεν έχει όρεξη για γέλια. Εσένα μου παράγγερνε να σε χαιρετώ και μου ’δωκε κι ένα χαιρετισμό να σου βαστώ· καμπόσα κουλουράκια να τρως την ταχυνή όντε πας στο σκολειό να τση θυμάσαι. Ύστερα μου ’πε πως αν τύχει κι έμαθες από άλλο πως η μάνα σου τη μάχεται να μη θαρρέψεις, λέει, πως κι αυτή ’χει όχθρητα τση μάνας σου, γιατί ό,τι κι αν τση λέει, αυτή δε θέλει το κακόν τση.

     Το Βαγγελιό του διπλοπαράγγειλε, γιατί γνώριζε την ψυχή μου και καταλάβαινε ότι θα γινόμουνα δυστυχής όταν θα μάθαινα πως η μητέρα μου ήταν άδικη και κακή. Ο χωριάτης όμως από μοχθηρία, ασυνείδητη ίσως, μου ’πε τα όσα γίνηκαν. Και με τέτοια μορφή κακίας μου παρουσίασαν τη μητέρα μου, που γύρισα πέρα το πρόσωπο. Μου ’τον ανυπόφορο να βλέπω έτσι κείνη που μ’ εγέννησε κι αισθανόμουν ντροπή μαζί και θλίψη ν’ ανακαλύπτω ότι κείνη, που της έδιδα την καλοσύνη της Παναγίας, ήτο τόσο άδικη και σκληρή για μια κοπελιά, σαν το Βαγγελιό.

     Η λύπη κι η αγανάχτησή μου ξεθύμανε, όσο μπορούσε να ξεθυμάνει, σ’ ένα γράμμα από κείνα που δε θα πήγαιναν. Σ’ αυτά τα γράμματα χρωστώ μεγάλη χάρη, γιατί με την παρηγοριά και την ανακούφιση που μου ’δωκαν στις τρικυμίες κείνες της εφηβικής μου καρδιάς, με στήριξαν και με βοήθησαν να περάσω τον καιρό που μου ’μενε μέχρι των εξετάσεων και των θερινών διακοπών. Δε μπόρεσαν όμως να με βοηθήσουν και στα μαθήματα και τη χρονιά κείνη με δυσκολία κατάφερα να προβιβαστώ.

 

 

 

 

3ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA



[1] μπεγιεντίζω = συμπαθώ, αγαπώ ερωτικά κάποιον (τουρκ.)

 

[2] ροδαρά = η ανθοδέσμη

 

[3] φορδακός ή αφορδακός = ο βάτραχος.