Δ

 

     Στο δρόμο δε μας έτυχε τίποτε· αλλ’ όταν φθάσαμε στο χωριό, μάθαμε πολύ δυσάρεστα πράματα για το Βαγγελιό.

     Στην απουσία μας είχεν έρθει από την πόλη ένας γιατρός. Τον κάλεσαν να δει την κόρη του Δεσποινιού, κι αφού την εξέτασε, είπε στους δικούς της ότι η αρρώστια της ήτον απελπιστική κι ότι  λίγον καιρό είχε να ζήσει. Αυτά είχε μάθει η αδερφή μου· αλλ’ η μητέρα μου, που τάχα τώρα λυπότανε «για την άμοιρη κοπελιά», μου ’πε πιο ορισμένα πράματα. Το Βαγγελιό είχε χτικιό, αρρώστια που δε γλιτώνει άνθρωπος. Ο πυρετός την έλιωνε νύχτα μέρα, ο βήχας την έπνιγε κι έβγαζε κι αίμα από το στήθος.

    -     Εγώ, είπε η μητέρα μου, θα σου ’λεα να πας να τη δεις, μα η γιαρρώστια τση, παιδί μου, είναι κολλητική και φοβούμαι. Θα πάω ’γω και φτάνει. Δεν μπορώ να μην πάω. Στο ύστερο δικολογιά[1] μας είναι.

    -     Και θ’ αποθάνει; είπα συλλογισμένος γι’ αυτό το μυστήριο του θανάτου, που πρώτη φορά το αντίκριζα τόσο πλησίον με τη φοβερή κι αδυσώπητή του δύναμη.

Η μητέρα μου πήγε πραγματικώς, αλλά φαίνεται πως η θεια το Δεσποινιό της έκαμε κακή υποδοχή, γιατί γύρισε με μούτρα κατεβασμένα, μαύρη από θυμό και πείσμα, σαν να την είχαν μουντζουρώσει με το τηγάνι. Κι όταν τη ρωτήσαμε για την άρρωστη, ο θυμός της ξέσπασε.

-         Γραφές μαζώνει. Μα ο Θεός δεν είν’ Αρβανίτης και καθενούς του δίνει κατά

τα έργατά του και κατά την ψυχή του. Εγώ, ο Θεός το κατέει, την ελυπήθηκα κι επήα να τηνε παρηγορήσω. Αθρώποί ’μεστα. Μα η μάνα τση εθάρρεψε, πρέπει, πως επήα να τωσε πέσω. Δεν φταίν αυτοί, μα εγώ που ’σφαλα κι εθάρρεψα πως είν’ ανθρώποι και πως αξίζουνε να τσοι ψυχοπονέσει άνθρωπος.

     Έπειτα, σαν να ήταν όνειδος η αρρώστια, μας έδωκε τη φρικτότερη εικόνα για την κατάσταση της άρρωστης. Δεν είχε πια πνοή, παρά για να βήχει. Και τόσο την έπνιγε καμιά φορά ο βήχας, που μελάνιαζε και φοβόσουν πως θα τελείωνε. Η εξάντληση κι η χλωμάδα της ήτο τόση, που, αν δεν έβηχε, θα την έπαιρνες για πεθαμένη. Μόνο το κερί τής έλειπε από το στόμα. Από την αρρώστια είχε καμπουριάσει, τα μάτια και τα μάγουλά της είχανε βουλιάξει και τη θαρρούσες για γριά εξήντα χρονών. Ούτε του σκύλου να μη καταραστεί κανείς τέτοιο κατάντημα! Και το χειρότερο ήτο πως κιντύνευαν κι άλλοι από την αρρώστια της, όσοι πήγαιναν και την πλησίαζαν, γιατ’ η αρρώστια της, Θε μου φύλαξε, ήτο κολλητική, σα φωτιά. Ο γιατρός είπε να μην τη σιμώνουνε παιδιά και, σα θ’ αποθάνει, να κάψουν και τα ρούχα που φορεί και τα ρούχα που κοιμάται. Τώρα πήγαιναν μερικές γυναίκες και την έβλεπαν· μα κι αυτές σα μάθαιναν τι είπε ο γιατρός, θα ’παυαν και θα ’μενε ν’ αποθάνει έρημη, σαν πανουκλιασμένη.

-         Θ’ αποθάνει; μουρμούρισα πάλιν συλλογισμένος.

-         Ίντά ’πες; ρώτησε η μάνα μου.

-         Πράμα.

     Τη νύχτα κείνη είδα στ’ όνειρό μου το Βαγγελιό. Όπως την παράστησε η μητέρα μου, με κρατούσε στα γόνατά της κι αισθανόμουν ότι το σώμα της κάτω από τα φορέματα ήτο μόνο κόκαλα, σκελετός άσαρκος. Το πρόσωπό της το αποσουρωμένο είχε του θανάτου το χρώμα. Φρίκη με κρατούσε κι ήθελα να φύγω από κοντά της, αλλά δεν είχα τη δύναμη. Τα χέρια της, που ’σαν σα μεμβράνες ξερές και ζαρωμένες, με κρατούσαν σα σιδερένια μάγγανα. Μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά της και τα κόκαλά της τρίζανε. Με φιλούσε και τα χείλη της ήσαν κρύα· συνάμα η πνοή της μύριζε λιβάνι. Έπειτα την έπιασε τρομερός βήχας κι οι πνοές της έπεφταν υγρές στο πρόσωπό μου. Σε λίγο είδα ν’ αναβλύζει αίμα με το βήξιμο από το παθιασμένο στήθος της κι έβαψε κόκκινα τα χείλη της. Και σ’ αυτό το ματωμένο στόμα σχηματιζόταν ένα φριχτό χαμόγελο.

     Έβαλα τότε όλα μου τα δυνατά να φύγω από την αγκαλιά της, αλλ’ η άρρωστη μ’ έσφιξε δυνατότερα, τόσον που λύγισε το σώμα μου προς τα πίσω. Κι ενώ με κρατούσε έτσι, έσκυψε και μου ’πε με το φριχτό της χαμόγελο:

-         Σιχαίνεσαί με, ε; Σιχαίνεσαί με;

     Κόλλησε το ματωμένο της στόμα στο δικό μου. Αλλά τότε, αντί ν’ αντισταθώ, αφέθηκα και βυθίστηκα σε μια ηδονή, που όμοια δεν είχα αισθανθεί έως τότε. και τ’ όνειρό μου σβήστηκε στην παράδοξη ηδονή κείνη.

     Μετά το όνειρο κείνο, έπεσα σε μια αλλόκοτη κατάσταση. Σαν κάτι ν’ άλλαξε στην ψυχή μου, σα να ’γινα άλλος άνθρωπος σχεδόν διά μιας. Το πάθος του κυνηγιού σβήστηκε και διάφορα άλλα αντικείμενα π’ άρχιζαν να μ’ ενδιαφέρουν έγιναν αδιάφορα. Το Βαγγελιό ξαναγύριζε στην καρδιά μου· κι όπως ήτο άρρωστη κι ασχημισμένη, φρικτή μάλιστα, κατά την εικόνα που μου ’δωκαν κι είδα, την αγαπούσα πάλιν. Αλλά και πάλιν ήτο διαφορετική η αγάπη μου. Αγάπη από πόνο. Την αγαπούσα τώρα διότι έπασχε, διότι είχαν μαραθεί η νιότη κι η ομορφιά της και σε λίγον καιρό θα πέθαινε. Κι αυτά εξ αιτίας της μάνας μου, εξ αιτίας εμένα του ίδιου. Η μάνα μου την επρόσβαλε, την εσυκοφάντησε, την εμίσησε αγριότατα, όταν εκείνη δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της να πει κακό γι’ αυτήν. Αλλά κι εγώ δεν την έφερα ολιγότερο στο θάνατο με την αδιαφορία μου. Για το κυνήγι απαρνήθηκα κείνην που τόσο μ’ αγάπησε και τόσο μ’ αγαπούσε. Για πρώτη φορά παρουσιαζόταν στην ψυχή μου ξεκαθαρισμένο το αίσθημα της ανδρικής τιμής και ντρεπόμουν ως άνανδρος και τιποτένιος για μια γυναίκα. Τι εγωιστής, τι δειλός και σκληρός φάνηκα σε κείνην που θυσιάστηκε για μένα και χανότανε εξ αιτίας μου!

     Κι όσο φανταζόμουν ότι η αρρώστια του Βαγγελιού θα τελείωνε μετά ένα ή δύο μήνες στο θάνατο, μου ’σφιγγε απελπισία την καρδιά. Ν’ αποθάνει και να νομίζει πως δεν την αγαπώ, πως τη σιχάθηκα και τη μίσησα ίσως; Δε θα τονε προτιμότερο ν’ αποθάνω κι εγώ μαζί της;

     Ν’ αποθάνει και να μη την ξαναϊδώ σ’ αυτόν τον κόσμο!… Μα ήτο τόσο βέβαιον, ήτο άφευκτο ν’ αποθάνει; Η φοβερή ιδέα που σχημάτιζα περί του ανίκητου θανάτου αύξαινε τον πόνο που μαζευόταν στην καρδιά μου κι αναδημιουργούσε την αγάπη μου, μια νέα αγάπη προς την ψυχή από την ψυχή. Το μυστήριο του θανάτου, π’ απασχολούσε το νου μου τώρα, απομάκρυνε τους υλικούς λογισμούς κι ελέπτυνε το αίσθημά μου. Κι έπεφτα σ’ ένα ρομαντισμό, όπου το αντικείμενο της αγάπης μου γινόταν χωρίς σάρκα, σχεδόν άυλο.

     Σε τούτο το μεταξύ μ’ έπιασε μεγάλη κι επίμονη μελαγχολία. Έγινα λιγομίλητος και στο σπίτι μόνο δυστροπίες και θυμούς γνώριζαν τώρα από μένα. Πήγαινα στο κυνήγι, μόνο για να ζω στη μοναξιά και λησμονούσα το τουφέκι που κρατούσα. Στην πόλη είχα μάθει κάτι θλιβερά τραγούδια της εποχής και στις ερημιές που ’τρεχα τα σιγοτραγουδούσα. Αλλ’ απ’ όλο ταίριαζε στην ψυχική μου διάθεση η «Φαρμακωμένη» του Σολωμού. Κι όταν την τραγουδούσα, πάντοτε γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου. Το Βαγγελιό σαν τη φαρμακωμένη θα πήγαινε.

     Μια βραδιά που ’χα πάει στου Βασίλη, αντί να γυρίσω πίσω στο σπίτι μας, τράβηξα προς το πάνω μέρος του χωριού και σε λιγάκι βρέθηκα κοντά στ’ αυλιδάκι με την πορτοκαλιά. Είχα πάει με την απόφαση να δω την άρρωστη να της μιλήσω και να μείνω κοντά της. Τόση ήτον η ανάγκη μου να τη δω, που δε λογάριασα τους φόβους που μου ’χε πει η μάνα μου. Μια στιγμή μόνο έμεινα διστακτικός, γιατί φοβήθηκα μη μ’ αποπάρει η θεια το Δεσποινιό, όπως ήτο θυμωμένη με τη μάνα μου.

     Εκεί που δίσταζα, άκουσα βήχα και κατάλαβα πως η άρρωστη ήτον στην αυλή. Πραγματικώς όταν πλησίασα, διάκρινα στα σκοτεινά κάποιο που καθόταν κάτω από την πορτοκαλιά. Ήτον πολύ ζεστή η βραδιά κι η άρρωστη είχε βγει και καθίσει έξω. Πλησίασα στην εξώπορτα και σιγά σιγά είπα τ’ όνομά της:

-         Βαγγελιό! Βαγγελιό!

     Το μαύρο σχήμα, που φαινόταν κάτω από την πορτοκαλιά, κινήθηκε ζωηρά:

-         Γιωργιό!… Εσύ ’σαι, Γιωργιό μου; είπεν η φωνή της.

     Έτρεξα μέσα κι έπεσα στην αγκάλη της. Αλλ’ αυτή με τ’ αδύνατα χέρια της, που τα αισθανόμουν να τρέμουν, με κράτησε σ’ απόσταση και μ’ έβαλε να καθίσω σ’ ένα σκαμνί δίπλα της. Κι έπειτα μου ’πε:

-         Γιάιντα, παιδί μου, ήρθες; Για να σε βρούνε κι άλλα βάσανα; Δε φτάνουν τα

όσα ’χω συρμένα κι όσα σύρνω;

-         Ήμαθα πως είσ’ αρρωσταρά. Ήθελες να μην έρθω;

     Δίστασε ν’ αποκριθεί· έπειτα έβαλε προσπάθεια για να πει:

-         Δεν ήθελα… δεν έκανε να ’ρθεις.

     Της έκοψε τη φωνή ο βήχας. Έπειτα είπε:

-         Ντα μπορώ ’γω να θέλω ό,τι πεθυμώ;… Μα καλά ήκαμες, Γιωργή μου, κι

ήρθες. Καλά ’καμες κιόλας κι ήρθες νύχτα, να μη δεις πώς έχω καταντήσει.

     Σώπασε και κατάλαβα πως σιγόκλαιγε.

     -   Κι αν ο λοϊσμός μου, είπε σε λίγο, ήλεγε να μην ερθείς, η καρδιά μου ελαχτάριζε να σε δω. Πάντ’ ανήμενα κι όρπιζα πως θα σε δω, πριχού ν’ αποθάνω, και καλά ’καμες κι ήρθες, γιατί ποιος κατέει…

-         Όι δε θ’ αποθάνεις. Εγώ δε θέλω, δε θ’ αφήσω ν’ αποθάνεις, είπα και

πετάχτηκα πάλι να την αγκαλιάσω, αλλά πάλι μ’ απομάκρυνε.

-         Κι εγώ, είπε με βαθύ αναστεναγμό, δε θέλω ν’ αποθάνω, μα η μοίρα μου

τ’ αποφάσισε, χωρίς να χαρώ τον κόσμο. Ο γιατρός δε μου ’δωκε ζωή. Δε μου το φανερώσανε, μα δεν το καταλαβαίνω και μοναχή μου; Η ζωή μου φεύγει και τρεμοσβήνει, σαν το λύχνο, που τ’ αποσώθηκε το λάδι. Και κατές πότε θ’ αποθάνω; Όντε θα πέφτουνε τω δεντρώ τα φύλλα. Σαν έν’ απ’ αυτά τα μαραμένα φύλλα, κι εγώ θα πέσω και τ’ ανέμου το φύσημα θα με πάρει.

-         Μα δε σου ’πα να μην τα λες αυτά; Εγώ στην Καλυβιανή που πήα την

επαρακάλεσα και θα σε γιάνει. Και καθ’ αργά στην προσευχή μου για του λόγου σου παρακαλώ. Μα γιατί να μην πας κι η ίδια στην Καλυβιανή, απού κάνει μεγάλα θαύματα;

-         Δε μπορώ, παιδί μου… Με την αδυναμιά που ’χω, θ’ αποθάνω στη στράτα.

-         Αλήθεια είναι πολύ αλάργο και στον κάμπο κάνει μεγάλη κάψα.

-         Είπανε να με πάνε και στο μοναστήρι τση Φανερωμένης, μα κι εκεί ’ν’

αλάργο. Ας με κάνει ο Θεός ό,τι θέλει. Μα για πε μου πότε θα πας στη χώρα;

-         Τσι πρώτες του Σετέμπρη.

-         Το Σετέμπρη; μουρμούρισε. Τότε αρχινούνε τα φύλλα να πέφτουνε… Άκου,

πριχού να φύγεις, θέλω να σε δω.

-         Εγώ, όσον καιρό θα ’μια στο χωριό, θα ’ρχομαι να σε θωρώ.

-         Και δε φοβάσαι τη μάνα σου;

-         Δε φοβούμαι κιανένα. Εγώ ’μαι ’δα μεγάλος και θα κάνω ό,τι θέλω.

-         Ήκουσα πως πας και στο κυνήγι, είπε σχεδόν χαρούμενο το Βαγγελιό.

-         Πάω, μα δε μ’ αρέσει μπλιο.

-         Γιάιντα;

-         Δε μ’ αρέσει. Κατέω κι εγώ;

-         Άκουσε, Γιώργο· είπες πως θα ’ρχεσαι να με θωρείς. Να μην έρχεσαι. Θέλω

να μην έρχεσαι και θέλω για το καλό σου να μην έρχεσαι. Δεν σου το λέω, γιατί φοβούμαι τση μάνας σου και του κόσμου τα λόγια. Εδά μπλιο δε φοβούμαι πράμα.

     Και τόσο χαμήλωσε τη φωνή της, που μόλις άκουσα την επόμενη φράση:

-         Εγώ δεν είμαι μπλιο σ’ αυτό τον κόσμο.

     -    Μα φοβούμαι, εξακολούθησε, την αμαρτία. Είν’ αμαρτία να σε βγάνω απού τη βουλή κεινής που σε γέννησε κι έχω να δώσω λόγο εκειά που θα πάω. Φοβούμαι περισσότερο για σένα· γιατί καταλαβαίνω πως η γιαρρώστια μου ’ναι κολλητική. Κι α σ’ αφήνω να ’ρχεσαι κοντά μου, είναι σα να θέλω το κακό σου. Και μπορώ ’γω να θέλω το κακό σου; Ίντα μεγάλες αμαρτίες έχω, που δεν τσι κατέχω, και μου ’δωκε η μοίρα μου (άρχισε να κλαίει) ένα κακό, απού ’ναι θάνατος και για μένα και για κείνους π’ αγαπώ και μ’ αγαπούνε! Πρέπει να μ’ αποφεύγουνε και να με φοβούνται όλοι, ακόμη κι η μάνα που μ’ εγέννησε, και ν’ αποθάνω έρημη.

-         Εγώ δε φοβούμαι, Βαγγελιό, της είπα.

     Και ήμουν ειλικρινής.

     -   Σε πιστεύω, μ’ α δε φοβάσαι συ, εγώ φοβούμαι. Να γενώ αφορμή ν’ αρρωστήσεις και τέτοια αρρώστια; Θεός φυλάξοι, καλύτερα ν’ αποθάνω εγώ δέκα θανάτους. Κι εκειά που θα πάω, δε θα βρω ποτέ ανάπαψη. Εγώ θέλω, παιδί μου, να ζήσεις και να καλοπεράσεις τη ζωή σου. Μόνο τότε θα ’μαι κι εγώ χαρούμενη στον άλλον κόσμο. Εγώ ένα πράμα θέλω από σένα, να με θυμάσαι. Να θυμάσαι μια άχαρη κοπελιά, που σ’ αγάπα και θα πάρει την αγάπη της και στον άλλον κόσμο. Γι’ αυτή μου την αγάπη δε θέλω και να ’ρχεσαι κοντά μου. Να περνάς πότε πότε να σε θωρώ απ’ αλάργο, ναι· και μόνο τσι μέρες που θα πας στη χώρα να ’ρθεις να μ’ αποχαιρετήξεις. Ποιος κατέει α θα ξαναϊδωθούμε;

     Μαζί με την τελευταία φράση σηκώθηκε· κι όπως είχε ριγμένο πάνω της ένα μαύρο καπότο, το όλο της μου φάνηκε θλιβερότερο παρ’ όταν την έβλεπα να κάθεται.

-         Πρέπει να πάω μέσα, είπε. Η μάνα μου κοιμάται. Με τα βάσανά μου δεν την

αφήνω η κακορίζικη να κοιμηθεί νύχτα και μέρα κι όπου βρεθεί την παίρνει ο ύπνος. Δε θέλω να ξυπνήσει να δει πως είμ’ όξω και στενοχωρηθεί. Άμε στο καλό, Γιωργή μου, κι α μ’ αγαπάς να κάμεις έτσα που σου ’πα.

     Το χέρι της αδύνατο μ’ άγγιξε στο κεφάλι μου και πριν να τ’ αποσύρει πρόφταξα, τ’ άρπαξα και το κατεφίλησα. Κι όταν βρέθηκα έξω και τραβούσα κατά το σπίτι μας, τόσο θολωμένα ήσαν τα μάτια μου από δάκρυα, ώστε και στη διαφάνεια της θερινής νύχτας δε διάκρινα πού πατούσα και πού πήγαινα.

     Παραδόξως ό,τι διάκρινα από το πρόσωπο του Βαγγελιού, όταν συνήθισα στο σκότος της αυλής, μου φάνηκε θλιβερό, αλλ’ όχι κι αποκρουστικό. Μάλιστα η κέρινη μορφή της μου ’δινε θέλγητρο ομορφιάς άλλης. Και με το νοσηρό αυτό θέλγητρο δε φαίνεται να ήταν άσχετο τ’ όνειρο το προημερνό.

     Τη νύχτα εκείνη δε μπόρεσα να κοιμηθώ. Δε μ’ αφήκαν οι θλιβεροί λογισμοί, που στριφογύριζαν στο κεφάλι μου, όπως το σώμα μου γύριζε στην αγωνία της αϋπνίας.

     Κι από τις σκέψεις που δε μ’ άφηναν να κοιμηθώ η πιο επίμονη ήτο ότι, αντί ν’ αποφεύγω το Βαγγελιό για να μην πάρω την αρρώστια της, έπρεπε αντιθέτως να την επιδιώκω, για ν’ αποθάνομε μαζί. Τώρα μου φαινόταν περισσότερο τερατώδης η αδιαφορία που ’χα δείξει γι’ αυτήν τον τελευταίο καιρό, ενώ αυτή ’τον όλη αγάπη για μένα. Έπρεπε να υποφέρω και ν’ αποθάνω ακόμη για την αναισθησία και την αχαριστία μου.

     Μα γιατί ν’ αποθάνει; Γιατί ήτο τόσο βέβαιον ότι θα πέθαινε από την αρρώστια της; Πώς τόσοι άλλοι που αρρώσταιναν εγίνοντο καλά, κι αυτή θα πέθαινε; Τι αν το είπε ο γιατρός όταν ο Θεός έχει τη δύναμη και νεκρούς ν’ ανασταίνει; Με τις θρησκευτικές ιδέες, που ’χα τότε, όλα τα θαύματα θεωρούσα δυνατά. Και θ’ άφηνε η δικαιοσύνη του Θεού κι η άπειρη καλοσύνη της Παναγίας να γίνει ένα τόσο μεγάλο άδικο; Τόσοι κακοί άνθρωποι ζούσαν και θα πέθαινε τόσο σκληρά μια κοπελιά που δεν έκαμε κακό ανθρώπου;

     Πόσες φορές αργότερα μου δόθηκε η αφορμή να κάμω αυτό το συλλογισμό, έως ότου έφτασα στην ανυπαρξία ανώτερης δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς να πάψω να πιστεύω στην ανώτερη αξία της καλοσύνης!

     Στον πυρετό τέτοιων σκέψεων επήρα μια μεγάλη απόφαση. Να σώσω εγώ την άρρωστη. Με την πίστη που ’χα τότε τίποτε δε μου φαινόταν αδύνατο. Από τα ιερά βιβλία γνώριζα και πίστευα ότι όχι μόνον οι άρρωστοι όλων των λογιών μπορούσαν να θεραπευθούν, αλλά κι οι νεκροί να γυρίσουν στη ζωή. Και γι’ αυτά τα θαύματα ήτον αρκετή μόνον η πίστη. Γιατί λοιπόν να μη γίνει καλά και το Βαγγελιό με την πίστη; Αυτή τη δύναμη επίστευα ότι είχα.

     Στην απόφαση που πήρα να θυσιαστώ για να σώσω την άρρωστη, θ’ αποφάσιζα χωρίς δισταγμό να γίνω μοναχός ή και ασκητής και να προσεύχομαι νύχτα μέρα για τη ζωή του Βαγγελιού. Αλλά μοναστήρι δεν ήτο στην επαρχία μας. Εγνώριζα όμως ένα ερημοκλήσι της Παναγίας σε τόπο απόμερο και σε απόσταση όχι μεγάλη από το χωριό. Σπανίως το λειτουργούσαν, αλλά γνώριζα ότι το κλειδί ήτο στο υπέρθυρο και μπορούσε καθένας να μπαίνει και να προσκυνά. Το ’κρινα κατάλληλο για το σκοπό μου. Κάθε μέρα λοιπόν με την πρόφαση του κυνηγιού τραβούσα προς το εκκλησιδάκι κι εκεί μέσα περνούσα μια ώρα περίπου. Κι ενώ έκανα σταυρούς και γονυκλισίες, τα χείλη μου ψιθύριζαν στην Παναγία τις θερμότερές μου ικεσίες για την υγεία της αγαπημένης. Στην Παναγία μιλούσα ως μητέρα σπλαχνική και πανάγαθη που ’ξερε από ανθρώπινο πόνο. Και τόσον αληθινή, τόσον ειλικρινής ήτον η παρακάλεσή μου, τόσον έφτανα να αισθάνομαι την παρουσία της Παναγίας, ώστε τα δάκρυά μου έτρεχαν.

     Το κυνήγι το ’χα ως πρόφαση να πηγαίνω για την προσευχή μου στο ρημοκλήσι. Μου φαινόταν κι άτοπο να διασκεδάζω σε καιρό που κείνη τόσον έπασχε.

     Σε τέτοια εκστατική κατάσταση έφτανα καμιά φορά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, που νόμιζα μια στιγμή ότι κινούσε τα χείλη της κι ότι χαμόγελο αγαθών υποσχέσεων χυνόταν στο άγιο της πρόσωπο.

     Στο αναμεταξύ περνούσα, κατά την υπόσχεση που ’χα δώσει, από το δρόμο του Βαγγελιού. Κι αν μ’ έβλεπε αυτή από το βάθος του σπιτιού δεν ξέρω· εγώ όμως δεν την έβλεπα και μόνο κάποτε ήκουα τον απαίσιό της βήχα. Από τη μητέρα της έμαθα πως από το κακό στο χειρότερο πήγαινε. Αλλά κι αυτή δεν παράλειψε να μου πει ότι δεν ήθελε να μπω στο σπίτι, για να μην έχει νέα λόγια και την έφταναν τα βάσανά της.

     Πραγματικώς η μητέρα μου είχεν αρχίσει πάλιν ν’ ανησυχεί. Και τα περάσματά μου από το δρόμο της άρρωστης έμαθε και την ψυχική μου μεταβολή έβλεπε. Κάθε φορά που φίλοι μου με καλούσαν στο κυνήγι έδειχνα ανορεξιά ή απόφευγα. Κι όχι μόνο μελαγχολικός φαινόμουν, αλλά κι αδυνάτιζα κι έχανα το χρώμα μου.

     Μια μέρα μου λέει:

-         Γιώργη παιδί μου, δε μ’ αφουκράσαι και θα με σκάσεις. Δε σου ’πα να μην

πηαίνεις στση Βαγγελιάς;

-         Ε, σου ’πε κιανείς πως πάω; είπα με αυθάδεια.

-         Είπανέ μου πως συχνοπερνάς κι ίσως μπαίνεις και στο σπίτι.

-         Κι άνεν περνώ; Κι άνε μπαίνω; είπα προκλητικά.

     Η μητέρα μου μ’ ατένισε με κατάπληξη, αλλά δεν έδειξε θυμό.

-         Πού την έμαθες να τη βγάνεις αυτή τη γλώσσα; Θες να πεις πως δε με

λογαριάζεις και πας στση Βαγγελιάς; Εγώ, παιδί μου, είπε με ημερότερο τρόπο, δε σου το ’πα για το κακό σου. Ποιος άλλος σ’ αγαπά καλύτερα ’πο μένα που σ’ εγέννησα και σ’ ενέθρεψα; Σου ’πα να μη πηαίνεις στσ’ αρρωσταράς, γιατί ’χει κακό και κολλητικό πάθος· κι άνεν πάθεις – ο Θεός να σε βλέπει – ποιος θα καεί παρά η μάνα σου; Μα συ, πρέπει, θαρρείς πως θέλω το κακό σου κι ότι σου λέω να μην το κάνεις στο πεισματικό μου.

     Θυμήθηκα τα λόγια του Βαγγελιού, πως ήτο αμαρτία να παρακούω της μητέρας μου. Αλλά και για το χατίρι της άρρωστης, ενώ άρχισα με απόφαση ανταρσίας, κρατήθηκα. Και της μάνας μου όμως ο γλυκός τρόπος μ’ αφόπλισε ολότελα.

     -    Μια φορά πήα και την είδα, είπα, κι αυτή μ’ εμπόδισε να τση σιμώσω, για να μην πάρω, λέει, την αρρωστιά τση. Μου ’πε κιόλας να μη ξαναπάω παρά μια φορά, να την αποχαιρετήξω όντε θα φύγω στη χώρα.

-         Και θα πας;

-         Θα πάω, είπ’ αποφασιστικά.

-         Κι άνε σου πω να μην πας;

-         Μη μου το πεις, γιατί θα πάω. Δε μπορώ να μην πάω.

     Ο θυμός κοκκίνισε το πρόσωπο της μητέρας μου. Αλλά πάλιν κρατήθηκε και μου ’πε με φωνή μάλλον ήρεμη:

-         Κι άνε σου κολλήσει την αρρωστιά τση, άνε χτικιάσεις;

-         Θ’ αποθάνω. Πώς θ’ αποθάνει το Βαγγελιό; Ας αποθάνω κι εγώ.

-         Και δε σε γνοιάζει για τη μάνα σου, απού σ’ έχει μονάκριβο ασερνικό κι άνε

σε χάσει θα κουζουλαθεί; Δε λυπάσαι την αδερφή σου; Κι α δε λυπάσαι τσ’ άλλους, δε λυπάσαι τη νιότη και τη ζωή που θα χάσεις;

-         Γιάιντα να γνοιάζομαι, σα δε θα πάθω πράμα; Το Βαγγελιό δε θ’ αποθάνει· δε

θέλω ’γω ν’ αποθάνει.

-         Μ’ αν είναι γραφτό ν’ αποθάνει, ίντα μπορείς εσύ να κάμεις;

-         Και πώς το κατές του λόγου σου πως τσ’ είναι γραφτό ν’ αποθάνει;    

-         Ο γιατρός το ’πε. Μα κι ολοφάνερο ’ναι πως έχει χτικιό κι απ’ αυτό το πάθος

δε γλιτώνει άνθρωπος.

-         Μα σα θέλει ο Θεός;

-         Δε λέω, σα θέλει ο Θεός ο μεγαλοδύναμος…

-         Ε, σου λέω κι εγώ πως ο Θεός δε θέλει ν’ αποθάνει το Βαγγελιό. Εμένα μου το

’πε…

-         Ποιος σου το ’πε;

-         Εγώ κατέω ποιος μου το ’πε.

-         Δε μου το λες κι εμένα να το μάθω;

     Εδίστασα λίγο, έπειτα είπα:

-         Ε, σα θες να μάθεις, η Παναγία μου το ’πε. Στον ύπνο μου προθές

εφανερώθηκε και μου ’πε πως αν έχω πίστη, το Βαγγελιό θα γιάνει. Κι εγώ ’χω μεγάλη πίστη πως ο Θεός θα τηνε γιατρέψει.

     Τέτοιο όνειρο δεν είχα δει, αλλά και δεν έλεγα ολότελα ψέμα, αφού αυτή την υπόσχεση μου ’διδε το χαμόγελο της Παναγίας.

     Η απάντησή μου έφερε σ’ αμηχανία τη μητέρα μου, που σαν όλες οι γυναίκες, πίστευε τα όνειρα.

-         Είδες το αληθινά αυτό το όνειρο;

-         Το ’δα, σου λέω.

     -    Μα σου ’πε κι η Παναγία πως άνε πηαίνεις στση Βαγγελιάς δεν είναι φόβος να πάρεις το χτικιό; Είπε σού το αυτό;

-         Δε μου το ’πε.

-         Μα σου το λέω ’γω κι αυτό φοβούμαι. Μαγάρι να γιάνει η κακομοίρα η

Βαγγελιά. Ο Θεός το κατέει άνεν το θέλω. Μα έτσα που δεν τση φταίω ’γω, δε θέλω να μου φταίξει κι αυτή, να κάψει το παιδί μου. Για σένα ’γω φοβούμαι, Γιώργη μου.

-         Εγώ δε φοβούμαι.

-         Μην το λες αυτό, Γιώργη, γιατί εσύ δεν κατές. Θες να γενείς έτσα που ’ν’ η

Βαγγελιά, να κιτρινίσεις και να λιώσεις σαν το κερί, να βήχεις και να ξερνάς αίμα, να μη μπορείς να σύρεις τα πόδια σου από την αδυναμιά, να φοβούνται οι ανθρώποι να σου σιμώνουν και στο ύστερο ν’ αποθάνεις, χωρίς να χαρείς τον κόσμο;

     Το θάρρος μου βρέθηκε απροετοίμαστο ν’ αντιμετωπίσει τον κίντυνο, όπως τον παρουσίασε σε μια φοβερή εικόνα η μητέρα μου. Έως τότε ο νους μου δεν πήγαινε πολύ μακρότερα των λέξεων, όταν έλεγα πως δε φοβόμουν να κολλήσω το νόσημα του Βαγγελιού και να πεθάνω τον ίδιο θάνατο. Αλλά τώρα έβλεπα τη φοβερή πραγματικότητα κι αισθάνθηκα να περνά από πάνω μου ως κρυερό φύσημα θανάτου. Τόσον δε ζωηρή ήτον η εντύπωση, ώστε άρχισα να βήχω, πράμα που ’δωκε μεγάλη ανησυχία στη μητέρα μου:

-         Γιάιντα βήχεις, παιδί μου; με ρώτησε. Πονείς ποθές;

-         Όι, αποκρίθηκα, δεν πονώ ποθές.

     Ο φόβος μου όμως δεν κράτησε πολύ και το πείσμα μου ξανάρθε με την αυθάδειά μου. Κι είπα στη μητέρα μου:

     -    Μη μου λες να μην πάω να την αποχαιρετήξω. Αυτό που θες δεν είναι καλό κι άνε μου το ξαναπείς, θ’ αρχίσω να πηαίνω κάθε μέρα να τση κάνω συντροφιά.

-         Συντροφιά!… Παναγία Παρθένα! Θες να με κουζουλάνεις, υγιέ μου, και μου

τα λες αυτανά; Για μια ξένη, μωρέ, τυραννάς έτσα τη μάνα σου;

-         Δεν είναι ξένη. Με τόση αγάπη που μου ’χει μπορώ να τη θωρώ ξένη; Έτσα

που μ’ αγαπά την αγαπώ κι εγώ, ετόλμησα και είπα. Κι ο ενθουσιασμός για το θάρρος μου μου ’δωκε την έμπνευση μιας σκέψης ανώτερης της ηλικίας μου:

     -   Κι εγώ την αγαπώ όχι μόνο γιατί μ’ αγαπά, αλλά και γιατί με την αγγελική της ψυχή μ’ έμαθε κι εμένα να γενώ καλύτερος.

     Αυτή τη φορά ο θυμός της μητέρας μου ξέσπασε:

    -    Είναι ντροπή σου κι είναι κι αμαρτία να με βάνεις εμένα την μάνα σου στην ίδια σειρά μ’ αυτή την… αξετσίπωτη. Αυτή, που για να μη βρίσκει άντρα, εβρήκε ’να μωρό, ένα παιδί αθώο να ξεθυμαίνει τον πυρωμό τση; Γι’ αυτό κι ο Θεός την παιδεύγει. Εσύ δεν καταλαβαίνεις ίντα κουμάσι ’ν’ αυτή· μα σα μεγαλώσεις, θα καταλάβεις και θα θυμηθείς τση μάνας σου τα λόγια.

-         Όσο την ατιμάζεις και την κακοθελάς, τόσο περισσότερο την αγαπώ και τη

λυπούμαι, γιατί κατέω πως δεν έχει κανένα ψεγάδι απ’ όσα τση λες.

-         Ίντα κατές, εσύ, κακορίζικο παιδί; Και πώς μπορείς να καταλάβεις τσι

διαολιές μιας διαστρεμμένης γυναίκας;

-         Εγώ κατέω πως αυτή δε λέει κακό για μας και του λόγου σου την γλωσσοτρώς

-         Αυτή σου τ’ αρμήνεψε, μωρέ, αυτά τα λόγια, για να με σκάσεις;

-         Ναι· εκατό φορές μου ’χει πωμένο να μη πηαίνω ενάντια στη βουλή σου και

μον’ ό,τι μου λες να κάνω.

-         Ψώματα το λες! Αυτή η χτικιάρα σου λέει να μ’ ακούς; Ψώματα! Αυτή σου

βάνει όλες τσι φτιλιές για να με βγάλεις απού την αγάπη και την απακοή μου. Κι άνε σου ’πε τέτοιο πράμα, ψώμα το ’πε, για να σε φέρει ευκολότερα στα νερά τση. Έτσα σ’ έκαμε και να πιστεύγεις πως έχει αγγελική ψυχή κι αυτή ’χει δέκα δαιμόνους μέσα τση. Κι εδά σαν είδε πως το χτικιό τση χάλασε τσι διαολιές τση και πως θ’ αποθάνει, εβάρθηκε να σου κολλήσει την αρρωστιά τση, για να σε πάρει μαζί τση στον Άδη. Τέτοια ψυχή έχει αυτός ο άγγελος και τόση αγάπη σου ’χει. Έτσα θέλει να κάμει και μένα το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να μου κάμει άθρωπος, γιατί κατέει πως ζω με τη ζωή σου ( Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει). Ίντα παιδί ’σαι συ, μωρέ, και γίνεσ’ ένα με τσ’ οχτρούς τση μάνας σου; Μα  ‘γω δε θα την αφήσω τη χτικιασμένη να βάλει φωτιά στο σπίτι μου. Καλή ’μαι να πάω να τση βγάλω τα μάτια τση. Φτάνουνε τα όσα μου ’χει αξωμένα. Να μάθω ’γω άλλη φορά πως επέρασες το κατώφιλο του σπιτιού τση και θα δει ίντα θα τση κάμω! Μουδέ το χάλι τση θα λογαριάσω, μουδ’ ίντα θα πει ο κόσμος. Για πε μου θα πας;

-         Μια βολά, δε σου ’πα; Όντε θα πάω στη χώρα. Κι ως τόσο θα γιάνει.

-         Κιαμέ δε θα γιάνει; Οι ποθαμένοι γιάνουνε; Αυτή ’ν’ από δα ποθαμένη. Δεν

την είδες;

     -   Ο Θεός, απ’ ανασταίνει νεκρούς, σα θέλει, θα τη γιάνει. Και θα τη γιάνει, γιατ’ είναι άκακη και καλόγνωμη.

     Η μητέρα μου με κοίταξε άναυδη. Έπειτα μου είπε κι ο θυμός έτρεμε στη φωνή της:

-         Θωρώ τα όσα σου ’πα τα ’βαλες απού το ’ν’ αυτί και τα ’βγαλες απού τ’ άλλο.

Αυτή ’ναι μωρέ μπουνταλά, η γιάκακη, απού ’χει όλους τσοι δαιμόνους μέσα τση; Άκουσ’ ίντα σου λέω κι εγώ. Δε θα πας· μουδέ μια βολά, μουδέ μισή βολά. Κι άνε κάμεις δίχως τη βουλή μου, θα σου δώσω την κατάρα μου.

-         Μια και τσ’ έταξα, δε μπορώ να φύγω χωρίς να την αποχαιρετήξω. Λυπούμαι

τη.

     Η μητέρα μου άρχισε πάλι να κλαίει και να παραπονάται του Θεού που την αφήκε χήρα μ’ ένα παιδί ανεπήκουο. Ήξερε αυτή τι μου χρειαζότανε, μα ντρεπότανε στην ηλικία που ’χα φτάσει. Έπρεπε να ’χω πατέρα, για να με φέρει στα λοϊκά μου. Μα ’τον άτυχη και τον επήρ’ ο Θεός το μακαρίτη γλήγορα. Δεν ήθελε να μαθαίνει ο κόσμος τσι ντροπές μας· μ’ αν εκρατούσα τον ίδιο δρόμο, θα ’λεγε στους θείους μου να με φέρουνε σε θεογνωσία. Θα πήγαινε και στο Δεσπότη και στο Μουντίρη[2] ακόμη «να σκίσει τα ρούχα της».

-         Ας είναι, σα δε θες να πάω να τη δω μια βολά, θα πάω πολλές, της είπα, κι

άμε να το πεις και του Δεσπότη και του Μουντίρη και του Θεού μαγάρι. Από σήμερο θα πηαίνω κάθε μέρα. Κι ας με πιάσει και το χτικιό, για να μην έχεις τότε αφορμή να μ’ εμποδίζεις.

     Αφού είδεν ότι οι φοβερισμοί δεν έφερναν αποτέλεσμα άλλαξε γλώσσα:

    -    Κάνε ό,τι θες. Μ’ α δε λυπάσαι, παιδί μου, τη μάνα και την αδερφή σου, δε λυπάσαι τη νιότη σου; Δε συλλογάσαι πως κατασταίνεσαι ένας απού τσ’ ομορφότερους νιους; Και με τα γράμματα που μαθαίνεις και την κατάσταση που ’χουμε θα ’σαι παντού παρακαλετός να πάρεις την καλύτερη κοπελιά. Σ’ ανημένει μια ζωή ευτυχισμένη και συ θες να πέσεις στη φωτιά να καείς. Δεν είν’ αυτή σωστή κουζουλάδα; Κι ίντα θα πει ο κόσμος, σα μάθει τα λόγια και τα φερσίματά σου; Όλοι σε παινούνε κι η κακομοίρα η μάνα σου το ’χει κρυφό καμάρι. Και να κατέχανε ποιες πίκρες με ποτίζεις και τρομάρες μου δίνεις με τα πεισματικά σου! Εγώ η μαυρομοίρα όρπιζα πως θα μου φέρεις μιαν καλή κι όμορφη νύφη και θα μου κάμεις γκονάκια, χαρά για τα γερατειά μου· μα συ θες ν’ αποθάνεις από χτικιό και να με σκάσεις και μένα. Αχ! Θε μου, αυτό μου μελλότανε στα γερατειά μου;

     Είπε και άλλα τέτοια κι έθιξε όλες τις χορδές της ευαισθησίας μου. Εις τα λόγια πρόσθεσε και χάδια. Αφού είδεν όμως πως δε μπορούσε να πιτύχει το μεγάλο σκοπό, γίνηκε συμβιβαστική.

      -   Καλά, παιδί μου, να πας να την αποχαιρετήσεις, μα να ’χεις το νου σου. Να μη φας πράμα από τα χέρια τση και να μην αφήσεις να σε φιλήσει. Την άλλη βολά που πήες, μην πα και σου ’δωκε πράμα κι ήφαες; Μην πα και σ’ εφίλησε;

-         Δε σου ’πα πως δε μ’ αφήκε να τση σιμώσω και πως μου παράγγειλε να μη

ξαναπάω παρά μια βολά γι’ αποχαιρετισμό;

-         Εγώ, παιδί μου Γιώργη, μόνο για τη ζωή σου φοβούμαι· μα σαν κατέω πως θα

’χεις το νου σου, να πας, παιδί μου. Δε σ’ εμποδίζω. Μόνο να θυμάσαι να μην κάτσεις πολιώρα.

     Μείναμε σύμφωνοι, αλλά την άλλη μέρα μου ’πε ξάφνου:

-         Κατές ίντα συλλογούμαι απ’ οψές; Αν ήθελες να πας πάλι στον Άι Θωμά.

Εδά, που δε θα ’χουνε πολλές δουλειές, θα περάσεις καλύτερ’ απού την άλλη βολά. Κοντεύγει κι ο Δεκαπενταύγουστος και θα πας στη χάρη τση να παρακαλέσεις…

     Επειδή όσο θα ’μενα στο χωριό, θα ’τον φόβος να ’ρθω σε συνάφεια με την άρρωστη, η μητέρα μου σκέφθηκε, για μεγαλύτερη ασφάλεια και για να ’χει το κεφάλι της ήσυχο, να με στείλει στη Μεσαρά. Έτσι θα ματαίωνε και τη συνάντηση του αποχαιρετισμού, διότι ο κρυφός σκοπός τση ήτο να πάω από τον Άι Θωμά στην πόλη, χωρίς επιστροφή στο χωριό μας.

     Απ’ αυτή την πρόταση το πιο ελκυστικό ήτο ότι θα πήγαινα στο πανηγύρι της Καλυβιανής, ότι θα ’βλεπα θαύματα κι ότι πιθανώς ένα απ’ αυτά να ήτο και το γιάτρεμα του Βαγγελιού. Με τόση καρδιά θα παρακαλούσα την Παναγία, που θεωρούσα βέβαιο ότι θα με εισάκουε.

-         Ε; ρώτησε η μητέρα μου· ίντα λες; Πας;

-         Πάω, της είπα. Θα ’ρθεις και του λόγου σου;

-         Όι, παιδί μου, δε μπορώ ’γω. Είναι μεγάλη κούραση για μένα. Μα ίντα με θες

εμένα; Εκειά θα ’χεις τη θεια σου, το μπάρμπα σου και τα ξαδέρφια σου. Θα ’ρθει κι ο Βασίλης ίσα ’κεια να σου κάνει συντροφιά. 

     Υποπτευόμουν λίγο το κρυφό σχέδιο της μάνας μου γι’ αυτό είπα:

-         Κι ύστερα πάλι θα γυρίσω στο χωριό τσι πρώτες του Σεπτέμπρη να πάω στη

χώρα. Ε;

-         Ναι, γιε μου. Δε σου το ’πα;

     Αποφασίστηκε να φύγω μετά τρεις μέρες. Και το βράδυ πώς να κρατηθώ να μην πάω να πω του Βαγγελιού ότι θα πήγαινα στην Καλυβιανή να την παρακαλέσω γι’ αυτήν κι ότι πίστευα να γίνει το θαύμα; Πρέπει να επαναλάβω ότι ο φόβος της αρρώστιας δε μπορούσε να με κυριεύσει. Δεν πίστευα ως πραγματικό αυτόν τον κίντυνο, γιατί και δεν τον ένιωθα· πολλάκις κι ολότελα το λησμονούσα.

     Πάλι βρήκα την άρρωστη το βράδυ κάτω από την πορτοκαλιά καθισμένη και με το καπότο στις πλάτες.

     Έκαμε ν’ ανασηκωθεί, άμα μ’ είδε, και μου ’πε μ’ ανησυχία:

-         Ίντα! μισεύγεις από ’δα στη χώρα;

-         Όι, θα πάω στον Άι Θωμά κι ήρθα να σου το πω. Μα θα γιαγείρω πάλι στο

χωριό, μη θαρρείς.

-         Κι ίντα θα κάμεις πάλι στον Άι Θωμά; είπε το Βαγγελιό· και φάνηκε πως δεν

της άρεσε αυτό το ταξίδι, γιατί καταλάβαινε το σχέδιο της μάνας μου.

     Μα πάλι δεν είπε τίποτε για τη μάνα μου.

-         Αν ήτανε, της είπα να πάω μόνο στον Άι Θωμά, δε θα πήγαινα. Μόνο θα

πάω και στην Καλυβιανή, να βρεθώ ’κεια τση Παναγίας να την παρακαλέσω για την υγειά σου.

     Εκινήθη να μ’ αγκαλιάσει, αλλ’ ευθύς τραβήχτηκε.

-         Όι, δεν κάνει, δεν κάνει, ψιθύρισε.

     Έπειτα είπε:

-         Από σένα, Γιώργο μου, που ’χεις ψυχή άδολη και καθαρή θ’ ακούσ’ η χάρη

τση.

-         Εγώ πιστεύω, Βαγγελιό, και πρέπει να ’χεις και συ πίστη. Το Ευαγγέλιο λέει

ότι κι ως ένα σπόρο του σιναπιού πίστη αν έχομε, μπορούμε να μετακινήσομε βουνό. Κι εγώ έχω πίστη όχι όσο ο σπόρος του σιναπιού, αλλά σα βουνό. Πίστευε και συ πως θα σε κάμει καλά η Παναγία και το θαύμα θα γενεί χωρίς άλλο.

     -    Ας με λυπηθεί, μπλιο η χάρη τση, είπε μ’ αναστεναγμό η άρρωστη. Πάλι και δε θέλει να με γιάνει, ας με πάρει σκιας γλήγορα, να πάψουνε τα βάσανά μου.

     -   Θα πάψουνε. Η Παναγία θα μου δώσει την υγειά σου να σου τη φέρω. Και με πόση χαρά θα ’ρθω! Θα πετάξω.

-         Και πόσον καιρό θα κάμεις στη Μεσαρά;

-         Η μάνα μου θέλει να μείνω ώστε να φτάσουν οι μέρες να πάω στη χώρα· μα

εγώ θα γιαγείρω μος περάσει τση Παναγίας. Μα μπορώ ν’ αργήσω, που θα σου φέρω την υγειά σου;

     Στην τελευταία λέξη κόπηκε η φωνή μου και το Βαγγελιό ψιθύρισε τρομαγμένη:

-         Ω Χριστέ μου!

     Μια φωνή γυναίκας, βραχνή από θυμό, είχε φωνάξει από το δρόμο:

-         Γιώργη!

-         Ορίστε, αποκρίθηκα στη φωνή, φίλησα την άρρωστη, πριν προφτάσει να μ’

εμποδίσει, κι όταν γύρισα να φύγω διάκρινα το κεφάλι της μητέρας μου πάνω στον χαμηλό αυλόγυρο.

-         Επαδά ’σαι, μωρέ, πάλι; είπε η φωνή της μάνας μου πιο εξαγριωμένη.

-         Μη φοβάσαι, Βαγγελιό, πράμα, είπα σιγά στην άρρωστη.

     Έπειτα έτρεξα έξω και στο δρόμο βρέθηκα μπροστά στη μάνα μου. Κάτι άρχισε να λέει, αλλά την έπιασα δυνατά από το χέρι και της είπα έντονα:

-         Σώπα! μην πεις κακό, γιατί μα το Θεό θ’ ανεβώ σε κειονέ το χαράκι και θα

πέσω κάτω.

     Κοντά στο σπίτι του Δεσποινιού ήτον ένας ψηλός βράχος με κισσό, που στο σκοτάδι φάνταζε σαν πελώριος αράπης. Κι έδειχνα ότι ήμουν έτοιμος να πάω να γκρεμιστώ από κει πάνω.

-         Όι, παιδί μου, δε θα πω πράμα, μου ’πε η μητέρα μου με φωνή μερωμένη.

Μόνο έλα να πάμε στο σπίτι.

     Την ακολούθησα, κι ενώ φεύγαμε μου φάνηκε πως άκουσα της άρρωστης το βήχα, σαν αναφιλητό και βήχα μαζί. Και ποτέ ο θανάσιμος εκείνος βήχας δε μου ’δωκε τόσο σπαρακτικό αντίκτυπο στην ψυχή.

     Ήμουν σε μεγάλη νευρική ταραχή κι ένας κεφαλόπονος, που με κρατούσε από νωρίς, δυνάμωσε.

-         Έχω δα δίκιο γή δεν έχω; μου ’πε η μητέρα μου όταν φτάσαμε στο σπίτι. Δε

μου ’πες;…

-         Ας σου ’πα, της έκοψα την ομιλία με θυμό κι αυθάδεια. Ό,τι θέλω κάνω.

-         Καλά, γιε μου, είπε η μητέρα μου μ’ εγκαρτέρηση.

     Η βραδιά ήτο ζεστή, αλλ’ εγώ αισθανόμουν υπερβολική ζέστη και στενοχώρια· και σαν πλάγιασα, η ζέστη γίνηκε σφοδρός πυρετός κι όλη τη νύχτα κοιμόμουν και παραμιλούσα σ’ ένα φριχτό εφιάλτη. Η μάνα μου πέρασε τη νύχτα άγρυπνη στο προσκέφαλό μου να μου βάζει βρεμένα πανιά στο μέτωπο και να μου κάνει διάφορα γιατρικά. Και μες στις ζάλες μου την είδα μια στιγμή να κλαίει.

     Ο νυχτερινός πυρετός κείνος μ’ αφήκε τρομερή εξάντληση και το επόμενο βράδυ μου ’ρθε πάλι.

     Στο χωριό μας, αν και ορεινό, δεν έλειπε το βλάβος, δηλαδή η ελονοσία· κι αν δεν ήτον η αρρώστια του Βαγγελιού, ο νους της μητέρας μου θα πήγαινε αμέσως στο ρίγο, δηλαδή τον κοινό πυρετό· και θα μεταχειριζότανε σε μένα τις συνηθισμένες θεραπείες του πυρετού. Θα καλούσε λόγου χάρη ένα γραμματισμένο «να μου γράψει το ρίγο», δηλαδή να γράψει ένα ξόρκι και το χαρτί θα το κρεμούσα στο λαιμό μου, ως φυλαχτάρι. Ίσως μάλιστα θα έλιωναν το χαρτί μ’ ένα τέτοιο ξορκισμό και τη διάλυση θα μου ’διδαν να πιω. Ως φάρμακο, θα μου ’διδαν αφέψημα αψιθιάς κι άλλων χόρτων, που θεωρούνται αντιπυρετικά, κι ως τελευταίο ίσως το κινίνο, που δεν ήτο ακόμη σε μεγάλη διάδοση και χρήση. Αν πάλιν επίμενε ο πυρετός, η μητέρα μου θα πήγαινε να μου δέσει το ρίγο στον Άγιο Γιάννη το Ριγολόγο. Πίστευαν ότι τη δύναμη να διώχνει τους πυρετούς είχεν ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Και πήγαιναν απού ήτο ναός κι έδεναν κλωστές στα μανουάλια του και στα τέμπλα.

     Αλλά τόσον είχε κυριευμένο το πνεύμα της μητέρας μου ο φόβος της αρρώστιας του Βαγγελιού, ώστε δεν την αφήκε να σκεφτεί τίποτε άλλο κι από τα πιο πρόχειρα και τα πιθανότερα. Και φοβήθηκε από κάθε άλλη αυτή την αρρώστια, γιατί προ λίγης ώρας ήμουν κοντά στη χτικιασμένη.

     Στις επαρχίες της Κρήτης σε κείνη την εποχή γιατροί δεν ήσαν, παρά μόνον πραχτικοί. Στις πόλεις ακόμη επιστήμονες γιατροί ήσαν λιγοστοί. Κι από τους πραχτικούς οι περισσότεροι ήσαν μοιράρηδες, δηλαδή μάγοι και γιατροί μαζί. Αυτοί, αντί να ζητούν τη διάγνωση της αρρώστιας στα συμπτώματα και τη γενική κατάσταση του άρρωστου, τη ζητούσαν στα μοιροχάρτια των, που ’χαν ανακατεμένη τη θεραπευτική και τη μαγεία.    

     Ένα τέτοιο γιατρό κάλεσε η μητέρα μου να μ’ εξετάσει. Κι ήρθε μ’ ένα χοντρό χειρόγραφο βιβλίο, με τις γωνίες λερωμένες και φθαρμένες από το πολυχρόνιο φυλλομέτρημα. Μόλις με κοίταξε μένα τον άρρωστο. Ούτε το σφυγμό μου ’πιασε, ούτε τη γλώσσα μου κοίταξε. Η μάνα μου του ’πε πως είχα ζέστη μεγάλη, ιδρώτες τις βραδινές ώρες και παραμιλητά· αλλ’ αυτά τ’ άκουε ως περιττές για την τέχνη του πληροφορίες. Ρώτησε μόνο ποιο μήνα και ποια μέρα γεννήθηκα. Άνοιξε κατόπιν το βιβλίο του· κι ενώ γύριζε τις σελίδες παρουσιάζοντο πεντάλφες, κύκλοι κι άλλα μαγικά σχήματα. Σ’ ένα κατεβατό σταμάτησε και μου ’πε να θέσω το δάχτυλό μου τυχαίως σ’ ένα σημείο. Μετ’ αυτό άρχισε μια άφωνη ανάγνωση και σάλευαν τα χείλη του. Σε λίγα λεπτά έβγαλε τη διάγνωσή του. Είχα βαριά «βιστιρά», δηλαδή προσβολή από πονηρά πνεύματα, αλλ’ ίσως κι απ’ ανθρώπου αφορμή και συνέργια. Το χαρτί δεν το ξεδιάλυνε καθαρά.

-         Μάγια; είπε η μητέρα μου;

-         Ίσως ναι, ίσως κι όχι. Δε σου ’πα πως δε ξεκαθαρίζεται; Μα θα του περάσει,

άνε του κάμεις ό,τι θα σου πω.

     Από τη βούργια[3], που φύλαγε το μοιροχάρτι του, έβγαλε μια λουρίδα χαρτί, γραμμένη έτοιμη, κι είπε της μητέρας μου.

     -    Αυτό το φυλαχτάρι να το τυλίξεις με κεροπάνι, να το ράψεις και να του το κρεμάσεις στο λαιμό. Να το κρατεί κατάσαρκα.

     Παράγγειλε να μου κάμουν και κάμποσες κρυφές λειτουργιές· να μαζέψουν συνάμα διάφορα χόρτα, να πάρουν νερό από μια βρύση ανατολική, να τα βράσουν κι αφού αφήσουν μια νύχτα όξω το αφέψημα «ν’ αστρονομιστεί» να μου το δώσουν το πρωί να το πιω νηστικός.

     Η μητέρα μου φαινότανε ότι και κάτι ακόμη είχε να πει στο μοιράρη, αλλά δεν ήθελε να τ’ ακούσω εγώ. Κι όταν έφευγε, τον ακολούθησε και του ’πε:

-         Δε μου λες, δάσκαλε, κιαμιά γυναίκα δε φαίνεται στα χαρτιά σου κοντά στο

παιδί μου;

-         Δεν ήθελα, μπρε, να σου το πω· μα μια και με ρωτάς, θα σου πω την πάσαν

αλήθεια. Κοντά στη μοίρα του παιδιού σου είδα να στέκει μια γυναίκα, μακρά κι αδύναμη.

     Ο μοιράρης, ως χωριανός, βέβαια κάτι θα ’ξερε για το μάλωμα της μάνας μου και της κόρης του Δεσποινιού. Κατάλαβε λοιπόν πού σημάδευε το ρώτημα κι άρπαξε την ευκαιρία μιας μαντικής επιτυχίας.

-         Και δεν τηνε γνώρισες ποια είναι; ρώτησε ακόμη η μητέρα μου.

-         Ήτανε σ’ ασκιανάδα και δεν εξεκαθάρισα τα πιθέματά τση.

-         Μελαχρινή δεν ήτονε;

-         Έτσα μου φάνηκε.

-         Ε τη σκύλα! έκαμε με υπόκωφο μουγκητό η μάνα μου· ε τη σκύλα, κι ήφαε το

παιδί μου!

 

 

 

 

 5ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

 

 

 

 

 



[1] δικολογιά = συγγενής

[2] μουντίρης = έπαρχος  (τουρκ.)

[3] βούργια = σακίδιο