Ε

 

     Όταν η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι, ήτο σαν τρελή από ανησυχία κι αγανάχτηση. Σε μένα όμως δε φανέρωσε τίποτε, για να μη ταράξει και χειροτερέψει την κατάστασή μου. Τα μάγια και τα γιατρικά του δασκάλου γίνηκαν· αλλ’ ωφέλεια δε μου ’καμαν καμία. Ο πυρετός έγινε καθημερνός. σηκωνόμουν, πήγαινα μάλιστα και λίγο έξω, αλλ’ ήμουν φοβερά εξασθενημένος, όρεξη δεν είχα κι όλα μου φαινόταν άνοστα.

      Έτσι το ταξίδι τ’ Αγίου Θωμά και της Καλυβιανής κιντύνευε να ματαιωθεί. Η εορτή της Παναγίας πλησίαζε και το κακόμοιρο το Βαγγελιό περίμενε να της φέρω την υγειά της. Αντί δε να της φέρω την υγειά της, έχασα και τη δική μου.

     Όλες οι γυναίκες, ξένες και συγγένισσες, που ’ρχονται να με βλέπουν, είχαν κι ένα τουλάχιστο γιατρικό να συστήσουν της μάνας μου. Κι εγώ πειθήνια έπινα κι έτρωγα λογής λογιών αηδίες, για να γίνω το ταχύτερο καλά, να πάω στην Καλυβιανή.

     Βρεθήκαν όμως και γυναίκες που όταν μ’ είδαν στον παροξυσμό του πυρετού, αναγνώρισαν με πεποίθηση πως ήτο συνηθισμένος ρίγος. Η μάνα μου έκλινε να το πιστέψει, αλλά και δε μπορούσε να το παραδεχθεί. Η φοβερή υποψία του κολλητικού κακού είχε καρφωθεί στο κεφάλι της. Αλλ’ ίσως σ’ αυτή την επιμονή της δεν έλειπε κι η έχθρα της για την άρρωστη. Σα να ’θελε, θαρρούσες, να την ενοχοποιήσει μ’ αυτό τον τρόπο και να δικαιολογήσει το μίσος της. Και συνάμα έτρεμε μήπως βεβαιωθεί αυτό που επίμενε να φοβάται.

     Κοντά στ’ άλλα, η μητέρα μου έβαλε και μου διάβασαν τον Κυπριανό, ένα βιβλίο θρησκευτικό και μαγικό μαζί. Κάλεσε και γητεύτρες, Ρωμιές και Τούρκισσες, και μου ’παν διάφορα ξόρκια. Αλλ’ η κατάστασή μου όλο στο χειρότερο πήγαινε. Ο πυρετός μ’ έλιωνε· είχα μείνει ο μισός. Έτσι πέρασ’ ο Δεκαπενταύγουστος κι αυτό με πίκρανε περισσότερο κι εβάρυνε την αρρώστια μου.

     Από το άλλο μέρος δεν έπασχε και δεν αδυνάτιζε λιγότερο η μητέρα μου. Απόφευγε να μου φανερώσει τη σκέψη που την έτρωγε. Αλλά και μόνη μου ’ρθε η φοβερή υποψία. Τόσα μου ’χαν πει για την κολλητικότητα του χτικιού, ώστ’ επόμενον ήτο, άμ’ αρρώστησα και μάλιστα με πυρετό, να μου γεννηθεί ο φόβος ότι κόλλησα την ασθένεια που λιώνει ζωντανούς τους ανθρώπους και τους κάνει πτώματα πριν ν’ αποθάνουν. Ο φόβος αυτός είχεν αρχίσει να φανερώνεται στα παραμιλητά μου· κι η μάνα μου, που μ’ άκουε στη σιωπή της νύχτας, έπαιρνε τα λόγια του πυρετού σαν αλήθειες ή της ψυχής αποκάλυψες. Και τρελαινόταν η δυστυχισμένη από την τρομάρα και την απελπισία της.

    Η φθίση στο χωριό ήτο γνωστή μόνο με δυο ονόματα, χτικιό και βερέμι, κι όχι με περισσότερα παραδείγματα, παλαιότερα κι ίσως αμφίβολα. Μια συγγένισσά μας όμως, που ’χε ζήσει στην πόλη, είχε κάμει μ’ αυτό το νόσημα μεγαλύτερη γνωριμία. Και μαζί μ’ άλλα που ’λεγε σχετικά, ανάφερε κι ως χαρακτηριστικό του χτικιού, ότι οι φθισικοί έχουν τη μανία να μεταδίδουν στους άλλους την αρρώστια των. Δίδουν να πίνουν τ’ αποπίδι των ή να τρώγουν τ’ αποφάγια των.

     Αυτό έγινε τρομερή αποκάλυψη για τη μητέρα μου. Η φθισική τραβούσε κοντά της το παιδί, για να ικανοποιήσει τη μοχθηρή μανία της αρρώστιας της και συνάμα να εκδικηθεί για τις προσβολές που τις είχε κάμει, η μάνα του. Και σχεδόν δεν έμεινε πια αμφιβολία στη μητέρα μου ότι η χτικιάρα μου ’δωκε το θανατηφόρο μόλυσμα. Μήπως ο μάγος δεν την είδε να στέκεται κοντά στη μοίρα του παιδιού; Και μήπως το βράδυ π’ αρρώστησε το παιδί της δεν είχε πάει εκεί;

     Οι συλλογισμοί κείνοι φέραν σ’ απελπισία και φρένιασμα τη μητέρα μου. Κι ενώ ως τότε φοβότανε και στον εαυτό της να μολογήσει τη φρικτή της υποψία, τώρα άρχισε να λέγει στους σχετικούς πως η χτικιάρα είχε δώσει στο παιδί της την αρρώστια της επίτηδες για να την κάψει. Εφανέρωνε συνάμα τους άτιμους σκοπούς που ’χε για να με τραβά κοντά της η φθισική και την έχθρα τη μεγάλη εναντίο της, γιατί δεν την άφηνε να εξαχρειώσει το παιδί της.

     Έπειτα από τους δικούς, άρχισε και σε ξένους να λέγει τα ίδια. Όσο δ’ έλεγε, τόσο περισσότερο ερεθιζόταν. Και μια μέρα πήγε και στην άρρωστη και την είπε κακούργα και μαύρη ψυχή, που, αφού πολέμησε να δώσει του παιδιού της την ψυχική αρρώστια, του ’δωκε την αρρώστια της τη σωματική, την αγιάτρευτη· και τώρα ο γιος της ο μονάκριβος ήτο του θανατά. Αν είχε γι’ αυτή έχθρητα, γιατί δεν έμπηγε στην καρδιά της ένα μαχαίρι, αλλά μαζί μ’ αυτή θανάτωνε κι ένα παιδί αθώο;

     Η άρρωστη ήτο μόνη στο σπίτι και στο κρεβάτι πλαγιασμένη. Ακασηκώθηκε λίγο το νεκρικό της κεφάλι και τα μάτια της ήσαν γεμάτα θλίψη και φόβο.

-         Μα όσα μου ’δωκε η μοίρα μου, είπε, δε φτάνουνε; Έχω κι άλλα να σύρω;

-         Δεν είν’ η μοίρα σου, είπε η μητέρα μου, είν’ η κακία σου. Είσαι κακή και

διαστρεμμένη και κατά τα έργα σου έχεις και τ’ αποδόματά σου. Α δεν ήσουν διαστρεμμένη, θα ξέτρεχες ένα παιδί ανήλικο κι ως το τέλος το ’φερες στο θάνατο; Ίντα θα πεις, μωρή, του Θεού που θα παρουσιαστείς γι’ αυτή τη μεγάλη αμαρτία; Πώς τόσονε βάρος θα το βαστάξει η ψυχή σου εκειά που θα πάει;

     Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κι αντίκρισε τη μητέρα μου, με μια έκφραση στο πρόσωπο φόβου και πόνου. Τα μάτια της ρωτούσαν μ’ ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είναι άρρωστος βαριά ο Γιώργος;» Αλλ’ η φωνή της είπε άλλο.

-         Στην ώρα κείνη και στην ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και να με

πιστέψεις, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα στο νου μου. Μάρτυράς μ’ ο Θεός, απού θα με κρίνει, πως ήκαμα ό,τι μου ’τονε μπορετό και πάντα του ’λεγα να μη σιμώνει στη φωτιά που με κεντά.

-         Κατά την αλήθεια που λες να βρεις και σωτηρία. Ντα δεν το θωρώ, μωρή, πως

εσύ το ’φερες στο θάνατο το παιδί μου; Εσύ μου ’ριξες στο σπίτι μου φωτιά και το μεγάλο κακό που μου ’καμες ο Θεός να σου το δώσει. Σ’ αυτόν τον κόσμο το βρήκες· να το βρεις και στον άλλον κόσμο. Ο Θεός να σου δώσει όλο το μεγάλο κακό κι άδικο που μου ’καμες.

     Τα μάτια της άρρωστης ήταν γεμάτα δάκρυα.

-         Και του λόγου σου δε φοβάσαι, θεια, είπε στη μάνα μου, πως μένα μου κάνεις

μεγάλο άδικο μ’ αυτά που μου λες;

     Σα να μη άκουσε η μητέρα μου, τράβηξε προς τη θύρα και ξανάλεγε την κατάρα της:

-         Ο Θεός να σου δώσει στην ψυχή σου το μεγάλο κακό που μου ’καμες!

     Κι ούτε γύρισε ν’ ακούσει το φοβερό λόγο που της ήρθε στην πόρτα από το κρεβάτι της φθισικής.

-         Δεν πιστεύγεις, θεια, τα λόγια μιας ποθαμένης;

     Αλλά κι από την αυλή ήρθε της μάνας μου η κατάρα:

-         Στην ψυχή σου να το βρεις το μεγάλο κακό που μου ’καμες!

     Το Βαγγελιό ήτο σε μεγάλη εξασθένηση· μετά δε την παραπάνω σκηνή έπεσε σε τέτοια κρίση, ώστε φάνηκε πως έφτασε το τέλος της. Αρκετές μέρες δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Στο διάστημα τούτο ρώτησε συχνά τη μητέρα της για την κατάστασή μου, αλλά δεν είπε τίποτε για τη σκηνή που της έκαμε η μάνα μου. Μια μέρα όμως έδειξε απροσδόκητη καλυτέρεψη. Μπόρεσε μάλιστα να βγει και να καθίσει στην αυλή.

     Η μητέρα της είχε πάει έξω κι όταν γύρισε και την είδε, νόμισε πως έβλεπε νεκρανάσταση.

-         Καλά ’σαι σήμερο; Ε, κανακαρά μου;

-         Μάκι καλύτερά ’μαι, είπε η άρρωστη με φωνή άτονη και λίγο βραχνή.

-         Καλά μου το ’πε τ’ όνειρό μου!

-         Κι ίντα όνειρό ’δες, μα;

     -    Προθές τη νύχτα σε ’δα στον ύπνο μου κι εφόριες κατακόκκινα. Ήσουνε πολλά όμορφη, σαν τσοι καλύτερους καιρούς, που ’χες την υγειά σου. Σε θώρουνα σ’ ένα ψηλό χαράκι. Με ξάνοιγες και μου ’κανες νοήματα πως είσ’ ευχαριστημένη. Φαινόσουνε πολλά χαρούμενη. Μα το χαράκι εψήλωνε, όλο κι εψήλωνε που σε μάκη ώρα δε σε διαντέριζα. Ήσουνε μική, μική σαν ένα πουλί. Κι αληθινά είχες φτερούγες· σε λίγη ώρα επέταξες κι απάνω σ’ αυτό εξύπνησα.

-         Κι ίντα να λέει αυτό τ’ όνειρο, μα; είπε η άρρωστη.

-         Το χαράκι ’ναι δύναμη· τα φτερά και το πέταμα δίδουν υγειά και κάλλη· και

το κόκκινο ’ναι γλήγορο. Γι’ αυτό τ’ όνειρο πήα στου Ταχτικού και μου το ξεδιάλυνε. Θωρείς εδά πως γλήγορα θα δυναμώσεις και θα βρεις την υγειά σου και τα κάλλη σου, σαν και πρώτα;

     Η άρρωστη ήκουε μ’ ένα αδύνατο κι αινιγματικό χαμόγελο, που η μάνα της το πήρε για χαρά.

-         Ναι, μάνα μου, είπε, έτσα θα γενεί. Αλλά θαρρώ πως καλύτερο θα ’τονε να

γενεί κειονέ που φάνηκε στ’ όνειρο.

-         Πώς;

-         Να πετάξω και να μη γυρίσω. Ίντα να κάνω σ’ αυτό τον κόσμο; Δε λένε πως

είναι καλύτερος ο άλλος;

-         Είναι καλύτερος, θυγατέρα μου, μα να πας ότι να ’ρθει ο καιρός σου. Μη μου

λες τέτοια λόγια, γιατί με θανατώνεις.

     -    Κουζουλάδες, κουζουλάδες, μάνα μου, είπε η άρρωστη και προσπάθησε να γελάσει. Μην ακούς. Ό,τι ’πε τ’ όνειρο θα γενεί.

-         Κάθα πώς θα ξηγήσει τ’ όνειρο ο Ταχτικός έτσα βγαίνει.

-         Μα δε σου ’πα πως άρχιξα και καλυτερεύω; Και θαρρώ πως γλήγορα θα

μπορέσω να πάω κι ίσα στα Λιβάδια. Μα περισσότερο πεθυμώ να πάω στην Καβαλαρά να δω το κηπούλι μας.

-         Είναι πολλά πάνω και θα κουραστείς, παιδί μου.

-         Μα δε λέω κι εγώ σήμερο. Σα δυναμώσω περισσότερο.

     Σκέφθηκε μερικά λεπτά, έπειτα ρώτησε:

-         Δε μου λες, μα, ήκουσες αν είναι καλύτερα ο Γιωργής;

-         Ήκουσα πως είναι τα ίδια. Μα ίντα το θες, παιδί μου, και τ’ αναθιβάλλεις

αυτό το κοπέλι; Λίγα βάσανά ’χεις συρμένα συναφορμάς του;

-         Εγώ δε φοβούμαι, μπλιο πράμα και κιανένα. Απής μ’ εσίμωσ’ ο Χάρος, θαρρώ

σα να μην είμαι μπλιο σε τούτο τον κόσμο και δε λογαριάζω ίντα λένε κι ίντα κάνουν οι γιαθρώποι, γή κακό, γή καλό λένε. Σήμερο μπορώ να βγω στο ψηλότερο δώμα και να φωνάξω στο χωριό την ντροπή μου και την κουζουλάδα μου, γιατ’ αφορμές δεν έχω να ντρέπομαι. Έχω μιαν αγάπη, που δε μου ταιριάζει. Είν’ η μεγάλη μου και μοναχή μου χαρά, μα κι ο μεγάλος μου κι αγιάτρευτος πόνος τση ζωής μου. Ο κόσμος έπρεπε να με λυπάται. Δεν το ζήτηξα· μα κι α με κατακρίνουνε, μουδέ φοβούμαι μουδέ ντρέπομαι. Ο Θεός, που δε θωρεί σαν τσ’ αθρώπους, θα με κρίνει. Και θα βρει την καρδιά μου καθαρή.

     Η Δεσποινιώ την κοίταζε χωρίς να καταλαβαίνει πολύ απ’ όσα ήκουε, αλλά κι αρκετά καταλάβαινε και διαισθανότανε, ώστε ν’ ανησυχεί. Και είπε:

-         Μα γιάιντα τα λες αυτά, θυγατέρα μου; Για να μου χαλάσεις τη χαρά που

μου ’καμες με την καλυτεράδα σου;

-         Έχεις δίκιο, μάνα μου, και δε θα ξαναπώ τέτοια πράματα. Κι από ’δα και

πέρα όλο θα πολεμώ να σ’ ευχαριστώ.

     Τωόντι την άλλη μέρα είπε πως πάλι ήτο καλά και πάλι σηκώθηκε· κι η καλυτέρεψη της υγείας της κράτησε μέρες.

     Με προσοχή, που από τη χαρά δεν είχε η μάνα της, θα διάκρινε κανείς ότι η σωματική δύναμή της ήτο στην ίδια εξάντληση κι ότι μόνο με προσπάθεια ψυχική υπεράνθρωπη κρατούσε στα πόδια του το μισοπεθαμένο κορμί της και κάπου κάπου έφερνε στ’ αναιμικά της χείλη ένα χαμόγελο. Κι απ’ αυτά τα εξωτερικά φαινόμενα τόσος ήτον ο ενθουσιασμός του Δεσποινιού, ώστε πίστευε πως η κόρη της άρχισε να παχαίνει, να βήχει λιγότερο και σ’ όλα η ζωή της ν’ αναγεννάται.

     Αλλά και της άρρωστης η ψυχική δύναμη έφτασε να γίνει σωματική. Μια μέρα βγήκε κι από το σπίτι και πήγε στην Αγιά Πελαγιά, ένα κλησιδάκι, που ’τον στο πάνω μέρος του χωριού κι όχι πολύ από το σπίτι των. Στο δρόμο συνάντησε γυναίκες κι άντρες κι όλοι τη χαιρέτησαν χαρούμενοι, αλλά και με κάποια επιφύλαξη στο πλησίασμά των από το φόβο της αρρώστιας. Ως τόσο της είπαν ότι καλά την έβλεπαν κι ότι πολύ γλήγορα θα γύριζε στα πρώτα της, με την βοήθεια του Θεού.

     Στο Δεσποινιό δεν έμεινεν αμφιβολία πια ότι η κόρη της εγλίτωσε· κι επήρε το θάρρος να πηγαίνει κι έξω από το χωριό, να βλέπει τα χτήματά της, που τόσον καιρό με την αρρώστια της κόρης της είχε αμελήσει ολότελα. Αλλά κι η άρρωστη ξεπόρτιζε σχεδόν κάθε μέρα. Και κάθε φορά σταματούσε σ’ ένα μέρος, κι από ’κει φαινότανε το σπίτι μας. Είχε την ελπίδα να με δει από μακριά. Ήμουν ακόμη άρρωστος και με φοβερή εξάντληση. Έβγαινα λίγο, αλλά και δεν πήγαινα μακριά ’πό το σπίτι μας.

     Μια μέρα στο μέρος εκείνο συνάντησε μια γειτονοπούλα μας, ένα πολύ νέο κορίτσι, και το ρώτησε για μένα.

-         Το ίδιο είναι, είπε το κορίτσι. Κάθα μέρα τονε τινάσσει και δεν απόμεινε ο

εμισός. Ανέγνωρο γίνηκε το κακορίζικο απού την αδυναμιά.

-         Κι ίντα λένε πως έχει;

-         Χτικιό ’κουσα πως έχει.

-         Χτικιό που του ’δωκα ’γω, ψιθύρισε με στεναγμό η άρρωστη. Κι εγώ ζω ακόμη!

     Εκοίταξε πάλι προς το σπίτι μας κι είπε:

-         Ω, ας τονε θώρουνα!

     Την άλλη μέρα το απόγεμα ο Δρακογιώργης έσκαβε σ’ ένα του λιόφυτο πάνω στην Καβαλαρά. Σε μια διακοπή της δουλειάς του, το βλέμμα του έπεσε χαμηλότερα στου Δερβίση τα Χαράκια, το μεγάλο βράχο, όπου διάβασα στο Βαγγελιό τα γράμματα προ καιρού. Κοντά στο βράχο είδε μια γυναίκα· κι επειδή δεν ήτο μεγάλη απόσταση, διάκρινε πως ήτο το Βαγγελιό. Κι τόσο παράδοξο το θεώρησε, ώστε δεν πίστευε στα μάτια του. Ήτο δυνατό αυτή η τόσο άρρωστη, που ’λεγαν κάθε τόσο πως πεθαίνει, να φτάσει ’κει πάνω; Κι όμως αυτή ήτο· την έβλεπε αρκετά καθαρά. Αλλά και τι ήθελε σε κείνο το μέρος;

     Τη στιγμή κείνη είχε καθίσει κάτω από τη χαρουπιά κι ακούμπησε το κεφάλι στα χέρια. Σ’ αυτή τη στάση έμεινε ώρα πολλή. Ο δρόμος θα την είχε ξεθεώσει τη δυστυχισμένη στην κατάσταση που ήτονε. Και πόση ώρα θα ’χε κάμει για να φτάσει από το χωριό έως εκεί. Ο Δρακογιώργης, φανταζόμενος την αγωνία του στήθους της, την ελυπότανε.

     Ως τόσο εξακολούθησε την εργασία του, αλλά και δεν έπαψε να παρακολουθεί την άρρωστη και συνάμα να σκέπτεται τ’ ήθελε να πάει σ’ αυτό το μέρος. Έπειτα την είδε να σηκωθεί από την πέτρα που καθότανε κι εμάντευε από μια κίνηση του χεριού της ότι έκλαιε.

     Η άρρωστη άρχισε ν’ ανεβαίνει στο βράχο κι ο Δρακογιώργης αφήκε πάλι τη δουλειά του και μουρμούρισε:

-         Ίντα πάει ’κειά πάνω να κάμει; Εκουζουλάθηκε; Να πάω θέλω ’γω να δω.

     Αλλά πονηρός διαλογισμός τον μπόδισε με άλλη πιο δυνατή περιέργεια. Επειδή γνώριζε την αγάπη της σ’ εμένα και τα όσα έλεγε η μάνα μου, σκέφθηκε μήπως μ’ επερίμενε ν’ ανταμωθούμε κρυφά· κι ανέβαινε, φαίνεται, στο βράχο για να δει ανυπόμονη αν ερχόταν ο μικρός εραστής.

     Πολλές φορές κάθισε, ως όπου να φτάσει πάνω και πάνω στο βράχο. Εκεί πάλι κάθισε κι έσκυψε με στάση Νιόβης.

    -    Κλαίει πάλι; μουρμούρισε ο Δρακογιώργης. Μα ίντα ’ν’ αυτά; Να πάω θέλω να δω.

     Αλλά μόλις κίνησε για κάτω, είδε την άρρωστη να σηκωθεί. Κι όπως ήτο ψηλόλιγνη και μαυροφορεμένη πάνω στον άσπρο βράχο, παρουσίαζε το πένθιμο σχήμα κυπαρισσιού.

     Ο Δρακογιώργης σταμάτησε πάλι· κι η άρρωστη φάνηκε σα να ’στρεφε το βλέμμα της στο γύρω θέαμα των αγαπημένω της μερώ. Έπειτα έκαμε μια χειρονομία μεγάλη προς το χωριό, σα ν’ αποχαιρετούσε. Και σε μια στιγμή ο χωρικός φώναξε με τρομάρα:

-         Παναγία μου! Παναγία μου!

     Η μαυροφόρα έγειρε στον γκρεμό κι έπεσε στο χάος. Το αίμα του χωρικού πάγωσε· και τόσον παράλυσε το σώμα του από την τρομάρα, που όταν έτρεξε προς τα κάτω, τα πόδια του δεν τον άκουαν. Στη σάστιση του νου του μια σκέψη συστρεφόταν: «Μα είναι το Βαγγελιό ή άλλη;»

     Ήτο το Βαγγελιό, ως την είχε γνωρίσει από μακριά. Όταν έφθασε κάτω στο ποτάμι, είδε με φρίκη στις πέτρες της ακροποταμιάς ένα σώμα ξεκλειδωμένο και κομματιασμένο, σχεδόν λιωμένο· κι όλα τα γύρω ματωμένα.

-         Ω Χριστέ μου! είπεν ο χωρικός κι έτρεμε μπροστά στο φρικτό θέαμα.

     Και μ’ ένα βλέμμα, που μετρούσε το ύψος, είδε το τσεμπέρι της πεθαμένης ν’ ανεμίζεται κρεμασμένο στα μέσα του γκρεμού. Στο πέσιμο το ελαφρό κεφαλομάντηλο ξέφυγε κι έμπλεξε σε μι’ αγριοσυκιά. Κι εκεί σειότανε μ’ αργή και θλιβερή κίνηση, σα σημαία πένθιμη πάνω στο τραγικό λείψανο.

     Αν κι ήτο παραμορφωμένο το σώμα, ο Δρακογιώργης αναγνώρισε το Βαγγελιό. Και σαν να εξάγνισε την ψυχή του ο φόβος και το μυστήριο του θανάτου από τα ποταπά αισθήματα, αισθάνθηκε μια πικρότατη μεταμέλεια, γιατί κι αυτός είχε κακολογήσει με τους άλλους τη δυστυχισμένη κοπελιά και λίγο πρωτύτερα είχε περάσει από το νου του ένας πονηρός διαλογισμός.

     Το κεφάλι του έκλινε από σεβασμό και στη βοή του καταρράχτη έριξε λίγα λόγια με συγκίνηση:

-         Ο Θεός να σ’ αναπάψει, άχαρη κοπελιά, γιατί μόνο βάσανα και πρίκες

εγνώρισες σε τούτο τον άδικο κόσμο. Ο Θεός να σ’ αναπάψει!

     Η μητέρα μου προσπάθησε να μη μάθω το θάνατο του Βαγγελιού. Τ’ απόγεμα που τη θάψανε, ήμουν βυθισμένος στις ζάλες του πυρετού. Και κάμποσες μέρες κρατήθηκε το μυστικό.

     Έπειτα το ’μαθα. Στην αρχή δεν το πίστεψα· κι όταν βεβαιώθηκα δεν έκλαψα. Ο καημός μου μαζεύτηκε και κλείστηκε στην ψυχή μου, να μείνει εκεί για όλη μου τη ζωή. Έπειτα ήτο τόσο μεγάλο και σοβαρό πράμα ο θάνατος κείνος, που δεν του πήγαιναν τα δάκρυα μου, δάκρυα έως τότε παιδιάτικα, που μόνον για μικρά κι ασήμαντα είχαν κλάψει.

     Ένα μόνο λόγο είπα στη μάνα μου:

-         Θωρείς τα ’δά;

     Η μάνα μου δεν είπε λέξη.

     Ύστερ’ από λίγες μέρες μ’ αφήκε κι ο πυρετός, όχι από θαύμα, αλλά με το κινίνο. Ένας χριστιανός, ούτε γιατρός, ούτε μάγος, βρέθηκε κι είπε να μου δίδουν κινίνο κάμποσες μέρες γραμμή.

     Σαν έγινα καλά κι είδε η μητέρα μου ότι άδικα είχε φοβηθεί για την αρρώστια μου, μου φανέρωσε την υποψία που τη βασάνισε και την έκαμε να φανεί τόσο σκληρή στην άρρωστη. Έπειτα είπε με ειλικρίνεια:

-         Μεγάλο βάρος έχω στην ψυχή μου, μα ο Θεός θα με συχωρέσει, γιατ’ είμαι

μάνα.

 

     

 

 

 Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA