ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΚΑΤΣΑΝΟΧΩΡΙΑ

 

   Πόσο μας κακοφάνηκε όταν πρωτοφύγαμε απ’ το χωριό, απ’ το μαχαλά μας, εγώ κι ο Νάκος της Λένως, ο συμμαθητής μου! Ο πόνος μας ήταν αβάσταχτος, γιατί πρώτη φορά θα λείπαμε απ’ τα σπίτια μας καιρό. Θα μας άφηναν σε ξένους ανθρώπους που μήτε τους γνωρίζαμε ως τότε, κι εκείνοι θα μας έκαναν πια ό,τι θέλαν. Έτσι τουλάχιστο μας φαινότανε τώρα στην αρχή.

   Από μέρες μας σύνταζαν[32] οι μανάδες μας για το ταξίδι, που τόσο ποθούσαμε και που τόσο μας πίκραινε τώρα. Μας είχαν έτοιμα καινούρια τσουράπια και μάλλινες φανέλες, να μην κρυώνουμε. Μας είχαν πλύνει τα σκουτάκια[33] μας, δυο αλλαξιές, να μην ψειριάσουμε στα ξένα. Μας ετοίμασαν κι από ένα καλύτερο, πιο σοβαρό σακούλι, όχι σαν εκείνα τα παιδιάτικα τσατσούλια με τον άσπρο σταυρό και τα κεντίδια απ’ την όξω μεριά. Κι είχαν φυλάξει για την ύστερη ώρα, να μας στουπώσουν[34] στον τορβά, να μας βάλουν στη χούφτα, για να τα ’χουμε στο δρόμο και να ξεχνάμε τον καημό μας, δώρα φτωχικά, βλογημένα, από κείνα που έδινε το χώμα, τα κλαριά μας: ψημένες πατάτες, διαλεχτές καρύδες, μυρουδάτο κυδώνι, κοκκινόφλουδο ρόϊδο –γλυκό ή κρασάτο-, σύκα λιασμένα και καμιά συκομαΐδα[35]. Μας είχαν εξαιρετικά εκείνη την ημέρα για πρωινό και το φαΐ που αγαπούν ξέχωρα τα χωριατόπουλα: τηγανισμένα αυγά –και μαζί μ’ αυτά, στο καπάκι, γάλα «κορφή», αβάρετο ακόμα. Όλα τα καλούδια βρέθηκαν για μας κείνο το πρωί μα εμάς δε μας κατέβαιναν οι χαψιές απ’ το λαιμό, δεν έφτανε το φαΐ στην καρδιά μας (όπως λέγαμε ακόμα, μαζί με τους άλλους, την κοιλιά). Μας έρχονταν κάτι σα λιγούρα, ένας κόμπος μας είχε πιάσει το λαρύγγι.

-Φάε, καλό μου, παρακαλούσε αποπάνω μου η μάνα με όψη θλιμμένη.

-Αποφά’ το, μη σόρθει νέκρα στη στράτα, μ’ ορμήνεψε κι η βάβω, που έβλεπε τον πρώτο αγγονό της ν’ ανοίγει φτερά, να φλεκαράει[36] από τόσο νωρίς.

-Άιντεστε, μη φέρνετε γύρα! Θύμιζε απ’ τη γωνιά κι ο πατέρας τρίβοντας τα μάτια του, επειδή δεν είχε χορτάσει τον ύπνο.

   Από κει που κάθονταν, μπροστά στη φέξη, είχε λύσει τη σακούλα του και μέτραγε τα λεφτά, κανονίζοντας τι θα μου έδινε να πάρω. Το νοίκι το ’χαν συμφωνήσει πέντε δραχμές το μήνα, μα θα το πλήρωνε απ’ την πρωτοχρονιά και πέρα: τέτοια ήταν η συμφωνία που είχε κάμει ο πατέρας μου με τον Κατσάνο. Στο μεταξύ θα ’ρχονταν κι ο ίδιος ως τον άλλο μήνα, να του μερεμετίσει εκείνα τα πορτοπαράθυρα. Τώρα όμως δεν ευκαιρούσε να λείψει απ’ το ταχυδρομείο. Αυτή τη φορά θα με συνόδευε η μάνα κουβαλώντας καμιά κοσπενταριά οκάδες αλεύρι μ’ ένα τσόλι για στρώσιμο και μια βελέντζα για σκέπασμα, όλ’ αυτά φορτωμένα στη ράχη της, τέσσερες πέντε ώρες δρόμο. Μαζί μας θα ’ρχονταν κι η Γιωργιτσούλα της Λένως, μ’ άλλο τόσο φορτίο (παρά την τρυφερή της ηλικία), καθώς κι ο ίδιος ο Γιωργάκη Μάνθος, ο πατέρας των δυο παιδιών, επίσημος συνοδός ή οδηγός μας, που θ’ άφηνε για καναδυό μέρες άφκιαστα τα ξυλάγγεια του ενός και του άλλου, για να κατευοδώσει και να σιγουρέψει το μόνο του γιο. Δε θ’ άφηνε ποτέ τις ρουπακιές[37] του Κακολάγκαδου ο μπαρμπα-Γιωργάκης, φυγόκοσμος από φυσικού του, μα έπρεπε να πάει τώρα μοναχός του ως το Καλέντζι, για να τα συμφωνήσει από κοντά με τη γριά Καρανίκω, τη μάνα της γειτόνισσάς του της Γιαννούλη Μπανώραινας, που με δική της σύσταση γινόταν τούτη η προξενιά, να κάτσει δηλαδή ο Νάκος, σαν οικότροφος να πούμε, κοντά στη γερόντισσα.

-Άιστε, φωνάζουν από πέρα, μας παρακίνησε για το ξεκίνημα κι η βάβω, ακούγοντας τη Γιωργιτσούλα της Λένως να μας κράζει απ’ τ’ αυλάκι, αχάραγα ακόμα.

   Αποχαιρέτησα τους δικούς μου κι όλοι μου δώσαν το χέρι τους, εξόν απ’ τη βάβω που αυτή, σα γεροντότερη, έλαβε την οικειότητα να με φιλήσει στα μάγουλα, έτοιμη πια να δακρύσει. Με είχε φυλαμένο στην αγκαλιά της, όπως έλεγε, και μ’ αγαπούσε καλύτερα απ’ τα παιδιά της. Κάθε βράδυ μ’ έπαιρνε και κοιμόμουν κοντά της, με τα πόδια προς το μέρος της φωτιάς, κάτω από κείνο το μισοκαμένο καταχυτό[38] της σκεπής που απορούσα και τρόμαζα πώς μπορούσε να βαστάει τις βαριές πλάκες κι όμως τα χρόνια περνούσαν κι η στέγη δεν έπεφτε να μας πλακώσει. Τόσο πολύ είχα συνηθίσει τη γιαγιά μου, που εκεινής θα τα ’λεγα όλα, ό,τι στενοχώρια και να με βασάνιζε, ξέροντας πάντα πως αυτή θα μου έβρισκε το γιατρικό, θα με παρηγορούσε με τα γνωστικά της λόγια. Τώρα στο χωρισμό λοιπόν τη βάβω μου συλλογιόμουν περισσότερο απ’ όλους, μα ήμουν βέβαιος πως κι εκείνη με πόναγε, μ’ ένιωθε καλύτερα απ’ όλους.

-Εκεί που θα πας να τρως, να μη ντρέπεσαι! με συμβούλευε ως την τελευταία στιγμή, γιατ’ ήξερε το ντροπαλό φυσικό μου.

   Πήραμε ξανά τον ατέλειωτο δρόμο με τις κακοτοπιές και τις ανηφοριές του και κάνοντας στάση σε κάθε αγνάντιο, μπροστά εμείς τ’ ανάλαφρα παιδιά, πίσω οι φορτωμένες γυναίκες, ανάμεσά μας ο αμίλητος Γιωργάκη Μάνθος βαστώντας κι αυτός ένα σκέπασμα στην πλάτη, περάσαμε την απόφοβη Πλάκα με το γκρεμό αποκάτω, έχοντας όλο το νου μας μη μας κυλήσουν απ’ την κορφή καμιά κοτρώνα τα γίδια του Τσελίκη, φτάσαμε στη Μεράντζα, διαβήκαμε τις Ουρσίδες, ριχτήκαμε πέρα στις Μηλιές κι ύστερα πήραμε την κατηφορική πετρόσπαρτη Λαγκάδα, που θα μας έφερνε κάτου στον κάμπο του Καλεντζιού. Ξεφορτώσαμε στα σπίτια όπου θα μέναμε, κάναμε την εγγραφή στο σχολαρχείο (για τη δευτέρα του ελληνικού, καθώς είχε ζητήσει ο πατέρας μου), κι αφού ξεπροβοδίσαμε την άλλη μέρα τους δικούς μας, τα τελευταία πρόσωπα που μας μέλλονταν να ιδούμε απ’ τον αγαπημένο μας τόπο, με δυσκολία κρατώντας τα δάκρυα, όλο χολή και σκασίλα για το χωρισμό, σα να ’χαμε ξενιτευτεί στα πέρατα του κόσμου, στη Βλαχιά ή στην Πόλη ή στην Αμερική, μείναμε μόνοι μας πια, με τη μικρή μας καρδούλα, μέσα σε μιαν άγνωστη χώρα.

   Όλα εδώ πέρα ήταν αλλιώτικα. Οι άνθρωποι μας φαίνονταν ξένοι πεντάξενοι, το ίδιο και η «κρίση[39]» τους, ο τόνος της ομιλίας τους, που δυσκολευτήκαμε αρκετά να τον συνηθίσουμε. Μιλούσαν κάπως βαριά, πιο ηχηρά, πιο επίσημα από μας. Οι γυναίκες φορούσαν κόκκινες φούστες κάτω απ’ τα ντρίλινα[40] φουστάνια τους. Κι οι άνδρες είχαν στο κεφάλι καπέλα (τραγιάσκες) και παντελόνια όλοι τους, κανένας σκούφια και σαλβάρια όπως σ’ εμάς. Είχαν γίδια και δίναν κάθε πρωί στον τσοπάνο, στο Δόση το βλάχο, που τ’ ανέβαζε αντίκρυ στις ομαλές ραχούλες, τις ήμερες πλαγιές του Ξεροβουνιού. Μονάχα όποιος είχε πρόβατα, τα φύλαγε μοναχός του, στην άκρη του κάμπου γύρω απ’ τα χωράφια. Κι αυτός ο κάμπος, που αρχίζοντας απ’ τα σπίτια απλώνονταν πέρα ως τη ρίζα του βουνού, ήταν κάτι που κυριαρχούσε επιβλητικά, ολημέρα, στα μάτια μας. Εμείς ένα δυο χωράφια είχαμε όλα όλα στο χωριό που να παρουσιάζουν κάποια επίπεδη επιφάνεια, δυο με τρία στρέμματα το πολύ, όλος ο άλλος τόπος έδειχνε πλαγερός, δίχως κανένα ίσιωμα, ούτε για δείγμα.

   Έπρεπε να περάσουν μέρες και βδομάδες για να συνηθίσουμε στον καινούριο κόσμο, να προσέξουμε ένα ένα τα παράξενά του. Ένα άλλο που ξέχασα να σημειώσω απ’ την αρχή, ήταν και το πύκνωμα των σπιτιών. Τα ’βλεπες όλα μαζί σχεδόν, μ’ ένα μικρό χώρισμα ή ρούγα μεταξύ τους, έτσι που να φυλάγουνται τόνα με τ’ άλλο σε ώρα ανάγκης όχι ξώμακρα και ξεμοναχιασμένα σαν τα δικά μας. Κι οι ρούγες τους ήταν κανονικές, μπορούσες να περπατήσεις ακόμα και στο σκοτάδι, χωρίς να σκοντάφτεις κάθε τόσο, ν’ «αντραποδιέσαι[41]» όπως σ’ εμάς. Κι είχαν στα σπίτια τους τοίχους από γύρω, μαντρότοιχους, με ξερά πουρναρόκλαδα από πάνω ή άλλα αγκαθερά χαμόκλαδα για περισσότερη ασφάλεια τη νύχτα. Ήταν φανερό πως οι Κατσάνοι φοβόταν. Μ’ όλα τα τοιχογύρια τους και τις αυλόπορτες, φοβόταν εκείνη την ανυπόταχτη φυλή των τσοπαναραίων με τα ξέθαρρα πρόσωπα και τους μακριούς τσαμπάδες[42], με τις ανεμιστές μανίκες και το σελάχι[43] στη μέση, που κατοικούσαν το καλοκαίρι ψηλά στη ράχη και που δεν το ’χαν σε τίποτε να κάμουν κανένα σεργιάνι ως εδώ νυχτιάτικα, την ώρα που οι φιλήσυχοι νοικοκυραίοι κοιμούνταν προφυλαγμένοι απ’ τ’ αγκαθόφραχτα ξεροτοίχια τους και τ’ άγρυπνα σκυλιά, τα ήμερα όμως σαν κι αυτούς, καθόλου ζαβά[44] σαν τα δικά μας. Ναι, κάνανε πότε καμιά γιούρια[45] ως εδώ, να ξαγοράσουνε κάναν Κατσάνο οι νυχτοπάτες βλάχοι, οι κλέφτες του Ξεροβουνιού. Ξέρανε πως ετούτοι δε γύριζαν αδειανοί απ’ την ξενιτιά, όπου έλειπαν δέκα και είκοσι χρόνια, ούτε πάλι τίποτε χαλαστήδες και χαροκόποι, να τα κάνουν γιάλα σε μια ώρα, απάνω στο πιοτί και στο χορό, σαν τους ανέμυαλους τους Τζουμερκιώτες. Όχι, οι Κατσάνοι είχαν το μυαλό στο κεφάλι τους και μετρούσαν τη δεκάρα που θα ξόδευαν και κανόνιζαν από πριν πού θα πατήσουν και δεν άνοιγαν το στόμα τους χωρίς λόγο και ζούσαν μετρημένα, προφυλαχτικά, χωρίς παίνια[46] και νταηλίκια[47], γιατί ο κάμπος που τους έδινε τα καλά του κι η ξενιτιά που τους χάριζε την προκοπή της, αυτά τα δυο γίνονταν οι χειρότεροι οχτροί τους με το να τους έχουν κάμει απόλεμους και κιοτήδες, έρμαια του φόβου τους. Μονάχα ένας ντόπιος, ο Πατερούς, ο μπακάλης, φαίνονταν να ’χει ψυχή, να μη σκιάζεται σαν τους άλλους, γιατί αυτός, καθώς ήταν και χασάπης, είχε αδιάκοπα νταραβέρια με τους κτηνοτρόφους του Ξεροβουνιού κι αφού τους τάιζε δεν τον πείραζαν.

   Μα αυτά τα μάθαμε αργότερα, με τον καιρό. Στην αρχή προσέχαμε άλλα, πιο πρόχειρα: πως δεν είχαν βρύση καθόλου, παρά ένα πηγάδι όλο όλο, στο έμπα του χωριού. Από κει έβγαζαν νερό κρεμώντας τις αργανέλες με τα «τάσια», κάτι μετάλλινους κουβάδες, ή τα γνωστά μας μπρακάτσια[48]. Και δεν κουβαλούσαν τις βαρέλες οι γυναίκες μοναχές τους, παρά φορτώναν τα «ζωντόβολα[49]», που η καθεμιά σχεδόν είχε το δικό της. Εδώ πέρα ο μικρός κάμπος έδινε θροφή και στους γαϊδάρους, γι’ αυτό τους έβλεπες να περνάν αυγή, βράδυ στους δρόμους, μαζί με τα γουρούνια, που εμείς τα κοιτάζαμε μ’ αποστροφή και με κάποιο έμφυτο φόβο, από μακριά, γιατί πρώτη φορά τύχαινε στα μάτια μας τέτοιο ζωντανό.

   Όλα τα μελετούσαμε σιγά σιγά κι όλα τα δεχόμασταν παθητικά, γιατί δε νιώθαμε γύρω μας κανένα βοηθό. Οι δικοί μας ήταν πολύ μακριά, πίσω από κείνη τη ράχη την ψηλή, που μας χώριζε σα σύνορο αδιάβατο απ’ το ποθητό μας χωριό. Κοιτάζαμε, κοιτάζαμε, προπάντων το βράδυ, όταν έσμιγε η μέρα με τη νύχτα, και τα μάτια μας θόλωναν, γέμιζαν δάκρυα. Πού είναι η μάνα, η βάβω, να μας καλοπιάσουν με κανένα γλυκόροϊδο, με λίγο «τηγανιστό» κρυφά απ’ τους άλλους, έτσι για «ξορέξια». Η μόνη μας απαντοχή ήταν κάθε ενάμιση δυο μήνες που θα ’ρχόταν οι γυναίκες να μας φέρουν τίποτε πέρα δώθε.

-Τι παιδεύεσαι και κουβαλάς, καψογυναίκα, έλεγε η γριά Λογοθέτω, η γυναίκα του Χρίστου Παπανικόλα, στην παιδεμένη μου μάνα. Αυτό δεν τρώει, όλο διαβάζει…

   Δε μου άρεσαν καθόλου οι «πατσάρες[50]» που έψηναν εκεί σχεδόν κάθε μέρα. Μάζευαν χόρτα του κάμπου που δεν τα διάλεγαν καλά και μύριζαν ύστερα στην πίτα. Η κολοκυθόπιτα εδώ δε γινόταν γλυκιά όπως στο σπίτι μας. Μα και το λάδι που έβαναν δεν ήταν της προκοπής. Αγόραζε ο νοικοκύρης το χειρότερο με «ζιούρα[51]» στον πάτο, που μας έκαιγε το λαρύγγι, από κείνο που πουλούσαν στα Γιάννινα μισοτιμής έξω στην Καλούτσιανη. Πήγαινε και το ’φερνε ο ίδιος στη μπούγλα[52], για να γλιτώνει τη διαφορά της τιμής, αντί ν’ αγοράζει απ’ το μπακάλη τον Πατερού. Ούτε πυρωμάδες το πρωί έφκιανα τώρα, έφευγα νηστικός για το σκολειό, επειδή το ψωμί τους το κακοζύμωναν, έτσι που δεν τρώγονταν ξερό, ούτε είχα εξάλλου το θάρρος να τους ζητήσω να το πυρώνω στη φωτιά κατά τη συνήθεια του χωριού. Μα και τα φαγιά τους τα ’βρισκα αλλιώτικα, δίχως νοστιμιά.

   Μισονηστικός έπαιρνα απόδειπνα τη μάσια[53], δίπλα στη γωνιά και πατώντας την τετράγωνη άκρη της στη στάχτη έκανα λαχίδια[54], το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο, σαν εκείνα τα ξερικά χωραφάκια που είχαμε γύρω απ’ το σπίτι μας.

-Τι σου φταίει η στάχτη, μ’ απόπαιρνε ο αυστηρός γέρος, που δυο φορές τη βδομάδα, όταν περνούσε ο ταχυδρόμος, πωλητής συνάμα εφημερίδων, έκανε το μεγάλο έξοδο ν’ αγοράζει από μια «Καθημερινή» αναγαλλιασμένος, γιατί είχε χάσει ο «Γυαλάκιας», ο μισητός του Βενιζέλος, στις εκλογές του Νοεμβρίου. Άσ’ τη μάσια –πρόσθεσε- και πάρ’ το βιβλίο, γιατί σε βλέπω λίγο κοιμισμένον, μου φαίνεται πως άδικα ξοδεύει ο πατέρας σου. Έπειτα , γυρίζοντας στην αγγόνα του την Κωστούλα, ορφανή από πατέρα και με μάνα ξαναπαντρεμένη, που την έστελνε ο γέρος να φυλάει τα πρόβατά του, την απόπαιρνε κι αυτήν, εκεί που καθόταν στη γωνιά:

-Τι έστησες τα ποδάρια σου χάβδα[55]. Για μαζέψου λιγάκι…

   Τα ’λεγε για μένα, που ήμουν αντίκρυ. Μα εγώ δεν άφηνα το μυαλό μου να πάει στο πονηρό. Κι όσο για τα μαθήματα που μου χτυπούσε, αναφέροντας κιόλας με καμάρι –σαν αντίθετό μου παράδειγμα- έναν ανεψιό του, το γιο του αδερφού του του «κουτσού», του παλαβιάρη Κώτσιου Παπανικόλα, που σπούδαζε, λέει, στην Αθήνα κι ήταν μαθές Ριζαρίτης (ο πρώτος με τίτλο που θα δόξαζε όλο το Καλέντζι), ε, όσο γι’ αυτό δεν έχανα καθόλου τον καιρό μου.

   Από ξεσυνέρια με τον ξάδερφό μου το Νάκο, από φόβο μην ο ένας περάσει τον άλλον, προπάντων τώρα που καθόμασταν χώρια και δε μπορούσαμε να κάνουμε έλεγχο αμοιβαίο στην επίδοσή μας, αλλά και για να περάσουμε τον πρώτο μαθητή, εκείνον που είχαμε βρει με τους καλύτερους βαθμούς και που ο ίδιος δεν υπολόγιζε ποτέ να τον φτάσουμε στα ρήματα, υπεροχή και κληρονομιά του από την περασμένη χρονιά (την πρώτη του ελληνικού, που να σε τι ξεχώριζε απ’ τη δική μας την πέμπτη) –για όλους αυτούς τους λόγους είχαμε βαλθεί κι οι δυο μας να μάθουμε απέξω τη γραμματική. Πολύ γρήγορα αναπληρώσαμε τις ελλείψεις μας, φτάσαμε τους συμμαθητές μας που τα ’ξεραν από πριν κι όταν προχώρησε ο σχολάρχης στα εις –μι ρήματα, τους είχαμε «διακόψει» όλους, όπως στο χωριό που παραβγαίναμε στο τρέξιμο. Παραβγαίναμε ακόμα και με τον πρώτο μαθητή, τον Κατσάνο, που μας κοίταζε με ζήλια, εχθρικά, σαν παρείσαχτους, περισσότερο για την υπεροχή μας στην καλλιγραφία, αποφεύγοντας με προφάσεις να μας δείξει τις λύσεις των κλασμάτων, όπου θαρρούσαμε, άδικα όμως, από υπερβολική ευσυνειδησία, πως εκείνος τα κατάφερνε καλύτερα από μας.

   Η ζήλια μας με το Νάκο, γέννημ’ απ’ το χωριό, συνεχίζονταν ακόμα. Τον ζήλευα εγώ που κάθονταν κοντά στο δάσκαλο, αφού το σπίτι της Καρανίκως ήταν αποκάτω απ’ την αυλή του σκολειού, κι εκείνος του έδινε συχνά τη μικρή του κόρη, ανήλικη και μελαψή, σαν τον πατέρα της, να την παίρνει απ’ το χέρι και να την ξεβγάζει εκεί γύρω, σαν παραμάνα, μια που η μητέρα της έλειπε στα Γιάννενα. Η δουλική αυτή υπηρεσία υποψιαζόμουν πως θα πληρωθεί μ’ ανάλογη εύνοια του σχολάρχη. Μα ο αντίζηλός μου από μέρος του τη θεωρούσε «αγγαρεία», γιατί τον ξέκοβε απ’ τη μελέτη και λογάριαζε (αυτό μονάχα τον έκοβε μέσα σε τόσους άλλους της τάξης μας) πως εγώ στο μεταξύ θα ’χα γίνει ξεφτέρι στο διάστημα.

   Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κακοτρώγοντας, από το ένα βράδυ στο άλλο μεσημέρι, κοιμούμενοι καταγής, χωρίς πάτωμα, με το νου μας ωστόσο πάντα στα γράμματα, σαν άυλοι ασκητές, βγάλαμε τη χρονιά μ’ επιτυχία στις εξετάσεις, και μάλιστα πήραμε άριστα στο ενδειχτικό. Άμα το ’μαθε ο πατέρας μου πήγε να πετάξει απ’ τη χαρά του.

-Είδες εκεί ο γύφτος, που ’θελε να σας αφήσει στην ίδια τάξη! κατάκρινε το σχολάρχη.

   Μα η κατάκριση αυτή κι η λέξη «γύφτος» στο στόμα του είχαν έναν τόνο δικαίωσης για τον εαυτό μας κι ευγνωμοσύνης για το δάσκαλο, που στάθηκε πηγή, εστία του φωτισμού μας.

   Περνώντας οι εξετάσεις ήρθαν ξανά οι γυναίκες απ’ το χωριό να κουβαλήσουν στη ράχη τους, σαν τα «ζωντόβολα» των Κατσάνων, τα φτωχικά μας σέγια[56] πίσω στο χωριό.

-Να ιδούμε, θα μας τηράξουν καμιά βολά που θ’ αξήνουν[57], μας πείραζε η καλόγνωμη, στοργική Γιωργιτσούλα. Θα μας πάρουν κάνα μαντήλι ή θα μας αφήκουν ξεσκούφωτες;

-Στο πρωτιό θα μας βάλουν, στα χέρια θα μας κρατάν! συμπλήρωνε ειρωνικά η μητέρα μου, σα να διάβαζε από τότε, αγράμματη προφήτισσα, στου μέλλοντος την καταχνιά.

   Μα εμείς δεν τις ακούγαμε, δε δίναμε σημασία στα λόγια τους, απασχολημένοι να μαζεύουμε στο δρόμο σαλέπι, που φύτρωνε μπόλικο απανώστρατα, γιατί δεν το πείραζαν τα γιδερά, να βγάζουμε το στρογγυλό καρπό μ’ ένα σουφλί, για να λιάσουμε ύστερα όλα τα σπυριά αρμαθιασμένα σε μια κλωστή, να μας βρίσκονται για το χειμώνα.

 

 

 

Ο ΣΧΟΛΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΘΗΤΟΥΔΙΑ

 

   Τη δεύτερη χρονιά, βλέποντας οι δικοί μου πως είχα κακοπεράσει εκεί που έμενα στα Κατσανοχώρια (και το είδαν αυτό απ’ τ’ αδυνάτισμά μου, όταν γύρισα στο χωριό), αποφάσισαν να μου αλλάξουν σπίτι για καλύτερα. Έφυγα λοιπόν απ’ το Χρίστο Παπανικόλα, τον αγέλαστο γέροντα, το φανατικό βασιλόφρονα, που έπινε την άνοιξη όλο τυρόγαλο – εκείνο που μένει ύστερ’ απ’ το βγάλσιμο του βουτύρου και που εμείς το ρίχναμε στα σκυλιά, να το κλαπακίσουν γλήγορα μες στον ξύλινο «σκύφο[58]»- λέγοντας μάλιστα με καύχηση πως σ’ αυτό χρωστάει τη γεροσύνη του, έφυγα απ’ τη γριά του τη Λογοθέτω, που την πονούσε πάντα η μέση, τα νεφρά, κι έβανε απάνω ένα πυρωμένο κεραμίδι να της περάσει ο πόνος, καθώς κι απ’ την ψηλή ρούσα θυγατέρα τους την Κατερίνη, κοπέλα της παντρειάς, και την παχουλή Κωστούλα, την αγγονιά τους, και πήγα να κατοικήσω στην άλλη άκρη, στο έμπα του χωριού. Εκεί κάθονταν ο γέρο Ντούρος, που παρακάτω βάσταγε κι ένα χάνι, απάνω στο δρόμο. Από κει διαβαίναν αράδα οι πατριώτες μας κι έτσι τον ήξερε ο πατέρας μου, που φρόντισε να με βάλει κοντά του.

   Κάθε χινόπωρο, που άρχιζε το σχολαρχείο, εμείς τα ξενοχωρίτικα πιο πολύ απ’ τα παιδιά των ντόπιων, πριν μπούμε ακόμα στα βαριά μαθήματα και στους διαγωνισμούς, είχαμε μια απλήρωτη διασκέδαση, για να μην πω και απόλαψη του στομαχιού, με τις καλεντζίτικες μελικοκιές. Αυτά τα δέντρα εδώ ήταν πολλά και μεγάλα βγάζοντας ολόκληρες κουτσούνες[59] από καρπούς σα μέλι, καθώς δείχνει και τ’ όνομά τους. Αφού είδαμε πως δε μας μίλαγε κανένας κι οι άνθρωποι του χωριού δεν τα γουστάρανε καθόλου, σκαρφαλώναμε κάθε απομεσήμερο και βράδυ στα στρογγυλά κλώνια με τη γλιστερή φλούδα και γεμίζαμε την κοιλιά μας, τις τσέπες μας, με τα μικρά, γευστικά μελίκοκα, που κίτρινα στην αρχή έπαιρναν να «μαυρίζουν», να κλίνουν προς το μπλαβό χρώμα, γινωμένα. Για ν’ αγοράσουμε λίγες ελιές ή χαλβά –την πιο μεγάλη πολυτέλεια που επιτρέπαμε στον εαυτό μας- χρειάζονταν λεφτά. Και τα δικά μας ήταν μετρημένα, ούτε δεκάρα δεν ξοδεύαμε σε περιττά.

 

   Πολλά έχει να διηγηθεί κανείς από κείνη την εποχή. Μα εγώ θα περιοριστώ στα κυριότερα, θα πω λίγα απ’ όλα. Ο σχολάρχης μας ήταν κοντός και παχύς, με μεγάλη φαλάκρα. Φορούσε γαλάζια ρούχα μ’ ένα πανωφόρι σαν από τσόχα και τις Κυριακές ένα ριγωτό παντελόνι. Κάποτε που ήρθε με κακοκαιρία απ’ τα Γιάννινα, είχε φορεμένη αποπάνω του κάπα σαν τους βοσκούς. Το μελαψό χρώμα του δεν ήταν σαν των άλλων γύφτων της γενιάς του, που έκαιγε ο ήλιος του υπαίθρου κι η φωτιά του καμινιού, παρά είχε κάτι το αλλιώτικο, τ’ αρχοντικό, έτσι τουλάχιστο φαίνονταν σ’ εμάς, που τον ακούγαμε όλο προσοχή και σεβασμό, σαν εκούσιοι υποτελείς του, σα δόκιμοι[60] μπροστά στο «γέροντά» τους. Αλλά κι εκείνος μας φερνόταν μαλακά, δε μάλωνε, ούτε φώναζε ποτέ χωρίς λόγο. Ήταν ένας άνθρωπος χωρίς νεύρα, που δεν έπινε, ούτε κάπνιζε, και μόνη του αδυναμία είχε το μπόλικο, το λιγδερό φαΐ. Όποτ’ έσφαζαν, φύλαγαν το καλύτερο κομμάτι, άσπρο από το ξύγκι, για το σχολάρχη.

   Μαγείρευε μόνος του, στέλνοντας εμάς να του μαζεύουμε ξερά ξύλα, χαμοπούρναρα ή τσιαπούρια (που εδώ τα λέγαν «τσιαπόρια», όπως και το λουκούμι «λακούμι», το κλαδευτήρι «κασάρι» και το κόσκινο –άκου κει- «δραμόνι»!). Πολλές φορές απ’ το παχύ του κρέας έστελνε μ’ εμάς σε μια μικρότερη κατσαρόλα και στη δασκάλα του χωριού, την Κατίνα. Είχε φιλίες μ’ αυτή ο σχολάρχης μας (που η γυναίκα του έλειπε πάντα στα Γιάννινα, από ανημποριά νομίζω, ώσπου πέθανε τον ίδιο χρόνο) και η ίδια συχνά τον επισκέπτονταν στο σχολείο. Όποτ’ έρχονταν η δασκάλα, ξέραμε πως δε θ’ αργήσει πολύ ο σχολάρχης μας να σχολάσει. Θα ’βγαιναν μαζί σεργιάνι ως την Πλαίσια, το άλλο χωριό, δασκαλικό ζευγάρι που κανένας δε μπορούσε να το παρεξηγήσει (όσο κι αν ψιθύριζαν από πίσω τους οι Κατσάνοι), εξόν αν ήταν ο καιρός βροχερός και προτιμούσαν να μείνουν στο μέσα δωμάτιο, πίσω απ’ τις δυο σχολικές αίθουσες, όπου συνεργάζονταν σ’ έγγραφα κι άλλα τέτοια, αδιαπέραστα απ’ την περιέργειά μας.

   Μας άρεσε κι εμάς η δασκάλα με την αφράτη σάρκα, με τη στρογγυλάδα του σώματός της, μας άρεσε γιατ’ ήταν το μόνο θηλυκό, και το πρώτο ίσαμε τώρα, που μας μίλαγε γλυκά, πρόσχαρα, τραγουδιστά. Μας έλεγε «ευχαριστώ», όταν της πηγαίναμε το φαΐ και μας φίλευε κανένα λουκούμι. «Ε, άφησέ τα πια τα κακόμοιρα να ξεκουραστούν!», μεσίτευε για μας στο σχολάρχη. Μα κι εκείνος την είχε σε υπόληψη, φαίνεται, τη δασκάλα, γιατί όποτε γινόταν λόγος στο βιβλίο, την ώρα του μαθήματος για ομορφιά, γι’ ανωτερότητα κάποιας ξεχωριστής γυναίκας, ο σχολάρχης δεν ξέχναγε να μας παρομοιάζει: -Να, όπως η διδασκάλισσα Κατίνα που ξέρετε…

   Όταν όμως βρίσκονταν με τους πιο μεγάλους, τους πιο οικείους του από μας, φρόντιζε να δικαιολογηθεί πιο σοβαρά:

-Να, αν δεν ήταν κι αυτή η δασκάλα, τι θα γινόμουν, παιδιά μου; Τώρα της στέλνω τα ρούχα και τα περνάει ένα χέρι…

   Αυτό ήταν η επίσημη δικαιολογία, η αφετηρία της συναλλαγής τους: το πλύσιμο των ρούχων, ίσως και το σιδέρωμά τους. Από κει γίνονταν και τ’ άλλα, ό,τι γίνονταν τέλος πάντων.

   Είναι όμως αλήθεια πως οι κάτοικοι του χωριού δεν έκαναν καμιά ευκολία, ούτε περιποίηση στον καλό μας σχολάρχη. Δεν τον καλούσαν ούτε σε τραπέζι μια γιορτή, γιατ’ ήταν αφιλόξενοι άνθρωποι, χωρίς κοινωνικότητα. Ο σχολάρχης μας έλεγε, όχι βέβαια φανερά, πως δεν αγαπούν ούτε την πρόοδο, αφού είχαν το ελληνικό σχολείο μπρος στην πόρτα τους κι ελάχιστοι έστελναν τα παιδιά τους εκεί. Αν δεν ήμασταν εμείς οι ξενοχωρίτες, ίσως να έκλεινε το σχολαρχείο. Ας είχαν χάρη οι Κατσάνοι στο Λούλη τον πολιτευτή, τον σπουδαίο πατριώτη τους. Αυτός τους έφερε το σχολαρχείο, αυτός φρόντιζε τώρα να φέρει και δημόσιο δρόμο. Μα ο σχολάρχης δεν έμενε ευχαριστημένος απ’ αυτούς. Σ’ εμάς τους ξένους είχε τις ελπίδες του.

-Τώρα τις γιορτές, μας έλεγε, θα θυμηθείτε και το δάσκαλό σας…

   Αυτό ήταν υπενθύμιση για φιλοδώρημα. Και του φέρναμε ύστερ’ από τις γιορτές άλλος τραχανά, άλλος λίγο βούτυρο, άλλος δυο τρεις βρασιές φασούλια –τα δέχονταν όλα ο φτωχός δάσκαλός μας.

-Έχει το μισθό του, ας πάρει ό,τι θέλει, λέγαν οι Κατσάνοι αδιάφοροι.

   Κι όσοι δεν τον σέβονταν, μουρμούριζαν αδιάντροπα:

-Σα γύφτος χαλεύει[61]

   Εμείς όμως είχαμε και σεβασμό κι αγάπη για το δάσκαλό μας, που τόσο πάσκιζε, τόσο προσπάθαγε για το καλό μας. Έκανε μόνος του μάθημα σ’ όλες τις τάξεις, όλα τα μαθήματα, ακόμα και τα γαλλικά, που παιδεύονταν να τα προφέρει με τις μύτες -«όπως κάνουν τα γουρούνια», μας έλεγε για παράδειγμα. Μόνο στην πρώτη τάξη έβανε κανέναν μεγάλο να διδάξει ή να εξετάσει τα ρήματα. Κι ο Νάκος της Λένως, ο ξάδερφος κι αντίζηλός μου, αξιώνονταν αυτή τη διάκριση συχνά.

   Μα ήτανε κι άλλοι κι άλλοι που βρίσκονταν πιο κοντά στο σχολάρχη μας, ομοτράπεζοί του κυριολεχτικά. Πέρσι ήταν ο γιος του Μήτσιου Σέβου, εκείνος ο ξοδευτής κι ο ξεθαρρεμένος που σπαταλούσε τις δεκάρες και τα κοσαράκια με το πλόχερο[62]. Αυτός έτρωγε μαζί με το δάσκαλο, απ’ το ίδιο φαΐ, γιατί πλήρωνε ο πατέρας του για κείνη την πρωτότυπη οικοτροφία. Μα τον πατέρα τον σκότωσαν έξαφνα οι κλέφτες, κάποια απ’ τις πολλές συμμορίες του Ξεροβουνιού, κι ο γιος κόπηκε απ’ το σχολειό. Έτσι έλειψε απ’ τα μάτια μας ένας πειρασμός για σπατάλη, μ’ όλο που εμείς δε σκοπεύαμε ποτέ να τον μιμηθούμε.

   Τη θέση του παλιού οικότροφου την είχαν πάρει φέτος δυο αδέρφια διπλάρικα κι απαράλλαχτα μεταξύ τους, τα «Καμαρινάκια», απ’ τη Ζιόριστα, μακριά, πέρ’ απ’ το δημόσιο δρόμο. Αυτά είχαν φαίνεται, εχούμενους γονέους, γιατ’ ήταν σαν θρεμμένα δαμάλια, τετράπαχα, με μούτρο που γυάλιζε, έσταζε αίμα. Μα το μυαλό τους δε σπίθιζε σαν το δικό μας, δεν πετύχαιναν τ’ ανώμαλα ρήματα και τη μέθοδο των τριών όπως εμείς, που παίρναμε λίγο χαλβά (προσέχοντας να ’ναι στο μαγαζί ο γιος του Πατερού, ο συμμαθητής μας, που έβανε απρόσεχτος ή χατιρικά πιο πολύ, μη έχοντας άλλωστε σκοπό να βάλει τις δεκάρες μας στο πατρικό συρτάρι, αλλά να τις παίξει σε λίγο έξω σε καμιά λάκκα με τους άλλους), παίρναμε λοιπόν το λίγο χαλβά μας και γλείφαμε ύστερα και το στράτσο[63], να μην πάει χαμένο ούτε τρίμμα απ’ το πολύτιμο γλύκισμα.

   Απ’ τους άλλους συμμαθητές μας, που δεν είχαν την τιμή να τρων μαζί με το σχολάρχη, αλλά κοίταζαν να βρίσκονται όλο κοντά του, ήταν ένας γείτονάς μας, γιος χήρας, απ’ τη Σκλίβανη, «εκ Σκλιβάνης», όπως έγραφε ο ίδιος επιδειχτικά στα τετράδιά του.

-Γιατί «Σκλιβάνης», τον ρωτάγαμε επίτηδες εμείς.

-Όταν η λήγουσα είναι μακρά η προπαραλήγουσα δε τονίζεται! παπαγάλιζε εκείνος, όπως κάναμε όλοι μας τότε, λίγο πολύ.

   Αυτός λοιπόν ο Σταύρος –έτσι λέγονταν- ξέκοβε απ’ το μάθημα πολλές φορές, προπάντων όταν αυτό με τη λιακάδα γινόταν στο ύπαιθρο, κι έπιανε απ’ το χέρι τις μικρές του σχολάρχη παστρέβοντας τις μύξες τους ή κι αποπίσω, τη δεύτερη πιο πολύ, που μόλις τότε περπατούσε. Ο καημένος ο Σταύρος περιποιόνταν τις μικρές πιο πολύ απ’ τη δασκάλα, που μήτε τις κοίταζε καν. Μα ο δάσκαλος δεν του έβανε βαθμό παραπάνω, έτσι που ο κόπος του πήγαινε χαμένος. Κι ήταν ακόμα πιο αξιολύπητος, γιατί ήταν αναγκασμένος να σκύβει κάθε τόσο, ενώ δε λυγούσε εύκολα ο σβέρκος του, επειδή όλο έβγαζε κάτι μυξίδια, που του κάκου προσπαθούσε να τα κλείσει με κίτρινες αλοιφές από θειάφι κι άλλες σκόνες.

   Άλλος γουστόζος στην τάξη μας ήταν ένας Βλαχάκης απ’ το Φορτόσι. Αυτός, εκεί που άνοιγε τη φυσική, γύριζε πάντα σε ορισμένη σελίδα και διάβαζε σχολιάζοντας το κείμενο:

-Όταν η χορδή, κοινώς πορδή…

   Μια μέρα που ο σχολάρχης εξέταζε επανάληψη κι είχε βγάλει το Βλαχάκη, ο συμμαθητής μας ξεχάστηκε, δεν ξέρω πώς, και σε σχετική ερώτηση άρχισε με τη μοιραία φράση, όπως την έλεγε για γούστο σ’ εμάς.

-Γάιδαρε, γάιδαρε! ακούσαμε το σχολάρχη ν’ αγριεύει δίνοντας απανωτά χαστούκια στον άτυχο Βλαχάκη, κατακόκκινο απ’ την τιμωρία κι απ’ τη ντροπή.

   Απ’ όλους τους μαθητές που βρήκαμε κει, ένας προπάντων ερχόταν ολοένα κοντά μας, για χάρη της καλλιγραφίας. Ήταν από μια θεόφτωχη οικογένεια, τους Μπαζνουκαίους, που κάθονταν πάνω απ’ το σχολειό. Τα ρούχα του είχαν γίνει κουρέλια και τα δάχτυλα έβγαιναν έξω απ’ τα τσαρούχια. Όμως είχε όμορφο πρόσωπο με γλυκά μάτια και μαύρα μαλλιά με φυσική γυαλάδα. Δεν τον ένοιαζε καθόλου, ούτε φαινόταν να ντρέπεται για τα μπαλώματα που έσερνε απάνω του. Κοίταζε μονάχα να μας «κλέβει την τέχνη», πώς διάολο τα καταφέρναμε να γράφουμε τόσο ωραία, δείχνοντάς μας ωστόσο και τη δική του μέθοδο. Αυτός μας έμαθε να χαράζουμε μια λυγερή ευθεία κάτω απ’ τ’ όνομά μας και καμπυλώνοντάς την ύστερα μαστορικά, να τη γυρίζουμε προς τα πάνω για τον τόνο, σαν το κεφάλι φιδιού που ξεπετιέται μ’ οργή απ’ το κουλουριασμένο του σώμα. Αυτό το σκέδιο της υπογραφής, που γέμιζε σαν οικόσημό μας όλα τα τετράδια και τα βιβλία, το θεωρούσαμε σαν το κορύφωμα της καλλιγραφίας, σαν το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας.

   Πέρασαν αρκετά χρόνια κι είχα ξεχάσει το συμμαθητή μας. Κάποτε βρέθηκα περαστικός σε κάποια επαρχιακή πόλη και κοιμήθηκα σ’ ένα λαϊκό ξενοδοχείο. Το πρωί μου είχαν αφήσει απέξω στο γραφείο ένα τυπωμένο μπιλιέτο με καλλιτεχνικά στοιχεία: «Ιωάννης Βασδώκας, Αστυνομικός Υπάλληλος». Ήταν εκείνος ο συμπαθητικός καλλιγράφος, που θα πέρασε να με δει και δε θέλησε να με ξυπνήσει. Θα ’χε γίνει χωροφύλακας στο μεταξύ (έτσι θα είδε και τ’ όνομά μου τη νύχτα στα δελτία κινήσεως), αλλά δεν εννοούσε να παρατήσει την αντίληψη της καλλιγραφίας. Γι’ αυτό εξωράιζε το επάγγελμά του –αστυνομικός υπάλληλος.

   Ένας άλλος που μας έκανε εντύπωση από μικρότερη τάξη, ήταν κάποιος Κατσής απ’ τη Νίστορα. Δεν τον ξαναείδα από τότε, μα έμαθα πως πήγε κι αυτός στη χωροφυλακή. Φορούσε κάτι τεράστια παπούτσια, αρβύλες του στρατού, που δεν ξέρω πώς τις είχε κονομήσει. Τα πόδια του πλέανε μέσα σ’ αυτές κι εμείς γελούσαμε μαζί του. Εγώ μάλιστα αποτόλμησα να του ξομπλιάσω κι ένα στιχούργημα πειραχτικό, απ’ τα πρώτα που δοκίμασα να κάμω, σε ηλικία δώδεκα –δεκατριώ χρονώ. Δεν το θυμάμαι καθόλου πια, μα ο ήρωας του θύμωσε, επειδή προπαντός τον πείραζαν οι άλλοι, και μ’ ανάφερε μάλιστα στο σχολάρχη.

   Μα εκείνος δε με μάλωσε καθόλου, ίσως γιατί με συμπαθούσε για την επιμέλειά μου. Άλλωστε ήξερε πια τις κλίσεις μου αυτές, γιατί κάποτε με τσάκωσε να κάνω κάτι ανάλογο. Μια βραδιά που είχα πάει στην αυλή του Καρανίκα, εκεί μέσα όπου κάθονταν ο σχολάρχης με τους δίδυμους οικοτρόφους του και με τέσσερα παιδιά χωριανά μου (που είχαν έρθει ύστερ’ από μας και που έτρωγαν τις νερουλές τους αλάδωτες φασουλάδες με το ίδιο χουλιάρι, μπορεί από ανέχεια, μα ίσως κι από πρόβλεψη, για να μην κατεβάσει κανένας τους καμιά χουλιάρα παραπάνω), εκεί λοιπόν, μια ώρα που έλειπε ο σχολάρχης, βάλθηκα μόνος μου, μ’ έβαλαν κι οι άλλοι, ν’ απαγγείλω αυτοσχέδια μια διήγηση μισοπραγματική μισοφανταστική, με βάση το «Λήσταρχο Κρικέλα», τον «Υιόν της νυκτός» κι άλλα τέτοια μυθιστορήματα που κατάφερνα ενδιάμεσα να δανείζομαι απ’ το Γιάννη της Παπαδιάς, πρώην αρτεργάτη στο Μοριά και το μόνο κάτοχο (ληστρικής έστω) βιβλιοθήκης σ’ εκείνο το άχαρο, το άψυχο χωριό. Έλεγα λοιπόν απ’ όσα θυμόμουν, έβανα κι άλλα δικά μου, στόλιζα το λόγο, τον ομόρφαινα όσο μπορούσα, κι οι άλλοι μ’ άκουγαν με ύφος φαιδρό, χαμογελώντας λίγο περίεργα, ενώ εγώ ρητόρευα ακράτητος, μεθυσμένος απ’ την ευγλωττία μου, σαν κανένας δικηγόρος.

-Ε, αρκεί τώρα, πηγαίνετε να μελετήσετε! ακούω πίσω μου μια γνώριμη φωνή.

   Ήταν ο σχολάρχης μας που είχε μπει αθόρυβα απ’ την αυλόπορτα, χωρίς να τον προσέξω εγώ, και που είχε κάμει νόημα στους άλλους να μη με σταματούσαν, περίεργος ν’ ακούσει: γι’ αυτό εκείνοι, κάπως χαιρέκακα, χαμογελούσαν. Αυτό μόνο είπε και δεν ξάμωσε να με μπατσίσει, όπως έκανε με άλλους που τους έπιανε να παίζουν πενταροδεκάρες, κορώνα ή γράμματα.

   Μα εκείνο που μου στοίχισε πιο πολύ στο σχολαρχείο, που μου άφησε για ένα διάστημα ψυχικό τραύμα, ήταν ένα πάθημά μου κοντά στο σχολείο. Εκεί παραπέρα, έξω απ’ το χάνι του Τσιάτσιου, ήταν μαζωμένες πέτρες πολλές που τις είχαν κατεβάσει από παλιά οι βροχές απ’ την απάνω μεριά, και που όλο αβγάταιναν[64] με κάθε κατεβασιά. Από κει περνούσε ο δρόμος μας για το σχολειό, και για να μη μας εμποδίζουν στο βάδισμα –προπάντων όμως τον ίδιον, φαντάζομαι- μας έβαλε μια μέρα ο σχολάρχης να τις παραμερίσουμε πετώντας τες από δω κι από κει.

   Είχα σκύψει κι εγώ με τους άλλους και σφρουντζουλάγαμε με τα δυο μας χέρια από κείνον τον αμέτρητο πετροσωρό, την αχρείαστη προκοπή του τόπου, όταν έξαφνα ακούμε ένα «όι!» δυνατό και σηκώνοντας το κεφάλι βλέπω τον Κώστιο τον Ράφτη, το ντόπιο αντίζηλό μας με τα κοντά παντελόνια, το γιο του ξενοδόχου στην Πρέβεζα, τ’ αγγόνι του γέρου Βλάχου, του Αμερικάνου, τον άνθρωπο που μας περνούσε στα γαλλικά (γιατί τον βοηθούσε σ΄αυτά το καλοκαίρι ένας μεγαλύτερος ξάδερφός του, μαθητής του γυμνασίου), αυτός λοιπόν βαστούσε τώρα το ’να του φρύδι και ξεφώνιζε απ’ τον πόνο. Με ρίγος σ’ όλο το κορμί μου, είδα τα μάτια όλων να στρέφονται απάνω μου, απάνω στον ένοχο. Εγώ είχα πετάξει εκείνη την καταραμένη πέτρα, εγώ τον βάρεσα στο μάτι από απροσεξία, χωρίς να καταλάβω.

   Η εργασία σταμάτησε, ο συμμαθητής μου οδηγήθηκε από δυο χωριανούς του στο σπίτι του κι εγώ πέρασα για δυο, τρεις, τέσσερες μέρες το μαρτύριο να παρακολουθώ από μακριά την κατάστασή του από το πρόχειρο ιατρικό δελτίο που μεταφέρναν οι συμμαθητές του.

-Τώρα το μάτι γαλάζισε, κιτρίνισε… τώρα θα γκαβωθεί, θα πεθάνει… λέγαν αβγαταίνοντας από λογαριασμό τους.

   Ένιωθα τον εαυτό μου κακούργο, ήμουν έτοιμος να φύγω, ν’ αρατίσω[65] στα κουτουρού, να χαθώ απ’ τα μάτια ολουνών, να μην ξέρει κανένας το χαμό μου, γιατί έτσι μου άξιζε, αυτό μου χρειαζόνταν. Μα έδωσε ο Θεός κι ο χτυπημένος έγινε καλά, γύρισε στο σχολειό με το μάτι του δεμένο για κάμποσες μέρες, γιατρεμένος με κάτι αυγόπιτες κι άλλα γιατροσόφια. Έτσι τέλειωσε και το δικό μου καρδιοχτύπι. Έτσι είχα τυχερό να βγάλω κανονικά το σχολαρχείο.

   Γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που πέθανε τελευταία ξαφνικά, χωρίς να τον ξανανταμώσω από τότε, είχα σκαρώσει από τότε ένα τετράστιχο πειραχτικό, που το θυμούμαι ακόμα:

Να τος και ο Κώτσιο Ράφτης

ο μεγάλος μυγοχάφτης,

που πουλεί βρώμικα ψάρια

στης Πρεβέζης τα παζάρια.

   Δεν πουλούσε βέβαια ο ίδιος «βρώμικα ψάρια» στην Πρέβεζα, μα ο πατέρας του που διατηρούσε εκεί εστιατόριο. Αλλά το έγραψα έτσι, το συντόμεψα με ποιητική άδεια, από στενότητα χώρου. Ο ίδιος αυτός λόγος με κάνει να μη σημειώσω εδώ και τόσα άλλα από κείνη τη ζωή τη μακρινή σαν παραμύθι.

   Γυμναστική ερχόταν και μας έκανε το βράδυ, όποτε δεν έβρεχε, έξω σε μια λάκκα, όλους μαζί κανένα τέταρτο της ώρας, ο δάσκαλος ο Σιαφαρίκας απ’ το γειτονικό χωριό. Κι όσο για εκδρομή, πήγαμε δυο φορές όλες όλες στα δυο χρόνια που μείναμε κει. Τη μια μας ανέβασε ο σχολάρχης στ’ «αρχαία», πέρα στο βουνό. Ήταν κάτι θεόρατα αγκωνάρια, ασήκωτα απ’ ανθρώπου χέρι, που τα ’λεγαν κυκλώπεια τείχη –αυτό μονάχα ήξερε να μας πει. Την άλλη φορά ανεβήκαμε σ’ ένα παρεκκλήσι μες στο λόγγο, εκεί προς το Πάτερο. Κάναμε το σταυρό μας, κάτσαμε λίγη ώρα κι ύστερα ο σχολάρχης μας έβαλε να του μάσουμε από γύρω φουντωτές τσιαπούρες από κλαρισμένα πουρνάρια, που τα ’θελε για τη φωτιά του. Αυτόν το σκοπό είχε, φαίνεται, η εκδρομή μας.

   Συμμαθήτριες δεν είχαμε παραπάνω από ’να ζευγάρι. Αλλά δεν είμαι βέβαιος αν έμειναν να τελειώσουν κι οι δυο τους.

   Κλείνω το κεφάλαιο τούτο με μια αποκάλυψη που έκαναν οι χωριανοί μου, μαθητές των μικρότερων τάξεων σχετικά με το σχολάρχη μας. Καθώς κάθονταν μαζί του στην ίδια αυλή, μια μέρα που αυτός άφησε την πόρτα του ανοιχτή ή την άνοιξαν εκείνοι κι άρχισαν παράτολμοι να ψάχνουν βιαστικά στα χαρτιά του, μη βρουν τίποτε βαθμούς, πέτυχαν ένα σπουδαίο κελεπούρι: το πτυχίο του σχολάρχη. Το είδα κι εγώ με τα μάτια μου, γιατ’ ήμουν εκεί κοντά  και με φώναξαν, να μην χάσω την ευκαιρία.

   Κοίταζα το πολυκαιρισμένο, κατακίτρινο χαρτί και δεν πίστευα τα μάτια μου. Το πτυχίο του σχολάρχη μου ήταν ένα απολυτήριο γυμνασίου της Ζωσιμαίας Σχολής, με βαθμό «καλώς 4». Αυτά ήταν όλα όλα τα προσόντα του, μ’ αυτά βγήκαμε φωστήρες κι εμείς. Αν το ξέραμε απ’ την αρχή, μπορεί να ξέπεφτε στην υπόληψή μας. Μα το μάθαμε αργά, τώρα που ήταν αδύνατο πια να ξεγίνουμε από επιμελείς.

   Εγώ όμως δεν είχα την τύχη να πάρω πάλι το άριστα της πρώτης χρονιάς. Έχασα ένα βαθμό απ’ το απολυτήριο, επειδή έλειψα παραπάνω από ένα μήνα. Και η αιτία ήταν ο πόνος του αυτιού με τις σιχαμένες συνέπειές του, αυτή η κρυφή πληγή που με φαρμάκωσε από τη ρίζα και δε μ’ άφησε τίποτε να χαρώ.

 

 



[32] εδώ: ετοιμάζω

[33] σκουτί∙ χοντρό μάλλινο ύφασμα, σκουτιά∙ τα ρούχα

[34] εδώ: γεμίζω

[35] πλακούντας από σύκα

[36] φτερουγίζω

[37] αγριοβελανιδιές

[38] υπόστεγο

[39] ομιλία (κρένω∙ μιλώ)

[40] ντρίλι∙ είδος φτηνού βαμβακερού υφάσματος

[41] σκοντάφτω

[42] οι μπούκλες των ανδρών

[43] δερμάτινο ανδρικό ζωνάρι

[44] ανάποδα

[45] έφοδος

[46] έπαινοι

[47] ψωροπερηφάνεια

[48] κουβάδες

[49] γαϊδούρια

[50] είδος πίτας με καλαμποκάλευρο και λάχανα

[51] κατακάθι, μούργα

[52] μπούκλα, παγούρι

[53] τσιμπίδα

[54] κλήρος γης

[55] με τα πόδια ανοιχτά

[56] σκεπάσματα

[57] αξαίνω∙ μεγαλώνω

[58] μικρή σκάφη

[59] τούφες, κλάρες

[60] δόκιμοι καλόγεροι

[61] ζητάω

[62] χούφτα

[63] στρατσόχαρτο, χοντρό χαρτί για περιτύλιγμα

[64] πλήθαιναν

[65] φεύγω, χάνομαι

 


6ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA