ΟΙΚΟΤΡΟΦΟΣ ΣΤΟ ΓΕΡΟ ΝΤΟΥΡΟ

 

   Θα ήταν όμως κρίμα ν’ αφήσουμε το σχολαρχείο και τα Κατσανοχώρια χωρίς να γράψουμε λίγα και για το γερο-Ντούρο με τον κύκλο του, όπου πέρασα τη δεύτερη χρονιά μου.

   Ο Ντούρος ήταν πασίγνωστος στα Τζουμέρκα, γιατί βαστούσε χάνι πάνω στο δρόμο, κοντά στο πηγάδι του χωριού. Αυτή η ευκολία, το να υπάρχει σιμά το νερό, έκανε τους αγωγιάτες των μερών μας να τον προτιμούν. Ξενυχτούσαν εκεί με τα μουλάρια τους, δένοντάς τα σ’ ένα μικρό υπόστεγο και πλαγιάζοντας οι ίδιοι δίπλα, στο χάνι. Μα κι εκείνο μια καλύβα ήταν, μια χαλκατσούκα[66] με τσατμά[67]. Το ’στησε ο γερο-Ντούρος εκεί, σ’ ένα κλείσμα[68] δικό του, για να περάσει τα κακά γεράματα, τις ανάποδες χρονιές.

   Είχε κάμει αντάρτης στα νιάτα του, πέρα στα σύνορα της Αλβανίας και πέρασε, φαίνεται, καλές μέρες. Μα τώρα που έγινε πάππος κι έμεινε προστάτης οικογενείας (ο γιος του ο λοχίας έλειπε στη Μικρασία), τι να κάμει κι αυτός, πώς να βγάλει το ψωμί του, άνοιξε κείνο το χάνι στο έμπα του χωριού, να ’χει νταραβέρι με τους Τζουμερκιώτες. Η αλήθεια είναι πως ταίριαζε ο γερο-Ντούρος με το φυσικό των πελατών του, γιατ’ ήταν κι εκείνος αλέγρος, χωρατατζής, ανοιχτόκαρδος σαν τους περαστικούς του μαγαζιού του.

   Για μόνα έπιπλα είχε λίγα σκαμνιά και ανάλογες ψάθες λασπωμένες απ’ τα ποδάρια τους (ήταν οι πρώτες που είδα εκεί στη ζωή μου). Αλλά το κυριότερο εφόδιο του χανιού ήταν η αδιάκοπη φωτιά του. Έκαιγε νύχτα μέρα, για χάρη τόσο της πελατείας όσο και του μαγαζάτορα, που ζέσταινε μ’ αυτήν τα γέρικα κόκαλά του. Κι έβανε κάθε τόσο στη φωτιά το τσαγερό (άλλο μαραφέτι πρωτοείδωτο για μένα), βράζοντας τσάγια που του παράγγελναν ή που τα ’κανε, πιο συχνά, μόνος του και τους τα παρουσίαζε, σχεδόν υποχρεωτικά, γιατί μπορεί να ’ταν χορταστικοί στις κουβέντες τους οι άνθρωποι των Τζουμέρκων, αλλά βάρδα[69] απ’ τη σακούλα τους, που την είχαν κρεμασμένη απ’ το λαιμό, διπλά κομποδεμένη, μέσα στο μπλέτσι, κατάσαρκα, σα φυλαχτό.

   Εκεί κατέβαινα κι εγώ τα βράδια, βγαίνοντας απ’ το σπίτι που ήταν λίγο παραπάνω, μες στο χωριό, για να δω τους πατριώτες μου και να μου φύγει ο καημός της πατρίδας. Ο Νάκος της Λένως και τ’ άλλα χωριανόπαιδα δεν πολυέρχονταν εκεί, γιατί κάθονταν μακρύτερα, μα και γιατί απόφευγαν αυτή τη συναναστροφή. Θαρρώντας πως είχαν δημιουργήσει κιόλας κοινωνική θέση μες στο αρχοντικό τάχα Καλέντζι, δεν ήθελαν να τους δουν οι Κατσάνοι –έστω και συνομήλικοί τους- να κάνουν παρέα με χοντροντυμένες, αξέβγαλτες γυναίκες που πέρναγαν για τα Γιάννενα φορτωμένες σαμαροσκούτι[70] και γυρνούσαν στο χωριό με φορτίο πάλι από μαλλιά, που θα τα κατεργάζονταν εκείνες οι δουλευτάρες, για τον ίδιο σκοπό.

   Άμα έρχονταν καμιά μαχαλιώτισσα, καμιά γειτόνισσά μας (γιατί δε σόκανε αυτή τη χάρη όποια όποια), έβγαζε απ’ την ποδιά της κανένα καλούδι απ’ το χωριό:

-Πάρ’ το! Μου το ’δωσε η μάνα σου, μου το ’φερε η βάβω σου η Θόδω…

   Ήταν μια ζωντανή επικοινωνία με το χωριό, με τον κόσμο που είχαμε αφήσει πίσω απ’ το βουνό και που η νοσταλγία του μας έλιωνε νύχτα μέρα.

   Οι Καλεντζίτισσες, ακοινώνητες για μας, λίγο ψηλομύτες, κοίταζαν εκεί στο πηγάδι τις γυναίκες τις δικές μας που κατέβαιναν απάνω απ’ το χαλιά, έχοντας και κανέναν άντρα συντροφιά τους, έστω και λιανόπαιδο, έτσι για τον ίσκιο. Πριν έμπουν στο χωριό, στέκουνταν εκεί παραπάνω και φόραγαν τ’ άσπρα μάλλινα τσουράπια τους, έβαναν στα πόδια και τα τσαρούχια που τα κράταγαν παραμάσχαλα (ή αποπίσω στο σεγκούνι, όσες έπλεκαν στο δρόμο), για να μην τα χαλάσουν στη στράτα και πάει χαμένο το διάφορο της πραμάτειας τους με το σαμαροσκούτι, με δυο μέρες περπάτημα θα χάλαγαν τα πετσώματα[71] και θα ’ρχονταν ίσα ίσα με το κέρδος. Μα εδώ στο ξένο χωριό έπρεπε να τα φορέσουν λίγο, για τα μάτια των Κατσάνων, που δεν έπαυαν ωστόσο τις νύχτες αργά να λεν πίσω απ’ τις αμπαρωμένες τους αυλόπορτες, περίφοβοι και στην ασφάλειά τους, με προσποιητή περιφρόνηση, με κρυφή ζήλεια για τις ατρόμητες γυναίκες των μερών μας:

-Άκου τις Τζουμερκιώτισσες τις ζαρκοπόδαρες[72]! Περπατάν τα μεσάνυχτα μες στα λαγκάδια, σαν τις ξωθιές κι έχουν όρεξη, τραγουδάν κιόλας…

   Οι Κατσάνες κρατούσαν μπόζα[73] και δούλευαν μόνο στα σπίτια τους ή στα χωράφια. Δεν ανακατεύονταν αυτές με σαμαροσκούτια και οικακές βιοτεχνίες, γιατ’ είχαν τους άντρες τους που εμπορεύονταν στα παζάρια, δηλαδή έκαναν τον ψιλικατζή, ή δούλευαν πουθενά φουρναραίοι ή τους έστελναν τσέκια απ’ την Αμερική. Οι άντρες τους δεν τις έδερναν αυτές, δεν τις γρουμπάναγαν[74], όπως οι δικοί μας. Και είχαν επιπλέον το δικαίωμα να διατηρούν παντρεμένες το πατρικό τους επώνυμο, που τους έδινε κάποια οντότητα. Η Λογοθέτω που ανέφερα παραπάνω, λέγονταν έτσι γιατί κατάγονταν απ’ τους Λογοθεταίους.

   Δεν ήταν διαχυτικοί άνθρωποι, οι Κατσάνοι, δεν έλεγαν αστεία, δεν τραγουδούσαν. Αν και ζούσαν πολύ καλύτερα, πιο άνετα από μας, τους έβλεπες πάντα σκουντούφληδες, κλεισμένους στον εαυτό τους. Δεν χαίρονταν τα καλά τους, υπόφερναν μυστικά. Τους πλάκωνε νυχτόημερα εκείνος ο βραχνάς του Ξεροβουνιού, ο κακός γείτονάς τους. Φοβόταν τους κλέφτες, που καλά καλά δεν τους σκιαζόμασταν ούτε εμείς τα μαξούμια[75]. Και θυμάμαι σχετικά το εξής. Μια φορά, το χειμώνα, που γυρνούσε η παρέα μας στο χωριό, απαντήσαμε πέρα στις Ουρσίδες, στην ερημιά, έναν άνθρωπο. Δεν ήταν συνηθισμένος στρατοκόπος, γιατί κάθονταν παράμερα απ’ το δρόμο, ακουμπώντας σε μια πέτρα και βάσταγε ανάμεσα στα πόδια του ντουφέκι. Αλλά πιο πολύ πρόδινε το επάγγελμά του μια λερή ομπόλια[76] που είχε δεμένη γύρω στο κεφάλι. Περάσαμε από μπροστά του κανταρέλα[77], αρμαθιασμένοι ο ένας κοντά στον άλλον, απ’ τη συναίσθηση του κινδύνου, λέγοντάς του ο καθένας μας ταπεινά, σαν επίκληση σε θεότητα αυστηρή: «Καλημέρα, καλησπέρα…» Εκείνος αδιάφορος στο νταηλίκι του μας ξεκαλημέριασε όλους μια φορά κι εμείς φύγαμε γλήγορα, αδιαφορώντας για ποιον παραλή, για ποιον πραματευτή απ’ τα πέρα χωριά είχε στήσει το στρατοκαρτέρι ο κλέφτης ο Ξεροβουνιώτης.

   Μονάχα ο Ντούρος δε φυλαγόταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους (ίσως και να ’χε κρυφά πάρε δώσε μαζί τους, όπως ο Πατερούς ο μπακάλης), γιατ’ ήταν κι ο ίδιος κάποτε, όπως είπαμε, άνθρωπος του κλαριού. Εκεί που έδινε το τσάι στον άλλον, τα χέρια του έτρεμαν, απ’ την ηλικία βέβαια. Μα οι Κατσάνοι δίναν άλλη εξήγηση στο γεροντικό του τρεμούλιασμα:

-Ποιος ξέρει πόσα φονικά έκαμε, πόσες γυναίκες ξεκοίλιασε εκεί στο αντάρτικο!

   Στην κακεντρέχεια των χωριανών ο γερο-Ντούρος απαντούσε με την αδιαφορία του, ξεκομμένος άλλωστε όπως ήταν απ’ το χωριό, ίσως και αλλόφερτος[78] εκεί σαν ερημίτης στην καλύβα του.

   Αλλά δεν ήταν μόνος του στο χάνι. Είχε μαζί, βοηθό του αχώριστο, και τη γριά του, μια κοτσονάτη, αβάρετη[79] γερόντισσα, πολύ νεότερή του (εκείνος θα ’ταν τότε ως εβδομήντα χρονών, μπορεί και παραπάνω). Στη θέση του γιου τους που έλειπε, γι’ αντίδραση και της νύφης που ήταν ψυχραμένοι μαζί της, για ψυχικό τέλος και για στήριγμα ίσως των γερατειών τους είχαν πάρει κάποιο παιδί ορφανό απ’ τα μέρη μας και το ’ντυναν, το πόδεναν, το τάιζαν οι δυο γερόντοι, ετοιμάζοντάς το και για το σχολειό άμα θα ’ρχονταν η ώρα του. Το περιποιόνταν καλύτερα αυτό, μπορεί να πει κανένας, παρά τα ίδια τους τ’ αγγόνια, πολύ μικρότερά του, που σπάνια τούς τα πήγαινε η νύφη στο χάνι να τα δουν. Κοντά στη μητέρα τους, ίσως έβλεπαν ξώκαρδα[80] κι εκείνα τ’ αθώα.

   Μα για τ’ ορφανό, το ψυχοπαίδι, που είχε σπλήνα και τρόμαξαν να το γιατρέψουν, για το τυχερό εκείνο φτωχούλικο ήταν όλο καλοπιάσματα και κανακέματα ο γερο-Ντούρος με τη γερόντισσά του.

-Έλα δω, Χριστάκη, του έλεγαν και τον έπαιρνε στα γόνατά του να τον ταρανίσει τραγουδιστά, ο καλός χαντζής με τ’ άσπρα μουστάκια που κατέβαιναν γύρω απ’ τις άκρες των χειλιών και μ’ εκείνα τα μαύρα τσουρέπια[81] που του έφταναν ως τα γόνατα, έξω απ’ το παντελόνι:

Τούμπουρ τούμπουρ τ’ άργανα,

πάει ο Κατής στα Γιάννινα…

   Κοντά σ’ αυτόν έπαιρνε η συμπάθειά του κι εμάς τα ξενάκια, που μας είχε πάρει στο σπίτι πιο πολύ από καλοσύνη του παρά για το ασήμαντο νοίκι. Ήμουν εγώ κι ένας άλλος απ’ το χωριό μου, παπαδοπαίδι, που είχε έρθει τη δεύτερη χρονιά, σε μικρότερη τάξη. Όποτε λοιπόν περνούσαμε απ’ το χάνι, μας έδινε κι εμάς κανένα τσάι, χωρίς να του το πληρώνουμε φυσικά. Μας φίλευε ακόμα ο αγαθός γέρος και κανένα σαγάνι[82] νερωτά φασούλια ή φακή, απ’ τα φαγιά που μαγέρευε κάποτε για τους πελάτες του.

-Μη διαβάζετε πάρα πολύ, θ’ αρρωστήσετε, καημένα! μας έλεγε βλέποντάς μας έτσι κιτρινιάρικα και ζαρωμένα.

   Μα δεν ήταν απ’ την πολλή μελέτη που είχαμε αυτό το χρώμα. Η νύφη όπου μέναμε, απάνω στο σπίτι και που είχε αναλάβει κατά ένα τρόπο τη διατροφή μας, απέναντι των ειδών που μας έφεραν οι δικοί μας, αμελούσε κάπως τα καθήκοντά της. Απασχολημένη μ’ εκείνα τα μικρά που όλο κλαούριζαν, βλέποντας ίσως πως δεν είχε και καμιά ωφέλεια απ’ τους νοικοκυραίους της, μας άφηνε συχνά χωρίς προσφάι.

-Φάτε από κείνη την πρέντζα που έχετε! μας έλεγε, εννοώντας τη λιγοστή μυτζήθρα μας που φυλάγαμε σε κανένα μαντήλι για ώρα ανάγκης.

   Άλλωστε έβρισκε πιο βολικό να μας παραπέμπει στα πεθερικά, ίσως για εκδίκησή τους, ίσως για κοροϊδία μας:

-Σύρτε κάτω στο χάνι, στους γερόντους!

   Μα εμείς προτιμούσαμε να μη γινόμαστε φόρτωμα του γέρου Ντούρου.

   Κοιμόμασταν σ’ ένα ξέχωρο οντά, απάνω στις ρόκες[83] που έμεναν αξεφλούδιστες χρόνον καιρό κι έβγαιναν τα σκουλήκια τη νύχτα και περπατούσαν στα χέρια, στο λαιμό μας. Εμένα μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος, γιατ’ ήμουν μισοάρρωστος και κουρασμένος. Ο σύντροφός μου όμως αγρυπνούσε, σαν κακός πεθερός:

-Ακούρμα[84] τι γίνεται! με σκούνταγε κι εμένα στο πλευρό. Η νύφη τηγανίζει…

   Πραγματικά απ’ το βάθος του άλλου δωματίου, εκεί που λαμπάδιζε η φωτιά, ερχόταν το τζιουτζιούρισμα του τηγανιού και κάποτε η ελκυστική μυρουδιά του. Η ξένη γυναίκα, που έκανε μπροστά μας την ανόρεχτη, περίμενε να κοιμηθούμε και βγάζοντας απ’ τη θουρίδα (εδώ την έλεγαν «πουλίτσα») τα δώρα της μάνας της, αυγά ή άχνη, σταλμένα απάνω απ’ το Πάτερο, με τον ξάδερφό της τον Παντελή, το συμμαθητή μας, τα τηγάνιζε με την ευκαιρία της ή έφκιανε τηγανίτες. Μια φορά ο συγκάτοικός μου, φτάνοντας την αδιακρισία του στο έπακρο, καμώθηκε το διψασμένο, τάχα πως είχε ξυπνήσει απ’ την πολλή δίψα, και ζυγώνοντας στη γωνιά έπιασε τη νύφη απάνω στο κρυφό της έργο. Ντροπιάστηκε αυτή και του έδωσε τρεις τέσσερες τηγανίτες, που τις φάγαμε αμέσως, λαίμαργα στα σκοτεινά.

   Αλλά στο μεταξύ εγώ σχετίστηκα στο σχολαρχείο με τον ξάδερφό της τον Παντελή κι αυτό είχε αποτέλεσμα να με πάρει πια με το καλύτερο μάτι η νοικοκυρά μας. Κανένα Σαββατόβραδο ο Παντελής μ’ έπαιρνε μουσαφίρη απάνω στο χωριό του το Πάτερο και τότε η νύφη του Ντούρου έστελνε μ’ εμένα κρυφά στη μάνα της κανένα φαγώσιμο ή, πιο συχνά, δεχόταν από κείνη «καθάριο» αλεύρι, για να φκιάνει μ’ αυτό τις ζηλευτές τηγανίτες της.

   Κάποτε μας καλόπιανε για να βοηθούμε στις δουλειές. Άμα σουρούπωνε για καλά, θυμόταν πως δεν είχε πάρει νερό, δεν ευκαιρούσε άλλωστε απ’ την έγνοια των παιδιών. Μας έστελνε τότ’ εμάς με μια τέντζερη δίπλα στη γειτόνισσά της την Κοκκαλίνα με το γιο της το ζουρλό. Θα θέλαμε πολύ να μην πάμε, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κι αλλιώς. Κινάγαμε λοιπόν οι δυο μας, με το σύντροφό μου, και με χίλιους δισταγμούς προχωρούσαμε απ’ τη ρούγα μέσα στη λισιά[85] των Κοκκαλαίων. Ξέραμε πως θα βρούμε εκεί ή τη γριά την Κοκκαλίνα ή την κόρη της την Τούλα, ανύπαντρη μεγαλοκοπέλα, που φύλαγε τις περισσότερες φορές τα γίδια τους πέρα στους γκρεμούς, στην ερημιά, με το ντουφέκι στην πλάτη της, σαν άντρας, σα να μην ήταν Κατσάνα η ίδια (και ίσως το σόι τους να κράταγε αλήθεια απ’ αλλού), μα έρχονταν κάπου κάπου και στο σπίτι η παλικαρού, για ν’ αλλάξει φαίνεται, κατά το συνήθειο των μπιστικών[86]. Μας έβαναν οι γυναίκες νερό και φεύγαμε ήσυχα ήσυχα, όπως είχαμε μπει, τεντώνοντας κιόλας τ’ αυτί μας μη μας πάρει από πίσω ο παλαβός, που ήταν ο εφιάλτης όλων των μαθητών (των ξένων πιο πολύ, γιατί οι ντόπιοι τον είχαν κάπως συνηθίσει), προπάντων όταν έτρεχε μες στο χωριό βρίζοντας και βλαστημώντας, βγάζοντας αφρούς από το στόμα του, ξεραγκιανός και μαυρισμένος, σαν αράπης ή δαίμονας, μ’ εκείνον τον απαίσιο μορφασμό του.

   Δε μας πείραζε καθόλου ο τρελός εκείνη την ώρα – γιατί φοβόταν, φαίνεται κι ο ίδιος τη νύχτα-, μα παθαίναμε απ’ αλλού τη ζημιά. Εκεί που ανοίγαμε την αυλόπορτα του σπιτιού μας με τη γεμάτη τέντζερη στο χέρι, ώσπου να περάσουμε στην άλλη άκρη του υπόστεγου, οι γίδες οι κλεισμένες εκεί μέσα μυρίζονταν το νερό και πέφταν απάνω μας, κοντεύοντας να γκρεμίσουν με τα γενάτα μουσούδια τους όχι μόνο το δοχείο παρά κι εμάς τους δυο.

-Σας το ’πιαν πάλι, μωρέ χαντακωμένα! κουνούσε το κεφάλι της η νύφη βλέποντάς μας με την τέντζερη άδεια.

   Κι όποιος διψούσε κείνο το βράδυ, κοιμόταν ως το πρωί διψασμένος. Μα αυτό δεν εμπόδιζε τη νοικοκυρά να μας ξαναστέλνει στο Κοκκαλαίικο, στην τρομερή φωλιά του μανιακού γείτονά μας, για νερό.

   Πιο καλά το ’χαμε να τραβάμε το βράδυ κάπου στον κάμπο για να φέρουμε τα φορτιάρικα των Ντουραίων, τ’ άλογο με το μουλάρι. Το ένα ήταν ήμερο, μα το άλλο δε στεκόταν. Το παπαδοπαίδι μπήκε καναδυό φορές στο πρώτο, αρχή αρχή, προσφέροντάς μου εμένα το ανυπόταχτο. Εννοείται πως προτίμησα ν’ ακολουθώ από πίσω, πεζός συνοδός του. Μα στο τέλος δεν κρατήθηκα:

-Θέλω να πάω κι εγώ καβάλα στ’ άλογο!

   Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοιο πράμα και στο κάτω κάτω ίσως να μην ήταν τόσο επίφοβο όσο φαινόταν.

   Ο συγκάτοικός μου, βλέποντας που επέμενα, δέχτηκε να μου παραχωρήσει εκείνη τη φορά το ήμερο ζώο. Με βοήθησε κιόλα να καβαλικέψω φέροντάς το κοντά σ’ έναν κορμό φτελιάς κάπως πλαγιαστόν, όπου είχα ανέβει, έτοιμος να πηδήσω στο ασαμάρωτο άλογο. Αλλά μόλις βρέθηκα απάνω του, ο άλλος, θέλοντας να μ’ εκδικηθεί που του στέρησα την ιππασία ή και μονάχα να κάμει γούστο με τον άμαθο καβαλάρη, δίνει μια δυνατή βιτσιά στα πισινά του ζώου, θαρρώ πως το κέντησε κιόλας από κάτω στην κοιλιά.

   Φαντάζεστε τότε τι έγινε. Το ζώο σκιάχτηκε, πήρε φόρα δυνατή και χύμηξε μέσα στον κάμπο, με κατεύθυνση ωστόσο προς το χωριό, πηδώντας αράδα τα χαντάκια, περνώντας σύρριζα ή κάτω απ’ τα κλαριά, ενώ εγώ του κάκου περίμενα να σταματήσει, για να πάρω λίγη ανάσα, εκεί που έτρεχα άθελά μου τιναζόμουν απάνω στη ράχη του και μου φαινόταν πως πνιγόμουν, θα μου έβγαινε η ψυχή, ας ήμουν πιασμένος απ’ τη χαίτη του γερά. Και το παπαδοπαίδι από πίσω γελούσε με τη φευγάλα μου, είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια για το αστείο που μου είχε σκαρώσει.

   Αλλά το βάσανό μου δεν είχε τελειώσει ακόμα, ούτε όταν βρέθηκα μέσα στο χωριό. Τ’ άλογο διψούσε και τράβηξε όπως πάντα στη λούτσα, σ’ εκείνον το μεγάλο κυκλικό λάκκο που δεν έστυβε ποτέ. Χωρίς να βαραίνει απ’ το άψυχο σχεδόν φορτίο που κουβαλούσε, χωρίς να νοιάζεται για το φόβο το δικό μου, που δεν έβρισκα ευκαιρία ή την τόλμη να πηδήσω, προχώρησε στα χείλη της λούτσας με την πετρόστρωτη περιφέρειά της και απλώνοντας τα πόδια του μπροστά, γέρνοντας το λαιμό του προς το νερό, μ’ έφερνε όλο κατά μέσα, κάνοντάς με να λυγίζω κι εγώ, απάνω απ’ τον υγρό κύκλο που έχασκε σαν άβυσσος μπροστά μου.

-Κατέβα, μωρέ, θα πνιγείς! μου φώναζαν από γύρω.

   Μα ήταν αργά πια. Και προσπαθούσα μονάχα να σταθώ με το κορμί όρθιο, με κίνηση αφύσικη που μου την επέβαλε η κρίσιμη στιγμή.

   Από τότε πήρα όρκο να μην ξανακαβαλικέψω σε αλογομούλαρο, ούτε του γέρου Ντούρου, ούτε κανενός άλλου. Δεν ήμουν εγώ για τέτοια, έπρεπε να το πάρω απόφαση. Εμένα, η δουλειά μου ήταν να πιάνω το κλείσμα, εκεί πίσω απ’ το χάνι, και ξαπλωμένος τ’ απίστομα, με τους αγκώνες μου στον ξερό κλώνο της διπλαρωμένης μελικοκιάς, να καταστρώνω προβλήματα τόκου ή να κλίνω στο χαρτί μέσους αορίστους μ’ εκείνη τη φιλάρεσκη καλλιγραφία μου.

 

 

 

ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ, ΣΤΗΣ ΚΥΡΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ

 

   Αφού βγάλαμε το σχολαρχείο εγώ κι ο Νάκος της Λένως, δεν μπορούσαν να μας αφήσουν στη μέση ο πατέρας μου με το Γιωργάκη Μάνθο. Ο πατέρας μου είχε βάλει τα δυνατά του να μονιμοποιηθεί στο ταχυδρομείο και το μηνιάτικο έτρεχε στο μεταξύ, όπως έλεγαν οι άλλοι με κάποια ζήλια: «βρέχει, κρατεί, αυτός τον παρά του». Κοντά στον δικό μου, είχε βαλθεί κι ο πατέρας του Νάκου, φαμιλίτης άνθρωπος μ’ ένα ξερό μεροκάματο, να «προχωρέσει» κι αυτός το γιο του παραπέρα, ίσως γιατ’ ήταν το μόνο σερνικό μέσα στα έξι παιδιά του. Απ’ αυτόν θα ’βλεπε φύλαξη ο μπαρμπα-Γιωργάκης, όταν θα γέραζε πια και τα χέρια του θα ’τρεμαν, τα μάτια δε θα βοηθάγαν να φκιάχνει ξένες βαρέλες και ξυλάγγεια.

   Μας κατέβασαν λοιπόν στην Άρτα, πέρα του Σταυρού, που γίνεται και το μεγάλο πανηγύρι, η αγορά των ζώων, το «μχούστι[87]». Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε και δεν θυμούμαι καλά το καθετί. Μου φαίνεται όμως πως εκείνες τις μέρες είχαν πλακώσει κι οι πρόσφυγες στην Ελλάδα με το χαμό της Μικρασίας, αφού οι εφημερίδες ήταν γεμάτες από εικόνες και περιγραφές της καταστροφής. Τις βλέπαμε στα χέρια των άλλων εδώ κι εκεί, γιατ’ οι δικοί μας πατεράδες δεν αγόραζαν βέβαια, για να μην ξοδευτούν.

   Αλλά δε μας έκοβε και τόσο –να πω την αλήθεια- για τα βάσανα της προσφυγιάς, επειδή εμείς είχαμε πια δικές μας έγνοιες. Θα μας πάρουν στο γυμνάσιο; Θα πετύχουμε στις εξετάσεις; Είχαμε διαβάσει καλά το καλοκαίρι, αλλά δειλιάζαμε εδώ στη μεγάλη πολιτεία. Όλα μας φαίνονταν σπουδαία και τρανά. Χανόμασταν μες στ’ ατέλειωτα σοκάκια με τα μαγαζιά και τα στενά τους. Τι καλούδια, τι πραμάτειες πούλαγαν σε κάθε βήμα! Τα διαλαλούσαν κιόλας δυνατά, σάμπως δεν είχαμε μάτια να τα ιδούμε. Τα κοιτάζαμε όλα και τα λιμπιζόμασταν μα δεν περίσσευε ν’ αγοράσουμε τίποτε. Αργότερα, αν ήθελε ο Θεός…

   Μες στην αυλή του γυμνασίου γινόταν βοή και κακό σάμπως να ’χαν απολυθεί χιλιάδες γόνοι από μελίσσια. Πηγαινόρχονταν οι γυμνασιόπαιδες από δυο κι από τρεις, παρέες ολόκληρες, ανοίγοντας τα βιβλία, κοιτάζοντας τα τετράδια, λέγοντας ο ένας στον άλλον πώς έγραψαν ή προσπαθώντας να μαντέψουν τα θέματα των εξετάσεων. Πόσο έξυπνοι φαίνονταν, τι προκομμένοι μπροστά μας! Φορούσαν καινούριες κουκουβάγιες στο κεφάλι και άσπρα πουκάμισα ανοιχτά και κολλαριστά παντελόνια ως το γόνα. Έδειχναν πως τα ’ξεραν όλα και δε φοβόνταν τους καθηγητές.

   Καθηγητές του γυμνασίου! Θεέ μου, γίνεται να υπάρχει μεγαλύτερο αξίωμα στην οικουμένη; Απορούσαμε πώς αυτοί οι άνθρωποι είχαν χέρια και πόδια, πώς περπατούσαν στη γη σαν τους άλλους. Τους βλέπαμε σα μυθικά όντα, σα θεούς που ορίζαν την τύχη μας. Αυτοί θ’ αποφάσιζαν αν θα μας δεχτούν στο γυμνάσιο, να γίνουμε κι εμείς κατιτίς, ή θα γυρίζαμε στα χωριά μας να μάθουμε κουτσά στραβά τις πατρικές μας τέχνες. Μα όχι, αυτό δεν το θέλαμε καθόλου. Και τεντώναμε τ’ αυτιά μας ν’ ακούσουμε πώς πρόφεραν οι άλλοι τα γαλλικά, που ήταν η παντοτινή αδυναμία μας. Τι προφορά που είχαν αυτά τ’ Αρτινόπουλα και τι διάβασμα και τι φιγούρα και τι αέρα! Εμείς καθόμασταν στην άκρη ζαρωμένοι με τα φτωχά μας ντρίλια και τα ξεβαμμένα καπέλα, σα να ντρεπόμασταν, θαρρείς, που υπάρχουμε στον κόσμο.

   Άρχισαν κι οι εξετάσεις. Μα όταν είδαμε τον καθηγητή να γράφει στον πίνακα το «εισιτήριοι» -για να μην κάνουμε ανορθογραφίες, λέει, απ’ την πρώτη σειρά-, η καρδιά μας, εμένα και του Νάκου, πήγε στον τόπο της. Τέτοια λοιπόν ήταν η σοφία που κατέχανε τούτοι οι φωνακλάδες του προαυλίου; Και πού είσαι ακόμα! Όταν είδαμε σε λίγο ν’ αυθαδιάζουν στον καθηγητή, λέγοντας πως δεν τ’ άκουσαν καλά και να σκουντάν ο ένας τον άλλον, ζητώντας βοήθεια και ν’ αντιγράφουν κρυφά από ξεσκισμένα φύλλα και να κοκκινίζουν και να ιδρωκοπάν, τότε πια βεβαιωθήκαμε πως δεν ήμασταν οι χειρότεροι από κείνη τη μάζωξη. Δώσαμε τις κόλλες απ’ τους πρώτους, βέβαιοι από πριν για την επιτυχία.

   Τώρα πια είχαμε όλο τον καιρό να σεργιανίζουμε κι εμείς στο «Μονοπωλιό», απ’ όπου αρχινούσε το μεγάλο παζάρι, ως πέρα στην Παργιορίτσα και ψηλά στο Πετροβούνι, όπου είχαν κουβαλήσει οι χασάπηδες κι οι έμποροι «καναράδες» από χιλιάδες κεφάλια ζώα χοντρά και μικρά, για έχος ή για σφάξιμο, απ’ τα χωριά του κάμπου κι απάνου απ’ τα Τζουμέρκα και το Ραντοβίζι κι απ’ τη Λάκκα Σούλι και τη Φιλιππιάδα και το Ξερόμερο και τον Καρβασαρά. Εκεί ξενυχτάγαμε κι εμείς, αντάμα με τους πατριώτες μας, ανάμεσα στις φωνές και στη φασαρία, δοκιμάζοντας καμιά φέτα καρπούζι, ή αποτρώγοντας τα κόκκινα απομεινάρια απ’ τις φλούδες τις αφημένες γύρω στις πέτρες. Κι όταν μπήκαμε κάποτε αποβραδίς σ’ ένα μεγάλο καφενείο, τρυπώνοντας κι εμείς ανάμεσα στους μεγάλους να ιδούμε καραγκιόζη, ποιος θα περιγράψει το αναγάλλιασμα που δοκιμάσαμε εκείνη τη βραδιά, αντικρίζοντας απάνω στο φωτισμένο πανί τα σαράγια του Πασά και το Μπαρμπαγιώργο με τη γκλίτσα και το Κολλητήρι με τον «πατέλα» του κι όλα τα γουστόζικα και θιαμαχτά της σκηνής;

 

   Αυτή τη χρονιά ο Νάκος κι εγώ καθίσαμε στο σπίτι της κυρα-Βαγγελής. Ήταν μια χήρα από διπλανό μας χωριό, που έλειπε χρόνια στην Άρτα. Δούλευε κει σε μεγάλα σπίτια και τελευταία είχε αποκτήσει δικό της νοικοκυριό. Καθόταν παραπίσω απ’ την εκκλησιά της Αϊ-Θοδώρας, κοντά στο τούρκικο τζαμί, πιο δω απ’ την ακροποταμιά. Εκεί έμενε τον προηγούμενο χρόνο ο γιος του Κώστα Πεταλά, πολύ πιο μεγάλος από μας, που μόλις έβγαλε την πρώτη γυμνασίου τον πήραν στρατιώτη. Έτσι δε δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε σπιτονοικοκυρά, μια που οι χωριάτες έχουν το ιδίωμα να μιμούνται ο ένας τον άλλον.

   Με τι καμάρι μπήκαμε στον καινούριο, τον ποθητό μας κόσμο! Μαθητής γυμνασίου, δεν ήταν μικρό πράμα για μας. Όπως ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος από το χωριό που είχε ονομαστεί δημόσιος υπάλληλος, έτσι κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που αξιωνόμασταν να πατήσουμε στο ζηλευτό γυμνάσιο. Από δω και πέρα έπρεπε να ’χουμε τα μάτια μας τέσσερα να μην πάνε τα έξοδα των γονιών μας χαμένα.

   Η κυρα-Βαγγελή βαστούσε ένα σπιτάκι από μια καμαρούλα στρωμένη χάμου με πηλό. Οι τοίχοι ήταν καμωμένοι από καλαμόβεργες με τσατμά. Η σπιτονοικοκυρά μας είχε πολύ λίγα σέγια και στη γωνιά ένα σανιδένιο κρεβάτι, όπου κοιμόταν αυτή με το γιο της το Σωτήρη. Ο Σωτήρης μόλις είχε απολυθεί απ’ το στρατό και δούλευε υπάλληλος σ’ ένα μπακάλικο, έχοντας όμως στο νου ν’ ανοίξει κανένα δικό του. Ερχόταν αργά το βράδυ να κοιμηθεί κι έτσι εμείς είχαμε όλη την ημέρα δική μας για διάβασμα. Δε φωνάζαμε όμως, μονάχα μουρμουρίζαμε απάνω στα βιβλία μας, γιατ’ η κυρα-Βαγγελή ήταν ήσυχος άνθρωπος και δεν της άρεσαν οι φασαρίες.

-Το γυμνασιάρχη σας εγώ τον ξέρω από παιδί, μας έλεγε με κάποια περηφάνεια, εννοώντας ελεύθερον, ανύπαντρο με το «παιδί».

   Γυμνασιάρχης μας ήταν ο μακαρίτης ο Μόραλης, κοντός, αλλά σβέλτος, και με ματογυάλια, βασιλικός ως το κόκαλο. Είχε παντρευτεί τη θυγατέρα του Μιχάλη του άρχοντα, όπου η σπιτονοικοκυρά μας είχε δουλέψει στα νιάτα της κι από κει γνώριζε, όπως έλεγε, το γυμνασιάρχη. Ήταν σχολάρχης τότε και πήρε γυναίκα τη μαθήτριά του. «Την ερωτεύτηκε», πρόσθεσε χαμογελώντας η κυρα-Βαγγελή, που κι αυτή (όπως μάθαμε αργότερα) κάποιο τέτοιο στραβοπάτημα την είχε κάμει να φύγει απ’ το χωριό, να γίνει «πηρέτρα» στην πολιτεία.

   Σ’ εμάς όμως φέρνονταν μειλίχια κι ούτε μας μάλωνε ποτέ η σπιτονοικοκυρά μας. Αλλά κι εμείς δεν της δίναμε καμιά αφορμή. Διαβάζαμε και κοιμόμασταν ήσυχα στην ακρούλα μας, καταγής φυσικά, χωρίς κρεβάτι, ούτε στρώμα. Κρυώναμε πάρα πολύ το χειμώνα. Εδώ έκανε τόσο κρύο, που το νερό πάγωνε στο μπότι[88]. Και κείνο που ζηλεύαμε του Σωτήρη, του γιου της κυρα-Βαγγελής, δεν ήταν τόσο το καλό φαΐ που του έφκιανε ή του ζέσταινε κάθε βράδυ (αχ, εκείνα τα λουκάνικα που θ’ αργούσαμε πάρα πολύ να τα γευτούμε!), όσο η λιγοστή, ακριβή φωτιά που άναβε η μάνα του, με αγκίδες, με φρύγανα, με χαρτιά, ίσα ίσα για το τηγάνισμα ή το ξαναζέσταμα, προσέχοντας να μην καπνίσει το ασπρισμένο μπουχαρί[89] της.

   Ποτέ δε μας είπε να κάτσουμε κοντά σ’ εκείνη τη φωτιά, όπου δεν πυρώνονταν ούτε ο ίδιος ο Σωτήρης. Πώς συνήθισαν έτσι αυτοί οι άνθρωποι; Ν’ ανάβουν φωτιά και να μην απλώνουν τα χέρια τους; Πολύ παράξενο μας φαίνονταν αυτό. Κι ήταν πρώτη χρονιά που είχαμε στερηθεί το παλιό αγαθό μας, τη φωτιά.

   Μα εδώ στην πολιτεία ήταν κι άλλα που τα βλέπαμε από μακριά, τ’ αποζητούσαμε χωρίς να μας ανήκουν. Μπροστά στην πόρτα μας –την εσωτερική, όχι από το μέρος του δρόμου-, χωρισμένο απ’ την αυλίτσα μας με φράχτη από καλάμια, βρισκόταν ένα μικρό κηπάρι, όπου δεν είχαμε το δικαίωμα να ξεκωλώσουμε[90] ούτ’ ένα κρεμμύδι, ούτ’ ένα μαρούλι. Το ίδιο γινόταν και με μια κοντούλα πορτοκαλιά, παραμέσα στο περιβόλι, το πρώτο δέντρο με τους χρυσούς καρπούς που βλέπαμε όλη την ώρα από κοντά, καθώς και μ’ ένα άλλο που έβγαλε στο τέλος της άνοιξης τα στρογγυλά, χνουδάτα, πορτοκαλόχρυσα ζέρδελα, δηλαδή τα βερίκοκα. Αν μας πετούσαν από κανένα οι νοικοκυραίοι, έτσι για να μην «κάνουμε στα μάτια», το θεωρούσαμε σπάνια δωρεά.

   Εκεί δίπλα στην αυλή καθόταν ένα παιδί που το ’λεγαν Τόλη και μάθαινε τσαγκάρης. Αυτός είχε ένα σκυλί με λουρίδα στο λαιμό και το τυραννούσε καθημερινά. Το σκυλί έσκουζε, αλυχτούσε κλαψιάρικα, όπως το τραβούσε τ’ αφεντικό του απ’ τη λουρίδα, κι η αυλή γέμιζε φασαρία, έτσι που δε μπορούσαμε να διαβάσουμε κι εμείς. Εκείνο το τσαγκαρόπουλο δεν άκουγε κανέναν. Θα ’ταν απ’ αυτά που λέγονται αλάνια, δεν εξηγούνταν αλλιώς. Μονάχα τον άλλο χρόνο σταμάτησε τα σκληρά του παιγνίδια, γιατί στο μεταξύ έχασε τη μάνα του. Την είχε πάρει το ποτάμι, εδώ κοντά στη Μητρόπολη, καθώς περίμενε να πετύχει κανένα κούτσουρο από κείνα που κυλούσε απ’ τα ψηλώματα η κατεβασιά.

   Άλλο φωνακλάδικο γείτονα είχαμε απ’ την αριστερή μεριά, πίσω απ’ το μεσοτοίχι. Εκεί κάθονταν μια γυναίκα απ’ τις Καλαρρύτες και είχε, κληρονομιά, απ’ τον πεθαμένο άντρα της, ένα παιδί. Μικρό ήταν, ούτε δέκα χρονών, αλλά φώναζε σα ρήσος[91]. Είτε το μάλωνε η μάνα του, είτε κοίταζε να το μερώσει, αυτό ξεφώνιζε μ’ όλη του τη δύναμη, κακομαθημένο. Μα απ’ τις κουβέντες που λέγαν, απ’ τα τσακώματά τους, μόνο τ’ όνομά του ξεχωρίζαμε: Τάκη. Τ’ άλλα μας ήταν ακατανόητα, γιατί μιλούσαν αλλιώτικη γλώσσα, τα κουτσοβλάχικα.

-Ξέρεις, ο Τάκης δίπλα φοράει σκουλαρίκι, σα να ’ναι κοπέλα! με πληροφόρησε μ’ έκπληξη μια μέρα ο Νάκος, που έτυχε να δει, πιο περίεργος από μένα, εκείνο το ανάποδο παιδί με τη μάνα του έξω στο σοκάκι.

   Φαίνεται πως η προληπτική χωριάτισσα του είχε κρεμάσει στ’ αυτί εκείνον τον κρίκο για να μην της πάρει από μάτι, να μην αβασκαθεί το φωνακλάδικο μονάκριβό της, που δε μας άφηνε σε ησυχία μέρα και νύχτα.

   Παραπέρα, στην άκρη της αυλής, ήταν ένα πηγάδι. Από κει παίρναμε νερό, τραβώντας οι ίδιοι τον κουβά. Ήταν μια ευχαρίστηση για μας ν’ ανασέρνουμε –πρώτη φορά- τούτο το σιδερικό με τον άλυσο που βροντούσε στα πλάγια.

-Πλύντε και τα πόδια σας καμιά φορά! μας θύμιζε η κυρα-Βαγγελή, γυναίκα πολύ παστρική, που ήθελε να μας συνηθίσει κι εμάς στην καθαριότητα.

   Ήταν εκεί και μια λεμονιά μ’ ένα χοντρό κλωνάρι απλωμένο οριζόντια. Ο Νάκος πιάνονταν από κει κι έκανε έλξη –από κείνο το χαμπέρι της γυμναστικής. Τα κατάφερνε σε τέτοια, είχε σβελτάδα αυτός. Μόνο εγώ στεκόμουν σαν ξύλο, δε μ’ άφηνε κείνο τ’ αυτί να επιδοθώ στις ασκήσεις. Άλλη ήταν η δική μου ικανοποίηση, η φτωχή παρηγοριά μου. Στην έκθεση π.χ. εγώ είχα πάρει 10, ενώ εκείνος έχασε ένα βαθμό, ήταν για την καταστροφή των Ψαρών. Μα πώς έγινε αυτό, ενώ τα γράψαμε ίδια οι δυο μας, παπαγαλία απ’ το βιβλίο;

   Αυτός κατέχει καλά το λεκτικόν, είπε για μένα ο καθηγητής. Μέλαινα σκιά, πολύ ορθώς (ήταν για το πυρπολικό του Κανάρη, που «διωλίσθησε διά εχθρικών πλοίων» κλπ). Μέλαινα και όχι μελανή, που έχουν οι άλλοι.

   Γι’ αυτό το «μέλαινα» πήρα εγώ το δεκάρι, για κείνο το «μελανή» έχασε την ευκαιρία ο Νάκος της Λένως, για να συνεχίζεται και να διαιωνίζεται η κρυφή μας ζήλεια.

   Ο καθηγητής που μας τα ’λεγε αυτά φόραγε σκληρό κολάρο, ενώ ξούριζε το μουστάκι του απ’ την άλλη μεριά και είχε προπαντός μανία με τ’ αρχαία.

-Μαγιόρος! φώναζε πάντα στον κατάλογο το συμμαθητή μας Μαγκιόρο, σχετίζοντας τ’ όνομά του με τα λατινικά. Ανάλογα τροποποιούσε, για ευφωνικότερα, και το δικό μου.

   Αλλά εκείνος που δεν τον έφτανε κανένας ούτε στην αρχαιομάθεια, ούτε στην τέχνη της διδασκαλίας, ήταν ο γυμνασιάρχης μας. Ένα μάθημα μας έκανε όλο όλο ο Μόραλης, κάποτε που είχε αρρωστήσει ο καθηγητής της ιστορίας, και το θυμούμαι ακόμα. Αφού μας το δίδαξε θαυμάσια δίχως προετοιμασία, μας έβαλε να το πούμε κιόλας, γράφοντάς μας την περίληψη στον πίνακα, έτσι που το μάθαμε όλοι μια χαρά. Τι κρίμα που έκανε μάθημα μόνο στη μεγάλη τάξη και δεν τον είχαμε μεις ταχτικά!

 

   Εμείς είχαμε τον καθηγητή των μαθηματικών, που μας φαινόταν –εμένα τουλάχιστο- σα χάρος, καθώς ανέβαινε στην έδρα του μ’ εκείνα τ’ αριά, μαυρισμένα του δόντια και μ’ εκείνο το κορδόνι που του κρέμονταν απ’ τα γυαλιά. Τον φοβόμασταν για το κρύο του μάθημα και το ύψος του το παγερό. Αλλά δεν αργήσαμε να γλιτώσουμε απ’ το βραχνά του, και μάλιστα με τον πιο ανεπάντεχο τρόπο. Εκείνον τον καιρό είχε πέσει στην Άρτα (μεταδομένος, φαίνεται, απ’ τους πρόσφυγες) εξανθηματικός τύφος, που θέριζε καθημερινά. Πέθαιναν και μεγάλοι άνθρωποι, σπουδαία πρόσωπα, όπως ο γιατρός Κουτσαρίδας, ο γιατρός Δημόπουλος, ο περίφημος ψάλτης, κι άλλοι τέτοιοι, που τους ξεπροβόδιζε για το νεκροταφείο απ’ τον κεντρικό δρόμο η Φιλαρμονική του Δήμου με το δάσκαλό μας το Μονάντερο, ενώ εμείς ακολουθούσαμε κατά τετράδες αφήνοντας τη μουσική να σταλάζει καντάρια θλίψη στην πικραμένη ψυχή μας. Ήταν οι πρώτες νότες που ακούγαμε στη ζωή μας κι από τότε η μουσική συνδέθηκε για μας με τις κηδείες.

   Τότε λοιπόν πέθανε έξαφνα κι ο μαθηματικός μας, που ήταν γέρος, μα όχι και πολύ. Μολονότι δεν τον συμπαθούσα καθόλου (αυτόν ή το μάθημά του;) τώρα, που ο θάνατος μας είχε απαλλάξει απ’ την παρουσία του, φρόντισα να τον νεκρολογήσω έμμετρα, στο τέλος απ’ το τετράδιο της Άλγεβρας:

Φεύγεις, Μπλέτση, πας στον Άδη,

μα οι δικοί σου μαθηταί,

νεολαίας το κοπάδι,

δε σε λησμονούν ποτέ…

   Να ήταν εκδήλωση σεβασμού τάχα ή στιχουργική άσκηση μόνο;

   Στους καθηγητές μας κάναμε το σχήμα σα στρατιωτικοί, όποτε κι όπου τους βρίσκαμε στο δρόμο. Κι αυτοί μας απαντούσαν, δεν έκαναν τον ακατάδεχτο. Ακόμα κι ο ίδιος ο γυμνασιάρχης μάς χαιρετούσε, φέροντας το χέρι στο ψηλό του καπέλο. Εμάς τους δυο με το Νάκο φαίνεται πως μας γνώριζε κιόλας, ίσως να του είχε μιλήσει η κυρα-Βαγγελή, η παραμάνα της γυναίκας του.

   Μια μέρα πλησίασε άξαφνα, χωρίς να τον προσέξω, εκεί που στεκόμουν παράμερα, μπρος σε μια τριανταφυλλιά, με όχι ευωδιαστά τριαντάφυλλα, στο προαύλιο του γυμνασίου:

-Γιατί κάθεσαι έτσι μελαγχολικός; με ρώτησε με συμπάθεια.

   Κοκκίνισα, ξαφνιάστηκα, δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Η μελαγχολία είχε γίνει από πολύ νωρίς συντρόφισσά μου. Μα γιατί αλήθεια;

   Η κυρα-Βαγγελή απ’ την άλλη μεριά δεν έπαυε να μας σιγοψέλνει για το καλό μας:

-Κάτι γλήγορα κοιμάστε, μας έλεγε. Δε σας βλέπω να διαβάζετε τη νύχτα. Ο Πεταλάς πέρσι κάθονταν ως τα μεσάνυχτα με τη λάμπα. Γι’ αυτό βγήκε πρωτοβάθμιος. Κι εσείς πέφτετε στον ύπνο σαν τις κότες. Θα μείνετε στην ίδια τάξη…

   Αν όμως δε διαβάζαμε τη νύχτα με τη λάμπα, είχαμε το λόγο μας γι’ αυτό: δε θέλαμε να ξοδέψουμε πολλά στο πετρέλαιο. Όσο για την ίδια τάξη, αυτό θα το βλέπαμε σε λίγο.

 

   Όταν, στα μέσα του καλοκαιριού, κατεβαίνοντας ο πατέρας μου για το μισθό του στην Άρτα, γύρισε στο χωριό φέρνοντας το ενδεικτικό μου, είχε δίκιο που ακτινοβολούσε έτσι. Άριστα 10 έγραφε το χαρτί με την υπογραφή του Μόραλη από κάτω.

   Ήταν δεκαπενταύγουστος, είχε αστροφεγγιά. Όξω στ’ αστεράκι που κοιμόμουν, κοντά στη βάβω μου πάντα, δε μπόρεσα να κλείσω μάτι σχεδόν ως το πρωί. Ήταν η πρώτη ευχάριστη αγρύπνια της ζωής μου, για να μην πω κι η τελευταία.

 

 

 



[66] ερείπιο

[67] είδος τοιχοποιίας η επιφάνεια της οποίας κατασκευάζεται από πλεγμένα καλάμια που τα γεμίζουν με λάσπη και τα καλύπτουν με σοβά.

[68] περιφραγμένος τόπος

[69] πρόσεχε!, μακριά!

[70] ύφασμα για την εσωτερική επένδυση του σαμαριού, είδος υφάσματος κατάλληλου για πανωφόρια

[71] σόλες

[72] γυμνοπόδαρες

[73] πόζα

[74] γρονθοκοπώ

[75] μικρά παιδιά

[76] κεφαλομάντηλο

[77] σιγοτραγουδώντας

[78] ξενόφερτος

[79] ακούραστη

[80] αδιάφορα

[81] τσουράπια

[82] τηγανάκι χωρίς ουρά

[83] οι κώνοι του καλαμποκιού

[84] άκου

[85] κλαδόπλεχτη πόρτα

[86] τσομπάνος

[87] ζωοπανήγυρη

[88] μεγάλη στάμνα

[89] τζάκι

[90] ξεριζώνω

[91] πρέπει να εννοείται ο λύγκας, όχι το είδος πιθήκου

7ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ