ΤΟ ΜΑΓΕΡΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΠΕ

 

   Τη δεύτερη χρονιά η καμαρούλα εκείνη στην Άρτα, της κυρα-Βαγγελής, μπόρεσε να χωρέσει κι άλλους δυο νοικάρηδες, κοντά σ’ εμάς τους δυο που ήμασταν εκεί από πριν. Πώς τα βόλευε η καλόκαρδη γερόντισσα, να ’χει το συγύριο του σπιτιού της κι εμάς τους τέσσερους μαζί; Φαίνεται πως οι 10 ή 15 δραχμές που δίναμε ο καθένας το μήνα, ήταν ένα έσοδο αρκετό για να μας κρατάει κοντά της η κυρα-Βαγγελή, που ίσως να της πληρώναμε και κάτι ξέχωρα για την πλύση.

   Ο ένας απ’ τους δυο καινούριους πήγαινε στην πρώτη γυμνασίου. Του έστελνε η χήρα μάνα του, η κακομοίρα η παπαδιά, απ’ το χωριό λίγο βούτυρο σ’ ένα βαζάκι κι εκείνος ο προκομμένος άλειφε μ’ αυτό τις πόχες των τσαρουχιών του (που του ενός μάλιστα έλειπε η φούντα), όχι τόσο για να μαλακώσουν, να μη σφίγγουν το πόδι, όσο για να γυαλίσουν, να γίνουν όμορφα και φιγουράτα! Οι άλλοι έλεγαν, ψιθυριστά ή κατάμουτρα στον ίδιον, πως αυτή η αταίριαστη κοκεταρία του νεόφερτου πατριώτη μας είχε στόχο μια συμμαθήτρια αρχοντοπούλα, κόρη βουλευτή, που εκείνη βέβαια δεν ήξερε τίποτε για το βάσανο του καψερού. Μα ο Γιάννης, όσο έβλεπε πως δεν τα κατάφερνε στον έρωτά του, με άλλο τόσο πείσμα ρίχνονταν στα λατινικά.

-Γκαούντεο, γκαούντι, γκαβίζους σουμ…, μου φαίνεται πως τον ακούω ακόμα να ξεφωνίζει, καθώς πήγαινε κι ερχόταν με μεγάλες δρασκελιές στην καμαρούλα.

-Τι γαβγίζεις έτσι κι αλυχτάς; του έλεγε αστεία η σπιτονοικοκυρά μας. Πέρσι που είχα αυτά τα δυο (κι έδειχνε εμένα και το Νάκο), δεν ακούγονταν καθόλου, ή ήταν ή δεν ήταν μες στο σπίτι.

   Φασαρία έκανε κι ο τέταρτος, που ήταν «παπαδάκι», σπουδαστής της ιερατικής σχολής. Έβανε κάτω ένα βιβλίο με νότες και μας έπαιρνε τ’ αυτιά με τα εκκλησιαστικά του, καθώς μάλιστα έφερνε κι άλλους με ράσα να βοηθήσουνε στις μελωδίες:

-Πα-βου-γα-δι-κε-ζο-νι-πα…

   Πού βρίσκαμε καιρό να μελετούμε, να λύνουμε τα προβλήματα εκεί μέσα, ανάμεσα στις αγριοφωνάρες τους ενός και τις κακοφωνίες του άλλου; Φαίνεται πως είχαμε πολύ απόθεμα υπομονής, τα νεύρα μας βαστούσαν ακόμα γερά.

   Συχνά έρχονταν στης κυρα-Βαγγελής κι ένας χωριανός της ιεροσπουδαστής, που αυτός δεν ήταν «παπαδάκι» σαν τ’ άλλα. Ο Παπαθόδωρος –όπως τον έλεγαν κιόλας από τώρα- μας περνούσε όλους αρκετά χρόνια, γιατί είχε κάμει στρατιώτης στην Μικρασία. Αφού γύρισε στο χωριό και παντρεύτηκε (παπαδοπούλα βέβαια, αφού κι ο ίδιος ήτανε παπαδοπαίδι) βρήκε σωστό να μη γίνει παπάς σαν τους άλλους με τη συνηθισμένη χειροτονία, παρά να περάσει απ’ τη νεοσύστατη ιερατική σχολή. Έτσι κουβαλήθηκε στην Άρτα παντρεμένος και ήταν απ’ τους πιο ηλικιωμένους ιεροσπουδαστές, μαζί με τον πάτερ Νίκανδρο, το διάκο της Μητρόπολης, έχοντας σκοπό να τραβήξει αργότερα με τη βοήθεια του Θεού και στη Θεολογική Σχολή, όπως και το ’καμε ύστερα από χρόνια, μ’ ένα τσούρμο παιδιά –ο αθεόφοβος, κόντεψα να ειπώ. Θέλοντας μάλιστα να ’χει κι άλλους από κοντά του, στο θεάρεστο δρόμο που ακολουθούσε, κάθε καλοκαίρι με τις διακοπές φρόντιζε να πιάνει πατεράδες απόφοιτων του σχολαρχείου και να τους αναπτύσσει τα επιχειρήματά του για την παπαδοσχολή:

-Το γυμνάσιο, τους έλεγε, έχει μια πόρτα ανοιχτή, ενώ η ιερατική έχει δυο και καλές. Όποιος την τελειώσει, γίνεται ιερεύς και διδάσκαλος –το γύριζε στην καθαρεύουσα, για να κάνει εντύπωση στους χωριάτες.

   Μερικοί απ’ αυτούς –πρώτοι οι εφημέριοι της περιφερείας μας- παρασύρονταν από την ακούραστη προπαγάνδα του Παπαθόδωρου κι έστελναν το χινόπωρο τα παιδιά τους πίσω απ’ αυτόν τον ζηλωτή, με τη βεβαιότητα εξάλλου πως όσο και να μην τους έκοβε, θα τα παίρναν οπωσδήποτε στη σχολή, που ήταν ένα καινούριο μαγαζί με κάθε ευκολία για τους πελάτες.

-Τι κάνεις αυτού, ευλογημένε; μου πετούσε κι εμένα κανένα λόγο ο Παπαθόδωρος, βλέποντάς με ν’ αραδιάζω με κόπο στίχους στο χαρτί. Άσ’ τα αυτά, τι σου χρειάζονται; Πάρε την Παλαιά Διαθήκη να ωφεληθείς…

   Εξόν απ’ τον Θόδωρο, έρχονταν ταχτικά στο σπίτι της κυρα-Βαγγελής μια ή δυο φορές τη βδομάδα κι ο αδελφός της ο Δασκαλάκης, που έκανε τον αγωγιάτη ανάμεσα Άρτα και χωριό. Ξεποδένονταν να στεγνώσει τα βρεμένα «σκαλτσούνια[92]» του (όπως τα ’λεγε εδώ πιο ευγενικά) και άρχιζαν ατέλειωτες κουβέντες με την αδελφή του για τους παλιούς της χωριανούς.

    Μια φορά κατέβηκε για λίγες μέρες στην Άρτα κι ένας χωριανός της «Αμερικάνος», ο Γάκη Γούσιας, που ετοιμάζονταν να ξαναφύγει για την Αμερική. Απλός εργάτης ή υπάλληλος, θα ήταν εκεί πέρα, μα εμείς τον περνούσαμε τουλάχιστο για επιχειρηματία ή καταστηματάρχη. Μας φέρνονταν απλά ωστόσο και κάποτε πήρε να μας κόψει τα μαλλιά, εμένα και του Νάκου. Στο τέλος εμείς πιάσαμε παράμερα κάτι περίεργα μουρμουρητά. Ο Γούσιας θέλησε να μάθει τι συμβαίνει.

-Πόσο κάνει το … ; άνοιξε το στόμα του ένας απ’ τους δυο μας.

   Μα η ματιά που μας έριξε ο καλόβολος «Αμερικάνος» μας έκαμε να δαγκώσουμε τη γλώσσα μας, σβησμένοι απ’ τη ντροπή, που μας είχε περάσει η ιδέα να τον πληρώσουμε για τον κόπο του.

   Άλλη μια φορά μας ήρθε απ’ το χωριό για καμιά βδομάδα ένας ανεψιός της κυρα-Βαγγελής, που τον έλεγαν και Μόρτη (όλοι αυτοί, εννοείται, χωρούσαν μαζί μας σ’ εκείνη τη στενή καμαρούλα). Τούτος ο Μόρτης κατέβηκε στην πολιτεία για να φκιάσει κόλλυβα, λέει, της γυναίκας του. Παράλληλα όμως είχε βάλει την κυρα-Βαγγελή να του προξενέψει καμιά Αρτινιά, να μην κάθεται χήρος.

   Κάποτε που διαβάζαμε γαλλικά, ήρθε από πάνω απ’ το βιβλίο μας.

-Τι διαβάζετε αυτού; μας κάνει με ύφος πολύξερου, Τα σκ… μπορείτε να μου πείτε πώς τα λεν, τα σκ… ;

   Και καθώς εμείς τον κοιτάζαμε σαστισμένοι, για την αισχρολογία, ο Μόρτης συνέχισε:

-Μέρδα τα λεν –να σας το πω εγώ. Και να φας σκ… το λεν μέρδα το μέρδα!

   Δεν κρατούσαμε τα γέλια μας τώρα, ακούγοντας την ανέλπιστη διαφώτισή του.

-Μη γελάτε. Εγώ τα ξέρω καλά τα γαλλικά. Τα ’μαθα στρατιώτης στη Μακεδονία, όπου ήταν και Γάλλοι και Σενεγαλέζοι. Αλλά πού σας κόβει εσάς από τέτοια, είστ’ αμάλλιαγα ακόμα! συμπλήρωσε σαρκαστικά ο Γιώργο Μόρτης.

   Το πρωί φεύγαμε για το σκολειό χωρίς να βάλουμε τίποτα στο στόμα. Για το μεσημέρι, κάνα δυο φορές τη βδομάδα, ετοιμάζαμε μόνοι μας φαΐ που το ψήναμε στο φούρνο. Το φαΐ μας ήταν στερεότυπο: Μακαρόνι σπαγέτο ή ντομάτες με ρύζι. Στις τελευταίες είχαμε αποχτήσει ειδικότητα πια, τις γεμίζαμε από μέσα, αφού τις ανοίγαμε με το μαχαίρι. Σταλάζαμε το λαδάκι, αλλά με μεγάλη οικονομία. Κι έπειτα απορούσαμε πώς δε γινόταν νόστιμο το φαγητό μας. Ρίχναμε λαχνό για το ποιος θα το πάει στο φούρνο και ποιος θα το φέρει. Αυτό το δεύτερο είχε σημασία, γιατί στο γυρισμό έκαιγε το ταψί κι έπρεπε να βαστούμε πατσαμούρια, να μας βλέπει όλη η Άρτα, καθώς ερχόμασταν απ’ το φούρνο της Χαρινούς ή απ’ τον άλλον κοντά στην Αστυνομία. Κάποτε το πιάναμε κι άρνηση:

-Όχι σήμερα θα πας εσύ! Όλο εγώ θα ζεματιέμαι;

   Άλλοτε παίρναμε λίγο χαλβά ή ελιές απ’ το μανάβικο του γέρου Ναούμ, πενήντα λεπτά οι δυο μας με το Νάκο. Μοιραζόμασταν τις δεκατέσσερες δεκαπέντε ελιές διαλέγοντάς τες από μια μια, και για την τελευταία, τη μονή, ρίχναμε πάλι λαχνό. Αμ τι, έτσι θα χάναμε ακέρια ελιά;

   Από την άνοιξη και πέρα, που έβγαινε η γιαούρτη, παίρναμε κάπου κάπου κι απ’ αυτήν. Εκεί που ψωνίζαμε εμείς, στο Τουρκοπάζαρο, σ’ ένα κουτσομπακάλικο, έβαζαν μέσα στύψη[93], γι’ αυτό την πουλούσαν φτηνότερα. Μονάχα μια φορά φάγαμε της προκοπής, και πάλι όχι από πρωτοβουλία δική μας, όσο από παρακίνηση της κυρα-Βαγγελής:

-Βάλτε και κανά κοψίδι στο στόμα σας, που τ’ αποκρέψατε χρόνον καιρό!

   Τότε ήταν που αγοράσαμε συνεταιρικά μια λούφα –ένα είδος αγριόπαπιας- από κείνα τα μεγάλα πουλιά που βαρούν οι κυνηγοί στα παράλια του Αμβρακικού, στα βαλτοτόπια.

 

   Τις περισσότερες όμως φορές τρώγαμε στο μαγεριό του Καπέ. Βρίσκονταν στη γειτονιά μας, μπαίνοντας στο Τουρκοπάζαρο, πιο δω απ’ τον Οβριομαχαλά. Αντικρινά ήταν το μπακάλικο του Ρήγα, που μας είχε μουστερήδες[94] του για ψιλοπράματα και λίγο πιο πέρα ένας φούρνος. Από κει παίρναμε για κάμποσο διάστημα το ψωμί μας με δελτίο, τότε με την έλλειψη, εξαιτίας των προσφύγων. Και παραπέρα ήταν το σπίτι της παπαδιάς που μου είχε κόψει με ξουράφι[95] τη χρυσή[96] περνώντας μου μια κλωστή, κάποτε που είχα γίνει σα φλουρί και δε μπορούσα να πάρω τα πόδια.

   Στο μαγεριό του Καπέ, χαμηλοτάβανο κι ευρύχωρο αρκετά, μαζεύονταν τα γυμνασιόπαιδα της γειτονιάς, αλλά προπάντων οι σπουδαστές απ’ την κοντινή ιερατική σχολή, που τους έδιναν μια πρόωρη σοβαροφάνεια τα ομοιόμορφα καλυμμαύχια και τα μανίκια των μακριών ράσων τους, όπου βαστούσαν σεμνά τα βιβλία, με κάτι το κοριτσίστικο απάνω τους, αληθινό ή πλαστό. Είχαν έρθει απ’ όλες τις γωνιές του νομού, ακόμα κι απ’ την Αιτωλοακαρνανία κι απ’ τη δυτική Θεσσαλία, επειδή δεν είχαν στα μέρη τους τέτοια σχολή. Και βρίσκονταν όλη μέρα στο πόδι, απασχολημένοι με τα μαθήματά τους, γιατ’ είχαν έναν αυστηρό διευθυντή, τον περίφημο Αναζηλή. Αυτός έκανε κι εφόδους τη νύχτα στα σπίτια τους, για να δει μήπως λείπει κανένας από κει. Συνηθισμένος ο ίδιος στη μοναχική πειθαρχία, είχε κι απ’ αυτούς την απαίτηση να ζουν λίγο πολύ σαν καλογεροπαίδια.

   Μα ανάμεσα στους ιεροσπουδαστές έβρισκες κι ανθρώπους παντρεμένους, με παιδιά κιόλας, με σγουρά μαύρα γένια, έτοιμους παπάδες. Συζητούσαν όλη την ώρα για τα μαθήματά τους, αναφέροντας ρητά της Αγίας Γραφής, έτσι που κοντεύαμε να τα μάθουμε κι εμείς οι άλλοι όπως τ’ ακούγαμε απ’ αυτούς ολοένα. Κάποτε καβγάδιζαν κιόλας απάνω στο φαΐ για το αν ένα εδάφιο του Ευαγγελίου λέει έτσι ή αλλιώς. Το μαγεριό του Καπέ το ’χαν σα δικό τους.

-Τι έχουμε σήμερα, μπαρμπα-Βασίλη; Και ο μπαρμπα-Βασίλης κοντόχοντρος, κοιλαράς σαν τον ακόλουθο τού Δεσπότη, μ’ εκείνη τη λερωμένη ποδιά του, με μικρά μάτια κρυμμένα στο πάχος, σαν του γουρουνιού, οπλισμένος με την αιώνια κουτάλα του, αράδιαζε τα φαγιά της ημέρας αρχίζοντας απ’ το κρέας ή τα ψάρια. Μα τις περισσότερες φορές περιορίζονταν να τα δείχνει μ’ ένα βλέμμα, είτε γιατί βαριόταν να τα ξαναλέει, είτε γιατ’ ήταν πιωμένος. Σα μύγες μας έβλεπε τότε, μύγες που βουίζαν ευχάριστα στο μαγαζί του.

-Άλ-λος τη σού-ουπα!

   Κι έβανε αράδα κουταλιές άμα ήταν στα κέφια του –παίρνοντας ύστερα όσα του δίναν, χωρίς να τα πολυκοιτάει, ή δίνοντας τα δεφτέρια, στους ταχτικούς, να σημειώσουν τα βερεσέδια. Αυτοί ήταν οι έμπιστοι, που τρώγαν μεσημέρι βράδυ και τα πληρώναν όλα μαζί στο τέλος του μηνός. Τους έστελναν απ’ τα σπίτια τους κι είχαν γονιούς που βαστιούνταν. Αυτοί έτρωγαν καπαμά, τασκεμπάπ, συκωτάκια. Έπαιρναν και δεύτερο πιάτο καμιά φορά.

   Απ’ τους άλλους, τους πολίτες, σπάνια έρχονταν κανένας εκεί, γιατ’ ήταν απόκεντρος ο δρόμος, απόμερο το στενό. Μονάχα έναν «μούτο» μαραγκό είχαμε κει κάθε μέρα, με μάτια γαλάζια, καχύποπτα, με το μολύβι περασμένο πίσω από τ’ αυτί. Αυτός ο μουγκός σύχναζε κει, ανάμεσά μας, για να μην τον ενοχλούν οι όμοιοί του, φαίνεται, επειδή κοντά σ’ εμάς έβρισκε ησυχία. Κι άμα απότρωγε, γρύλιζε σα γουρουνόπουλο.

-Κοίτα ο μούτος! με σκούνταγε ο Νάκος. Κι άλλο χαλεύει…

   Πραγματικά, ζητούσε με νοήματα και δεύτερο και τρίτο πιάτο που ο Καπές του το ’βανε αμέσως (κι όχι αργώντας το όπως σ’ εμάς), αφού μάντευε απ’ το γνέψιμο τι του γύρευε.

   Εμείς περιμέναμε υπομονετικά ώσπου να ’ρθει η σειρά μας. Δεν είχαμε αξιώσεις να μας προσέξει αμέσως ο μαστρο-Βασίλης, γιατί εγώ με το Νάκο δεν παίρναμε παραπάνω από μισή μερίδα, ως εκεί επιτρέπανε τα οικονομικά μας. Τρώγαμε μόνο λαδερά –φασόλια, φακή, ρεβίθια- κι επειδή ολόκληρη η μερίδα στοίχιζε μιάμιση δραχμή, εμείς πληρώναμε εβδομήντα πέντε λεπτά. Ο Νάκος τα σημείωνε κιόλα σ’ ένα δεφτεράκι, ίσως για να τα δείξει του πατέρα του ύστερα, να τον βεβαιώσει πως δεν έκανε σπατάλες.

   Ο δικός μου δε μου ζητούσε λογαριασμό, γιατ’ ήξερε πως δεν ξοδεύω παραπάνω από το κανονικό. Κρέας ή ντολμάδες (τι αρχοντικό, αλήθεια, φαΐ) δοκίμαζα κάθε δυο ή τρεις μήνες που κατέβαινε ο πατέρας μου στην πόλη για να με δει. Μονάχα τότε, μόλις πληρώνονταν απ’ το ταμείο, μ’ έπαιρνε μαζί του στον κεντρικό δρόμο και τρώγαμε σε κανένα εστιατόριο της αγοράς, όπου κοντά στους μεγάλους έπαιρνε το σχέδιο κι εμένα για κανένα πιάτο της προκοπής. Τις άλλες φορές είχαμε συνηθίσει στη μισονηστεία.

   Κρασί στο μαγεριό του Καπέ δε θυμάμαι να είχε. Πού το έβρισκε όμως ο ίδιος και μεθούσε σχεδόν κάθε μέρα; Και τι γίνονταν οι παράδες που μάζευε από μας και που δεν του λαγάριζε[97] ούτε δεκάρα; Τόσο τα ντροπαλούτσικα παπαδάκια, όσο κι εμείς οι μικροί ξέραμε την αιτία, την πηγή του κακού. Λίγο πιο πέρα απ’ το μαγερειό, στη γωνιά, αντίκρυ απ’ το τσαγκαράδικο του Σαρλή, βρίσκονταν κάτι κόκκινα τζάμια, βαμμένα με πρόστυχη μπογιά. Τα βλέπαμε κάθε μέρα καθώς περνούσαμε για το σχολειό, χωρίς να καλοξέρουμε τι κρύβουν από μέσα. Και να θέλαμε να κοιτάξουμε (που αυτό μήτε μας περνούσε απ’ το νου), οι χρωματιστές εκείνες μουντζούρες ήταν σαν ένα παραπέτασμα μυστηρίου. Μονάχα γυαλιά από σπασμένες μπουκάλες και χοντρά ποτήρια με λαβές βλέπαμε να σκουπίζουν, να πετούν από κει τα πρωινά, δείγματα κι απομεινάρια κολασμένων ξενυχτιών.

   Αυτό ήταν το κακόφημο «καφέ σαντάν», η εστία της διαφθοράς, κι εκεί πετούσαν οι αμαρτωλές πεταλούδες, οι «πριμαντόνες» με τ’ όνομα. Μέσα κει, σα γειτονιά του που ήταν, έβρισκε καταφύγιο, έπειτ’ απ’ τον ημερήσιο κόπο του κι ο μάγεράς μας ο Καπές, ζητώντας φαγιά και φρούτα αλλιώτικα απ’ τα δικά του, τα φτωχικά και παπαδίστικα, σβήνοντας τη δίψα του σε ακριβά πιοτά κι όχι στο αθώο νερό που πότιζε με την κανάτα του εμάς.

   Πολλές φορές τον βρίσκαμε μαχμουρλή, νυσταγμένον, ανόρεχτο απ’ την αϋπνία. Τα μάτια του τότε μόλις άνοιγαν, αλλά και πάλι νόμιζες πως δεν μας γνωρίζει. Ο νους του ήταν αλλού, στη νύχτα τη μουντή. Κάποτε, σπανιότερα όμως, βρίσκαμε το μαγέρικο κλειστό. Αυτό σήμαινε πως δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και πως το ’χε παρακάμει αποβραδίς ο μπαρμπα-Βασίλης, ο άκακος σαν παιδί, ο άφταιγος κριματισμένος. Τότε τραβούσαμε κι εμείς στο παζάρι, να φάμε γιαούρτη πενήντα δράμια, στο γέρο Γκύζα με τις αγαθές μουστάκες ή να το ρίξουμε έξω παραγγέλνοντας χέλια στο σοβαρό, στον τίμιο Ξύλινο, που τον βοήθαγε και το παιδί του, μεγαλύτερος από μας συμμαθητής μας.

   Μια φορά στο τέλος της χρονιάς, εγώ κι ο Νάκος, καθώς κινήσαμε να φύγουμε για το χωριό, αποφασίσαμε να κάνουμε ένα έξοδο παραπανίσιο. Οι άλλοι σπάγανε τις καλαμαριές[98] τους μελανιάζοντας τους τοίχους γύρω απ’ το γυμνάσιο – εμείς δε θα κάναμε καμιά ζούρλια; Μπήκαμε λοιπόν σ’ ένα μικρομαγέρικο εκεί δίπλα στα χάνια της πλατείας Κιλκίς και κάτι παραγγείλαμε ψιθυριστά.

-Τι θέλετε, μακαρόνια; μας ρώτησε δυνατά ο μαγαζάτορας.

-Ναι… από μισή μερίδα…

-Τι λέει! ξεφώνισε ο μάγειρας φέροντας και το χέρι του αντήλιο, να μας ιδεί καλύτερα τάχα. Μισή μερίδα! Κι είστε και μαθητούδια, βλέπω, έχετε και κορώνες στο κεφάλι! Δε ντρέπεστε, μωρέ, που το λέτε; Έτσι θα μάθετε γράμματα, με μισή μερίδα; Ου, να χαθείτε από δω!

   Τα τελευταία του λόγια μας έφτασαν έξω στο δρόμο, γιατί προγκίξαμε αμέσως, το βάλαμε στα πόδια, με την άγαρμπη υποδοχή του. Α, δεν ήταν προκοπή απ’ αυτούς τους άκαρδους Αρτινούς που σε ντροπιάζουν για γούστο. Μονάχα στα χωριά μας νιώθουν εμάς, μονάχα εκεί δε μας προσβάλλουν. Ας περάσουμε γρήγορα το γιοφύρι, ας ριχτούμε απέναντι στη Γκρεμενίτσα, όπου δουλεύουν οι μπαμπάδες μας οι μαραγκοί, να φάμε συκάμενα[99] με το πλόχερο, χωρίς να πληρώσουμε δεκάρα, χωρίς να μας προγκίξει κανένας.

 

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΥΦΑ

 

   Στο ίδιο σοκάκι μ’ εμάς, απ’ τ’ αντικρινό μέρος, στο παλιό Τούρκικο Προξενείο, κάθονταν τώρα οι πρόσφυγες, αυτοί που είχαν έρθει απ’ τη Μικρασία, πετσοκομμένοι, με την ψυχή στο στόμα. Τους βρίσκαμε στο δρόμο κοιτώντας τους με περιέργεια, γιατί ξεχώριζαν και στο ντύσιμο και στη μιλιά τους. Κι αφού οι Αρτινοί μας φαίνονταν σαν ξένοι, για τους πρόσφυγες είχαμε ακόμη χειρότερη ιδέα. Τους θεωρούσαμε αλλόφυλους, να πει κανένας, κάτι σαν τους Οβριούς, που κάθονταν ξέχωρα στη λωβιασμένη[100] συνοικία. Κι όμως δεν αργήσαμε να σχετιστούμε μαζί τους, για καλό και δικό μας κι εκείνων.

   Εκεί που περνάγαμε, ο Νάκος κι εγώ, τραβώντας ήσυχα για το γυμνάσιο, βλέπαμε ψηλά σ’ ένα χαλασμένο μπαλκόνι κάποιον μεγαλόσωμο, ροδοκόκκινο, καλοντυμένο, που διάβαζε δυνατά φημερίδα. Δεν ξέραμε για ποιον ξεφώνιζε έτσι, για τους άλλους ή για τον εαυτό του. Ήταν αρχή ακόμα και δεν τον γνωρίζαμε. Αλλά σε κάνα δυο βδομάδες είδαμε αυτόν τον αντράκλα, που θα ’ταν τότε ως είκοσι χρονώ, να ’ρχεται στο γυμνάσιο και μάλιστα μαζί μ’ εμάς, στην πρώτη τάξη. Ήταν κάτι το πρωτάκουστο για τα χρονικά του γυμνασίου.

   Σα να μην έφτανε αυτό –η μεγάλη του ηλικία και το αντρίκιο ανάστημά του- αποδείχτηκε πως ο νεόφερτος μαθητής δε σκάμπαζε πολύ ούτε από γράμματα, ούτε από ρωμαίικα. Πρόφερνε ανάποδα τις λέξεις (έλεγε «ααπητέ», «ελάτε στα δικά μας» αντί στο σπίτι), και όταν τον πείραζαν και θύμωνε, βλαστημούσε παράξενα, σε άγνωστη γλώσσα, έτσι που προκαλούσε πιο πολύ την ευθυμία των συμμαθητών. Τον έλεγαν «ο Μπες», γιατί κάθε τόσο μεταχειρίζονταν αυτή την προσφώνηση: μπε!

   Ήταν όμως πολύ χεροδύναμος, μπορούσε με μια γροθιά να σε ρίξει κάτω, και γι’ αυτό δεν τον πείραζαν πια έτσι φανερά ή φρόντιζαν να τον κουρντίζουν[101] από μακριά, για να ’ναι έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια, μόλις τους επιτεθεί. «Της που… τον υιόν!» έβριζε αυτός από πίσω, αγριεμένος σαν Τούρκαρος. Απ’ τα πολλά που έλεγε ξεχωρίζαμε κανένα λόγο με υβριστική σημασία, γνωστό και σ’ εμάς απ’ την εποχή του τούρκικου: τσογλάν, κιοπέκ, πεζεβέγκ κι άλλα τέτοια.

   Εμάς τους δυο όμως ο «Ιάννες» - όπως τον λέγαμε αργότερα κατά την προφορά των σπιτικών του- όχι μονάχα δε μας κυνηγούσε, παρά μας προστάτευε κιόλα. Επειδή πρόσεξε πως ήμασταν επιμελείς στα μαθήματα και καθόμασταν στην ίδια γειτονιά μ’ αυτόν, σκέφτηκε να ζητήσει τα φώτα μας. Μας καλούσε λοιπόν εκεί στο Προξενείο, ανάμεσα στους δικούς του και διαβάζαμε μαζί. Κοπιάζαμε αλήθεια πολύ ώσπου να τον βάλουμε στο νόημα, γιατί δεν τα ’παιρνε εύκολα ο κακότυχος. Αλλά μας αποζημίωνε με το παραπάνω για τον κόπο μας, αφού μας φίλευε κακάο και μπισκότα, απ’ αυτά που τους έστελνε μπόλικα η Περίθαλψη και που εμείς δεν είχαμε ελπίδα να τα δοκιμάσουμε αλλιώς. «Φάτε, μπε, να χορτάσετε!», μας παρακινούσε ο ίδιος κι οι δικοί του.

   Ο συμμαθητής μας είχε έναν αδελφό Κυριάκο –Γιάκα τον έλεγαν μεταξύ τους- που ήξερε κάμποσα γαλλικά. Τον πήραν λοιπόν καθηγητή στην ιερατική σχολή, όπου είχε έλλειψη και σιγά σιγά κόλλησε κοντά στους παπάδες. Είχαν και δυο αδερφές που τις έλεγαν Μάρουλα και Τζιόφα, δηλαδή Σοφία. Σκεπάζονταν με κάτι βαριά παπλώματα, γεμισμένα βαμβάκι και λούζονταν λέει, έκαναν μπάνιο, μες στη σκάφη. Έτρωγαν πολύ χορταστικά, έπιναν κούπες τσάι, την μια πάνω στην άλλη, τσάι αγοραστό βέβαια, όχι σαν το δικό μας του βουνού.

   Μια νύχτα, εκεί που κοιμούνταν στο Προξενείο, έπεσε απ’ το μισοτρύπιο ταβάνι στα στρώματά τους ένα φίδι ζωντανό. Για καλή τύχη τους ήταν μουδιασμένο απ’ το κρύο, αλλιώς κάποιον θα δάγκωνε απ’ όλους. Φοβήθηκαν απ’ αυτό κι άλλαξαν κατοικία. Πήγαν να μείνουν μαζί με τους πολλούς, στο παλιό Νοσοκομείο, φάτσα στην Αϊ-Θοδώρα. Πάλι κοντά μας ήταν, γι’ αυτό δε λείπαμε από κει, αφού βρίσκαμε κοντά τους και κάποια περιποίηση. Η καλή μου βάβω τους έστελνε από μακριά ευλογίες, όποτε της πήγαινα στο χωριό λίγο κακάο με ζάχαρη. Θα πέθαινε και δε θα ’χε βάλει στο στόμα της απ’ αυτό το ρόφημα.

-Βοηθήστε, παιδιά, κι αυτόν τον δικό μου, είναι αστοιχείωτος, ανάθεμά τον! μας έλεγε ο φιλόστοργος Κυριάκος, που πολύ φρόντιζε για τον αδερφό του. Δεν κατέχει ούτε τις βάσεις, δε μας άφησαν ήσυχους οι διωγμοί, ο Οσμάναγας…

   Φαίνεται αληθινά πως ο συμμαθητής μας δεν είχε περάσει καθόλου από σχολαρχείο και πως τον έβαλαν στο γυμνάσιο με τα ψέματα, με φτιαστά χαρτιά. Μα και τώρα βαριόταν να διαβάσει απ’ το βιβλίο, περιμένοντας να μάθει το μάθημα με τ’ αυτί, καθώς του το λέγαμε απ’ έξω εμείς οι δυο, μια ο Νάκος, μια εγώ και πάλι και ξανά, από τρεις τέσσερις φορές ο καθένας. Στις εξετάσεις έρχονταν και κάθονταν από πίσω μας, για ν’ αντιγράφει με την ευκολία του.

-Μη σκύβεις, μπε! φώναζε κιόλας.

   Οι καθηγητές το ’ξεραν και δε μιλούσαν, πάντα για χάρη του μεγάλου του αδερφού.

   Μόνο στη γυμναστική είχε τα πρωτεία. Έτρεχε σαν παλαβός, κλωτσούσε με φόρα τη μπάλα και στις σχολικές επιδείξεις έπαιρνε βραβεία. Ο γυμναστής μας, ο Κουμπούρας, τον είχε υπόληψη, αυτόν και κάνα δυο άλλους συμπατριώτες του σε μεγαλύτερες τάξεις. Είναι αλήθεια πως οι πρόσφυγες –οι Πόντιοι- πρωτόφεραν στην επαρχία μας την ατομική καθαριότητα και την καλλιέργεια του αθλητισμού.

 

   Οι πρόσφυγες φάνηκαν χρήσιμοι και σε μένα, αυτοί με σκούντησαν στο ποιητικό στάδιό μου. Και να πώς έγινε αυτό. Κοντά στην οικογένεια του συμμαθητή μας, που όλο μας παίνευαν για τη φιλομάθειά μας, είχα γνωριστεί και μ’ έναν πρόσφυγα ελληνοδιδάσκαλο, τον Αυγουστίνο Παγκρατίδη (να ζει άραγε πουθενά;). Αυτός είχε μάθει πως έγραφα και στίχους, που δεν τους έδειχνα όμως κανενός, ούτε έβρισκα να τους δημοσιέψω ακόμα. Και ήρθε καιρός που χρειάστηκε αυτό το χάρισμά μου, που βγήκε στο φως με τη μεσολάβηση του Παγκρατίδη.

   Είχαν οριστεί τότε να γίνουν τ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Σκουφά, στο γενέθλιο χωριό του, το Κομπότι της Άρτας. Μεγάλη τελετή περιμενόταν, λόγοι θα εκφωνούνταν απ’ τους επίσημους, θα ’ρχονταν ακόμα κι άνθρωποι απ’ τα Γιάννενα, απ’ την Αθήνα. Όλα ετοιμάζονταν από βδομάδες και τίποτε δε θα ’λειπε απ’ το γιορτασμό.

-Μονάχα ποίημα δεν έχουμε! αναστέναξε ο Παγκρατίδης, θερμός πατριώτης, όπως οι περισσότεροι απ’ τους ξεριζωμένους της προσφυγιάς.

   Τότε θυμήθηκε πως εγώ στιχουργούσα. Και σκέφτηκε πως εγώ, ο μικρός Δαβίδ, με την πετριά της ποίησης, μπορούσα να βγάλω απ’ τη δύσκολη θέση τους όλους αυτούς τους σπουδαίους.

-Θα σου πάρω μια βδομάδα άδεια απ’ το γυμνάσιο, για να το συντάξεις όπως πρέπει, μου είπε ο αγαθός πρόσφυγας.

   Μα εγώ δεν ήθελα τέτοιες φασαρίες, να μάθουν απ’ το γυμνάσιο πως γράφω ποιήματα και να με πάρουν ύστερα οι καθηγητές με κακό μάτι, να με απορρίψουν στα καλά καθούμενα σε τίποτε φυσικές ή μαθηματικά. Ας έλειπε η διαφήμιση, να ’χω ήσυχο το κεφάλι μου. Μπορούσα ένα Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή να σταφνίσω[102] ήσυχα ήσυχα τους στίχους, φτάνει να πετύχαινα τις ομοιοκαταληξίες.

-Καλά τότε, συμφώνησε ο Παγκρατίδης. Να πας όμως απάνω στο Κάστρο, για να εμπνευσθείς καλύτερα.

   Αυτό μάλιστα, το δεχόμουν. Τράβηξα δειλά προς το παλιό φρούριο, πίσω απ’ το ψηλό πέτρινο ρολόι, που χτυπούσε τις ώρες και μας ειδοποιούσε για το σκολειό. Προχώρησα δισταχτικά στη μεγάλη καμάρα με την πόρτα τη βαριά και βρέθηκα μέσα σ’ εκείνο το κλείσμα το ακατοίκητο απ’ ανθρώπους, όπου θρασομανούσαν οι τσουκνίδες κι οι αγριομολόχες και τ’ αγκαθόχορτα. Ανέβηκα σιγά σιγά τις ακατάλυτες σκάλες που έστριβαν από δω κι από κει, οδηγώντας σ’ εκείνες τις παράξενες πολεμίστρες με τις σκισμάδες από μέσα. Εδώ ήταν καλά μα το θεό, για έναν ποιητή που του παράγγειλαν πατριωτικό ποίημα…

   Κάθισα εκεί σε μια κόχη και κοιτώντας το άγριο τοπίο ρίχνοντας καμιά ματιά και πέρα στο ποτάμι που κυλούσε δυνατό, σαν ήμερο στοιχειό, έχοντας όμως το νου μου περίφοβα και στους φυλακισμένους, που παραμόνευαν ίσως κλεισμένοι κάπου εκεί γύρω, προσπαθούσα να βάλω τη φαντασία μου σ’ ενέργεια, για ν’ αναβλύσουν οι στίχοι που θα έσωζαν την τιμή του γυμνασίου. Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Χρειαζόταν επίσημος τόνος, σοβαρός. Μου ερχόταν στο νου περίφημες αρχές από άλλα ποιήματα: «Σε γνωρίζω από την κόψη…», «Πώς μας θωρείς ακίνητος…»

   Επιτέλους ο κρουνός άρχισε να στάζει:

Νύχτα βαριά και σκοτεινή…

Σιγά σιγά το πρώτο τετράστιχο είχε ετοιμαστεί, καταλήγοντας στην κορώνα:

…μεγάλε μας Σκουφά!

Παιδεύτηκα ώρες, ίσως και μέρες, αλλά το ποίημα έγινε όπως το περίμεναν από μένα, όπως το ήθελα κι εγώ. Οι λέξεις έρχονταν η μια κοντά στην άλλη χτυπητές, οι ομοιοκαταληξίες ταίριαζαν όπως οι κόπιτσες αναμεταξύ τους, οι έννοιες σε σήκωναν στον αέρα, σου έδιναν φτερά.

   Ενθουσιάστηκε ο Παγκρατίδης, άμα το είδε και το πέρασε στη γραφομηχανή. Μου φάνηκε πιο ωραίο κι εμένα, έτσι που ήταν τώρα, σχεδόν «του τύπου». Αλλά έμενε κάτι σπουδαίο: η απαγγελία. Τι θα γινόταν μ’ αυτήν; Ήταν φανερό πως εκεί δε θα τα ’βγαζα πέρα. Δεν είχα καλή φωνή, μου έλειπε και το θάρρος, μπορούσα να τα παρατήσω στη μέση. Ο Παγκρατίδης τα γύριζε όλ’ αυτά στο μυαλό του και δεν έβρισκε εύκολα λύση. Να τ’ αφήσει σ’ εμένα; Θα ’χανε την αξία του. Να τ’ αναθέσει σε άλλον; Θα ’ταν άδικο για μένα.

   Δεν ήξερε πια τι να κάμει, όταν έφτασε η Μεγάλη Βδομάδα. Και τότε εμείς που ήμασταν από χωριό, δίχως να χάσουμε καιρό, σαν τους στρατιώτες που παίρνουν άδεια, κινήσαμε ίσια για τα σπίτια μας τα τόσο ποθητά. Ο δρόμος, που μας φαινόταν τόσο ατέλειωτος, τόσο δύσκολος στο έλα, γινόταν τώρα παιγνίδι κάτω απ’ τα πόδια μας τα φτερωμένα. Θα βλέπαμε τους δικούς μας, θα τρώγαμε χορτάτα τις μέρες της Λαμπρής, θα παίζαμε και με τα νέα κατσίκια, που τα ’χαμε αλησμονήσει.

   Όταν ξαναγυρίσαμε στην Άρτα, παραμονή του Θωμά, είχα ξεχάσει πια και το ποίημα και το Σκουφά. Δεν άργησα όμως να μάθω, αφού όλη η πόλη μιλούσε γι’ αυτό, πως η τελετή για την προτομή θα γινόταν στο Κομπότι, όπως ήταν ορισμένο, την άλλη μέρα Κυριακή. Στο μεταξύ πληροφορήθηκα πως και το ποίημά μου δεν είχε μείνει αχρησιμοποίητο. Θα το απάγγελνε ένας συμμαθητής μου, γιος μπακάλη (αργότερα έγινε δικηγόρος), από κείνους που μας τρόμαζαν στην αρχή με τα φανφαρόνικα γαλλικά τους και που γρήγορα τους είχαμε αφήσει πίσω, ο Νάκος κι εγώ. Έμαθα από τρίτους πως όλες αυτές τις μέρες, που εμείς λείπαμε στο χωριό, ο αντικαταστάτης μου δεν κάθονταν αργός. Έβγαινε στην πλατεία του ρολογιού, κοντά στο σπίτι του, μαζί με το γείτονα του τον Παγκρατίδη κι εκεί ο δεύτερος εξασκούσε τον πρώτο στην απαγγελία, σαν κανένας έμπειρος δάσκαλος της σκηνής, δείχνοντάς του πού να σταθεί, πότε να υψώσει τη φωνή του και προπαντός με τι χειρονομίες να συνοδέψει τους στίχους, για να πάρουν χρώμα, να γίνουν ζωντανοί.

-Θα πάμε κι εμείς στο Κομπότι; ρώτησα το Νάκο την παραμονή.

   Προφασίστηκε πως ήταν κουρασμένος απ’ την πορεία, μα κατάλαβα πως θα προτιμούσε να διαβάσει, για να ’ναι έτοιμος τη Δευτέρα.

   Μα εμένα με τραβούσε κάτι για κει έξω. Ήθελα να παρακολουθήσω την τελετή, μα πιο πολύ την τύχη του έργου μου. Δεν ξέρω πώς, χώθηκα σ’ ένα αυτοκίνητο χωρίς να πληρώσω και βρέθηκα μαζί με τους άλλους στο Κομπότι, μες στην πολυκοσμία. Είχαν έρθει εκεί Νομάρχηδες και Δήμαρχοι και δικηγόροι και γιατροί και μεγάλα πρόσωπα. Πολλοί κρατούσαν στα χέρια τους χαρτιά και ξανακοίταζαν τους γραμμένους λόγους τους, όλο ελληνικούρες, να μην ξεχάσουν καμιά στην κρίσιμη ώρα.

   Αμέτρητοι ήταν οι λόγοι, ο ένας πιο ακατάληπτος, πιο ανιαρός απ’ τον άλλον. Μα στίχους δεν είχε ανακατώσει κανένας τους παρά μονάχα, ίσως του Σολωμού. Τέλος ανέβηκε μ’ όλο του το κουράγιο στο πρόχειρο βήμα ο συμμαθητής μου κρατώντας και το χειρόγραφο στο χέρι, για καλό και για κακό:

Νύχτα βαριά και σκοτεινή…

   Οι στίχοι πήδαγαν καμπανιστοί κι ο μαθητής του Παγκρατίδη τους έλεγε θαρρετά, με καμάρι, χωρίς να σκοντάφτει πουθενά, σα να τους είχε γράψει ο ίδιος. Εγώ στεκόμουνα σε μιαν άκρη μαραμένος, άγνωστος ανάμεσα στο πλήθος. Τι ωφελούσε που παιδεύτηκα τόσο μ’ αυτό το διατανοποίημα. Άλλος το απάγγελνε τώρα, άλλον κοίταζαν στα μάτια. Εκείνος ήταν καλοντυμένος, με άσπρο γιακά, με κοντά παντελόνια. Γι’ αυτό είχε ύφος και πεποίθηση, γι’ αυτό πετύχαινε καλύτερα από μένα. Και τώρα του βαρούσαν τα παλαμάκια, του χαμογελούσαν όλοι ευχαριστημένοι. Εμένα κανένας δε μ’ ήξερε, κανένας δε θα με μάθαινε ποτέ…

   Άξαφνα, εκεί που στεκόμουν ανύποπτος, μ’ αρπάζει ένα χέρι απ’ την αμασχάλη, αλαφρόν σαν το τσατσούλι που είχα μια φορά, και με σηκώνει ψηλά, με δείχνει στον κόσμο. Κι ακούγεται παραπίσω μια φωνή, απ’ την ίδια αόρατη δύναμη, όπως τότε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ή στη βάφτιση του Χριστού:

-Αυτός είναι ο μαθητής του γυμνασίου που έγραψε το ποίημα, όχι ο άλλος που το είπε. Εκείνος έκαμε απαγγελία, αλλά τη σύνταξη την έκαμε αυτός εδώ!…, εξηγεί αναλυτικά ο άνθρωπος πως εγώ ο τάδες, από το δείνα χωριό, ήμουν ο συντάχτης του ποιήματος.

Διπλάσια χειροκροτήματα απ’ την πρώτη φορά υποδέχτηκαν την αναγγελία, ενώ εγώ, που έστεκα μετέωρος μπροστά σε τόσους άγνωστους, κόντευα να λιγοθυμίσω πια, τρέμοντας σχεδόν από την ταραχή μου.

   Τι είχε συμβεί; Ο Νίκο Γιώτης, ο καθηγητής μας των γαλλικών, άνθρωπος αυτοδημιούργητος (που είχε την υπομονή να πάρει αργότερα και δίπλωμα νομικής στα πενήντα του χρόνια), έχοντας μάθει, φαίνεται, τα σχετικά με το ποίημα και μην υποφέροντας να δοξάζεται ο δυνατόφωνος στη θέση του δημιουργού, ο ηθοποιός σε βάρος του συγγραφέα, έκαμε αυτή την ανέλπιστη επέμβαση, που έφερε αμέσως το αποτέλεσμά της.

   Επιτέλους! Υπάρχει θεός που βλέπει το άδικο, υπάρχει Θεία Πρόνοια που δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο. Είχα αρχίσει πια να λυπάμαι το συμμαθητή μου, που έχασε έτσι μεμιάς το γόητρό του, που του επισκίασα εγώ με την επιτυχία. Μα τι να γίνει; Ο μακαρίτης ο Γιώτης ήταν κι αυτός χωριάτης απ’ τα Τζουμέρκα και δεν ήθελε τα φτωχά, τ’ άτολμα πατριωτάκια του να παραγκωνίζονται απ’ τα παιδιά της πόλης, τα ξυπνημένα μπακαλόπουλα. Γι’ αυτό με πήρε με τη χερούκλα του και με σήκωσε να μ’ αναδείξει.

   Στο τέλος απ’ την τελετή με πλησίασαν μερικοί με κολάρο και με κοίταζαν σαν περίεργο ζουλάπι[103].

-Πόσο χρονών είσαι, μικρέ;

-Μπήκα στα δεκατρία.

-Και το κατέβασες απ’ το μυαλό σου, δεν πήρες σκέδιο από πουθενά;

   Τς, τς! απορούσαν μοναχοί τους.

-Μωρέ μπράβο, δεύτερος Κρυστάλλης θα γίνει! προφήτεψε κάποιος δικολάβος απ’ τους διαβασμένους.

 

   Εκείνο το αδέξιο, αλλά ιστορικό ποίημα για τον Ηπειρώτη αρχηγέτη της Φιλικής Εταιρείας το είχα δώσει στη μάνα μου για φύλαμα κι εκείνη το ’χε μεριάσει[104] μέσα στην κασέλα της μαζί με δικά της ειδίσματα[105], τιμαλφή χωρίς αξία. Μα την τελευταία φορά που ξαναπήγα στο χωριό έπειτ’ από χρόνια, δε βρήκα εκεί το παλιό χαρτί μου. Φαίνεται πως ανακατεύτηκε, παράπεσε κάπου ανάμεσα στα προικιά, τα νυφιάτικα των αδερφάδων μου. Και τα ξέχασα πια, μονάχα την ιστορία του θυμάμαι.

 

 

 

 

 

 

 



[92] τσουράπια

[93] είδος θειικού άλατος που χρησιμοποιείται κυρίως στην ιατρική

[94] πελάτες

[95] με ξουράφι: μαχαίρι

[96] ίκτερος

[97] έμενε

[98] μελανοδοχεία

[99] μούρα

[100] λεπρή

[101] πειράζουν

[102] σκαρώνω, φτιάχνω

[103] άγριο ζώο

[104] εδώ: βάζω στην άκρη

[105] αντικείμενα, πράγματα

8ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ