Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ ΤΥΠΩΜΕΝΟ

 

   Η μανία του γραψίματος είχε καιρό που ανάδευε μέσα μου. Χωρίς να παραμελώ τα μαθήματα, άφηνα κάποτε τον εαυτό μου  αδέσμευτο να ταξιδεύει σε κόσμους φανταστικούς ή παρασερνόμουν απ’ την ευαισθησία μου, από μια αγιάτρευτη μελαγχολία και ταίριαζα ρίμες, έστρωνα στίχους, έντυνα τα φτωχά λόγια μου με το ρυθμό. Ήταν κάτι που ευχαριστούσε κυριότερα εμένα τον ίδιο, μ’ έκανε να πιστεύω πως κάτι αξίζω κι εγώ μες στην πλάση, πως δεν ήμουν ολωσδιόλου για πέταμα, όπως μου περνούσε συχνά η ιδέα.

   Οι άλλοι έπαιζαν, ευθυμούσαν. Φόραγαν ρούχα που τα έπαιρναν έτοιμα απ’ το ράφτη. Τα πλουσιόπαιδα έτρωγαν σοκολάτες, έπιναν και μπύρα, που εμείς δεν την είχαμε δοκιμάσει καθόλου. Εγώ μονάχα μια φορά πήρα σαμπάνια, εκεί στο δρόμο, έξω απ’ το κατάστημα, μα την ήπια κι αυτήν σα φάρμακο, ανακατωμένη με καθάρσιο, επειδή έτσι μ’ είχαν συμβουλέψει άλλοι πολύξεροι, για να μη μου έρθει εμετός. Τέτοια ήταν η προκοπή μας εμάς, να σεργιανάμε στο παζάρι με τα τσαλακωμένα χωριάτικα σκουτιά μας, με τα τσαρουχοπάπουτσα που είχαν βγει απ’ τα χέρια του Γιωργάκη Δρόσου στο χωριό, αλύγιστα σαν κοκαλένια, μ’ εκείνα τα γαλάζια μάλλινα πανωφόρια, που μας έφταναν κάτω απ’ το γόνατο και μας έδειχναν αστείους σα γεροντάκια. Τ’ αγοραστά ρούχα, τα πάνινα με τα ωραία κουμπιά, ήταν για τους άλλους, για τα παιδιά της πολιτείας. Για μας ήταν η στέρηση και η ντροπή, που κατακάθονταν νυχτόμερα μες στην καρδιά μας.

   Και για μένα ήταν ακόμα ο πόνος του αυτιού, του καταραμένου διαβολοαυτιού μου. Μόλις έπιαναν τα κρύα, άρχιζε πάλι να πονάει, να με κεντάει από μέσα με κείνες τις σουβλιές του που ήταν προμήνυμα πως θα πρηστεί και θα μάσει, Θεέ μου! Τι κατάρα ήταν αυτή που μ’ είχε βρει από τόσο μικρόν; Ενώ οι συμμαθητές μου χοροπηδούσαν γεμάτοι υγεία, εμένα έπρεπε να με συνοδεύει η μάνα μου στον ασπρομάλλη Παπανικόλα στο χωριό, για να μου δώσει πίσω στο ριζαύτι μια φαρμακερή νυστεριά, ή έπρεπε να με κουβαλάει ο πατέρας μου, εδώ κάτου, στο γιατρό το Βασταρούχα, για να μου κάμει κι εκείνος τα ίδια με τα δικά του εργαλεία. Και περίμενα ώρα ολόκληρη στο φαρμακείο του Κατσαδήμα, ώσπου να μου ετοιμάσει ο ίδιος ή ο βοηθός του κανένα γιατρικό, τίποτε λινοκόκκι[105]. Κι άμα έσπαγε εκείνη η άθλια πληγή, έπρεπε να βάνω βαμπάκια από πάνω, να τυλίγω το κεφάλι μου με την χακένια κουκούλα του θείου, που την είχε φέρει απ’ το μέτωπο. Έτσι πήγαινα στο γυμνάσιο, μ’ αυτήν παρουσιαζόμουν στην τάξη. Είχα πια σιχαθεί τον εαυτό μου! Θα ’θελα να κρυφτώ κάπου για πάντα, αν μπορούσα.

   Δεν έβρισκα άλλο καταφύγιο πιο ανέξοδο, πιο βολικό απ’ τη μελέτη, απ’ το γράψιμο. Κανένας δε μπορούσε να με διώξει από κει, γιατί λίγοι ζήλευαν αυτή τη θέση. Ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα οι μαθητές που ενδιαφέρονταν για τη φιλολογία.

   Πρώτος και καλύτερος ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Γαλάνης. Γιος του μοναδικού στην πόλη οδοντογιατρού, είχε τον τρόπο του αυτός, καλοπερνούσε στο σπίτι του. Διαθέτοντας πάντα λεφτά, δεν περιορίζονταν να ερωτοτροπεί με τους αθηναϊκούς τιμοκαταλόγους, όπως εγώ, αλλά έκανε και παραγγελίες, του έρχονταν κάθε τόσο βιβλία, μυθιστορήματα ή ποιητικές συλλογές. Όποτε τον επισκεπτόμουν στο σπίτι του, σπάνια διαβάζαμε βιβλία του σχολείου. Προτιμούσαμε να ριχτούμε, με ηδονική περιέργεια στη μαγεία των στίχων και στο ξεφύλλισμα των περιοδικών. Ένα χινόπωρο ο Γαλάνης μου έδειξε κάτι στίχους.

-Διάβασε! Ξέρεις τίνος είναι αυτοί;

Δικοί του θα ήταν, αφού τους έγραψε ο ίδιος.

-Όχι. Είναι του Σικελιανού, του Άγγελου Σικελιανού, συνέχισε με μια έκφραση ζωηρή, σαν του κυνηγού όταν πετυχαίνει το στόχο του. Τον βρήκα εγώ ο ίδιος το Σικελιανό στους αρχαίους Δελφούς.

Και βλέποντάς με να τον κοιτάζω μ’ ευπιστία (επειδή ήξερα πως το καλοκαίρι είχε λείψει, πραγματικά, στην Αράχωβα), εξακολούθησε στολίζοντας ολοένα το μύθο του:

-Είναι ψηλός, γαλανομάτης, με μακριά μαλλιά ως τις πλάτες. Βαστάει στο χέρι του μια λύρα σαν τον Απόλλωνα. Αυτούς τους στίχους τους έγραψε στην Κασταλία Πηγή και τους άφησε, τους ξέχασε εκεί. Πήγα να πιω νερό και τους ηύρα. Διάβασε να ιδείς…

-Μα το γράψιμο είναι δικό σου, καημένε Τάκη.

-Μην είσαι κουτός, τους αντέγραψα ύστερα.

Όσο κι αν ήθελα να τον πιστέψω, γιατί μου άρεσαν τα στολισμένα του ψέματα, όμως τα μετρικά λάθη και οι λαθεμένες ρίμες του χειρογράφου δε μου επέτρεπαν να παραδεχτώ πως έτσι γράφουν οι σπουδαίοι ποιητές σαν το Σικελιανό. Μήπως ήταν δικά του και μου το ’κρυβε; Ο Γαλάνης στο τέλος έσκασε στα γέλια, αφήνοντάς με στην αμφιβολία.

-Έλα, θέλεις τώρα να σου δώσω τα «Τραγούδια στο ξέφωτο» του Πάνου Ταγκόπουλου; Κι έψαχνε τάχα στη βιβλιοθήκη του, εκείνη την ωραία με το τζάμι μπροστά. Είχε, αλήθεια, αυτή την περίφημη συλλογή, αυτό το αριστούργημα του έμμετρου λόγου; Πόσο ευτυχισμένος θα ’μουν να το ξεφυλλίσω, να το μάθω απέξω!

-Α, ξέχασα! έλεγε σε λίγο. Δε μου το ’στειλε ακόμα ο Σιδέρης. Άμα μου έρθει το δέμα, θα στο δώσω κι εσένα…

   Με παίδευε πολύ ο συμμαθητής μου, κάποτε με γελούσε κατάμουτρα, για να μου δανείσει ένα φύλλο «Μπουκέτο» ή από κείνα τ’ άλλα τα μαθητικά, «Μυροβόλος Αύρα» και τέτοια, που έβγαιναν από ένα δυο φύλλα στην Αγιά ή στο Σουφλί, στα πέρατα της γης, και που όλα τα λάβαινε εκείνος, γιατί τους έγραφε αμέσως ζητώντας τους να γίνει συνδρομητής ή ανταποκριτής. Εμένα όμως δε μου τα ’δινε, μονάχα μου έδειχνε κάπου κάπου τους τίτλους, ίσα ίσα για να με βάλει στα αίματα. Όπως παλιά με το Νάκο είχαμε τη ζήλια για τους βαθμούς, έτσι και τώρα με το Γαλάνη γεννήθηκε ανάμεσά μας ξεσυνέρια για τη λογοτεχνία, αυτή η ίδια που μας έκανε απ’ την άλλη μεριά παρέα ταχτική.

   Μα κι εγώ δεν άφηνα τον καιρό μου μα πάει χαμένος, ας μην είχα ν’ αγοράσω βιβλία και περιοδικά. Έγραφα μόνος κρυφά και φύλαγα τους στίχους μου σα θησαυρό. Φλογιζόμουν ωστόσο απ’ τη φιλοδοξία να τους τυπώσω πουθενά, όπως γίνονταν με όλους τους ποιητές του κόσμου. Αυτό θα ’ταν η καθιέρωσή μου, η επιβολή της αξίας μου. Τι ωφελούσε να τους μουρμουρίζω μονάχος μου στ’ απόμερα στενά;

 

   Έβγαινε τότε στα Γιάννινα μια εφημερίδα «Ηπειρωτική Ηχώ», διευθυντής Ευθύμιος Τζάλλας. Αυτή είχε μια «φιλολογική στήλη», δηλαδή μια ακρούλα στη μέση της τρίτης σελίδας, όπου δημοσίευε κάθε μέρα στίχους διαφόρων –όχι σαν την «Ήπειρο» που έβανε ποιήματα μονάχα του διευθυντή της, του αχόρταγου του Πελλερέν, ούτε σαν τον άλλον τον «Κήρυκα», που αγνοούσε βάναυσα την ποίηση. Αρχίσαμε λοιπόν να στέλνουμε εκεί, κρυφά ο ένας απ’ τον άλλον, περιμένοντας να ιδούμε την περιπόθητη απάντηση, από κάτω στη φιλολογική αλληλογραφία.

   Την αρχή την είχε κάμει βέβαια ο Γαλάνης. Απ’ αυτόν έμαθα κι εγώ το μονοπάτι, όπου ξεθάρρεψα να προχωρήσω. Έστειλα λοιπόν κι εγώ ένα καινούριο ποίημά μου, το καλύτερο όπως φανταζόμουν, με τον τίτλο «Φεγγάρι». Και περίμενα εναγώνια την απάντηση του άγνωστου κριτή, σε ψευδώνυμο βέβαια, για να γλιτώσω καλού κακού το ρεζιλίκι. Δεν πίστευα ποτέ πως θα εγκριθεί με το πρώτο, αφού έβλεπα για τόσους άλλους ν’ απορρίπτουν τα δικά τους ολοένα. Μα έστω κι ένας καλός λόγος, κάτι θα ’τανε για μένα.

   Μεγάλη δυσκολία ήταν και το πού θα βλέπαμε την εφημερίδα. Ανακαλύψαμε κάποιον δικηγόρο Αβδή ή Αβδίκο, σ’ ένα απόκεντρο στενάκι, που τον ήξερε κάποιος απ’ τον κύκλο μας. Χωνόμασταν λοιπόν στο γραφείο του κλεφτά και ρίχναμε καμιά ματιά στα νέα φύλλα ή τα χώναμε στην τσέπη μας με τρόπο, όταν εκείνος είχε το νου του αλλού, μιλώντας με την αραιή άλλωστε πελατεία του. Αλλά, σα να κατάλαβε τον ύπουλο σκοπό μας, φάνηκε μια δυο φορές βαρύς απέναντί μας, ή φοβηθήκαμε εμείς μη μας ανακαλύψει, κι έτσι δεν τολμούσαμε να περνάμε συχνά όπως πριν. Τότε εγώ βρήκα και μια άλλη πηγή: Το μαγαζί εκείνο του Ζώη Κολιού, όπου δούλευε κι ο χωριανός μου ο Γάκης του Γιάννη Παπά, που λεγόταν πια Παπακώστας. Λάβαιναν κι αυτοί «Ηπειρωτική Ηχώ», δίχως να πληρώνουν βέβαια συνδρομή. Ούτε την άνοιγαν ποτέ να τη διαβάσουν, απασχολημένοι κι οι τρεις τους συνεταίροι να ζυγιάζουν απ’ το ’να και τ’ άλλο που τους ζητούσαν οι μπακάληδες της υπαίθρου. Καταστηματάρχες με τ’ όνομα οι ίδιοι, εφοδίαζαν χοντρικά με είδη ολόκληρα χωριά.

   Έχοντας θάρρος εκεί μέσα απ’ το χωριανό και συγγενή μου, γλιστρούσα αθόρυβα ως το μεγάλο πάγκο, ψάχνοντας με το βλέμμα για το ποθητό φύλλο. Το άνοιγα αμέσως στην τρίτη σελίδα, παραμερίζοντας κοντά σε τίποτε τσουβάλια, για να μην σταματώ την κίνηση, ανυπόμονος ωστόσο να ρουφήξω τους στίχους και τις απαντήσεις. Όπου μια μέρα με μεγάλο χτυποκάρδι διαβάζω: «Φ.Π. Το ποίημά σας εγκρίνεται και θα δημοσιευθεί». Δεν πίστευα τα μάτια μου, πετούσα απ’ τη χαρά μου. Φ.Π. ήταν τα αρχικά του ψευδωνύμου μου. Το ποίημά μου εγκρίθηκε. Τι ευτυχία!

   Πήρα το φύλλο και το φύλαξα σαν κειμήλιο, διαβάζοντάς το και ξαναδιαβάζοντάς το στο δρόμο, σα να ’ταν τα γράμματα από άγνωστη γλώσσα, μαγική. Από κείνη την ημέρα άρχισε ένα γλυκό μαρτύριο για μένα. Σχεδόν είχα παραμελήσει τα μαθήματά μου περιμένοντας με αγωνία τη δημοσίευση. Περνούσα και ξαναπερνούσα απ’ το μπακάλικο του Ζώη Κολιού, ρίχνοντας ματιές παντού, ανάμεσα στα ζύγια και στα ρύζια, για να ξετρυπώσω την εφημερίδα. Ο μεγάλος μου φόβος ήταν μην τη σκίσουν κιόλας, μην τυλίξουν πράματα πριν προφτάσω να τη δω.

   Κι αυτή η ευλογημένη αργούσε να ’ρθεί, σα να το ’καναν επίτηδες για μένα. Χαλούσαν οι δρόμοι απ’ τις βροχές και διακόπτονταν καμιά φορά η συγκοινωνία με τα Γιάννινα. Τότε τα φύλλα έρχονταν από τρία τέσσερα μαζί. Τα πετούσαν όπου τύχει στο μπακάλικο και τρόμαζα, παιδευόμουν να τα βρω. Έσκυβα, χωνόμουν ανάμεσα στα πόδια τους, έκανα σωστές εξερευνήσεις.

-Έλα, πάρ’ τες κι άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας! μου λέει μια μέρα μισοθυμωμένος ο Τσακαγιάννης, ο τρίτος συνέταιρος, πετώντας μου ένα μάτσο χαρτιά.

   Ήταν βέβαια η «Ηπειρωτική Ηχώ», τα καθυστερημένα φύλλα. Τα πήρα μ’ ευλάβεια, φοβισμένος απ’ τον τόνο του αφεντικού, και βγήκα στο δρόμο ξεδιπλώνοντάς τα εκεί που με πονούσε. Και τότε… Θεέ μου! Τι ήταν αυτό; Στις τόσες του Φλεβάρη, σωτήριον έτος 1924, δημοσίευαν το ποίημά μου:

Φεγγάρι μου χλωμό και λυπημένο…

   Ήταν η πρώτη μου φορά που έβλεπα τυπωμένο τ’ όνομά μου. Κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν τότε με το «άριστα» του ενδεικτικού. Ακούς εκεί να μου το βάλουν αμέσως! Και να μη μου διορθώσουν ούτε μια λέξη! Τι καλοί άνθρωποι! Και τι σπουδαία εφημερίδα. «Ηπειρωτική Ηχώ» σου λέει ο άλλος, δεν είναι παίξε γέλασε. Κι αυτός εδώ –κοιτάξτε άνθρωποι, ανοίξτε τα φωτερά σας!- αυτός εδώ είμαι εγώ ολόκληρος, κι ας μη με ξέρει κανένας, κι ας μη μαντεύει κανένας ακόμα πως το άστρινο όνομά μου, το λαμπρό, είμαι ’γώ ο φτωχούλης, ο παραπεταμένος, που το χειμώνα μού τρέχει τ’ αυτί…

   Ναι, μάλιστα, «φεγγάρι μου χλωμό και λυπημένο…», εγώ είμαι που τα ’γραψα αυτά, που κατέβασα τέτοιες εμπνεύσεις απ’ το κεφάλι μου, κι ας μην το περιμένει κανένας από μένα, και τώρα με αναγνωρίζουν οι δημοσιογράφοι στα Γιάννινα, και με βάνουν πλάι στον Άλκη Μυρσίνη και στην Άρτα δεν έχουν είδηση απ’ αυτό, κι ο Νάκος δεν τα καταφέρνει σε τέτοια, και το φεγγάρι ταξιδεύει στα ουράνια, μα εγώ δεν είμαι πια χλωμός και λυπημένος, είμαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος του κόσμου, το παράμορφο[106] αρχοντόπουλο της φαντασίας…

   Έτσι γινήκαμε σιγά σιγά μουστερήδες του γιαννιώτικου φύλλου. Τ’ όνομά μας άρχισε να παίρνει και να δίνει στην «Ηπειρωτική Ηχώ». Κοντά σ’ εμάς έστελναν κι άλλοι από δω, εγκρίνονταν και τα δικά τους κάπου κάπου. Ανοίξαμε αλληλογραφία με τους φιλολογικούς παράγοντες Ιωαννίνων, με το Μιχάλη Πετρόχειλο, με το Βασίλη Βακατάτση. Ανακοινώναμε ο ένας στον άλλο τα υψηλά σχέδιά μας, κάναμε και φιλοφρονήσεις απαραίτητες μεταξύ συναδέλφων. Θεωρούμασταν πια, ο καθένας για τον εαυτό του, μια προσωπικότητα.

   Τέλος, ήρθε κι ένας αντιπρόσωπος της εφημερίδας στην Άρτα, ο διαχειριστής Τσιμογιάννης. Φρόντισε να μας βρει, εμάς τους συνεργάτες του, να πούμε. Θ’ απογοητεύτηκε ο άνθρωπος βλέποντας το ανάστημά μας. Εμείς όμως τον ατενίζαμε σαν ενσάρκωση της δημοσιογραφίας, σαν ιεροφάντη των γραμμάτων! Μας ζήτησε με τρόπο να τον βοηθήσουμε για καμιά συνδρομή (γι’ αυτό άλλωστε είχε έρθει), μα εμείς του απαντήσαμε λυπημένοι πως οι Αρτινοί δεν πληρώνουν για τύπο, «δε νιώθουν από τέχνη».

   Έφυγε ο διαχειριστής και μας άφησε μόνους με τα όνειρά μας. Πιστεύαμε τυφλά σε κάθε τυπωμένο. Θεοποιούσαμε αδίσταχτα τους στιχουργούς. Είχαμε κολλήσει στη λόξα για καλά. Και ζηλεύαμε από μέσα μας τους Γιαννιώτες. Εκεί είχαν εφημερίδες δικές τους, είχαν μεγάλη παρέα. Έβγαζαν και προσκοπικό περιοδικό, οι ευκαιρίες γι’ ανάδειξη ήταν πολλές. Εμείς παρακολουθούσαμε την κίνησή τους από μακριά.

-Είδες; Ήρθε ο Ελιγιά!

   Ναι, αυτός ο σπουδαίος λόγιος, ο πανελλήνιας φήμης Γιοσέφ Ελιγιά, ο συνεργάτης της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας» (για σκέψου τίτλος!), είχε πατήσει το πόδι του στα Γιάννινα. Κι εμείς, που το θέλαμε τόσο, δε μπορούσαμε ούτε να τον ιδούμε καν!

   Εδώ βλέπαμε μονάχα εκείνον τον αγρονόμο ή δασικό –κάτι τέτοιο- με την πράσινη στολή του, με το διάφανο πρόσωπο, με το λυγερό κορμί, που περνούσε ονειροπόλος, μελαγχολικός απ’ τον κεντρικό δρόμο κι ήταν, λέει, φθισικός σαν τον Κρυστάλλη. Στους στίχους που δημοσίευε ακολουθούσε τον Ψυχάρη, τον Πάλλη, έτσι λέγαν∙ έγραφε αβγή την αυγή και δεν έβανε πνεύματα στις λέξεις. Τέλος πάντων είχε όλα τα προσόντα για να ’ναι διάσημος ποιητής, αυτός ο λεπτοκαμωμένος Παπαγεωργίου (με το ψευδώνυμο του σε παρένθεση), που τον ζηλεύαμε ακόμα και για την αρρώστια του.

   Μια μέρα έρχεται ο Γαλάνης τρεχάτος και μας φέρνει το μεγάλο νέο, αχνιστό:

-Το μάθατε; Ήρθε ο Ζαρκιάς!

Ο Στάθης ο Ζαρκιάς; Εδώ στην Άρτα; Κύριε των δυνάμεων! Πώς δε λυπάσαι το φτωχό μας το μυαλό, μην το αποχάσουμε ολότελα, και μας κατεβάζεις τέτοια κεραμίδα; Πατάει τα χώματά μας, αυτό το πνεύμα; Αναπνέει τον ίδιο αέρα μ’ εμάς; Πώς μπορούμε να βαστάξουμε στα καλά καθούμενα τέτοια ευτυχία; Τέτοια θεία δωρεά; Ο Στάθης Ζαρκιάς δεν ήταν μικρό πράμα, δημοσίευε σε αθηναϊκά περιοδικά.

-Αλήθεια, σας λέω, συνέχισε ο Γαλάνης με θέρμη. Είναι στρατιώτης και τον έστειλαν εδώ. Υπηρετεί στα τάγμα των ευζώνων.

   Και δώσ’ του εμείς τρεξίματα, ψαξίματα πάνω στον Αμυντικό στρατώνα, ώσπου ν’ αποδειχτεί πως δεν ήταν τίποτε απ’ αυτά, πως ο ευφάνταστος συμμαθητής μας είχε παίξει ακόμα μια φορά με τον καημό μας, είχε πετάξει μια μικρή σπίθα σε άχυρα έτοιμα να πάρουν φωτιά.

   Δεν άφηνε κανέναν σε ησυχία αυτός ο Γαλάνης. Μια μέρα βλέπουμε στο «Βήμα» άρθρο ολόκληρο του Παλαμά με γράμμα του Γαλάνη προς αυτόν στην αρχή. Ήταν πάλι για τον άφκιαστο τάφο του Κρυστάλλη, για την αιώνια πρόφαση των Αρτινών φιλολογούντων να επικοινωνούν με το σεβάσμιο ποιητή, που βλέπαμε ζωγραφιστόν στα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα». Η νέα επιστολή, που του υπενθύμιζε κλπ. σαν τις προηγούμενες, άρχιζε με την προσφώνηση: «φίλε κ. Παλαμά».

-Δεν ντρέπεσαι, μωρέ Γαλάνη! ξέσπασε ο αυστηρός καθηγητής μας των αρχαίων ελληνικών, ο γερο-Τσούτσινος, απάνω στο μάθημα. Δε ντρέπεσαι να λες φίλο σου έναν Παλαμά; Σαν τα μούτρα σου είναι, μωρέ, ο Παλαμάς; Δε διαβάζεις να ξεστραβωθείς, μόνο πας και γίνεσαι φόρτωμα στους εθνικούς μας λογογράφους;

   Και ξεφύσησε αποδοκιμαστικά, όπως συνήθιζε, ο μπαρμπα-Θεοχάρης, άνθρωπος ιδιόρρυθμος, ακοινώτητος, που έγραφε κι αυτός στίχους, αλλά σε αρχαϊκούς ιάμβους και που αργότερα είχε την αξίωση να τον κάμουν ακαδημαϊκό για ένα έμμετρο θεατρικό του, αλά Βερναρδάκη, τη «Μάχη των Λεύκτρων»…

 

 

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΦΩΤΗ

 

   Τον τρίτο χρόνο φύγαμε απ’ την κυρα-Βαγγελή. Η καλή σπιτονοικοκυρά μας είχε συμπεθερέψει πια με τη Χαρινού τη φουρνάρισσα, παίρνοντας τη θυγατέρα της νύφη στο Σωτήρη, κι έτσι δεν περίσσευε θέση για μας σ’ εκείνη την καμαρούλα που ξέρετε. Είχαμε κιόλας μεγαλώσει λιγάκι, συζητούσαμε δυνατά τώρα, δεχόμασταν κάπου κάπου επισκέψεις, δεν ήμασταν ήσυχοι σαν πρώτα. Έτσι βρήκε αφορμή απ’ το γάμο του γιου της η κυρα-Βαγγελή και δε μας κράτησε άλλο στο σπίτι της. Ήταν και το άλλο: δε μας είχε ανάγκη πια, γιατί ο Σωτήρης άνοιξε δικό του μαγαζάκι.

   Μα κι εμείς δεν κοπιάσαμε πολύ να βρούμε καινούριο σπίτι. Στην γειτονιά, λίγο παραπέρα, μπροστά σ’ ένα πηγάδι, καθόνταν η Παπαφώταινα. Ήταν μια μεσόκοπη, μαυροντυμένη, απ’ τους Μελισσουργούς, που της είχε πεθάνει ο άντρας κι έμεινε με τέσσερα παιδιά. Τ’ αγαπούσε όμως κι ήθελε να τα μάθει γράμματα. Γι’ αυτό είχε διαθέσει το μισό της σπίτι και το νοίκιαζε σε μαθητούδια, προτιμώντας τα Τζουμερκιωτόπουλα, σαν πατριωτάκια της που ήταν.

   Πήγαμε κει, δεν ξέρω με τίνος προξενιά, τέσσεροι όλοι όλοι: ο Νάκος κι εγώ πρώτοι πρώτοι, σαν αρχηγοί πια, με κάποιον αέρα, και μαζί με μας δυο νεόφερτοι χωριανοί της πρώτης γυμνασίου, συγγενικά μας παιδιά. Κοιμόμασταν καταγής πάντα, μα αυτή τη φορά το πάτωμα ήταν σανιδένιο, γιατί το σπίτι βρισκόταν ψηλά κι ήταν η πρώτη φορά που μέναμε σ’ ανώι. Είχε όμως εδώ κι εκεί χαραμάδες, έτσι που ο αέρας περνώντας από κάτω, στο διάδρομο της εισόδου, καθώς ερχόταν απ’ τη χαλασμένη αυλόπορτα, έφτανε συχνά στις αδύνατες πλάτες μας και μας έκανε να ριγούμε κάτω απ’ τις τριμμένες βελέντζες.

   Γραφείο είχαμε κανονικό πια, στο διπλανό μεσοχώρισμα, κι όχι σαν εκείνο το περσινό τραπέζι της κυρα-Βαγγελής, που το ’χαμε χωρίσει σε τέσσερα και καβγαδίζαμε για λίγους πόντους και σκουντιόμασταν κάθε τόσο με τους αγκώνες. Το νέο γραφείο ανήκε στο γιο του σπιτιού (μια τάξη μεγαλύτερη από μας), αλλά στην απουσία του το μεταχειριζόμασταν κι εμείς, είχαμε πάρει αυτή την άδεια σιωπηρά. Ο ίδιος φέρνονταν πάντα ευγενικά μαζί μας, μα χωρίς να ’ναι περήφανος από φυσικού του, πολύ σπάνια μας μιλούσε απευθείας, κι ας καθόμασταν στο ίδιο σπίτι. Από τάξη σε τάξη κρατιόταν κάποια απόσταση και το να παραβείς τον κανόνα θεωρούνταν απρέπεια. Ένας μαθητής της τρίτης, να πούμε –ακολουθώντας αυτή την άγραφη ιεραρχία, ανάλογη μ’ εκείνη που έχουν στο στρατό- φρόντιζε να μην έχει νταραβέρια, τουλάχιστο φανερά, με μικρότερούς του. Αυτό γίνονταν ακόμα κι ανάμεσα σ’ αδέρφια, από φόβο μήπως οι μεγάλοι ξεπέσουν μπροστά στα μάτια των συνταξιωτών[107] τους.

   Απ’ τα παιδιά της Παπαφώταινας ξεχώριζε προπάντων ο πρώτος, που έλειπε στην Αθήνα, φοιτητής. Εμείς δεν είχαμε προφτάσει να τον δούμε στο πρόσωπο, αλλά τον ξέραμε καλά από κάτι έργα των χεριών του. Περίφημα είχαν μείνει στο γυμνάσιό μας τα τετράδια του Τέλη Παπαφώτη. Κρατούσε στον καιρό του σημειώσεις απ’ την παράδοση των καθηγητών (μαθηματικού και φυσικού), μην αφήνοντας να του πάει λέξη χαμένη, συμπληρώνοντας κάποτε κι ο ίδιος. Ήταν πραγματικά ιδιοφυΐα, δαιμόνιο πνεύμα, αυτός ο νεαρός Μελισσουργιώτης, γέννημα χωριού από τετραπέρατους κερατζήδες[108], τσοπαναραίους, καμιά φορά κι αλογοσύρτες. Τα τετράδιά του με την ωραία γραφή τους και τα κόκκινα χαράκια[109] από γύρω, αριστούργημα καλλιγραφίας, κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι σα χειρόγραφα Ευαγγέλια, γιατί τα ζητούσαν απ’ τον αδερφό του κι εκείνος τα ’δινε όπου ήθελε. Μα κοντά στους τελευταίους είχαν να ωφεληθούν και οι τριγυρινοί τους, αντιγράφοντας από τ’ αντιγραμμένα ο ένας με τον άλλον, έτσι όπως την ημέρα της Λαμπρής ανάβουν όλοι τη λαμπάδα τους ο καθένας απ’ το διπλανό του. Έτσι έπαιρναν καλούς βαθμούς απ’ τον αυστηρό καθηγητή, κι όλοι τους λίγο πολύ ευγνωμονούσαν τον προκομμένο μαθητή που έκαμε καλό κι από μακριά.

   Τώρα εκείνος σπούδαζε στην Αθήνα μαθηματικά κι εμείς μέναμε στο σπίτι του, στο ναό της σοφίας. Κι η μάνα του, η τυχερή μεσ’ απ’ όλες τις γυναίκες που τον είχε βυζάξει, μας έπλενε τα ρούχα, εμάς των βρομιάρηδων, για να στέλνει αμέσως τα λίγα λεφτά μας στην πρωτεύουσα, να σπουδάσει ο καλός της, ο ακριβός Αριστοτέλης. Κι εκείνος, δεν του φτάνουν οι αλγεβρικές εξισώσεις κι οι διαφορικοί λογισμοί, που αραδιάζουν στον πίνακα οι αφηρημένοι καθηγητάδες. Παρακολουθεί και στο Αστεροσκοπείο, παίρνει στα χέρια του το τηλεσκόπιο και βυθίζεται στο χάος, μελετάει τα συστήματα των αστέρων, προσπαθώντας ίσως ν’ ανακαλύψει κανέναν πλανήτη, καμιά κουκκίδα τ’ ουρανού, να της δώσει τ’ όνομά του.

   Μα δεν έχει κοντά τη μάνα του να τον κοιτάξει. Κι αυτός ξεχνιέται στα τρελά του ξενύχτια, στ’ όργιο της μελέτης. Αχ, γνοιάσου λίγο και τον εαυτό σου, άμυαλο παιδί των είκοσι χρονών με τη θεία σπίθα, με τη σφραγίδα της σοφίας. Πιε και κανένα γάλα ζεστό –δε σε τρομάζει ο ξερόβηχας; Κοιμήσου και κάνα βράδυ νωρίς, άσε στην άκρη τα βιβλία. Κοίταξε και κανένα ζωντανό πλάσμα, δεν πρόκειται να σου κάμει κακό. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου; Δε λυπάσαι τη μάνα σου; Αχ, αχόρταγε εραστή της επιστήμης! Πέρσι έχασε η μανούλα σου τον άλλον, το μικρό, και τώρα σκίζει τα μάγουλά της για τον πρώτον. Πάει τον ροκάνισε κι αυτόν το ύπουλο σαράκι που θρέφεται με το αίμα της φαμίλιας τους.

-Αχ, Τέλη μου! Αχ, παιδάκι μου! Τι μαχαιριά ήταν ετούτη! Πώς θα βαστάξω η έρμη…

   Και γύρω στη μαυροφόρα κλαιν ο Κώστας ο σγουρομάλλης με το λυπημένο βλέμμα κι η όμορφη Νίτσα η μελαχρινή (σα να μαντεύει κι αυτή το ριζικό της), κι εμείς που ζούμε στο σπίτι του πένθους, με το μαύρο πανί στην εξώπορτα, μας φαίνεται πως ακούμπησε εκεί τα φτερά του το πουλί του θανάτου, ο σκληρός άρπαγας των πρόωρων σοφών.

   Ωστόσο κοιτάζουμε τη δουλειά μας στο μεταξύ∙ ο ξένος πόνος περνούσε ξώπετσα από μας. Και οι μήνες περνούσαν.

   Δεν πονηρευόμασταν ούτε να σηκώσουμε τα μάτια στ’ αντικρινό ντουβάρι, σ’ εκείνο το κοιλιαστό ανώι, όπου κατοικούσε η Τουρκοβασιλική με τ’ όνομα, μια μπαμπόγρια με σακουλιασμένα μάγουλα, που μιλούσε πάντα βραχνά. Οι τοίχοι ήταν κι εδώ βαμμένοι με κόκκινη μπογιά, οι γυναίκες που κάθονταν μέσα ξυπνούσαν αργά και βάφονταν με φκιασίδια μπροστά στο παράθυρο. Ξένοι άντρες μπαίναν εκεί μέσα τη νύχτα ή φεύγαν με τον ήλιο, ρεμπέτηδες στο παρουσιαστικό, ανοίγοντας καβγάδες με την Τουρκοβασιλική, που ξεφώνιζε από πίσω τους με πρόστυχα λόγια.

   Παράξενα πράγματα γίνονταν εκεί μέσα, μα εμείς δεν ξέραμε καθαρά τι συμβαίνει, ούτε ρωτάγαμε ποτέ ο ένας τον άλλον. Οι άλλοι δυο που μέναν μαζί μας, μ’ όλο που ήταν μικρότεροι απ’ το Νάκο κι εμένα, φαίνονταν πιο πονηρεμένοι από μας. Ο ένας είχε αδερφό χωροφύλακα με διετή θητεία, κι εκείνος ερχόταν συχνά ως εμάς ανάμεσα στις βάρδιες που φύλαγε.

-Μωρέ, τι γραμματσούδικα παιδιά που είστ’ εσείς! μας πείραζε, καθώς τυλιγόταν με τη μαντύα του κάτου στα σανίδια. Αφήστε με, μωρέ, να κλείσω λίγο τα μάτια, γιατ’ έχω περεσία, θα πάω σκοπός στις φυλακές…

   Ο αδερφός του με τον άλλον, ίσως επειδή δεν είχαν συνηθίσει ακόμα το κλίμα, όλο είχαν πονοκέφαλο κι όλο τους έπιανε θέρμη. Άφηναν συχνά το μάθημα στη μέση, γιατί δε μπορούσαν να σταθούν απ’ το ρίγος, απ’ την «τρεμντάνα», και γυρίζοντας στο σπίτι τουλουπώνονταν με τη βελεντζούλα, την πίστρωναν[110] γύρω απ’ το κεφάλι και βογγώντας στο πάτωμα περίμεναν να περάσει το κακό. Δεν είχαν εδώ κανέναν δικό τους, ούτε βρίσκονταν καμιά γυναίκα ψυχόπονη να τους βάλει στο μέτωπο πανιά με ξίδι, να τους φύγει η καούρα. Μόνοι τους γιατροπορεύονταν τρώγοντας ξινόροϊδα, από κείνα που είχαν φέρει απ’ το χωριό και νομίζοντας πως μ’ αυτά θα καταπέσει η θέρμη.

   Ο Νάκος είχε την ιδέα πως έκαναν κιόλας τον άρρωστο, για να γλιτώσουν απ’ τα μαθήματα:

-Δεν είδες πως αρρωσταίνουν κάθε δεύτερη μέρα; Με ρωτούσε φιλύποπτα κάνοντας υπαινιγμό για τα μαθηματικά που τύχαιναν τις ίδιες μέρες.

   Προτιμούσαμε να πιστέψουμε αυτό, παρά πως υπόφερναν από ελονοσία, καθώς διαπίστωσε ο σχολίατρος, που δεν ξέρω πώς τον ανακάλυψαν μονάχοι τους. Εμείς, που είχαμε δυο χρόνια στο γυμνάσιο, δεν ξέραμε να υπάρχει τέτοιο πράγμα ανάμεσά μας, ο καλός εκείνος λειτουργός έπαιρνε το μισθό χωρίς να θορυβεί γύρω απ’ τ’ όνομά του.

-Να ιδείς που θα μείνουν απροβίβαστοι, προφήτευε ο Νάκος για τους άλλους δυο, καθώς έγινε κιόλας στο τέλος του χρόνου.

   Δε θέλαμε να δεχτούμε κανένα ελαφρυντικό στην περίπτωσή τους, γιατί κι εμείς είχαμε βέβαια το ίδιο χάλι από μικρά, μα δεν καθίσαμε ποτέ να δημιουργήσουμε ζήτημα, για να λείπουμε απ’ το σχολειό και να παίρνουμε απουσίες. Η ελονοσία έκανε τη δουλειά της κι εμείς τη δική μας.

   Οι άλλοι δυο, απ’ τους ταχτικούς πονοκέφαλους, δεν είχαν όρεξη να διαβάσουν κι όλο βγαίναν στην αγορά. Τραβούσαν κατά την πλατεία, εκεί γύρω απ’ τα χάνια, όπου ξέραν πως έρχονταν γυναίκες απ’ τα χωριά μας κι απλώναν το σαμαροσκούτι ή τίποτε δίμιτο για πούλημα.

-Τι κάθεστε δω μέσα; μας έλεγαν. Ήρθε η Λένη του Λαμπράκη ή δεν ξέρω ποια άλλη απ’ το μαχαλά μας.

   Μα εμείς είχαμε συνηθίσει πια στην ξενιτιά και δε μας έκαναν τόση εντύπωση οι χωριανοί μας. Μας αρκούσε να βλέπουμε τυχαία στο παζάρι τους ξανθομάλληδες Ζαρκαδαίους, που ζούσαν ψηλά στη ράχη του χωριού μας, το μαχαλιώτη μας τον Κίτσο Γιάννη, τον πρατάρη, που όλο τον κουβαλούσαν στα δικαστήρια εξ αιτίας των λιβαδιών και που όταν μας τύχαινε στο δρόμο, έβανε τις φωνές ανεμίζοντας τη λερή του μανίκα:

-Α, ρε ζαλοβαρεμένα[111]! Μάθαταν κάνα σακί γράμματα ή ακόμα; Ήταν ανοιχτόκαρδοι, φιλόξενοι άνθρωποι οι βλάχοι και κάνα Σαββατόβραδο έβγαινα όξω στα κονάκια, όπου είχα δικούς απ’ το μέρος της μάνας μου. Είχαν εκεί τα καλύβια τους ο μπάρμπας μου ο Θύμιος, η θειάκω η Δημήτρω και κάτι πρωτοξάδερφα απ’ τη Φανερωμένη. Έτρωγα καλά εκεί, έπινα γλυκό γάλα και ξαλάφρωνα το μυαλό μου ακούγοντας τα κουδούνια των προβάτων στις ήσυχες πλαγιές. Γυρίζοντας έφερνα και κανένα κομμάτι χλωροτύρι, για να δοκιμάσουν κι οι άλλοι που δεν είχαν συγγενείς κτηνοτρόφους.

   Μα οι άλλοι δυο είχαν περιέργεια να χωθούν στα μυστικά της πολιτείας. Δοκίμαζαν φαγιά που στοίχιζαν ακριβά, κι ας μην είχαν περσότερα από μας. Γεύονταν συχνότερα και το κρέας, την απαγορευμένη τροφή. «Σήμερα έφαγα φρικασέ», σου λέγαν. Τι τους χρωστούσες!

   Ένα μεσημέρι ο Νίκος (αυτός που θα δήλωνε μονιμότητα στο στρατό, θα γίνονταν με χρόνια ανθυπασπιστής, ο πρώτος φυσικά του χωριού μας!) μας έβαλε, το Νάκο κι εμένα και τον τέταρτο συμμαθητή μας, σχεδόν με το στανιό, μέσα στο μπακάλικο του Μπακόλα, όπου σύχναζαν οι κιτρινοπρόσωποι καμπίσιοι με τις ξυπόλυτες γυναίκες τους.

-Βάλε μας από ένα κρασί διάταξε τον υπάλληλο.

   Όταν εκείνος μας έφερε από μια κούπα γεμάτη, εμείς, που δεν είχαμε ξαναπιεί παρά μόνο από καμιά δαχτυλιά, στεκόμασταν τώρα αναποφάσιστοι και μετανιωμένοι.

-Μια και κάτω! δίνει το σύνθημα ο Νίκος αδειάζοντας το μαυροκόκκινο γλυκόγευστο υγρό.

   Δεν είδαμε πότε φτάσαμε κιόλας στο σπίτι, εμείς οι δυο μεγαλύτεροι τουλάχιστο. Έχοντας ακούσει πως με το κρασί μεθάν και κάνουν ζούρλιες, αρχίσαμε να τρέχουμε σχεδόν, για να μην ξεσπάσουμε σε καμιά τρέλα –Θεός φυλάξει! Έφτανε η σπατάλη που είχαμε κάμει.

   Το καθετί που ξοδεύαμε χωρίς να μας είναι απόλυτα χρήσιμο, μας δημιουργούσε κατόπι ιστορίες με τη συνείδησή μας. Η ταχτική του σπιτιού μας, η πατροπαράδοτη οικονομία γινόταν έλεγχος και τύψη, ηθική μας ευθύνη.

   Για να μπορώ να παρακολουθώ τα εβδομαδιαία φύλλα, υποβάλλομουν σε μαρτυρικές, αφάνταστες στερήσεις. Και τιμωρούσα ο ίδιος τον εαυτό μου, αμείλιχτος κριτής του. «Σήμερα –έλεγα μέσα μου- έδωσες μιάμιση δραχμή για το «Μπουκέτο»! Λοιπόν δε θα φας στο μαγερειό ούτε μεσημέρι, ούτε βράδυ. Θα περάσεις με κάνα δυο πορτοκάλια ή με σαρδέλες παστές. Το φαΐ, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει αξία. Τα περιοδικά όμως μένουν, στοιβάζονται σαν τα προικιά». Αργότερα, επειδή δεν τα ’βγαζα πέρα μοναχός μου, κανόνιζα να μου αγοράζει το «Θεατή» -άλλο μεταλλείο- κάποιος συμμαθητής μου απέναντι υπηρεσίας. Μ’ είχε βάλει να του γράψω ένα ποίημα με τ’ όνομά του (καλή αρχή!) που δημοσιεύτηκε σε κατώτερο περιοδικό, τη «Σφαίρα», κι από τότε πλήρωνε τη φιλοδοξία του ή καλύτερα την ευγνωμοσύνη του σε μένα με δραχμές έξι το μήνα, ελπίζοντας πάντα και σε ανανέωση της δικής μου συνεργασίας.  

   Ένα έξοδο γερό έκαμα για έντυπο, κι αυτό θα το θυμάμαι σ’ όλη τη ζωή μου. Ήταν για τα έργα του Κρυστάλλη.

   Εκεί στο βιβλιοπωλείο του Σκαμνέλου, όπου συχνάζαμε εμείς οι φιλότεχνοι και που απορώ πώς μας ανεχόταν ο μαγαζάτορας, αφού δεν είχε καμιά ωφέλεια από μας, βρισκόνταν στο ράφι δυο τόμοι με κόκκινο ξώφυλλο, που ήταν οι στίχοι και τα πεζά του Κώστα Κρυστάλλη, έκδοση Εστίας. Από καιρό το ’χα στο μάτι μου κι όλο έλεγα να τ’ αγοράσω. Αλλά δεν πετύχαινα μαζωμένα λεφτά. Κι οι μήνες περνούσαν, χωρίς να μου λιγοστεύει καθόλου ο πόθος, ούτε και να νοιάζεται κανένας άλλος για τα έργα του άτυχου Κρυστάλλη. Τέλος μια μέρα, που είχα πάρει απ’ το ταμείο το μισθό του πατέρα μου, αποφάσισα να ρωτήσω για τον τύπο, ενώ ήξερα καλά την τιμή:

-Πόσο κάνει κείνο εκεί;

   Ο μακαρίτης (φαντάζομαι) Σκαμνέλος μου ρίχνει μια δύσπιστη ματιά –μονάχα για μελάνη μας είχε μουστερήδες- και κατεβάζει τους δυο τόμους τινάζοντάς τους τη σκόνη:

-Εικοσιπέντε δραχμές, που γράφει απ’ έξω, και δυόμιση προμήθεια, το όλον είκοσι εφτά και μισή.

   Πού βρήκα τη δύναμη να του μετρήσω όλο το ποσό; Με τρεμάμενα δάχτυλα πήρα τον έντυπο θησαυρό κι έφυγα σα να με κυνηγούσαν ερινύες. Για μέρες, για βδομάδες είχα τη συναίσθηση πως κριμάτισα βαριά, πως δε θα ’βρισκα συχώρεση σ’ αυτόν τον κόσμο. Και για να εξιλεωθώ, έκαμα πολυήμερη νηστεία με τις φτηνότερες ελιές που βρίσκονταν στην Άρτα…

 

 

 

 

 



[105] λιναρόσπορος

[106] υπερβολικά όμορφο

[107] συμμαθητών τους

[108] αγωγιάτες

[109] περιθώρια

[110] πιστρώνω: σκεπάζω καλά κάποιον, κυρίως μικρό


[111] ανάποδα

9ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ