ΤΕΛΕΙΟΦΟΙΤΟΙ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

 

   Κοντεύαμε πια να ξεσκολίσουμε απ’ την Άρτα. Και είχαμε πάρει κάποιο θάρρος εμείς τα χωριατόπουλα, δεν ήμασταν φοβισμένα όπως στην αρχή. Βγαίναμε πιο συχνά στο παζάρι, κάναμε και περιπάτους ως έξω στο Γιοφύρι ή στην Κάτω Παναγιά ή πέρα στα Διόδια, εκεί που ετοιμάζονταν από τότε κι έκαναν εράνους και διαλαλούσαν στις εφημερίδες πως θα στήσουν τον ανδριάντα του Κρυστάλλη. Είχε έρθει ένας νομάρχης που ένιωθε, λέει, από τέτοια και φρόντιζε να φκιάσουν τάφο –ύστερ’ από τόσα χρόνια- του ποιητή. Ο Γαλάνης, ο συμμαθητής μου, είχε βρει τρόπο να χώνεται στη Νομαρχία και να μιλάει με τον ίδιο το Νομάρχη. Όλη τους η κουβέντα ήταν για τον τάφο του Κρυστάλλη. Αλλά φρόντιζε να μαθαίνουν γι’ αυτά τα σύρτα φέρτα κι οι καθηγητές, για να μην κάνουν κανένα αστείο και τον απορρίψουν στο τέλος της χρονιάς…

-Μεθαύριο θα στήσουμε τον ξύλινο σταυρό, μας έλεγε φωναχτά στην αυλή του γυμνασίου, εννοώντας με το «θα στήσουμε» τον εαυτό του και το νομάρχη.

   Εκεί δίπλα στην αυλή ήταν ένα παλιό λιοτριβειό και κοιτώντας από μια τρύπα βλέπαμε τ’ άλογα που γυρόφερναν δεμένα, ενώ από μέσα μας ερχόταν η βαριά μυρουδιά απ’ τις ελιές. Μα δε χαζεύαμε πολύ σ’ εκείνη τη θέση, όπως άλλες χρονιές, γιατ’ ήμασταν πια στην τελευταία τάξη κι έπρεπε να κρατάμε τη θέση μας, να μη σχολιάζουν οι μικροί.

   Μας έδειχναν τώρα, μας ήξεραν με τα ονόματά μας, όπως κι εμείς παλιότερα κοιτάζαμε όλο σεβασμό τους πρεσβύτερους αριστούχους: το Στεργιόπουλο, τον Παπαγεωργίου, τον Καρβέλη, το Στέφανο Παπακώστα. Μας φαίνονταν σαν ολυμπιονίκες ευγενικών αγώνων. Και τώρα μελετούσαν το Νάκο, εμένα, τον Κουτσαρίδα, τον Παπαθανασίου, ακόμα και τον Πουρναρά, που ήταν άσος στα μαθηματικά. Ο καθένας μας διακρίνονταν σε καθετί κι όλοι μαζί αποτελούσαμε το καύχημα του γυμνασίου.

   Καθηγητές είχαμε σχεδόν τους ίδιους, γιατί δε γίνονταν συχνές μεταθέσεις εκείνα τα χρόνια. Τι κρίμα όμως που έφυγε από νωρίς εκείνος ο γελούμενος γερο-Χαραλάμπης, γυμνaσιάρχης πια στη Βοστίνα, που μας έλεγε όλο αστεία και εμάς τους δυο έβανε από ένα φωναχτό «ντέτσεμ» (δέκα) στα λατινικά και μας αστειεύονταν μέσα στην τάξη, του Νάκου κι εμένα!

-Η δική σας η Ραψίστα με το χωριό μου τη Ράμια είναι δυο αδρασκελιές. Άμα λαλούν τα κοκόρια μας, τ’ ακούτ’ εσείς στο μαχαλά σας! βεβαίωνε για λογαριασμό μας.

   Τι τιμή, αλήθεια, για μας να γειτονεύουμε τόσο πολύ, έστω και φανταστικά, με την πατρίδα του πάνσοφου καθηγητή μας!

   Οι άλλοι όμως δεν ήταν τόσο ανοιχτόκαρδοι, πατρικοί σαν αυτόν. Ο μαθηματικός, που όλο ξερόβηχε (είχαν πεθάνει δυο αδέρφια του από χτικιό), ανέβαινε αμίλητος στην έδρα και ποτέ δεν τον είδαμε να γελάει. Πάγωνε η καρδιά μας, όταν τον βλέπαμε να τραβάει τον κλήρο. Ήταν ένα τέχνασμά του, να τα βάνουμε με την τύχη και όχι με τον ίδιον, όταν βγαίναμε στο μάθημα. Εμείς όμως το ’χαμε καταλάβει πως η κλήρωση ήταν εικονική, γιατί δε φώναζε, ούτε μας έδειχνε τους αριθμούς, παρά έβγαζε κοιτώντας τον κατάλογο, καθώς και οι άλλοι, που δεν είχαν όμως την υποκρισία να μας ξεγελάν. Μόλις βλέπαμε κάποιον να βγαίνει στον πίνακα, μόνο τότε η καρδιά μας πήγαινε στη θέση της. Ποιος θα μας πληρώσει όμως την τόση ψυχική οδύνη που δοκιμάσαμε απ’ τα μαθηματικά;

   Ήταν όμως κι άνθρωποι που τ’ αγαπούσαν. Αυτοί ξέρανε και παρακάτω, λύνανε και θεωρήματα που δε μας τα ’χαν βάλει ακόμα. Ορθοί, στις γωνίες της αυλής, έδειχναν στους άλλους τη λύση γράφοντας πάνω στους τοίχους ή τα ξώφυλλα των τετραδίων. Αυτοί προορίζονταν για το Πολυτεχνείο ή τη Σχολή των Ευελπίδων. Και συνέχιζαν την παράδοση των Μπλέτσηδων, του Μπαρμπαστάθη, των μαθηματικών της Άρτας. Φήμη προ πάντων είχε στους κύκλους μας ένας Βασίλης Πραματευτής, που ξημεροβραδιάζονταν με τις γεωμετρίες και τους λογαρίθμους, μα που δε μπόρεσε να πετύχει στις εισιτήριες εξετάσεις για μηχανικός τρεις ή τέσσερις φορές που έδινε στην αράδα.

   Πιο πολύ απ’ όλους τους καθηγητές μας παίδευε ο φυσικός. Αυτός συνεργαζόταν στην «Επιστημονική Ηχώ», φορούσε χρυσά γυαλιά και κρατούσε μπαστούνι με λαβή.

-Θα σου φέρω ’γώ ένα μερακλίδικο από βουρβαλιά[112], του υποσχόταν ταχτικά ο πατέρας μου –για να το ξεχάσει όμως…

   Αυτός ποτέ δεν μας εξέταζε απ’ το βιβλίο. Ήθελε να του τα λέμε όπως τα παράδινε ο ίδιος, κι οι παραδόσεις του γίνονταν από ένα χοντρό βιβλίο –φυσική Αθανασιάδου, νομίζω. Μα αυτό το σύγγραμμα δε βρισκόταν στην Άρτα κι έπρεπε ν’ αντιγράφουμε από δυσανάγνωστα, ξεσκισμένα τετράδια που είχαν μείνει από παλιά, ίσως απ’ τη σχολή του μακαρίτη Παπαφώτη. Γραμμένα με μολύβι, δεν έβγαιναν εύκολα κι έδιναν αφορμή σε πλήθος παρανοήσεις. Μπορούσες ν’ απαγγέλλεις ολόκληρη ώρα, σα να διάβαζες αόρατο κείμενο, μα ο αμείλιχτος καθηγητής κάπου θα ’βρισκε να σε σταματήσει:

-Δεν το είπα έτσι εγώ…

   Εννοούσε πως η μεγάλη φυσική, απ’ όπου μελετούσε κι ο ίδιος, μα που δεν είχε καμιά σχέση με το πρόγραμμα του γυμνασίου, δεν το ’χε γραμμένο έτσι «ακριβώς». Ο μαθητής κοκκίνιζε, κιτρίνιζε, μα δε γινόταν τίποτε, αν δεν πετύχαινε τη φράση «ακριβώς». Ο καθηγητής μας ζητούσε να του λέμε το μάθημα παπαγαλίστικα. Μονάχα έτσι ευχαριστιόνταν και κουνούσε το κεφάλι του επιδοκιμαστικά, λέγοντας κάθε τόσο με σιγανή φωνή, σαν κανένας Πάπας στην ακρόασή του:

-Μάλιστα… μάλιστα…

   Για να διαβάζουμε το μάθημά του, διαθέταμε τόσες ώρες όσες για όλα τ’ άλλα μαζί, και πάλι δεν ήμασταν σίγουροι αν είχαμε μάθει καλά τη φυσική ή τη χημεία. Μα τι δευτερεύοντα μαθήματα ήταν αυτά, που δε μας άφηναν καιρό για τίποτ’ άλλο! Κοντεύαμε να σκάσουμε απ’ το κακό μας, αλλά σε ποιον να κάνουμε τα παράπονά μας; Ήταν ένα καθεστώς που μας είχε επιβληθεί τυραννικά και που μονάχα αν τελειώναμε θα γλιτώναμε απ’ αυτό. Θεέ μου, τι μαρτύριο!

   Κάποτε είχε αρρωστήσει ο τακτικός καθηγητής μας και μας έκανε ένας άλλος στη θέση του, απ’ το σχολαρχείο. Τι απλά μας φανήκαν, τι εύκολα και τα πειράματα κι οι θεωρίες! Ο καινούριος μας τα ’λεγε σκέτα, χωρίς πολυλογίες και τα μαθαίναμε αμέσως, τα ξαναλέγαμε κι εμείς «με δικά μας λόγια». Άλλη μια φορά ήρθε ένας μεγάλος επιθεωρητής που αντί να μας εξετάσει, μας δίδαξε το παρακάτω μάθημα. Τι γρήγορα που το καταλάβαμε, τι ικανοποίηση που δοκιμάσαμε κι από κείνον κι απ’ τον εαυτό μας! Μα οι περαστικοί έφυγαν σαν πρόσχαροι μουσαφιραίοι, και μείναμε ξανά με τον στεγνό, τον άπονο καθηγητή μας, που ίσως δε θα ’νιωθε κι ο ίδιος πόσο μας βασάνιζε, σταλάζοντας την έχθρα σε γενιές μαθητών, γιατί θα ’ταν αδύνατο να υπομένει συνειδητά τέτοια ατμόσφαιρα μίσους.

-Άμα τελειώσουμε, θα τον βάλουμε στον τύπο, θα τον καταγγείλουμε στο υπουργείο, θα τον μεταθέσουμε μακριά στις Κυκλάδες! φοβέριζαν μερικοί.

   Αλλά μόλις έπαιρναν το χαρτί και φεύγαν, ξεχνούσαν το θυμό τους, συχωρούσαν και τον καθηγητή, απορροφημένοι από καινούριες φροντίδες, από σκοτούρες δίχως τελειωμό. Δεν είναι απίθανο κιόλας να τον ευγνωμονούσαν ορισμένοι υποψήφιοι για τις στρατιωτικές σχολές, επειδή τους είχε απαλλάξει άθελά του απ’ την υποχρέωση των φροντιστηρίων. Μα εμείς οι άλλοι, τι του χρωστούσαμε εμείς οι άλλοι να μας τυραγνάει, να μας γίνεται εφιάλτης με το μάθημά του και τις φονικές εκείνες –απ’ όλους τους πια- εξετάσεις;

   Ένας άλλος που μας παίδευε, πολύ λιγότερο βέβαια, ήταν ο «μπακαλιάρος», ο θεολόγος μας. Τον λέγαμε έτσι γιατ’ ήταν ξερακιανός, πετσί και κόκαλο, με νεύρα όμως, όλος αντοχή. Συνήθιζε να μας αναφέρει για παράδειγμα τα ονόματα «ο Γιάννης, ο Παύλος, ο Γκίκας». Κι εμείς απορούσαμε γι’ αυτό το τελευταίο, αν βρίσκεται πουθενά άνθρωπος να τον φωνάζουν έτσι. Επειδή είχε μόνο μια ώρα τη βδομάδα, μας έβανε το μάθημά του επίτηδες στο τέλος, για να μας κρατάει το μεσημέρι περισσότερο, μιάμιση ώρα. Βαριόμασταν πολύ, μας έκοβε η πείνα και καμιά φορά σιγοχτυπούσαμε τα πόδια.

-Καλότυχοι και καλοήμεροι! μας έλεγε εκείνος με την ψιλή του φωνή. Μόλις χτυπήσει το κουδούνι, θέλετε να φύγετε. Έτσι θα κερδίσετε τη βασιλεία των ουρανών, που γράφει και το ιερό μας Ευαγγέλιο;

   Είχε πάρει με καλό μάτι έναν φτωχούλη, φουκαρά, κακοντυμένο συμμαθητή μας και του έδειχνε μια σταθερή, ανεξήγητη συμπάθεια. Ό,τι δεν ήξεραν οι άλλοι, περίμενε να το πετύχει αυτός.

-Έλα, θα μας το βρει τώρα ο Γκύζας…

   Και ο δύστυχος ο Γκύζας ήταν υποχρεωμένος να κατεβάσει κατιτί, μια λέξη, μια φράση, κάτι το πρόχειρο και το κοινό, που το περίεργο είναι πως άρεσε πάντα στον καθηγητή, σα να ήταν εκείνο που ίσα ίσα καρτερούσε.

   Είχαμε και τον καθηγητή της γυμναστικής, που ήταν ένας πρώην δημοδιδάσκαλος, έφεδρος των Βαλκανικών Πολέμων. Τη γυμναστική την είχε μάθει στο στρατό, μα βαριόταν να μας την διδάξει κι εμάς ή ίσως σεβόταν τη δική μας απροθυμία. Μας κουβαλούσε στην πλατεία του ρολογιού ή στην άλλη της Αϊ-Θοδώρας κι εκεί σκορπιζόμασταν γύρω στα πεζούλια, διαβάζοντας μαθήματα για τ’ απόγευμα, ενώ ο Κουμπούρας (έτσι τον παραγκωμιάζαμε αυτόν) μάζευε γύρω τους λίγους πιστούς –αυτούς που προορίζονταν από τώρα για ευέλπιδες- και τους εξηγούσε προφορικά τη σημασία των ασκήσεων, αναφέροντας και κάτι αρχαία.

-Τι πα να πει υποκλείδιος χώρα, τον ρωτούσε κανένας πειραχτικά, ενώ τους είχε απαντήσει πολλές φορές πως πρόκειται για τη μασχάλη.

   Μα το μισό χρόνο τύχαινε απάνω στην ώρα του να βρέχει ή να ψιχαλίζει κι έτσι μας χαρίζονταν η γυμναστική, για μεγάλη χαρά ολονών μας, περισσότερο όμως εμένα, που εξακολουθούσα να την αντιπαθώ μαζί με την ωδική, το μάθημα του Μονάντερου με τα χρυσά δόντια.

   Ο μόνος καθηγητής που του είχαν πάρει όλοι τον αέρα, που του έκαναν κάθε τόσο καζούρα, ήταν ο άμοιρος ο «Μήτρος» απ’ το Πέτα. Κάπως ηλικιωμένος πια, με μεγάλα παιδιά, είχε την ατυχία να τα χάσει το ’να κοντά στ’ άλλο, από την ύπουλη αρρώστια που πέθανε κι ο Παπαφώτης, με αποτέλεσμα να τον έχει ζαλίσει το σεκλέτι[113] των θανατικών και να βλέπει τα ξένα παιδιά, όλους εμάς –σα δικά του, μη βρίσκοντας τη δύναμη να τα τιμωρήσει ή να τους βάλει κακούς βαθμούς. Μα πού να φανταστούν οι άταχτοι, οι αναίσθητοι μαθητές προπάντων οι «καμπίσιοι», οι πατριώτες του, τον πόνο του πατέρα, την αφορμή της αδυναμίας του! Δώσ’ του λοιπόν να θορυβούν μες στο μάθημα με κάτι σβούρες ή να πετούν ο ένας στον άλλο χάρτινα κοκόρια και να ξεφωνίζουν άξαφνα, τάχα πως τους χώθηκε από πίσω μια βελόνα απ’ το θρανίο.

-Ησυχία, παιδιά! έλεγε ο Μήτρος, μα κανένας δεν τον άκουε.

   Πολλές φορές αφαιρούνταν κι αυτός, άφηνε το μυαλό του να τρέχει στα πεθαμένα ή άρρωστα παιδιά του, και τότε μερικοί αδιάβαστοι λάβαιναν το θάρρος κι αντίς ιστορία του απάγγελναν το «Πιστεύω» ή το «Πάτερ ημών», δυο τρεις φορές ή κανένα προηγούμενο μάθημα που έτυχε να το θυμούνται.

-Πολύ καλά, διάβασες σήμερα! έλεγε αυτός αφηρημένα, σηκώνοντας το κεφάλι από τις χούφτες του.

   Ήταν καλόκαρδος άνθρωπος, έλεγε ολοένα αστεία και τον είχαν παρεξηγήσει, δεν τον φοβούνταν καθόλου. Μια μέρα ορισμένοι της τετάρτης, θέλοντας να γελάσουν μαζί του, αγόρασαν ένα φίδι με βγαλμένα δόντια, από κείνα που είχε φέρει κάποιος πλανόδιος στην αγορά, το κλείσαν σ’ ένα κουτί και το ’βαλαν μέσα στην τάξη. Το φίδι βγήκε σιγά σιγά και γλίστρησε κάτω απ΄τα πόδια των κοριτσιών. Εκείνες ανήξερες, αμέτοχες στο παιγνίδι έβαλαν τις φωνές, πετάχτηκαν έξω, έτρεξε τρομαγμένος ο γυμνασιάρχης κι έγινε μεγάλο πατιρντί. Μα όπως δε μένει τίποτε κρυφό, έτσι ανακαλύφτηκε κι η συνωμοσία κι αποβλήθηκαν μερικοί, πρώτος πρώτος ο γιος του γυμνασιάρχη, που βρέθηκε πρωταίτιος του κάζου.

   Ο μόνος που μας ευχαριστούσε με τη διδασκαλία του, που σκόρπιζε αλεγρία μπαίνοντας στην τάξη, ήταν ο μακαρίτης ο Νίκο Γιώτης, ο καθηγητής των γαλλικών. Μ’ όλο που οι περισσότεροι δεν τα κατάφερναν στο μάθημά του, αγαπούσαν ωστόσο τον ίδιον, γιατί τους λογάριαζε κι εκείνος, τους φέρονταν σα να ’ταν άντρες πια. Αντί να φοβερίζει άσκοπα, προσπαθούσε να φιλοτιμεί. Μας έλεγε κι ανέκδοτα απ’ τη ζωή του, γιατί είχε φτάσει ως την Παλαιστίνη, εκεί είχε μάθει τα γαλλικά. Και ξεπερνούσε όλους τους συναδέλφους του σε σπιρτάδα, μ’ όλο που δεν είχε πατήσει σε πανεπιστήμιο.

   Έξω στην αγορά τον βλέπαμε συχνά να τριγυρνάει με τους βλάχους, χωριανούς βέβαια ή συγγενείς του, γιατ’ ήταν κι εκείνος από βλαχόσογο. Αυτό άρεσε σ’ εμάς που ’χαμε έρθει απ’ τα βουνά∙ επιτέλους είχαμε στο γυμνάσιο κι έναν απ’ την πατρίδα μας. Είχε μουστάκια ανοιχτοκάστανα και αλυσίδα ρολογιού περασμένη απ’ τις δυο μεριές του γελέκου του. Μαζί με το μάθημά του έκανε και ιστορία, αλλά μόνο στην τετάρτη τάξη. Πού τα ’βρισκε, αλήθεια, και μας τα ’λεγε τόσο ωραία; Φαίνεται πως διάβαζε απ’ την Ιστορία Παπαρηγόπουλου, απ’ αυτό το μυθικό σύγγραμμα, που κάποιος συμμαθητής το ’χε δει κάποτε στη βιβλιοθήκη…

   Εκδρομές σπάνια κάναμε. Οι καθηγητές μας τις βαριόνταν χειρότερα απ’ την παράδοση. Σε μια απ’ αυτές, που έγινε στο διπλανό Πέτα, με απλή μνημόνευση της ιστορικής μάχης, ο Νίκο Γιώτης πιάστηκε στο χορό μαζί με τους μεγάλους τραγουδώντας λεβέντικα, σα βουνίσιος που ήταν.

Ένα νερό, κυρά Βαγγελιώ,

ένα νερό, κρύο νερό…

   Άλλη μια φορά, που κάναμε στο πρωτότυπο το γνωστό ποίημα του Ουγκώ για το χαλασμό της Χίου, ο Γιώτης μας διάβασε και τη μετάφραση του Παλαμά, χωρίς να χαλάσει τα μούτρα του απ’ τη δημοτική του κειμένου. Ήταν κι ο ίδιος μισοδημοτικιστής, ο μόνος απ’ όλο το γυμνάσιο. Ήταν κι ο μόνος που διάβαζε έξω απ’ τα σχολικά, που ένιωθε κάτι από λογοτεχνία, με την οξυδέρκεια του ορεινού, με την έμφυτη καλαισθησία του.

   Μόνο εμείς δεν νιώθαμε τίποτε άλλο παραέξω απ’ τα επίσημα μαθήματά μας κι απ’ την παράνομη ασχολία μας, τη φιλολογία. Μια συμμαθήτριά μας ψιθυρίζονταν πως κάτι έκανε, πως κάτι έπαθε μ’ ένα γείτονά της φοιτητή. Ήταν στρουμπουλή, ροδοκόκκινη, σα γινωμένο ροδάκινο. Μα εμείς δεν είχαμε μάτια να τη δούμε. Και στις μικρότερες τάξεις, άρχισαν κιόλας ν’ αλλάζουν ραβασάκια! Τέτοια σκάρωναν αυτοί που κάπνιζαν τώρα τσιγάρο, που πήγαιναν και στο νεόφερτο κινηματογράφο, σπαταλώντας τα χρήματα των γονιών τους.

   Εμείς εξακολουθούσαμε να διαβάζουμε τριγωνομετρίες και να συζητούμε για τα είδωλά μας.

-Ο Καρκαβίτσας, ο Χατζόπουλος, ο Βιζυηνός…, έλεγε στους μακρινούς μας περιπάτους ο Παπαθανασίου και προφέροντας αυτά τα ονόματα ήταν σα να ’βγαινε γλυκασμός απ’ τα χείλη του.

   Ωστόσο είχε πάρει την απόφασή του εκείνος: θα πήγαινε στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Θα φοιτούσε δωρεάν και θα ’βγαινε γιατρός, τι άλλο; Εκεί ετοιμαζόταν να πάει κι ο άλλος αριστούχος, ο Κουτσαρίδας, που είχε κι αδερφό δημοσιογράφο στην Αθήνα. Οι άλλοι σχεδίαζαν για τη Σχολή Ευελπίδων, για το Διδασκαλείο ή τη Χωροφυλακή∙ μ’ ένα χρόνο έβγαινες τότε δάσκαλος ή νωματάρχης. Πάντως οι στρατιωτικοί κλάδοι είχαν σίγουρο ψωμί, αυτό το ’βλεπαν όλοι. Και τα φτωχά χωριατόπουλα τραβούσαν κοπάδι κατά κει.

   Κι εμείς, εγώ με το Νάκο, πού θα καταλήγαμε πια; Εκείνος είχε κάποια βλέψη για τα νομικά. Θα δέχονταν να τον στείλει ο πατέρας του πέρα; Εκεί είχε κι έναν ξάδελφο, υπάλληλο σε μαγερειό, κάτι μπορούσε να γίνει μ’ αυτόν. Όσο για μένα, πολλά γυρνούσαν στο μυαλό μου. Ο πατέρας προτιμούσε να με κρατήσει κοντά του, κάνοντάς με δάσκαλο, αλλά μπορούσα πια ν’ ανοίξω τα δικά μου φτερά. Τι να ’κανα άλλο στο χωριό;

   Κάποτε ζητούσαν στην Άρτα ένα γραφέα στην Τράπεζα Αθηνών. Κάποιος με παρακίνησε και πήγα να δώσω εξετάσεις. Οι υποψήφιοι ήμασταν τρεις: μια τετραετής του γυμνασίου, ένας τελειόφοιτος της νομικής κι εγώ. Τη μαθήτρια μπορούσα να τη βάλω κάτω, αλλά εκείνον τον ξυλιά τον τριαντάρη, που ήταν και καμπούρης μάλιστα, σημαδεμένος; Ήταν φανερό πως η τύχη δε με προόριζε για δω, μ’ έσπρωχνε αλλού, μακριά, στ’ άγνωστο κι αλαργινό.

   Ήμουν πια ανταποκριτής στην «Ηπειρώτικη Ηχώ» και τα φύλλα μου έρχονταν στο γυμνάσιο φανερά, στ’ όνομά μου. Έστελνα μεταφράσεις στο «Μπουκέτο» κι απ’ την τελευταία σελίδα τις έβαζαν τώρα μέσα, μ’ είχαν προβιβάσει. Τι όμορφα ήταν να γράφει κανένας στα περιοδικά και στις εφημερίδες, να βλέπει τ όνομά του κάτω απ’ το «Νεοελληνική Ποίηση»! Τι σπουδαία ήταν απ’ την άλλη μεριά, ν’ ανεβαίνει κανείς τις σκάλες του γυμνασίου ξεθάρρευτα σα νοικοκύρης και να τον κοιτάν από κάτω με θαυμασμό τόσα μάτια!

   Ω, αν μπορούσε να πετύχει κανείς αυτόν τον περίφημο συνδυασμό, λογοτέχνης και καθηγητής! Ω, αν μπορούσε κανείς να συνδυάσει εργασία και φοίτηση, για να πετύχει και τους δυο τίτλους μαζί! Πώς πρόκοψαν τόσοι άλλοι; Θα πάλευα κι εγώ. Θα σπούδαζα δουλεύοντας. Αυτό ήταν η ανώτερη φιλοδοξία για ένα νέο σαν εμένα. Ένιωθα κιόλα πως είχα γίνει σκλάβος των ονείρων μου, πως είχα δεθεί για πάντα με το ριζικό μου…

                                                                                              

                                                                                                       Παγκράτι 1948

 

Σαν επίλογος

 

ΚΟΝΤΟΣ ΨΑΛΜΟΣ

 

Ήμουν μια σταλιά παιδάκι,

μ’ έλεγεν ο πατέρας Γάκη

και με βλέπαν τοσοδούλη

                                              στο σκολειό με το τσατσούλι.

 

                                                                    Μη ζηλεύοντας τη χάρη

 του τσοπάνου του εξοχάρη,

                                             γράμματα ήθελα να μάθω

 να μην κάνω ούτε ένα λάθο.

 

Πήγα στα Κατσανοχώρια,

            να ’μαι απ’ τους δικούς μου χώρια,

και της Άρτας το γιοφύρι

μ’ είχε χρόνια μουσαφίρη.

 

Το παιδί της Πλατανούσας

 (χωριατόπουλα το νου σας!)

γράμματα ήθελε να μάθει

και κατάντησε στη Βάθη…

 

                                             Μη ρωτάτε παρακάτω,

      ποια ήταν τα καλά υστερνά του.

      Για σπουδάματα όποιος τρέχει,

      διάφορο τη φτώχεια του έχει…

                                                                                       

                                                                                                                   Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

   

 

 

   

 

  

 

 

 

 



[112] είδος θάμνου

[113] βάσανο , θλίψη



Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA