ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΤΑΛΑΡΑ ΤΑ ΛΕΝΕ ΤΑΛΑΡΑ

 

Α’

 

ΟΝΤΙΣ πλασε Θεις τν Οκουμένη,

τ Ληξορι, κα τόσους λλους τόπους,

επε στ νο του: ! τώρα δ μο μένει

πάρι ν πλάσω, γέ μου, κα τσ θρώπους».

Κ κε πο κράταε τν δμ στερνόνε,

τοπε : «Σ νσαι, δάμ, τ ζῶ᾽ τ ζνε!

 

«γουν, νσαι καλύτερος π λα,

νχς τ γάϊδαρο π κάτουθέ σου,

ν θρέφεσαι μπαρμπονι και τριόλα,

ννε λαγκάδες λες δικές σου·

Ο σκύλοι ταπεινο νά σε πακονε,

κα γι σένανε κόττες ν γεννονε».

 

«Βάνω στν ξουσία σου τ σπανάκια,

ν θέλς ν τ κάνς τσιγαρίδι·

γι σένανε φυτεύω απανάκια,

σ ν τρς τ μλο κα τ πίδι.

λα νν τχς χώρις ν κοπιάζς,

κα σ αγαπάω πολύ, γιατ μο μοιάζεις»

 

«Σο χτι στ περιβόλι μου παλάτι

μ᾽ὅσα καλ θεία μου Πρόνοια δίνει·

κα ν τρς τ καλύτερο κομμάτι

χώρις ν σο στοιχίζ να φαρδίνι.

Μ τσι κόλα ζητ σου, κρ δάμ μου,

ν μ γγίξς ποτ τ τάλαρά μου !»

 

«Εν τ ξύλο τς γνώσεως τ χρήματα,

κι ποιος τχει, χει γνσι, εν προκομμένος,

μορφος, χει χίλια προτερήματα,

ενε π λον τν κόσμο παινεμένος,

παντο επιθυμητός... μ εν κα φαρμάκι

πο κάνουν τν ψυχ πηλ χ τ αλάκι».

 

«Μν τ γγίξτε, γιατ θ ν γνωρίσετε

τ βουλιασμ τς θωότητός σας,

κα πλέον δ θ μπορέσετε ν ζήσετε

ετυχισμένοι στν παράδεισο σας.

Τφτειασ Διάολος, κ ενε διαολεμένα.

στε τα κε. Το τχω μαχεμενα»1.

 

Β’

 

να μορφο κα πλούσιο περιβόλι

εχε τότες Θεις ες τν σία,

κα γι ν μν μπαίνουνε ο διαόλοι

ν κάνουνε στ λάχανα ζημία,

μέσ ς τσ φράχτες κε τσ καλαμένιες

εχε στημένες τσάκες σιδερένιες.

 

Μά, καθς ς κα τώρα συνεβαίνει,

κε πο στηομε τσάκες γι ποντίκια,

πο πιάνεται να, κι λλο πάλε μπαίνει,

γιατ μποδιέται τσάκα στ χαλίκια -

τσι κα τότε, μπαίνανε ο διαόλοι

κι φανίζανε τ μαρο περιβόλι.

 

Μι μέρα πο δμ κ ρχόντισσά του

μετρηόντανε ποιός ενε ψηλότερος,

στ πόδια ρθοί, σ μι μηλι ποκάτου,

κα καθένας τους τανε εθυμότερος

ες τν ετυχισμένη μοναξιά τους —

νά! κ νας Διαολάκης μπροστά τους !

 

—«δέλφια, λέει, καλς τ κουβεντιάζετε!

, ετυχισμένοι πο εστεν εδ - πέρα

σ τόσες ηδονές! Μ δ δουλιάζετε . . . . . . . . »

 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 

κάκιωσε τ ντρόϋνο κ σκληρήθηκε

γι το Διαόλου τν ταχτη πράξη·

κι λη κόκκινη Εα το πεκρίθηκε:

—«Γαϊδαράτσε, ποιός σδειξε τ τάξη

ν μπαίνεις δίχως δεια κοτρα-κοτρα;

Μ να παποτσι σπρεπε στ μοτρα!»

 

—«Συμπάθειο, λέει Διάολος, Κυρά μου,

γιατ δν λθα μ κακ σκοπό . . .

Διαβάτης εμαι· πηαίνω στ δουλειά μου

κα βαστάω πραμματεες κα πουλ».

Μόνε σν κουσ Εα πραμματεες,

τκαμε μι χιλιάδα εχαριστίες.

 

Ενε λαφρά, λιγόμυαλη γυνακα,

κα πολ τς ρέσουν τ στολίδια,

κα μόλις π χίλιες βρίσκεις δέκα

ν μν χουν το ντρός τους ντικλείδια,

ν παίρνουν μορφάμορφα παράδες,

ν τσ ξοδεύουνε ς τσ πραμματευτάδες.

 

γ μως δν τ παίρνω στν ψυχή μου

πς Εα εχε ντικλεδι κ τρυπούλευε2.

Τ λέν ο στορικοί μας, κροατή μου,

κα λένε πς Διάολος τ συβούλευε,

κα πς μετατρεμμένος ες σ φεδι

τς πγε μι μέρα τ ντικλεδι.

 

Βέβαια πο πειτ π τόσους αἰῶνες

πο φτειάστηκε Κόσμος, δ μπορε

ν γνωρίζουμε ν ενε πατενες

ν λένε τν λήθεια ο στορικοί.

Μ π τς τωρινς γυνακες κρίνει

κανείς, μπρς - πίσω κα γι κείνη.

 

ς τόσο Διάολος νοιξε τσ κόφφες

κ βγαινε σα στολίζουν τσ Κυράδες —

μεταξωτά, μπατίστες, κρεπά, στόφφες,

βελέτες, μπλόντες, μπρελέτες, μποάδες . . .

Κ Εα πο τβλεπε, τρεμε καρδιά της,

κα σα Χριστ της3 ννε λα δικά της!

 

Σ μι λλη κόφφα εχε μορφα διαμάντια,

πουλι μορφα, δεμένα στο Παρίσι,

κα χωριστ σ λλο κουτί μπριλλάντια

κυματερ σν τ νερ στ βρύση.

Κ Εα, ντις τειδε, σκούζει: «, γέ! τ θέλω!

τ θέλω, μόνε πλήρωνε, δαμιέλο!»

 

Διάολος, ς κ κεις τν παρακίνα·

κι δμ δν εχε, κ σφιγγε τσ πλάτες.

Μ Εα κλαίοντας τλεγε: «Μ εκενα

μ περνς πάντα! Πρόφασες μονάτες.

Πάρε τα, δάμ μου . . . πάρε τα μπιστιο . . .4

Τν γουστο5 πλερώνεις . . . μιο . . . μιο . . . μιο . . .

 

Τ δάκρυα κει τς Εας σουρώνανε6

μέσ στν καρδι το δμ κα τν νοίγανε·

πο, ζαχαροφτιασμένος, τν λυώνανε,

τν στενοχωρούσανε, τν πνίγανε.

Κα λέει: «Κακ πο μορτε το φτωχο!

ς γέν, γ μου, τοτο τ μπιστιο».

 

Τ μπιστιο γινε κόλες, κ μετρήθηκε

κα τοτο μεταξ στ εφτ μυστήρια,

γιατ απ τν μέρα πο τ ντύθηκε,

κουε πίσω θ δμ κλαμπανιστήρια,

σν το σκύλου, ντις τχουν τ παιδι

λάτινο γγει δεμένο στν ρά.

 

 

Γ’

 

Μ λθε κι γουστος, ποταν διορία,

 κ λθε κι Διάολος στν δμ μαζί του.

Μ γουστος σ μεγάλη δυστυχία,

κι Διάολος ζητάει τν πληρωμή του.

Γι πρώτη φορ τότε κεις Διάολος

φάνηκε το Αδμ ασθητς Διάολος.

 

Κράζει τν Εα κι ρχινάει τ γκρίνα·

κ γκρίνιαζε τ ντρόϋνο νάμεσό του

κ τρωγότουν πουλι πάρι να μνα —

ντις διαλέει καιρ γι τ σκοπό του

Διάολος, κι λλάζοντας μορφή,

λθε κ ηρε τν Εα μοναχή.

 

— «Εα μου, λέει, σ βλέπω πικραμένη,

και με λυπάει πολύ, πο Θες τ ξέρει,

γιατ ς κ εσύ σαι καλομαθημένη

κ θελες πάντα τάλαρα στ χέρι.

Μ πομονή, Κυρά μου, κα θυμήσου

πς ες τ χρεία δν εσαι μοναχή σου».

 

«Εν τόσοι πο περσσότερο π σ

χουνε χρεία στν κόσμο γιά να – γι λλο,

κα πο οτε σ νειρο εδανε ποτ

τ πλοτι τ δικό σας τ μεγάλο.

Μ ντρας σου δ θέλει ν ξοδέ . . .

Κάνει καλά . . . ενε φρόνιμος . . . σωρεύει . . .

 

—«Πλοτι! λέ Εα· ξω κι μο λς

γι κει πο Θεις βασταίνει κλειδωμένα,

Μ κενα ενε δικά του». — «Μπ! ντροπές!

Διάολος λέει, «κενα ενε γι σένα·

οτε Θεις επε διαφορετικά,

μόνε τν καταλάβετε κακά».

 

« Θεις δν χει χρει γι παράδες,