ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

1

 

    Σε λίγες μέρες ο κυρ-Σταύρος πήγε στη χώρα, για να ξεσηκώσει το Γιώργη και να τόνε πάει στο χωριό. Γιόμισε κι ένα σακούλι άγουρα καρύδια για γλυκό. Είναι γνωστό πως δε μπορεί χωριάτης να μπει σε χωραΐτικο σπίτι με χέρια αδειανά κι ο κυρ-Σταύρος θυμότανε τον τσουχτερό λόγο της κουμπάρας του, μια φορά που είχε πάει χωρίς πεσκέσι:

    - Δεν έσκυβες, σαν περνούσες από τον ξεροπόταμο, να σηκώσεις μιαν πέτρα να μας τήνε φέρεις;

    Αλήθεια, οι χωραΐτες σα δέχονται χωριάτες, τους κοιτάνε στα χέρια να δουν το πεσκέσι και στα πόδια μη κι είναι λασπωμένα.

    - Σκούπισε, να χαρείς, καλά… σκούπισε, να χαρείς καλά τα πόδια σου!

    Τους δίνουν μια καρέκλα να καθίσουν στην είσοδο ή τους μπάζουνε στην κουζίνα. Δείχνουν μεγάλο ενδιαφέρο για την παραγωγή των περβολιών τους κι εκφράζουν πάντα ελπίδες πως θα πάνε το ερχόμενο καλοκαίρι στο χωριό τους, για να δοκιμάσουν τη φιλοξενία τους.

    - Καλώς να κοπιάσετε.

    - Ναι, ευχαρίστως, α μπορέσουμε να ξεκολλήσουμε από δω, θα σας έλθουμε. Έχετε το λόγο μου.

    Και μιλάν μ’ ένα τρόπο, σα να υπόσκουνται και όχι να δέχονται φιλοξενία! Ρωτάν αν είναι καθαρό το σπίτι τους, αν γεννούν αυγά οι κότες τους κι αν είναι φιλόξενο το χωριό τους! Τέλος τρατέρνουν ένα γλυκό του κουταλιού κι … όξω από την πόρτα!

 

 

    Όταν ο κυρ-Στράτος πήγε στους κουμπάρους του, τόνε μπάσανε στην κουζίνα. Ήταν εκεί κι ο κ. Παρίσης, ο κουμπάρος του, και νιβότανε στο νεροχύτη – συνήθεια   που την είχε απ’ το χωριό του, όντας νιβότανε στην κάνουλα της βρύσης, και την εξασκούσε ελεύτερα, γιατί η κ. Πολυξένη, είτε για να μη της λερώσει το λαβομάνο της κρεβατοκάμαρας, είτε γιατί δε φοβότανε να βαραίνουν στην υπόληψη του σπιτιού οι χωριατιές, όταν γίνουνται στην κουζίνα, δεν του εναντιώνουνταν.

    Ο κ. Παρίσης άνοιξε τα μάτια του γιομάτα σαπουνάδα και καλωσόρισε τον κουμπάρο του.

    - Βλέπεις τι ώρα ξυπνάμε εμείς οι κύριοι καζινιέρηδες;

    - Ε τι να κάνετε, η δουλειά σας το έχει…

    Ο κ. Γρηγόριος Παρίσης είχε το μοναδικό καζίνο στο Β… Ήταν από το ίδιο δροσόλουστο χωριό που ήταν κι ο κυρ-Σταύρος. Είχε φύγει πολύ νέος στην Αθήνα κι εργάστη γκαρσόν σ’ ένα από τους υπόγειους παραδείσους που είχαν πρωτανοίξει τότες. Κατόπι πήγε στο Παρίσι κι εδούλεψε τέσσερα χρόνια στην ίδια δουλειά σ’ ένα από τα καζίνα της Μονμάρτης κι εγύρισε στην Αθήνα με τη φιλοδοξία να διοργανώσει ένα καφέ κονσέρ κατά το παρισινό σύστημα. Όμως, όταν έφτασε στην Αθήνα, είδε με μεγάλη του απογοήτεψη πως μερικά από τα καφέ αμάν δεν τόνε περίμεναν, για να τ’ ανεβάσει από τα υπόγεια σε ισόγεια και ανώτερα μαγαζιά και όλα – πράμα που το θεώρησε πολύ αυθαίρετα – μετονομάστηκαν «καζίνα» και «κονσέρτα». Βλέποντας λοιπόν ότι υπήρχε στην Αθήνα επιτομή του παριζιάνικου καζίνου και μάλιστα εις πλείστας εκδόσεις, αποφάσισε να πάει στο Β… και να εφαρμόσει εκεί το σκέδιό του. Αγκάζαρε μερικές αρτίστες, μερικούς μουσικούς – τα χοντρά ποτήρια που δείχνοντας πως παίρνουν πολύ πιοτό γιομίζουν με μια γουλιά τα είχε φέρει μαζί του από το Παρίσι –κι έτσι δε του χρειάζονταν παρά η απαραίτητη «συνέταιρος» που έπρεπε να ήταν μια κουρασμένη αρτίστα, κωλοπετσωμένη – ζώον πολύ σπάνιο εκείνη την εποχή στην Αθήνα – για να παίζει στα δάχτυλά της τις «γυναίκες». Ήταν απελπισμένος που δε σκέφτηκε να φέρει μαζί του το φτηνό αυτό είδος στο Παρίσι – εισαγόμενον μάλιστα εν Ελλάδι άνευ τελωνειακών τελών, ώσπου συνάντησε την Πόπη, νέα τετραπέρατη, που κρατούσε «αθέατη» τα νήματα εργασίας της ίδιας ρίζας μα διαφορετικού κλάδου εκείνου που ήθελε να καλλιεργήσει ο νέος Γρηγόριος στην επαρχιακή πόλη.

    Ενοίκιασαν ένα ευρύχωρο καφενείο στην προκυμαία με απάνωθέ του πάτωμα, που είχε είσοδο από τον πίσω δρόμο. Επίπλωσαν το σπίτι, έστησαν στο καφενείο πάλκο, καμαρίνια, παραβάν και μια στριφτή σκάλα, κρυφή, πίσω από τα καμαρίνια, ανέβαζε απάνω –που είχε κρεμαστεί κιόλα η επιγραφή «Pension». Όταν τους επισκέφτηκε ο αστυνόμος και τους εδήλωσε πως δε θα τους επιτρέπονταν ν’ ανοίξουν κανένα από κείνα τα περίφημα τα …, του δείξανε την εφημερίδα που ‘γραφε πως «ο ρέκτης κ. Γρηγόριος Παρίσης άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων ήνοιγε Μέγα Καζίνο με την υπόσχεση να κάμει το Β…, το Μόντε Κάρλο της Ελλάδος!» Μα ο αστυνόμος τους εδήλωσε κατηγορηματικότατα πως δεν τους επιτρέπονταν να κάνουν το Β… Μόντε Κάρλο, πριν υποβάλουν στην έγκριση της αστυνομίας τα σκέδιά τους μέχρι των μικρότερων λεπτομερειών. Ο κ. Γρηγόριος κι η Πόπη αναγκαστήκανε, πριν υποβάλουν τα σκέδιά τους, να τα ψαλιδίσουν αρκετά και με το αμείλιχτο ξανακλάδεμα του αστυνόμου δεν υπήρχε πια εις την επιχείρηση τούτη «ρόλος δράσεως» για την κ. Πόπη. Τότες ξαναπήρε το βαφτιστικό της όνομα, Πολυξένη, εκαθάρισε τα μαλλιά της από το οξυζενέ κι από κατάξανθη έγινε καστανή, άλλαξε το μυρωδικό που μεταχειρίζονταν κι επειδή ήτανε πάντοτε προφυλαχτική και το ευκολότριφτο παξιμάδι, η υπόληψή της, δεν είχε πολυτριφτεί στην παλιά της δουλειά και στην νέαν απόπειρα, της έφτασε αυτή η πρόχειρη μεταμόρφωση για να περάσει για Κυρία!

 

 

2

 

    Μπήκε στην κουζίνα η κυρία Πολυξένη, βαριά σα μια παλιά μαούνα που μπαίνει σε στενό μέρος του λιμανιού. Καλωσόρισε τον κυρ-Σταύρο και πήρε το σακούλι με το πεσκέσι.

    - Τι είναι; Καρυδάκια για γλυκό; Α, μπράβο! Πώς πάνε τα περβόλια;

    - Δόξα σοι ο Θεός…

    Είχε τα παρδαλά της μαλλιά τυλιγμένα σε χαρτάκια, για να γίνουνε κατσαρά. Τώρα π’ ασπρίσανε, φαινόντουσαν τα σημάδια των λογής βαφών που μεταχειρίζονταν στα νιάτα της, γιατί ο κ. Γρηγόριος δεν της επέτρεπε να τα βάψει.

    Από τον καιρό που τήνε στεφανώθη, για να νομιμοποιήσει τα παιδιά του, έγινε πολύ παράξενος και αυστηρός για μερικά ζητήματα.

    Ήξερε πως η παλιά διαγωγή και οι παλιές τάσεις, που για τον ένα ή για τον άλλο λόγο θαφτήκανε πεθαμένες ή μισοζώντανες μέσα στην ψυχή και στο μυαλό, βρικολακιάζουν.

    Αυτή τη στιγμή ακούεται το πιάνο. Είναι η Μαρή, η κόρη του, και παίζει το Matchiche[1]. Είναι μια ευτυχισμένη σύμπτωση και θα δούμε ως πού φτάνει ο τρόμος του γνοιασμένου πατέρα! Στέκει με το προσόψι στο χέρι. Κοιτάει φοβερά την κ. Πολυξένη.

    - Τι ‘ναι το που παίζει; Ωραία! Το Matchiche! Κι εσύ ξέρεις απάνω κάτω τι λογής χορός είναι το Matchiche!

    - Μα… δε χορεύει, Γρηγόριέ μου, το παιδί. Παίζει μονάχα το κομμάτι αυτό που ‘ναι της μόδας.

    - Τι σημαίνει! Άκου, άκου.. Είναι η φιγούρα που η Μινιονέτη κι ο καβαλιέρος της χτυπάν τα πισωμέρια τους. Άκου, άκου…

    Κάθε νότα που χτυπούσε, ξυπνούσε στο νου του κι από ‘να κούνημα της χορεύτριας του πάλκου.

    - Βρώμες! Βρώμες!

    Έπαψε μια στιγμή το πιάνο και ξανακούστηκε αμέσως παίζοντας μια μαζούρκα.

    - Ωραία! Le garçon et la fillette[2]! Φτου, φτου! Δεν ξέρεις, μωρή, τη διφορούμενη έννοια αυτουνού του τραγουδιού;

    - Μα τι έπαθες, Γρηγόριέ μου; Το παιδί δεν τραγουδά ούτε είναι λόγια στο κομμάτι. Είναι μια νέα μαζούρκα.

    - Τι σημαίνει; Άκου, άκου! «Tire, tire, tire ma fleur d’orange, tire, tire, tire tout ce que tu voudras»[3].

    Ο κυρ-Σταύρος ρώτησε την κ. Πολυξένη:

    - Πού ‘ναι το παιδί μου, κυρά κουμπάρα;

    - Φώναξε το Γιώργη, μωρή, είπε στην υπηρέτρια. Πού είναι; Σε κανένα ντιβάνι με το βιβλίο, πού θέλεις να είναι.

    Η υπηρέτρια πήγε στην πόρτα κι έριξε μια φωνή:

    - Ρομαντικέ, ρομαντικέ! Κι έτρεξε στο τζάκι που ξεχειλούσε ο καφές.

    Ο κυρ-Σταύρος αναρωτήθη: «Ρομαντικό;» Τι είναι τούτο πάλι; Κανένα καινούριο παρατσούκλι;

 

 

3

 

    Μια νύχτα, λίγες μέρες πριν, ήταν στη σάλα ξένοι κι ο κ. Αντρέας, ο νέος «μέλλων μνηστήρ» της Μαρής. Μιλούσανε περί τέχνης κι ο κ. Αντρέας σηκώθη να πάρει από τη διπλανή κάμαρη το άλμπουμ με τα καρτ-ποστάλ, για να δείξει μια σειρά καρτ-ποστάλ παριστάνοντας «μίαν νέαν καθημένην εις το μπαλκόνι, παρακολουθούσαν την εξέλιξιν της σελήνης, η οποία βαθμηδόν από τη μια κάρτα ως την άλλην, παίρνει την μορφήν του απόντος μνηστήρος!» πολύ επιτυχημένα, καθώς έλεγε, που του έκαμαν εντύπωση «προπάντων ως θέμα.» Όταν μπήκε, είδε το Γιώργη που καθόταν εκεί αντίκρυ στο παράθυρο, ανοιχτό προς το φεγγάρι.

    - Τι κάνεις αυτού; Γιατί κάθεσαι σκοτεινά;

    - Μ’ αρέσει, δουλειά δεν έχω, ρεμβάζω…

    Ο κ. Αντρέας το βρήκε πολύ αστείο, ξέχασε τα επιτυχημένα καρτ-ποστάλ και γύρισε στη σάλα γελώντας.

    - Δεν ξέρετε, είναι το Στραβόξυλο μέσα, σκοτεινά. Τον αρώτησα και μου ‘πε: «Ρεμβάζω»!

    Λιγωθήκανε στα γέλια και του φωνάξανε να ‘ρθει να τους ξηγήσει τι έκανε. Δεν έρχονταν και σηκώθη ο μικρότερος γιος της κ. Πολυξένης, ένα μοχτηρό παιδί δεκατριώ χρονώ, και τόνε τράβηξε μέσα.

    Όταν τόνε παράτησε στη μέση της σάλας, έκανε την ωραιότερη ανθρώπινη χειρονομία. Ανατίναξε το κορμί του, σαν τον κύκνο που, ως ελευτερωθεί από τα χέρια που το σκλάβωσαν για λίγο, τινάζει τα φτερά του και τεντώνει το λαιμό του, για να σιαχτεί από το τσαλάκωμα. Αυτό έκανε εντύπωση αυθάδειας.

    - Μην είσαι αυθάδης, του φώναξε με συγκρατημένο θυμό η κ. Πολυξένη.

    - Τι έκανα;

    - Να μην αυθαδιάζεις.

    - Έλα να μας πεις τι έκανες μέσα, του είπε η Μαρή, η δεσποσύνη Μαρή.

    - Ερέμβαζα.΄

Όλοι διπλώθηκαν από τα γέλια, ακόμη και το δεκατριέτικο μοχτηρό παιδί.

    - Είναι κακό; εμουρμούρησε. Είναι παράξενο;

    - Όχι, παιδί μου, είπε ο Αντρέας βλέποντας λιγωμένα τη Μαρή. Αν ήταν κακό, εγώ θα ήμουνα για κρέμασμα που δεν κάνω άλλο απ’ αυτό, μα έλα να μας πεις πώς ερέμβαζες.

Ο Γιώργης δε μιλούσε.

    Εκεί πλάι του, στη μέση της σάλας, σ’ ένα τραπεζάκι ήταν ένα μακρόστενο βάζο με δυο λούλουδα. Το ένα ήταν ένας κόκκινος κρίνος που τον κρατούσε η νονά του το πρωί και τον στριφογύριζε στα δάχτυλά της μαραμένον, το άλλο ήταν ένα νερόκρινο που το ‘φερε τ’ απόγεμα ο νονός του απ’ όξω.

Η Μαρή είπε:

    - Κοιτάτε, δεν έχει γραμμή et les gestes[4] de l’ Aiglon[5];

    - Καημένη Μαρή, έκανε ο Μενέλαος, ο μεγάλος γιος της κυρίας Παρίση, γιομάτος φτόνο, επαναλαμβάνεις εκείνο που ‘πε ο Ματράς, ενώ ξέρεις καλά πως το ‘πε μόνο και μόνο για ν’ αναφέρει τη Σάρα Μπερνάρ και τον καιρό που έπαιζε μαζί της.

    - Όχι, είδα και εικόνες του Duc de Reichstadt και μοιάζει… προπάντων η γραμμή του, όταν κάθεται…

    - Όχι, ο Franz εισέρχεται με περιβολή ιππασίας, με το μαστίγιον εις την χείρα, πολύ κομψός, με άνθος εις την κομβιοδόχην και σ’ όλη την πρώτην πράξη δε μειδιά ποτέ, είπε ένας από τους ξένους, που κάθε φορά που μιλούσε για τον εαυτό του έλεγε «ημείς οι διανοούμενοι», σα ν’ αποστήθιζε το σκετικό σκηνικό του Ροστάν σε μετάφραση.

     Στην έκφραση όμως, πρόστεσε με spleen καθώς ήταν εκείνο τον καιρό της μόδας στους κύκλους των λογίων, στην έκφραση και καθώς πολύ σωστά παρετήρησε η δεσποινίς Μαρή, στη γραμμή και στη χειρονομία μοιάζει με το Βασιλέα της Ρώμης ή μάλλον με τη Σάρα Μπερνάρ, όταν τον υποδύεται… Α, j’ ai vu la divine Sarah dans l’ Aiglon[6]! Τι μαλακή χειρονομία, τι ρευστότητα γραμμής και το σπάσιμο των χειλιών… ολόκληρη έκφραση!   

    Πήρε φόρα ο διανοούμενος, ξέχασε τη μόδα κι απάγγειλε και στίχους στο πρωτότυπο: «Courage enfant déchu dune race divine,

                         Tu portes sur ton front ta superbe origine

                         Tout homme en te voyant…»[7]

    - Cest bien. Cela suffit[8]! διέκοψε η κυρία Παρίση κάνοντας πως θα του φουσκώσουν το μυαλό μ’ αυτά.

    Μα το παιδί ούτε έδωσε προσοχή. Έβλεπε τα δυο κρίνα που είχανε τα κοτσάνια σφιγμένα στο ίδιο γυαλί, μα το κόκκινο στυλώνονταν εκστατικά, μόλο που ‘τανε λίγο μαραμένο ακόμα προς το γλόμπο της κρεμαστής λάμπας προς το ταβάνι: «Ω, τον ήλιο του μεσημεριού, ω της νύχτας ο ουρανός» και το νερόκρινο έγερνε προς το μαύρο λουστράτο τραπέζι που το αντανακλούσε: «Ω η επιφάνεια της λιμνούλας, ω ο βυθός!»

    - Πραγματικώς, αυτό το παιδί θυμίζει πολύ τη Σάρα στο «Aiglon», εβεβαίωσε τον εαυτό του ο διανοοούμενος.

Ο κ. Αντρέας έδεσε το κομμένο νήμα.

    - Να μας ξηγήσεις. Ερέμβαζες μα πώς ερέμβαζες;

Ο Γιώργης δεν απαντούσε. Ούτε που τον ενοχλούσε η επιμονή του κ. Αντρέα. Έβλεπε τόσα πράγματα, βλέποντας τα δυο κρίνα κι εσκέφτονταν:  

    - Γίνεται τραγούδι. Ένας που ξέρει να γράφει μπορεί να το κάνει τραγούδι.

    - Να μας ορίσεις, είπε η δεσποσύνη Μαρή, πώς ερέμβαζες. Είσαι ανόητος.

Κι αρώτησε το μικρόν αδερφό της:

    - Νόλλη, σε ρωτώ τι κάνεις και μου λες «τρώγω». Σε ξαναρωτώ: «Πώς τρώγεις;» Τι θα μου απαντήσεις;

    - Πρόσεξε, είπε ο κ. Παρίσης γουρλώνοντας τα μάτια του.

    - Καθήμενος, απάντησε ο μικρός αμέσως μα βλέποντας την απογοήτεψη στα μάτια του πατέρα. Μασάω, εδιόρθωσε.

    - Μπράβο! Σε ξαναρωτώ τι κάνεις και μου λες :«πίνω» και πάλι σ’ αρωτώ: «Νόλλη, πώς πίνεις;»

    - Ρουφάω, καταπίνω, εγρύλισε το μοχτηρό παιδί.

Όλοι χειροκροτήσανε.

    - Να, έξυπνο παιδί, είπε η μάνα. Εσύ, βλάκα, πες πώς ερέμβαζες.

    Ο Γιώργης σωπούσε. Χαμογέλασε και σήκωσε τον ώμο του. Σ’ άλλη περίσταση ο Μενέλαος θα χαλούσε τον κόσμο από τις φωνές και τις βρισιές. Γιατί κάνεις αυτό; Από περηφάνια, σαν περιφρόνηση… Σα να λες «εγώ είμαι κατιτίς και σεις είστε τιποτένιοι!» Τώρα ενδιαφέρονταν και τούτος να μάθει. Όλοι που τόνε στενοχωρούσαν στην αρχή γι’ αστείο κι ύστερα από πείσμα, σιγά σιγά αρχίσανε ν’ αμφιβάλλουν α θα μπορούσαν να εκφράσουν τι είναι ρεμβασμός κι ο καθένας ήθελε ν’ ακούσει από το παιδί ένα ορισμό. Ήξεραν όλοι πως ο Γιώργης όριζε τα πράματα «λίγο παράξενα, μα τέλεια».

    - Αφήστε τόνε, αδερφέ. Μηρυκάζονταν, είπε ο διανοούμενος.

Ο Γιώργης τον ανάβλεψε. Όλοι άρχισαν να γελούν.

    - Μηρυκάζονταν! Χα, χα, χα! Μηρυκάζονταν!

    - Δεν καταλάβανε! σκέφτηκε ο Γιώργης.

    Από τότες τον φωνάζανε «ρομαντικό» χωρίς να ξεχάσουν και τ’ άλλα του παρατσούκλια: ο Γιώργης ο χωριάτης και το Στραβόξυλο, κι η δεσποσύνη Μαρή, όταν ο κύριος Μενέλαος δεν ήταν μπροστά, του φώναζε με τη σειρά τους, όλους τους τίτλους του γιου του Ναπολέοντα.

 

 

4

 

    Η δούλα εσέρβιρε τον καφέ. Η κ. Πολυξένη άδειαζε το σακούλι με τα καρυδάκια.

    - Κάτσ’ εδώ, είπε στον άντρα της, κάτσ’ εδώ να πάρεις τον καφέ σου με τον κουμπάρο.

Μπήκε η Μαρή.

    - Το μασκαρά! Ελάτε να χαρείτε. Κάτι πόζες που παίρνει, μια γραμμή που την έχει! Ελάτε να χαρείτε, να τόνε δείτε. Κάθεται και βλέπει αντίκρυ τον ταμπουρά και κάνει σα να τόνε κρατά και παίζει και σιγοτραγουδά. Ελάτε να δείτε. Να χαρείς, μαμά μου, μη τόνε μαλώσεις. Σιγά σιγά, σιγά σιγά…

    Ακολουθήσανε όλοι τη Μαρή κι ο κυρ-Σταύρος κι η Αντριάνα ακόμη, η υπηρέτρια, παράτησε το γάλα στη φωτιά κι ακολούθησε τελευταία της ουράς. Ανεβαίνοντας αλαφροπάτητα τη σκάλα και συγκρατώντας την αναπνοή τους, τους έπιασε «ο παλμός της προσδοκίας» και τους γεννήθηκε η περιέργεια. Σκύψανε, πέσανε στη σκάλα η Μαρή, η κυρία Πολυξένη, ο κύριος Παρίσης, ο κυρ-Σταύρος κι η Αντριάνα και σα μολυντήρια[9] σήκωσαν το κεφάλι κι είδαν το Γιώργη:

    Ήτανε καθισμένος βαθιά σ’ ένα φαρδύ καναπέ με το κεφάλι γυρμένο πίσω, τόσο πολύ που τσιτώνονταν το δέρμα του λαιμού του και γυάλιζε σα φίλντισι. Έτσι γλιστρούσε σιγά σιγά στην κόχη του καναπέ, ώσπου πάτησε κι εσηκώθη με μεγάλη προφύλαξη προσπαθώντας να ισορροπήσει στα μάγουλά του δυο δροσομαργαριτάρια. Το κορμί του έπαιρνε όλους τους σερπετούς ελιγμούς της ωραίας γιαπωνέζας ακροβάτισσας που κρατά σε ισορροπία στα μάγουλά της δυο ασημένια σβολαράκια. Τα χέρια του ήτανε σηκωμένα με τις χούφτες ανοιχτές, έτοιμες να κρατήσουν το μαργαρίτη που ‘θελε κυλήσει και τα χείλη του ήτανε σουφρωμένα σ’ ένα γλυκόθλιβο χαμόγελο.

    - Είμαστε πιο τρελοί εμείς που καθόμαστε και τόνε βλέπουμε, εφώναξε η κυρία Πολυξένη. Τι έπαθες βρε; Παλαβώθηκες;

    Ο Γιώργης ανατινάχθη και δυο ωραία δάκρυα πέσανε στο πάτωμα. Πέρασε σαν αστραψιά το ξάφνιασμα από την όψη του. Κοίταξε τις σταγόνες π’ άπλωναν στις πλάκες και χαράχτηκε στο πρόσωπό του η έκφραση της συμπαθητικής κακίας του παιδιού για κείνους που το ξαφνιάσανε και το κάνανε να χαλάσει τον πύργο που ‘στηνε πολύ ώρα με τα παιγνιόχαρτα.

    - Τι έπαθες βρε; του είπε άγρια κι ο πατέρας του. Παλαβώθηκες;

    - Τι έπαθες βρε συ; αρώτησε ο νουνός του.

    - Γιατί το ‘κανες, Γιώργη; Έλα, πες το σ’ εμένα, είπε η Μαρή.

Ο Γιώργης τους κοίταζε και σώπαινε. Μόνο μια στιγμή εχαμογέλασε κι εσήκωσε τον ώμο του, τάχα «πού νιώθετε σεις από τέτοια πράματα!»

    - Μα δεν ξέρεις τι μας κάνει, κουμπάρε μου! είπε η κυρία Πολυξένη απελπισμένη.

    - Θα τρελαθεί καμιά μέρα, είπε η Αντριάνα κι έτρεξε κάτω στην κουζίνα που της χτύπησε η τσίκνα του γαλάτου που ‘βρασε και χύθηκε στη φωτιά.

    - Προ ολίγου καθότανε στον καναπέ κι έβλεπε τον ταμπουρά, είπε η Μαρή δείχνοντας ένα ταμπουρά κρεμασμένο ψηλά στον τοίχο με κόκκινες φούντες, έβλεπε τον ταμπουρά κι έκανε πως τόνε κρατούσε κι έπαιζε και σιγοτραγούδαε.

    - Για τον ταμπουρά έκλαιγες βρε; είπε τρομερά η κ. Πολυξένη.

    - Ναι, για τον ταμπουρά, απάντησε σφιχτά, σκληρά το παιδί. Για τον ταμπουρά και για το σκολειό…[10] Για μένα και για τον Διευθυντή. Τι, τάχα δεν έχει κανείς το δικαίωμα να κλαίει για κείνο που αιστάνεται;

    - Να πάρω έναν κόπανο είπε ο Μενέλαος βγαίνοντας από τη διπλανή κάμαρα. Να πάρω ένα κόπανο και να σε κάνω να κλαις για τον «Ταμπουρά και κόπανο» του άλλου αρχιμαλιαρού.[11]

    - Ου, κακό χρόνο να ‘χεις, που κλαις για ένα ταμπουρά, δεκαεφτά χρονών παιδί, έκανε η κ. Πολυξένη κατεβαίνοντας.

Κι ο Νόλλης που πρόστρεξε και τούτος:

    - Δε ντρέπεσαι που κλαις το δάσκαλο που λέει άχρεια και άθεα λόγια στις μαθήτριες;

    - Φτου που ξομπλιάζεις τα κουνήματα της πατσαβούρας του πάλκου, είπε ο νουνός του, που γνώρισε στο παιχνίδι του τα σκέρτσα μιας γιαπωνέζας ακροβάτισσας, που είχε τον τελευταίο καιρό στο καζίνο του.

    - Έγνοια σου, έγνοια σου! Τώρα που θα σε πάω στο χωριό να σε σκύψω στο τσαπί και στη δικέλλα, θα συμμορφωθείς, είπε ο πατέρας του.

    Φύγανε όλοι κι έμεινε μόνο με το Γιώργη η Μαρή.

    - Έλα Γιώργη, έλα να μου πεις γιατί έκλαιες. Πες μου. Εσύ δεν είπες πως εγώ κάποτε σε νιώθω; Πες μου.

    - Το βρήκα παραπεταμένο σ’ ένα ράφι, τις πρώτες μέρες που ‘ρθα δω πέρα κι από κείνη τη στιγμή είχα ένα πόθο να του βάλω τις κόρδες που του λείπανε. Επέρασε πολύς καιρός, για να βρω τα λεφτά που χρειάζονταν. Στο μεταξύ δεν έπαυα να μουρμουρίζω τους σκοπούς των τραγουδιών που ‘ξερα. Πίστευα πως θα τους έπαιζα, άμα έβαζα τις κόρδες στον ταμπουρά. Αγοράστηκαν οι κόρδες, τις τέντωσα στον ταμπουρά. Ήταν η πρώτη χαρά της ζωής μου κι αμέσως η πρώτη απογοήτεψη. Ύστερα σκέφτηκα πως έπρεπε πρώτα να κουρδιστεί ο ταμπουράς. Με βοήθησε ένας στραβός που ‘παιζε φλογέρα. Μια μέρα που ‘χε ξεστρατίσει και του ‘δειξα το δρόμο, μου εφκήθη «ό,τι ποθώ». Του είπα: «Θέλω να κουρδίσω ένα ταμπουρά!»

    Η Μαρή άκουε χαμογελούσα. Ο Γιώργης εξακολούθησε σαν ονειριασμένος.

    - Ωχ, η φτωχή ψυχούλα μου που γίνονταν κουβάρι σαν το βαρούσα πριν, τώρα πετάριζε. Εβάρεσα να παίξω ένα τραγούδι που στον ήχο του ήτανε κατιτίς που το ‘νιωθα. Οι κουρδισμένες κόρδες με τραβούσαν αλλού, σ’ άλλους σκοπούς νιους, που ήταν ό,τι ένιωθα. Το βαρούσα σιγανά, έτσι ανάρια κι ήταν καλά.

    - Θυμάμαι, γελούσαμε εμείς τότες και σου λέγαμε πως τα μικρά πράματα ευκαριστούνε μικρό νου!

    - Ας το λέγατε, ήμουν ευτυχισμένος, ώσπου μια μέρα είπε η νονά πως τη ζάλισα και μου τον πήρε. Κι ήτανε κιόλας ό,τι κατόρθωσα να διαφεντέψω τις κόρδες και να παίζω το σκοπό που ήθελα. Ενοχλήθηκε η νονά και μου τόνε πήρε. Είπε πως είναι πρόστυχο όργανο, χωριάτικο, και πως οι σκοποί που ‘παιζα της θυμίζανε τη χωριατιά του νονού!

    Η Μαρή έσκυψε το κεφάλι και συλλογίζονταν. «Κι όταν εγώ παίζω στο πιάνο αλέγρα κομμάτια, ο μπαμπάς θυμάται το παρελθόν της μαμάς…»

    Ο Γιώργης εξακολούθησε:

    - Σε λίγες μέρες εσείς του δέσατε τις κόκκινες φούντες και τόνε κρεμάσατε κει πάνω για στόλισμα.

    Η Μαρή συλλογίζονταν περίλυπη. Ο Γιώργης την κατάλαβε.

    - Με λυπάσαι;

    - Όχι, δεν είναι λόγος να κλαίει κανείς για τον ταμπουρά.

    - Αλήθεια, μα δεν έκλαια μόνο για τον ταμπουρά. Έκλαια και για τον κ. Διευθυντή.

    - !!!

    - Ναι. Βρήκε ένα σκολειό που ‘τανε σαν το δικό μου το ξεκουρδισμένο ταμπουρά. Του λείπανε κι ένα σωρό πράματα, καθώς στον ταμπουρά μου λείπανε κόρδες, και που δε μπορούσε να τ’ αποχτήσει. Εχρειάστη τρία χρόνια για να… κουρδίσει τις λειψές κόρδες κι ό,τι άρχισε να τις διαφεντεύει… ου, του σπάσανε το σκολειό. Ενοχληθήκανε οι γραμματισμένοι. «Η γλώσσα, λένε, που διδάσκει είναι βλάχικη! Μας θυμίζει τη χωριάτική μας καταγωγή.» Ταραχτήκανε κι οι παπάδες. «Επιστήμη, λένε, νεωτεριστικές ιδέες» ξέρω ‘γώ «που θα χαλάσουν τα απλά μας ήθη. Την θρησκείαν και την οικογένειαν!»[12]

    - Θε μου! συλλογιέται η Μαρή. Τι αναλογίες! Πώς μιλάει αυτό το παιδί. Για ό,τι κι αν λέει ο καθένας βρίσκει μια παράξενη συφωνία με κείνο που σκέφτεται κείνη τη στιγμή. Α δεν ήξερα πως είναι αγαθό, θα ‘λεγα πως επίτηδες είπε αυτά για να μ’ αγγίξει. Πώς ταίριαξε τον ταμπουρά με το σκολειό! Μα να, κι εγώ που ζητώ αναλογίες με τις οικογενειακές μου γρίνιες…

    - Νιώθεις;

    - Ναι, όχι όμως και να κλαίει κανείς…

    - Μα δεν έκλαια! Μόνο έτσι που υγρανθήκανε τα μάτια μου, καθώς μου συβαίνει πάντα τη στιγμή που συγκινούμαι θυμούμενος κάτι λυπητερό ή χαρούμενο. Συ δεν ξέρεις πως υγραίνονται τα μάτια μου και τη στιγμή που θυμούμαι έν’ αστείο; Υγρανθήκανε τα μάτια μου και συλλογίστηκα: «Είναι για να κλαίει κανείς;» Κατάλαβα πως όχι, κι έστυψα τα μάτια μου κι έγιναν δυο δάκρυα. Είχα γερμένο πίσω το κεφάλι μου και τα δάκρυά μου κυλούσανε σα δυο κόμποι υδράργυρο στις ματόκοχές μου κι επειδή δεν ένιωθα ούτε να με δροσίζουν ούτε να με καίνε, άρχισα να παίζω μαζί τους. Θυμήθηκα τη γιαπωνέζα ακροβάτισσα που είδα στο καζίνο να ισορροπεί δυο ασημένια σβολαράκια στα μάγουλά της.

    Η Μαρή κοίταζε το Γιάννη μ’ ένα χαμόγελο. Το παιδί στέκονταν σκυφτό σα μακροστέλεχο λουλούδι σε ξερή γης. Η Μαρή κάτι συλλογίζονταν. Ένα δάκρυ κύλησε στο χαμόγελό της. Είδε ο Γιώργης το υγρό χαμόγελο και ρώτησε:

    - Γελάς; Κλαις;

    - Όχι, τίποτα, κουταμάρες! Έτσι σαν κι εσύ. Είμαι κι εγώ ένα στραβόξυλο.

Και το χαμόγελο παλεύει με το δάκρυ.

    Ανέβαινε τη σκάλα μια γριά.

    - Καλημέρα, γιαγιά.

Η γριά δεν απάντησε, μόνο μουρμούρισε: «Τ’ όνομα της γιαγιάς να μείνει κι η γιαγιά να λείπει!» Ήταν η μητέρα του κ. Παρίση που ξύπνησε με το χτεσινοβραδινό θυμό της.

    - Τι σου ‘κανα εγώ, γιαγιά; είπε γελαστή η Μαρή.

    - Μωρή, να πας να πεις της μάνας σου: ετοίμασα το καλάθι και το ραβδί μου.

    - Έλα, γιαγιά, πάψε. Άφησε τις αηδίες. Ου, μα το Θεό κι εσύ!

    Η μητέρα του κυρίου Παρίση ήταν ένα ξερό, στριμμένο γραΐδιο, τόσο δα, που δεν είχε ούτε φωνή ούτε γλώσσα, για να παραβγαίνει στη νύφη της κι επειδή ο γιος της δεν έδινε προσοχή στις γκρίνιες και τις αναφορές της, ανακάλυψε ένα μέσο που τρομοκρατούσε ολόκληρη την οικογένεια. Βρήκε ένα καλάθι σπασμένο, ξεπάτωτο, κι ένα στραβό ραβδί και τα κλείδωσε στο σεντούκι της. Κάθε που είχε να παραπονεθεί, έβγαζε το καλάθι, το τίναζε και το επιδιόρθωνε με σπάγγους, μουρμουρίζοντας πως αν τήνε στράβωσε ο σατανάς κι έδωσε από ζώντας της όλα τα χτήματά της στο γιο της και δεν τη λογαριάζει, ο Θεός τήνε φώτισε να βγει να ζητιανέψει για τ’ όνομά του: «Ελεείστε, χριστιανοί, τη γριά, το κλωτσοσκούφι της νύφης της, ελεείστε!» Τούτη η απειλή της γριάς επαναλαμβάνονταν κάθε λίγο, από χρόνια τώρα, και κάθε φορά συγκινούσε όλη την οικογένεια. «Για να μας ρεζιλέψει η αστόχαστη. Να καταστρέψει την υπόληψη του σπιτιού μας. Τάχα τι θα τήνε μποδίσει να το κάνει; Θα λογαριάσει πως έχει αγγόνια σε καιρό γάμου;»

    - Μωρή, να πεις της μάνας σου, ξανάπε η γριά θυμούμενη την αιτία του ψεσινού καβγά, να μη μου πεισματεύει, τί δε θα μπω ούτε στους τρόπους της ούτε στη διάθεσή της. Δεν αλλάζω ‘γώ κεφάλι και διάθεση τι εγώ ‘μαι στραβόξυλο.

    Ο Γιώργης εγέλασε δυνατά.

    - Από τότες που μ’ έβγαλε η νονά στραβόξυλο όλοι δω μέσα μου ζηλεύουνε τον τίτλο!

 

 

5

 

    - Κάτω στην κουζίνα, είχε το λόγο η κ. Πολυξένη. Προσπαθούσε να παραστήσει στον κουμπάρο της πως δεν ήταν για να υποφερτεί ο γιος του.

    - Θα τρελαθεί καμιά μέρα! είπε κι η Αντριάνα από το νεροχύτη.

    - Σώπα. Τη δουλειά σου εσύ! φώναξε η κερά.

    - Είναι ένας τσούχτρης, Παναγιά μου! Ένας ψεύτης! ξανάπε ο νεροχύτης.

    - Ναι, είναι και ψεύτης, είπε η κερά. Προχτές περνούσε έν’ αμαξάκι δίτροχο με αφηνιασμένο το άλογο. Το είδε τούτος κι έτρεξε απάνω αλαλιασμένος, λες κι ήτανε μέσα στ’ αμάξι και τόνε τίναξε αυτού! Άρχισε να μας διηγείται πως ήτανε μέσα χιλιάδες παιδιά και το τραβούσε ένα τρομερό άλογο που δε θα σταματούσε, παρά στην άκρη του κόσμου.

    - Χιλιάδες παιδιά σ’ ένα δίτροχο! εγέλασε το δουλικό.

    Ο κυρ-Σταύρος έπαιρνε τον καφέ του με τον κουμπάρο του δίχως να προσέχει στο τι έλεγε η κουμπάρα του, γιατί ήξερε πως όλη η κουβέντα γίνονταν, για να μην πει σπολάτι που τους είχε άμιστο το παιδί.

    - Και δεν ήτανε μέσα στο αμαξάκι παρά ένας άντρας με τέσσερα καν πέντε παιδιά!

    - Τρία ήτανε, εβεβαίωσε η Αντριάνα.

    - Ήταν έξι αγοράκια, είπε η Μαρή, που κατέβη με το Γιώργη.

Κι ο Γιώργης:

    - Κι ήταν πεσμένα σ’ ένα σφιχτό σύμπλεγμα γύρω στον άντρα που προσπαθούσε να συγκρατήσει το αφηνιασμένο άλογο! Μα τι είναι η δύναμη ενού ανθρώπου και τι η ορμή ενού αφηνιασμένου αλόγου που τραβάει έν’ αμαξάκι στον κατήφορο σαν αστραπή, για να το πάει στην άκρη του κόσμου! Ναι, σας λέω. Α δε συγκούονταν μ’ ένα βοϊδάμαξο, θα σταματούσε στην άκρη του κόσμου! Είδα το ζώο κατάμουτρα και το ‘δα το βλέμμα του. Το είχε καρφωμένο τόσο βαθιά, τόσο βαθιά, που δε θα ‘χει άλλο πιο πέρα. Κι αψηφούσε το χαλινάρι που του μάτωνε το στόμα και φαίνονταν πως οι στράτες ήτανε γιομάτες κόσμο που αναμεριάζανε τρομαγμένοι και μονάχα σαν περνούσε άπλωναν τα χέρια σα για να το κρατήσουν από αθώρητα λουριά. Το σταμάτησε ένα βοϊδάμαξο.

    - Και μέτρησες τότες τα παιδιά και τα ‘βρες χίλια! είπε κοροϊδευτικά ο νουνός κι όλοι γελάσανε.

    - Ήτανε χίλιων παιδιών ο φόβος κι ο τρόμος μέσα στ’ αμαξάκι κι ενού μονάχα αντρός η προσπάθεια να δαμάσει το αφηνιασμένο άλογο! είπε ο Γιώργης κι αρώτησε αμέσως:

    - Πόσα ήτανε τα παιδιά;

    - Τρία.

    - Τέσσερα καν πέντε.

    - Έξι.

    - Μα το καθένα δεν έδειχνε μονάχα μια τρομάρα! Το κέρωμα, τα μάτια τους, τα σουφρωμένα φρύδια, τα λυγισμένα χείλη τους, το πέσιμο, η αδραξιά τους, έκαναν χιλιάδες. Κι έπειτα όλα τα συνήλικά τους παιδιά, που βλέπανε μισολιγόθυμα από τα πεζοδρόμια, τις πόρτες ή τα παράθυρα, αιστάνονταν πως βρισκόντουσαν μέσα στο φοβερό αμαξάκι ή τουλάχιστο θα τ’ ονειρεύτηκαν τη νύχτα και θα πετάχτηκαν απ’ τον ύπνο τους, φωνάζοντας.

    Είχε σκηματιστεί μια ατμόσφαιρα ανοχής που τη συντηρούσε η οπιστοβουλία της κεράς και της δούλας. Η μια έκανε νόημα στην άλλη: «Σώπα, πήρε φόρα και θα πει ανοησίες κι ανοησίες.»

    Ο Γιώργης τώρα έλεγε το καλό του αλόγου:

    - Γελάτε, μα μου ‘κανε εντύπωση η ορμή του. Δεν έτρεχε σα να το κέντριζε στα καπούλια ο σατανάς. Η αιτία δεν ήταν πίσω του. Τ’ αυτιά του, το βλέμμα του, το καμάρωμά του κι όλος ο τρόπος του έδειχναν μιαν έπαρση. Έπρεπε να το βλέπατε μπρος στο βοϊδάμαξο που του ‘φραξε το δρόμο!

    - Είδες τον, κουμπάρε μου! Άκουσές τον, είπε η κ. Πολυξένη με μιαν ανεπιφύλαχτη χαρά σα ν’ απόδειχνε πια ένα σπουδαίο πράμα.

    - Έγνοια σας και σα θα πάει στο χωριό και σκύψει στο τσαπί και στη δικέλλα, θα συμμορφωθεί.

    - Μα γιατί το λες αυτό; είπε η κ. Παρίση ξινά και σα να ξεκολλούσε τα λόγια από τα ούλα της. Είναι η δεύτερη φορά που το λες. Ποιόνα φοβερίζεις; Εμάς ή ετούτον;

    - Όχι, κουμπάρα, δε φοβερίζω κανένα, έχουμε γης και θέλει χέρια ναν τη δουλέψουν και μια και κατά το λέγειν σας δε μπορεί να γίνει άνθρωπος, να τόνε πάω στο χωριό να γίνει μουλάρι.

    Η Αντριάνα εγέλασε μέσα στον τέντζερε που ‘τριβε, μα η οικογένεια Παρίση συγκινήθη. Το αντρόγυνο αλληλοκοιτάχτη. Η Μαρή κι ο Νόλλης είπαν:

    - Θα μας τόνε πάρετε;

    Του Γιώργη δεν του ‘κανε καμιά αίστηση. Και τις δυο φορές άκουσε τον πατέρα του σα να ‘λεγε κάτι που δεν μπορούσε να γίνει. Είδε τη γάτα του γειτονικού σπιτιού που μπήκε και λιγουρεύονταν ένα καναρίνι που ήτανε στο κλουβί και πήγε να τη διώξει. Τον άκουσε ο κ. Μενέλαος που πλενότανε στην κάμαρά του και του φώναξε απάνω, για να του δώσει το σαπούνι που του ‘πεσε στον κουβά του λαβομάνου!

    Όταν ο πατέρας του τον άφησε σ’ αυτό το σπίτι, του είπε: «Ε, τώρα πια είναι δουλειά δική σου. Εγώ σ’ έβγαλα από το χωριό κι ο νονός σου σε δέχτη στην αυλή του. Κοίταξε να πιάσεις, να στρώσεις και να γίνεις άνθρωπος» Και η Μαρή του είπε: «Ε, θα στενοχωρεθείς λιγάκι στην αρχή, μα έγνοια σου χωριατόπουλο, θα στρώσεις και θα γίνεις χωραΐτης. Είσαι γλυκομούρης κι έχεις χέρια άσπρα και λεπτά σαν ντεμουαζέλας» κι έμεινε με την εντύπωση πως τώρα πια το χωριό του του κλείστηκε και δεν ήταν άλλο παρά να συνηθίσει στη νέα ζωή. Η κ. Πολυξένη το δέχτηκε με πολλήν επιφύλαξη. Βρέθηκε στη θέση της νοικοκυράς που της φέρανε πεσκέσι από το χωριό μια κότα. Είναι παχιά; Είναι φτερό; Γεννά αυγά για να τη βάλει στο κοτέτσι ή δε γεννά και να τη δώσει στην κουζίνα; Μπορεί όμως το πεσκέσι του κουμπάρου να γεννήσει αργότερα το χρυσό αυγό! Ο νονός του τόνε δέχτη σαν ένα κουτάβι κι είχε την πεποίθηση πως πάντα θα ‘βγαινε πιστό σκυλί. Μόνο που δεν καταλάβαινε α θα ήτανε ζαγάρι, λαγωνικό ή μαντρόσκυλο να του φυλάει το σπίτι ή το καζίνο. Το σκολειό ήταν ακόμη κλειστό. Ως τη μέρα που θ’ άνοιγε, θα έδειχνε και θα βλέπανε τι έπρεπε να κάνουν. Στο μεταξύ θα τον έχουνε πότε στο σπίτι πότε στο καζίνο. Πότε στην κουζίνα βοηθό της Αντριάνας, πότε στις κάμαρες σύντροφο των παιδιών. Για τα παιδιά ήταν ένα γατάκι που τους ήρθε πεσκέσι από το χωριό και πότε παίζουνε μαζί του, το χαϊδεύουν, το περιποιούνται και πότε του τραβούν την ουρά, το βασανίζουν, το χτυπούν και το διώχνουν στην κουζίνα. Άλλοτες του ‘διναν και φορούσε από τα φορέματά τους, του παράγγελναν πώς να προφέρει κατά το χωραΐτικον τρόπο και να μην περπατά σκυφτός με τα γόνατα διπλωμένα, για να μη φαίνεται σαν παιδί που ανεβαίνει το βουνό κι άλλοτες τον κορόϊδευαν. Τον φώναζαν: «Ο Γιώργης ο χωριάτης», του ‘λεγαν να μιλά τη γλώσσα του μπαμπά του και τόνε στέλνανε στη θέση του που ήταν η κουζίνα ή η σοφίτα. Για την Αντριάνα ήτανε ο καλός βοηθός στις δουλειές μα και το εμπόδιο για να κάνει τα δικά της στην κουζίνα. Ήταν έξυπνο παιδί και καλόβολο κι επρόφτανε για όλα. Έδειχνε ακόμη πως ήτανε ικανός και για το χρυσό αυγό και το έστειλαν στο σκολειό. Έτσι ο Γιώργης πέρασε τέσσερα χρόνια μετέωρος! Πότε σα δουλάκι, πότε σαν αναθρεφτό και δύσκολα ισορροπούσανε τα αγαθά συναιστήματά του.

 

 

6

 

    - Λοιπόν, θα μας τον πάρετε; άρχισε λιγωμένα η κ. Πολυξένη. Όμως πρέπει να ξέρεις πως το παιδί αυτό δεν είναι για να ζήσει σε χωριό. Μα σε λίγο παρεσύρθη κι άρχισε να παραπονιέται και να φωνάζει πως έτσι κάνουν πάντα οι χωριάτες. Δίνουν τα κουτάβια τους στα νοικοκυρόσπιτα κι άμ’ αναβλέψουν τα παίρνουν. Και πάλι άμ’ άρχισε ο άντρας της να παραπονιέται πως δεν είναι σωστό να τους πάρει το παιδί τώρα που θ’ αρχίσει να τους δίνει χέρι, άλλαξε ύφος.

    - Θα μας πάρει το καματερό, είπε κοροϊδευτικά.

    - Το ντζοβαΐρι, πρόστεσε κι η δούλα.

    Μ’ ένα βλέμμα συνεννοήθη το αντρόγυνο: μήπως και θέλει να τους πάρει μιστό και το ρωτήσανε, για να τον προλάβουν και τόνε φέρουν στο φιλότιμο.

    - Αν είν’ αυτό, πες το καθαρά. Όμως πρέπει να ξέρεις πως είναι αχαριστία. Δε μας κάνει, να πεις, και τίποτις όλη μέρα, όταν δεν είναι στο σκολειό, κάθεται και διαβάζει λογής βιβλία.

    Ο Σταύρος είπε πως όχι.

    - Όχι, μα και να μην τον ήθελα για το χωριό … βέβαια πώς θα σας ζητούσα μιστό.

    - Βλέπεις; Αυτό είναι, εγρύλισε η κ. Πολυξένη.

Κι ο κ. Παρίσης, που ήξερε πως αυτό είναι από τα αναπόφευκτα, διάταξε τη γυναίκα του να μη μιλήσει. Πλησίασε το κάθισμά του σιμότερα και χωρίς πολλά λόγια τέλειωσε μια συφωνία κι ορίστηκε ένα μηνιάτικο που θαν το ‘παιρνε ταχτικά ο κυρ-Σταύρος. Η κ. Πολυξένη έτριξε από το κακό της κι όταν έδωσε την τόκα του ο κυρ-Σταύρος κι εσηκώθη ευχαριστημένος, σα να τέλειωσε μια δουλειά που ήρθε μόνο για τούτη είπε:

    - Μα στάσου να μιλήσουμε κι άλλα.

Και φώναξε τραχιά το Γιώργη, που είχε κατέβει και κοίταζε την πρωτότυπη πεθερά που καθότανε στην οξώπορτα με το καλάθι και τη ζητιανόβεργα κι έκανε τα τερτίπια της, περιμένοντας να βγει ο γιος ή η νύφη της να την παρακαλέσουνε να λυπηθεί την οικογένεια και να μη φύγει.

    - Εμείς σου κόψαμε μηνιάτικο, του είπε με χολή. Ο πατέρας σου μ’ αυτό το ποσό σ’ ένα δυο χρόνια μπορεί ν’ αγοράσει ένα καλό μουλάρι, πρέπει τώρα να υποσκεθείς και συ πως…

Κι άρχισε ν’ αραδιάζει επίσημα τις υποχρεώσεις που θα είχε στο εξής:

    - Σκολειό βέβαια, δε θα πας πια…

    - Ούτε θα διαβάζεις τη «Λογοτεχνική και Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη Φέξη» εσυμπλήρωσε ο κ. Μενέλαος περνώντας απ’ όξω.

    Σε κάθε νέαν απαίτηση που ανάφερνε προσπαθώντας επιδέξια να την τοποθετήσει στον όγκο των άλλων υποχρεώσεων, για να μην πιάσει τόπο και να χωρέσουν κι άλλες, η Αντριάνα από το νεροχύτη πετούσε μια δυο φράσεις που λέγανε το βάρος της κάθε μιας κι ο μικρός Νόλλης γελούσε κι άφηνε ένα επιφώνημα που τόνιζε τον ξευτελισμό του.

    - Και τα «νονά» και «νονέ» να παύσουν παρακαλώ. Να καταλάβεις ποια είναι η θέση σου, εσυμπλήρωσε η κ. Πολυξένη. Και το παιδί αυτό, που ήτανε μεταλλείον αιστήσεων, εσύρθη κι έπεσε σ’ ένα σκαμνί κοντά στο νεροχύτη και σε μια στιγμή έζησε μιαν ολάκερη ζωή υπηρέτη.

 

 

7

 

    Μπήκε ο Φλιάμος. Ήταν ο μικρός γιος της Δεσποινιώς της χήρας. Εδούλευε γκαρσόν στο καζίνο του κ. Παρίση κι ήταν μια αληθινή μπίρμπα[13]. Μπαίνοντας στην κουζίνα ο Φλιάμος καλημέρισε μ’ έναν αέρα αλαζονικότητας κι έδωσε το χέρι στον κυρ-Σταύρο.

    - Καλώς όρισες, θείε Σταύρο. Τι κάνει η μάνα μου, είναι καλά; Όλοι στο χωριό πέρα πέρα είναι καλά; Ποιος πέθανε; Ποιοι ζούνε;

Ο Γιώργης τινάχτη σα να θυμόταν τώρα.

    - Αλήθεια, καλώς όρισες, πατέρα. Τι κάνει η μάνα μου, τ’ αδέρφια μου, όλοι στο χωριό είναι καλά;

    - Τώρα θυμήθη να καλωσορίσει τον πατέρα του και να ρωτήσει για τη μάνα του, είπε η κ. Πολυξένη. Κοτζάμ παιδί!

    Ο Γιώργης ξανακάθισε στο σκαμνί κι έζησε ακόμα κάμποσα χρόνια ζωή υπηρέτη. Ο Φλιάμος ζήτησε παρντόν και τράβηξε παράμερα τον αφέντη του, για να του πει «κάτι υπηρεσιακά».

    - Μόνο εννιά μήνες τόνε περνάει, είπε ο κυρ-Σταύρος, ζουλεύοντας το Φλιάμο, κι είναι ολάκερος άντρας. Τούτος … σα να ‘πεσε από την κοιλιά της μάνας εφταμηνίτης.

    - Μια μέρα τον εξέτασε ο γιατρός κι αρώτησε αν είναι κανείς από την οικογένειά σας τρελός ή αλκοολικός, είπε η Μαρή.

Ο κυρ-Σταύρος ετινάχτη σα να τον πάτησε στον κάλο.

    - Ο άτιμος!

Κι εβλαστημούσε τους γιατρούς και την επιστήμη.

    Ο κυρ-Σταύρος ήτανε πράγματι αλκοολικός.

    - Σήκω αμέσως! Σήκω να πάμε στο χωριό.

Ο Γιώργης ανατινάχτη. Σα να γύριζε από πολύ μακριά από πολύ βαθιά.

    - Τι; Τι;

Ναι! Το άκουσε καλά! Ο πατέρας του το ξανάπε. Δε θα τον άφηνε σ’ αυτό το σπίτι, σ’ αυτή την πόλη που οι γιατροί για να πούνε την αρρώστια του παιδιού ξεσκαλίζουν την αρρώστια, τα κουσούρια των γονέων. Θ’ αφήσει λοιπόν το νεροχύτη, θα βγάλει τη λερή ποδιά που τόνε τυλίγει και θα τήνε παραδώσει στην Αντριάνα; Θα ξεράσει το δαιμόνιο που τόνε κατοίκησε, άμα έλαβε τον τίτλο του υπηρέτη και θα ξαναγίνει «καλό παιδί», ειλικρινής;

    Πόση ώρα πέρασε από τη στιγμή που του είπανε πως στο εξής θα είναι υπηρέτης με μιστό; Δούλος προς σαρανταπέντε λεπτά τη μέρα; Πέντε λεπτά; Δέκα; Σε τόσο μικρό διάστημα είδε ξύπνιος αυτό το σιχαμένο όνειρο; Ο πατέρας του κι η οικογένεια Παρίση βριζόντουσαν κι αυτός συλλογιζότανε:

    - Θε μου! θα ‘τανε δυνατό να γίνει έτσι! Να ζαρώσει έτσι η υπερηφάνεια μου; Θα συνθηκολογούσα με την Αντριάνα και θ’ αποχτούσα κι εγώ ψυχή υπηρέτη; Θα ‘κλεβα στην αγορά και θα κρυφάκουγα στις κλειδαρότρυπες; Τυλιγμένος με μια λερή ποδιά θα κορόιδευα τις ιδέες μου και θα παραιτιόμουνα από την ελπίδα πως θα γίνω κι εγώ κάτι;

    Ντρεπότανε γιατί είχε φανταστεί τον εαυτό του υπηρέτη.

    - Πώς φαντάστηκα αυτή τη μακριά ζωή του κακού υπηρέτη! Πώς ξέρω αυτές όλες τις σιχαμερές λεπτομέρειες που είναι στις σκέσεις των υπηρετών και των αφεντάδων;

    Θυμάται:

Κάποτε είχανε φέρει στο σπίτι ένα δουλάκι που έπρεπε η Αντριάνα να του παραγγέλνει και να το συνηθίζει στις δουλειές και στο σύστημα του καθενός στο σπίτι. Μια μέρα το δουλάκι άφησε φαγί στο πιάτο του και μπουκιές ψωμί. Η Αντριάνα του ‘δωσε αυτή τη δουλοπρεπέστατη συμβουλή: «Ποτές σου να μην αφήνεις φαγί και μπουκιές. Να το τρως ή να το πετάς, να μη το βλέπουνε τ’ αφεντικά. Θα σου δίνουνε λιγότερο και μπορεί μια μέρα να ‘χεις όρεξη και να μη σε φτάσει. Κι έπειτα θαρρείς που σου συφέρει να σκεφτούν τ’ αφεντικά σου πως σου δίνουν και χορταίνεις και σου περισσεύει;»

    Ανάβλεψε τον πατέρα του σκεδό μ’ ευγνωμοσύνη. Η κ. Παρίση έλεγε πως ο σκοπός τους για το παιδί ήτανε άλλος μα ας είναι «ο γονιός είναι κύριος του παιδιού του», ας το βάλει αλλού δουλάκι, ας το πάρει στο χωριό, ας το στείλει στην Αθήνα να σπουδάσει.

    Ο κ. Παρίσης του ‘δωσε την ευκή του κι έφυγε. Η Μαρή, ο Νόλλης κι η Αντριάνα ακόμη, είπαν:

    - Κρίμα, κρίμα!

    Μα ο Γιώργης ακολούθησε τον πατέρα του κατατρομαγμένος από τον κίνδυνο της δουλοσύνης χωρίς να καταλάβει το νέο ξερίζωμά του.

   

    

 

 4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA

    

 



[1]απόδοση στα γαλλικά του βραζιλιάνικου τανγκό maxixe

[2] το αγόρι και το κοριτσάκι

[3] τράβα, τράβα, τράβα το πορτοκαλολούλουδό μου, τράβα, τράβα , τράβα ό,τι σου αρέσει

[4] τις κινήσεις, τις χειρονομίες

[5] LAiglon (ο Αετιδέας), θεατρικό του Εδμόνδου Ροστάν που αναφέρεται στο γιο του μεγάλου Ναπολέοντα, στον οποίο είχε απονεμηθεί ο τίτλος του βασιλιά της Ρώμης και αργότερα του Δούκα του Ράιχσταντ. Όταν πρωτοανέβηκε το 1900 τον ομώνυμο ρόλο υποδύθηκε η Σάρα Μπερνάρ. 

[6] έχω δει τη θεϊκή Σάρα στον «Αετιδέα»

[7] στίχοι του Λαμαρτίνου με τους οποίους απευθύνεται στο Λόρδο Βύρωνα.

[8] Καλά! Αρκεί!

[9] είδος πολύ μικρής σαύρας, σαμιαμίδι

[10] Σ.τ.σ. Πρόκειται για το «Πρότυπο Σκολειό» του Βόλου.

[11] Σ.τ.σ. Ο Μενέλαος κάνει καλαμπούρι με το βιβλίο του κ. Α. Πάλλη «Ταμπουράς και Κόπανος».

[12] Σ.τ.σ. Γράφω με την προϋπόθεση πως ποτέ, κανένας Ρωμιός αναγνώστης μου, δε θ’ αγνοεί το «Πρότυπο Σκολειό» του Δελμούζου και τις εις βάρος του ντροπές του λογιοτατισμού.

[13] Μάλλον σημαίνει μπερμπάντης, κατεργάρης.