(3η συνέχεια)

 

   Τώρα, το παλαιόν λαζαρέτον έμεινεν ερείπιον, διηγούμενον εις τον εννοούντα την μυστηριώδη γλώσσαν του επισκέπτην, τους φόβους, τας αγωνίας, τα βάσανα, τας επιθυμίας, την υπομονήν, την εγκαρτέρησιν, τας θυσίας, τους πόνους, τας νόσους, τους θανάτους, τους λυγμούς, τα δάκρυα, την απελπισίαν, όλα όσα είδε και ήκουσε κατά καιρούς, από της ανεξαρτησίας και εντεύθεν. Το δένδρον ίσταται ακόμη ορθόν, αλλ’ εν παρακμή και ώχρα φύλλων τις οίδεν αν ενθυμήται τους ρεμβασμούς όσους εσκίασεν υπό τους γαμψούς και ούλους, τους εν σχήματι διαδήματος ανερχομένους κλώνας του, και τους καημούς τους οποίους εδρόσισεν υπό το φύλλωμά του. Αλλ’ ο είς τοίχος του κτιρίου, γυμνός από τον άνεμον, μαυρισμένος από την καταιγίδα, ίσταται κυρτός και σημειοί το μέρος όπου ηγείρετο το κτίριον, και ο βράχος της παραλίας μετά πόθου αναπολεί τας φαιδράς λαλιάς των γυναικείων χαιρετισμών, όσοι αντήχησάν ποτε υπεράνω του κύματος τούτου. Προ τεσσαρακονταετίας σχεδόν, η Κυβέρνησις απεφάσισε να εγκαταλείψει το παλαιόν λαζαρέτον, το οποίον ήτο εις τον μυχόν του ανατολικού λιμένος, και διέταξεν να κτίσωσι νέα λαζαρέτα μεσημβρινότερον επί της αυτής παραλίας, έν περίπου μίλιον απώτερον, προς το ανατολικόν στόμιον του λιμένος. «Από Θεό κι απ’ αφεντιά» τα νέα λαζαρέτα εκτίσθησαν, κατά το σχέδιον του μηχανικού της Κυβερνήσεως. Τρία κτίρια, τα δύο υψηλότερα επί του βουνού, το τρίτον χαμηλότερον προς την παραλίαν. Εν μέσω των τριών μεγάλη στέρνα, αιωνίως στειρευμένη από νερόν. Κάτωθεν του τρίτου λαζαρέτου, υψηλή, πλατεία μαρμαρίνη κλίμαξ, και κάτωθεν της κλίμακος πλατεία καλοκτισμένη αποβάθρα επί της θαλάσσης.

   Τα τρία νεόδμητα κτίρια διετηρήθησαν επί έν έτος εν καλή καταστάσει, ύστερον, επειδή εβράδυνεν ευτυχώς ν’ ακουσθεί μεγάλη επιδημία, έμειναν ακατοίκητα και ουδέποτε επισκευάσθησαν πλέον. Τώρα, όπως είναι μακρά, λευκά και χαμηλά, φαίνονται μακρόθεν ως τρία λευκόμαλλα αρνία, αποπλανηθέντα από το κοπάδι του γερο-Κοντζιδάκη, πλαγιασμένα εκεί με το λυκόφως της εσπέρας, κατά μήκος της ακτής, μηρυκάζοντα εις το εφαπλούμενον σκότος.

   Τέλος, ήλθε το 1865, και η χολέρα εκομίσθη το θέρος εις την ανατολικήν Ευρώπην, πιθανώς, όπως πάντοτε, διά των μουσουλμάνων προσκυνητών της Μέκκας. Αι δύο «μεγάλαι μουσουλμανικαί δυνάμεις», η μία με το χρυσοφόρον ινδικόν κράτος της, η άλλη με τας προσοδοφόρους της κτήσεις εν Αλγερία, δεν απεφάσισάν ποτε να θέσωσι περιορισμούς τινας εις τα ταξίδια των μωαμεθανών υπηκόων των, και δεν εύρον ποτέ συμφέρον να βιάσωσι την Πύλην όπως εφαρμόσει τελεσφόρα υγειονομικά μέτρα εις την κοιτίδα του μωαμεθανισμού εν Αραβία. Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε, ως τώρα και πάντοτε, υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνικήν, υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν, άφρακτος αμπελών. Αλλ’ ο Χριστός ομιλεί περί τινος μελλούσης ημέρας, ότε θα έλθει ο κύριος του αμπελώνος.

   Εναντίον της χολέρας του 1865 διετάχθησαν εν Ελλάδι μακραί και αυστηραί καθάρσεις. Τότε τα νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια του τόπου δεν ήρκεσαν πλέον και δεν εκρίθησαν κατάλληλα διά τον σκοπόν των καθάρσεων, και διετάχθη προς τοις άλλοις να συσταθεί έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον επί της ερημονήσου Τσουγκριά. Τας πρώτας ημέρας του Αυγούστου είχαν καταπλεύσει ολίγα πλοία. Μετά δύο ή τρεις ημέρας ο αριθμός των κατάπλων εδιπλασιάσθη.

   Την επομένην εβδομάδα είχον έλθει πλείονα των 30 μεγάλων ιστιοφόρων, και πάμπολλα μικρά καΐκια. Περί τα μέσα του Αυγούστου, ο αριθμός των βρικίων, και μεγάλων σκουνών, των καθαριζομένων περί την νήσον Τσουγκριάν, ανήλθεν εις πεντήκοντα, και τα μικρά καΐκια υπερέβησαν τα εκατόν. Τα εκατόν πεντήκοντα ταύτα πλοία είχον φέρει πλείονας των τρισχιλίων επιβατών, εκτός του αριθμού των πληρωμάτων. Έξω, εις τον Τσουγκριάν μεγάλη δραστηριότης επεκράτει. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης, όστις είχεν αναλάβει την κατασκευήν των παραπηγμάτων, είχεν αρχίσει μετά ζήλου την εργασίαν του. Είχε συναινέσει χάριν της εργασίας, να «σπορκαρισθεί» εκουσίως, ήτοι να συγκοινωνήσει εξ ανάγκης με τους εν καθάρσει και μετάσχει και αυτός της καθάρσεως. Εις την απόφασιν του ταύτην τον ηκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες εκ των συναδέλφων του τεκτόνων εργαζόμενοι υπό τας διαταγάς του. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης εκάρφωνε μικράν δοκόν εδώ, μίαν σανίδα εκεί, και είτα έτρεχε παρέκει. Ήρχιζεν έν παράπηγμα, εκάρφωνε τρεις σανίδας διά τοίχον, δύο πέταυρα διά στέγην, είτα το άφηνεν ατελές, και ήρχιζεν άλλο παράπηγμα.

   Αφού είχεν εμπήξει ένα πάλον, εις την γην, αρκετά στερεά ώστε να μη ανατρέπεται υπό του ελαφρού ανέμου, και αρκετά ρηχά, ώστε να σείηται όλος εις πάσαν επαφήν, εκάρφωνεν οριζοντίως μίαν δοκίδα, ενεπήγνυε δεύτερον πάλον εις το αμμώδες έδαφος, εκάρφωνε μίαν σανίδα από το έν μέρος, την άφηνεν ακάρφωτην από το άλλο μέρος και είτα μετέβαινεν εις άλλο παράπηγμα. Άφηνεν ένα των τεχνιτών του, τον νεώτερον, ν’ αποτελειώσει το παράπηγμα, και αυτός έτρεχε να θεμελιώνει άλλο. Είτα μετεκάλει τον μαθητευόμενόν του εις τον οποίον είχε δώσει εντολήν ν’ αποτελειώσει το ημιτελές παράπηγμα, και τον διέταττε να εργασθεί εις το δεύτερον, αφήνων με δύο σανίδας και με τρεις αστηρίκτους δοκίδας κλονούμενον το παλαιόν. Εντός μιας εβδομάδος είχε κατασκευάσει ούτω πλείονα των είκοσι παραπήγματα, μεγάλα και μικρά, αλλ’ ολίγα τούτων είχον  φατνωμένας με σανίδας τας πλευράς, κανέν δεν είχε σκεπασμένην με στέγην την κορυφήν, όπως στεγάσει ανθρώπους. Εν τω μεταξύ τα πρωτοβρόχια ήρχισαν πρώιμα, και η συρροή των ταξιδιωτών ήτο μεγάλη. Πολλοί των ταξιδιωτών επροτίμων να μένωσιν επί των πλοίων, εις τα οποία άλλως θα εστενοχωρούντο να μένωσι περισσότερον. Γυναίκες, παίδες και κοράσια υπέφερον επί των πλοίων, αν και ήσαν ηγκυροβολημένα ταύτα.

   Πάμπολλαι ελληνικαί οικογένειαι είχον έλθει εσπευσμένως επί του πρώτου ελληνικού ιστιοφόρου το οποίον ηδυνήθησαν να εύρωσιν, ολίγαι οικογένειαι δυτικών και λεβαντίνων, καί τινες εβραϊκαί. Πολλοί των πλοιάρχων εξήσκουν την φιλανθρωπίαν με το αζημίωτον, επιβιβάζοντες εις τα σκάφη των όσον το δυνατόν πλείονας επιβάτας.

   Όπως συμβαίνει πάντοτε εν καιρώ πανικού φόβου, μέγας συνωστισμός και σπουδή αλόγιστος και τυφλή φυγή είχον επέλθει. Ο πρώτος σαστισμός της φυγής είχε συναντήσει δεύτερον σαστισμόν, τον σαστισμόν των επειγόντων μέτρων εις τα ελληνικά παράλια. Έξω εις την πολίχνην αι τοπικαί αρχαί είχον εκτελέσει την προμήθειαν του υλικού και την συμφωνίαν της κατασκευής των προσωρινών καταλυμάτων. Μέσα εις την ερημόνησον, ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης εφιλοτιμείτο να κατασκευάσει πολλά παραπήγματα εις μίαν ημέραν και κατεσκεύασεν εντός δύο εβδομάδων πλείστα ημιτελή. Πέταυρον μισοκαρφωμένον, αποσπώμενον την νύκτα, από το φύσημα της αύρας, έπιπτεν εις την κεφαλήν της μισοκοιμισμένης γυναικός και του πιπιλίζοντος την θηλήν της βρέφους εις το πλευρόν της.

   Στύλος μισοεμπεπηγμένος εις το αμμώδες έδαφος, θιχθείς από τον τανυόμενον πόδα του ρέγχοντος υπτίου ανδρός, έπιπτεν ομού με όλον το παράπηγμα, και επλάκωνε την κοιμωμένην οικογένειαν, πλησίον του βάλτου, εις την παραλίαν. Γογγυσμοί και θρήνοι ήρχισαν ν’ ακούωνται εδώ κι εκεί. Η τερπνή, η πρασινίζουσα πευκόφυτος και ελαιόφυτος νήσος, εφαίνετο ως μικρά γωνία πρώην ερημικού παραδείσου, εις ην επέδραμον αίφνης δαίμονες οδηγούντες κολασμένας ψυχάς τας οποίας ετέρποντο να βασανίζωσιν εν αυτή τη Εδέμ, όπως καταστήσωσι σκληροτέραν την κόλασιν.

   Δεν λέγομεν ότι οι άνθρωποι του τόπου ήσαν εκτάκτως κακοί. Αλλού ίσως είναι χειρότεροι. Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγέ τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες διά ν’ αποδειχθεί ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν. Αλλά ταύτα δεν είναι του παρόντος. Όπως και αν έχει, αληθεύει ότι, εις την ερημόνησον, την χρησιμεύουσαν ως αυτοσχέδιον λοιμοκαθαρτήριον, το κρέας επωλείτο υπό ελαστικής συνειδήσεως κερδοσκόπων αντί τριών δραχμών κατ’ οκάν, ο άρτος αντί ογδοήκοντα λεπτών και ο οίνος αντί δραχμής. Όσον διά το νερόν, επειδή το μόνον πηγάδιον το υπάρχον επί της ερημονήσου ταχέως εστείρευσε, κατήντησε να πωληθεί προς δύο δραχμάς η στάμνα.

   Φυσικά, η μεγάλη πληθύς των υπό κάθαρσιν ταξιδιωτών ήσαν άνθρωποι πτωχοί. Ολίγοι μεταξύ αυτών ήσαν εύποροι. Οι κερδοσκόποι απέθετον τα εμπορεύματά των εις την άκραν της απωτάτης ακτής της ερημονήσου, ελάμβανον τα λεπτά των και έφευγον. Η χολέρα δυνατόν να κολλά εις κάθε πράγμα, αλλ’ εις τα χρήματα όχι.

   Ελέχθη ότι οι πλείστοι των ανθρώπων, των παρασταθέντων τότε ως θυμάτων της χολέρας, απέθανον πραγματικώς εκ πείνης. Ίσως να μην υπήρξεν όλως χολέρα. Αλλ’ υπήρξε τύφλωσις και αθλιότης και συμφορά ανήκουστος. Οι άνθρωποι, όλοι πάσχοντες, εσκληρύνοντο κατ’ αλλήλων, εις επίμετρον, και καθίστων την δεινοπάθειαν απείρως μεγαλυτέραν. Οι εύποροι εκ των καθαριζομένων εσκληρύνοντο κατά των πτωχών, και εμέμφοντο αυτούς ως παραιτίους της δυστυχίας δι’ αυτής της παρουσίας των. Οι πτωχοί εσκληρύνοντο κατά των ευπόρων, και τους ητιώντο ως προκαλούντας την ακρίβειαν των τροφίμων διά της ευπορίας των. Όλοι ομού οι υπό κάθαρσιν ταξιδιώται εσκληρύνοντο κατά των κατοίκων της πολίχνης, και τους κατηγόρουν επί ασυνειδήτω αισχροκερδεία και σκληρότητι, ενώ το αληθές ήτο ότι δέκα μόνον άνθρωποι εκ της εμπορικής και τυχοδιωκτικής τάξεως, ήτις πουθενά δεν λείπει, ήσαν οι αισχροκερδείς και οι σκληροί εκμεταλλευταί της δυστυχίας. ΟΙ κάτοικοι της πολίχνης εσκληρύνοντο κατά των ταξιδιωτών, και εμίσουν αυτούς, διότι είχον έλθει να τους φέρωσι την χολέραν. Κακή υποψία, δυσπιστία και ιδιοτέλεια χωρούσα μέχρις απανθρωπίας, εβασίλευε πανταχού. Όλα ταύτα ήσαν εις το βάθος και ο φόβος της χολέρας ήτο εις την επιφάνειαν. Θα έλεγέ τις ότι η χολέρα ήτο μόνον πρόφασις, και ότι η εκμετάλλευσις των ανθρώπων ήτο η αλήθεια. Το δαιμόνιον του φόβου είχεν εύρει επτά άλλα δαιμόνια πονηρότερα εαυτού, και είχε λάβει κατοχήν επί του πνεύματος των ανθρώπων.

 

 

   Πρωί και εσπέρας καθ’ εκάστην κατέπλεον πλοιάρια εις την ερημόνησον, εκεί εις την άκραν της κρημνώδους ακτής, παρά τον Άγιον Φλώρον. Ναΐσκος επ’ ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λαύρου, ων η μνήμη τελείται τη 18 του Αυγούστου, υπήρχε το πάλαι πέραν της ακτής εκείνης, έσωθεν του όρμου. Σήμερον ο παλαιός ναΐσκος ήτο ερείπιον. Ο πάτερ Νικόδημος ο Μανασσής, ο επίτροπος της Μονής του Ευαγγελισμού επί της μικρά νήσου, ενθυμήθη την ημέραν, και παρεκάλεσεν εκθύμως τους δύο Αγίους, να ελευθερώσωσιν αυτόν από τους χολεριασμένους, ελευθερώνοντες τον κόσμον από την χολέραν. Δέκα ημέρας πρότερον, πριν καταπλεύσωσι τα επιχόλερα πλοία και τεθεί υπό κάθαρσιν η νήσος, ο πάτερ Μανασσής είχε το εξ αιγών κοπάδι του, τα ερίφιά του, το γάλα του, τες μυζήθρες του, τα τυριά του, τον κήπον του με τα οπωροφόρα δένδρα, τον σικυώνα του με τας κολοκύνθας, τας τομάτας και τα λαχανικά, την άμπελόν του με τας σταφυλάς, όλα εν ακμή και αφθονία. Δέκα ημέρας ύστερον, οι τράγοι είχον σφαγεί και τα ερίφια είχον θυσιασθεί, αι μυζήθραι είχον καταφαγωθεί, και αι αίγες, καταπατηθέντος του χόρτου, είχον στειρεύσει· ο κήπος είχε δηωθεί, και ο σικυών σχεδόν είχεν εκριζωθεί, και η άμπελος είχε μείνει έρημος σταφυλών. Ο πάτερ Νικόδημος έτιλλε τας ολίγας τρίχας, όσας είχε περί τους κροτάφους, ετράβα το σφηνοειδές γένειόν του, και έλεγε: «Τι λόγο θα δώσω τώρα στον ηγούμενο, εγώ; Τι θα πω τώρα στον οικονόμο;»

   Την πρωίαν εκείνην της 18 Αυγούστου είχον καταπλεύσει, ως συνήθως, αι λέμβοι εις την άκραν της ακτής, και είχον κομίσει τρόφιμα. Μεταξύ των συνήθων πορθμέων ήσαν ο Γιάννης ο Νυδραίος, ο Δημήτρης ο Τσούνος, ο Γιαννιός ο Ντεληβάρκας, ο Αλέξης το Παποράκι και άλλοι. Ο Αλέξης το Παποράκι έκαμνε πέντε και έξ ταξίδια καθ’ εκάστην, μεταξύ της πολίχνης και του Τσουγκριά. Ήτο ακούραστος. Έλεγε «τώρα θα βάλω ατμό». Και εξήρχετο πράγματι αχνός από τα ιδρωμένα στέρνα και τον τράχηλόν του. Με τον ένα ηράκλειον βραχίονα ήλαυνε την κώπην, με τον άλλον ίθυνε το πηδάλιον, με τους οδόντας εκράτει την σκόταν του πανιού. Είχεν ένα σύντροφον παιδίον δεκατετραετές, τον υιόν του τον Γεώργιον. Εις την πρώραν της βάρκας εφόρτωνε ψωμία και κάνιστρα με οπώρας και ζεύγη ορνίθων δεμένων τους πόδας, και βοτίλιες με ρούμι, εις το αμπάριον εφόρτωνε σάκκους αλεύρου και ορυζίου και ζαχάρεως, εις την πρύμνην εφόρτωνε φλάσκες γεμάτες κρασί και στάμνες με νερόν.

   Αυτός ίστατο ανάμεσα εις δύο φλάσκες, τας οποίας «εχαιρετούσε» κάποτε, διά να δροσίζηται εις το ταξίδιον, και είτα τες απεγέμιζε με νερόν· ο υιός του ο Γεώργης, επάτει ανάμεσα εις ζεύγος ορνίθων δεμένων και εις βοτίλιαν με ρούμι. Εκοίταζε πότε έβλεπεν αλλού ο πατήρ του, έσκυπτε διά να διευθετήσει τες κόττες, που ήσαν ζαλισμένες και σχεδόν δεν έβγαζαν φωνήν, ήρπαζε την βοτίλιαν με το ρώμι, κι έπινε μικράν δόσιν. Όλοι οι ιατροί το εσύσταιναν ως ιατρικόν. Ήτο αγγλικόν ρώμι, και με ολίγας δόσεις εγίνετο κανείς «ζούνα».

   Την εσπέραν της ημέρας εκείνης ο Αλέξης το Παποράκι εις το τελευταίον ταξίδιόν του είχε φέρει διά της λέμβου του κι ένα νεωστί διορισθέντα «βαρδιάνον». Έκαστον πλοίον τιθέμενον υπό κάθαρσιν ήτο υπόχρεων να προσλάβει ένα βαρδιάνον, ήτοι φύλακα. Εάν το πλοίον ήτο μεγαλύτερον, έπαιρνε και δύο τοιούτους φύλακας. Οι βαρδιάνοι ούτοι ήσαν γηραιοί ναύται ή άλλοι άνθρωποι του τόπου πτωχοί, οίτινες, χάριν μικρού μισθού, εδέχοντο να «σπορκαρισθούν», ήτοι να τεθώσιν υπό κάθαρσιν, όπως επιβλέπωσι την ακριβή τήρησιν της καθάρσεως των πλοίων. Ο πλοίαρχος του καθαριζομένου πλοίου ήτο υπόχρεως να δίδει αυτοίς μισθόν και τροφήν. Πλείονας των πενήντα τοιούτους βαρδιάνους είχον κουβαλήσει ήδη ο Αλέξης το παποράκι και οι άλλοι βαρκάρηδες. Εκείνος τον οποίον είχε φέρει σήμερον ο Αλέξης ήτο μικρόσωμος και στρογγύλος τον κορμόν, και σπανός. Εφόρει πλατείαν βράκαν, και επί της βράκας μέγα ταμπάρον, το οποίον είχε λάβει, ως έλεγε, διά να μη κρυώνει την νύκτα εις την κουβέρταν του καραβιού, όπου θα εκοιμάτο, και ήτο ζαρωμένος το πρόσωπον. Εκαλείτο, καθώς εγράφη εις τα βιβλία του υγειονομείου, μπαρμπα-Σταμάτης Γυρατσίνης.

   Ο Γιάννης ο Μπρίκος επερίμενε την τελευταίαν βαρκαδιά του Αλέξη εις την άκραν της ακτής του Αγίου Φλώρου. Ο Γιάννης ο Μπρίκος, ο λεμβούχος, όστις είχε σπορκαρισθεί ακουσίως, ως είπομεν εν αρχή του παρόντος διηγήματος, είχεν εύρει δουλειάν, κι εξετέλει χρέη βαρκάρη εντός της νήσου, μεταξύ των εμπορευμάτων, των κομιζομένων ημερησίως από την ακτήν του Αγίου Φλώρου, και τα μετέφερεν εις τον άλλον κάβον, παρά τον Λαλαριάν, όπου ήσαν τα παραπήγματα.

   Είχε νυκτώσει ήδη, και ο Γιάννης ο Μπρίκος μετέφερεν εν σπουδή τα πράγματα από το μέρος, όπου τα απέθετε ταχέως το Παποράκι, εις την λέμβον την ιδικήν του. Ιδών δε αιφνιδίως εις το λυκόφως τον βραχύσωμον γέροντα, όστις είχεν έλθει με την φελούκαν του Αλέξη:

-        Μπα! αυτός πάλιν ποιος είναι; είπεν.

   Ο Αλέξης το Παποράκι απήντησε μακρόθεν, ενώ έφευγε με κωμικήν και πλαστήν φωνήν:

-        Αυτός είναι ο μπαρμπα-Σταμάτης ο Γυρατσίνης.

    Ο Μπρίκος ανεσκίρτησε, το μεν εκ φόβου, το δε εκ δυσπιστίας και απορίας.

-        Ο μπαρμπα-Σταμάτης ο Γυρατσίνης είναι πεθαμένος τώρα από δω και δυο χρόνια, είπεν.

   Εκείνος περί ου εγίνετο η φιλονικία αύτη έφερε τον δάκτυλον εις το στόμα και επέβαλε σιωπήν εις τον Μπρίκον τον βαρκαρην.

-        Χαιρετίσματα από τη γυναίκα σου, τη Γαρουφαλιά, Γιάννη, του είπε.

-        Μπα!… τίνος φωνή είναι αυτή; είπεν ο Μπρίκος.

   Και εκτύπα το μέτωπόν του διά να ενθυμηθεί.

-        Ησύχασε τώρα , παιδί μου, και θα σου πω τι τρέχει, είπεν εκείνος τον οποίον εκάλουν μπαρμπα-Σταμάτην Γυρατσίνην… Αλλά πρώτα, ήθελα να σ’ ερωτήσω κι εκρατήθηκα ως τώρα, μη ξέρεις τι γίνεται ο Σταύρος του Γιαλή, ο γυιος της Σκεύως;

   Ο Γιάννης ο Μπρίκος διά μιας ανεγνώρισε το λαλούν πρόσωπον.

-        Α! συ είσαι, είπε… και πώς αυτό;

-        Σιώπα τώρα… και θα σου πω… Πες μου τι γίνεται ο Σταύρος…

-        Ο Σταύρος… είπαν πως… ήτον άρρωστος… ποιος ξέρει… ετραύλισεν ο Γιάννης· εδώ, όπως καταντήσαμε, ποιος ερωτά για τον άλλον, αν ζει ή αν απέθανε;

   Το πρόσωπον το παρουσιαζόμενον ως βαρδιάνος, έρρηξε σπαρακτικήν κραυγήν απελπισίας και συνήψεν εν αγωνία τας χείρας.

-        Ο Σταύρος πέθανε! είπεν.

   Ο Γιάννης ανένευσεν.

-        Όχι, δεν είπα τέτοιο πράμα, είπε· σου λέω την αλήθεια… Τι, θέλεις να σε περιγελώ; Δε ξέρω πού είναι και τι γίνεται.

   Ο μπαρμπα-Σταμάτης ο Γυρατσίνης, ησύχασεν εν μέρει. Είτα αυτός και ο Γιάννης, αφού είχαν μεταφερθεί τα πράγματα εις την βάρκαν, επεβιβάσθησαν εις την φελούκαν του Μπρίκου, και απεχαιρέτισαν μακρόθεν τον Αλέξην το Παποράκι. Ο Γιάννης έλαβε τα κωπία, κι εξεκίνησαν.

 

 

   Από της εσπέρας εκείνης, καθ’ ην η θεια-Σκεύω, επιστρέφουσα από την οικίαν της Γερακίνας, ήκουσε το δυσοίωνον άγγελμα, το οποίον της έστειλεν εν τη αώρω και ασυνειδήτω σκληρότητί του έν παιδίον από μίαν βάρκαν: «Θεια-Σκεύω Σαβουρόκοφα! ο γυιος σου είναι άρρωστος στον Τσουγκριά από χολέρα…», η Σκεύω δεν ήκουσε πλέον άλλην φωνήν ή αυτήν και μόνην, την αντηχούσαν εις τα ενδόμυχά της, και χαραχθείσαν με πυρίνους χαρακτήρας επί της μητρικής καρδίας· και δεν έζησε πλέον άλλην ζωήν, ή την συνεχομένην με την ζωήν και με τον θάνατον του υιού της, και αντανακλωμένην από την κινδυνεύουσαν ύπαρξιν εκείνου.

   Επανήλθεν, η έρημη, εις το σπιτάκι της. Πώς ηύρε τον δρόμον; Πού επάτησεν; Από πού επέρασε;  –Ποίος ενθυμείτο; Ήνοιξε την θύραν της. Πώς ημπόρεσε να γυρίσει το κλειδί εις την κλειδότρυπαν; Εισήλθε. Πώς δεν έπεσεν εις την μέσην του δρόμου;

   Εγονάτισεν εμπρός εις την Παναγίτσαν της, την μικράν ασημωμένην Παναγίτσαν, την ίσην με το τρυφερόν και λευκόν μέτωπον τριετιζούσης αθώας κόρης. Εγονάτισεν εμπρός εις τον Αι-Νικόλα της, εκείνον όστις υπήρξε συνταξιδιώτης του ανδρός της εις τα ταξίδια, συγκολυμβητής και σωτήρ εις τα ναυάγια. Εκράτησε το μέτωπόν της με τας δύο χείρας διά να μην εκραγεί, τους κροτάφους της διά να μη ραγισθούν, την καρδίαν της διά να μη σταματήσει. Εδοκίμασε να κάμει το σημείον του Σταυρού, και η χειρ της η δεξιά ήτο μολύβδινη. Εδοκίμασε να είπει το «Κύριε Ιησού Χριστέ», και η γλώσσα της δεν εγύριζε, και τα χείλη της δεν εκινούντο, μόνον η έννοια της προσευχής εσχηματίζετο ευτυχώς εις τον νουν της. Είτα αφήκεν αίφνης μίαν κραυγήν, και ήρχισαν να τρέχωσι ποταμός τα δάκρυά της. Τότε ησθάνθη ανακούφισιν και συνέλαβε μικράν ελπίδα.

   Προσηυχήθη επί μακρόν διά το παιδί της –διότι φευ! δεν αμφέβαλλεν ότι η κλήρα τής είχεν είπει την αλήθειαν, και ουδ’ ησθάνετο την ανάγκην να ζητήσει επιβεβαίωσιν της ειδήσεως.

   Έμεινεν επί ώρας γονατιστή, και όταν επήλθεν ο κάματος, και εξηπλώθη αυθορμήτως επί του μικρού εστρωμένου χαμηλού σοφά της, τότε συνέλαβε μίαν απόφασιν και είπε μεγαλοφώνως: «Βαρδιάνος στα σπόρκα θα πάω. Βαρδιάνος στα σπόρκα!»

 

 

    Εξημέρωσεν ο Θεός την ημέραν. Η θεια-Σκεύω επήγε να ενταμώσει την θυγατέρα της την άκληρην, ήτις είχε την οικίαν της εις το άλλο άκρον του χωρίου. Η γυνή αύτη είχεν ένα ανδράδελφον όστις ήτο φύλαξ του λοιμοκαθαρτηρίου. Τώρα, ως ήτο επόμενον, ήτο μόνον επί ψιλώ ονόματι, πράγματι δε διέτριβεν εις την πόλιν, και ήτο υπηρέτης του επιστάτου του λοιμοκαθαρτηρίου. Διότι εκτάκτως, διά την περίστασιν, είχε διορισθεί επιστάτης του λοιμοκαθαρτηρίου ο κ. Ρώνυμος, άνθρωπος από ιστορικήν οικογένειαν, ως ελέγετο.

   Η θεια-Σκεύω δεν είπε τίποτε εις την θυγατέρα της, ειμή μόνον ότι έμαθεν ότι είχεν έλθει ο Σταύρος και ότι ήτο εις την καραντίναν. Της είπαν μάλιστα ότι ήτο ολίγον άρρωστος, αλλά δεν είχε φόβον. Η κόρη της η άκληρη δεν έδειξε μεγάλην συγκίνησιν άμα ήκουσε το άγγελμα τούτο. Αυτή είχε καταδαπανηθεί σωματικώς και χρηματικώς όλη εις τα λουτρά της Αιδηψού, εις ιατρικά και βότανα, προσπαθούσα ν’ αποκτήσει κληρονόμον. Όλα τα άλλα πράγματα μετρίως την ενδιέφερον. Ήρχισε να διηγήται εις την μητέρα της ότι το τελευταίον βότανον, το οποίον της είχε δώσει ο εμπειρικός της γειτονιάς, της έφερε κακά συμπτώματα. Η Σκεύω την εσυμβούλευσε δι’ εκατοστήν φοράν να είναι προσεκτική, να φυλάγεται από φάρμακα, και να έχει πεποίθησιν ότι, μόνον αν είναι θέλημα Θεού, θ’ αποκτήσει κληρονόμον.

   Είτα η γραία εζήτησε να ενταμώσει τον ανδράδελφον της κόρης της, επί προφάσει ότι ήθελε να λάβει πληροφορίας διά τον Σταύρον, και να του ζητήσει να την ευκολύνει, αν ήθελε να του στείλει κάτι τι εις την καραντίναν. Η νεαρά γυνή έστειλε πτωχήν τινα, ήτις έζη εκτελούσα διαφόρους υπηρεσίας εις τα σπίτια της γειτονιάς, εις την κατοικίαν του επιστάτου του λοιμοκαθαρτηρίου, προς αναζήτησιν του ανδραδέλφου της. Ο φύλαξ της επιστασίας, όστις διήρχετο ώρας τινάς καθ’ εκάστην μαγειρεύων εις την οικίαν του επιστάτου, και το υπόλοιπον της ημέρας εδαπάνα εις το απέναντι καπηλείον όπου κατήρχετο διά να ψωνίσει, δεν ήτο άνθρωπος δυσεύρετος. Ακριβώς την ογδόην ώραν της πρωίας, όταν έφθασεν η απεσταλμένη της νύμφης του, ο μπαρμπα-Νίκας ευρίσκετο εις την τρίτην επίσκεψίν του εις το καπηλείον. Είχε κατέλθει άπαξ, λίαν πρωί, διά ν’αγοράσει κάρβουνα. Ο μικρός παντοπώλης του εζύγισε μίαν οκάν κάρβουνα. Ο μπαρμπα-Νίκας διέταξε εν τω μεταξύ να του βάλει το σύνηθες πρωινόν του ρώμι. Ο κάπηλος του έβαλε το ρώμι. Ο μπαρμπα-Νίκας το έπιε, και συγχρόνως ήναψε το σιγάρον του. Είτα τον διέταξε να του βάλει έν δεύτερον ρώμι, «το ταχτικό του». Ο κάπηλος του έβαλεν. Ο φύλαξ της επιστασίας το έπιεν, έλαβε το δοχείον με τα κάρβουνα, ανήλθεν εις την οικίαν του προϊσταμένου του, ήναψε φωτιάν, διά να ψήσει τον πρωινόν καφέν του προϊσταμένου του. Είτα κατήλθεν εις το μικρόν παντοπωλείον διά να αγοράσει ζάχαριν. Ο μικροκάπηλος του έβαλε την ζάχαριν. Είτα ο μπαρμπα-Νίκας είπε: «Για, βάλε μου ακόμη ένα ρώμι». Ο κάπηλος του έβαλε το ρώμι. Ο μπαρμπα-Νίκας το έπιεν, είτα έστριψε το σιγάρον του, και διέταξεν ακόμη ένα ρώμι.«Αυτό θα τραβήξω ακόμη, είπεν· είναι γιατρικό». Το έπιε, και είπεν εις τον κάπηλον να περάσει τα τέσσαρα ρώμια εις τα οψώνια του προϊσταμένου του.

   Μετά μίαν ώραν, ο προϊστάμενος ενίφθη, ενεδύθη, εκάπνισε τέσσαρα τσιγάρα, του επέρασε το μαχμουρλίκι, και απήλθεν εις το καφενείον διά να πίει τον δεύτερον καφέν. Μόλις ο προϊστάμενος έκαμψε την πρώτην γωνίαν του παραθαλασσίου δρόμου, και ο μπαρμπα-Νίκας έδειξε την κόκκινην μούρην του, με τους μεγάλους μύστακας και τον μεγάλον κούκον τον οποίον εφόρει, υπεράνω του πτερυγίου του εξώστου. Κατέβη εις το μικρόν καπηλείον διά να οψωνίσει διά το μεσημβρινόν γεύμα του προϊσταμένου του. Είπεν εις τον κάπηλον να του βάλει λάδι και βούτυρον και ρύζι. Ο κάπηλος του τα ητοίμασεν. Ο μπαρμπα-Νίκας διέταξε να του βάλει ένα ρώμι, «το δυναμωτικό του», και ο κάπηλος του το έβαλε. Είτα εστρώθη εις το καπηλείον, εκάπνισεν αργά το τσιγάρον του, και διέταξε να του βάλει «το ούλτιμο». Ο κάπηλος του το έβαλεν. Ο μπαρμπα-Νίκας το ερρόφησε. Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν η γυνή την οποίαν είχε στείλει η νύμφη του, η θυγάτηρ της Σκεύως. Η γυνή τον εκάλεσεν έξω της θύρας και του ωμίλησεν:

-        Εγώ δεν αδειάζω ούτε ίσα με το καπηλειό να κατεβώ, απήντησεν ο μπαρμπα-Νίκας· πες της συμπεθέρας πολλά χαιρετίσματα, αν αγαπά, ας κοπιάσει εκείνη να μου πει τι θέλει· γιατί εγώ μαγειρεύω του αφεντικού, και δεν αδειάζω ούτε στο καπηλειό να κατεβώ, να πιω κι εγώ ένα ρούμι.

   Η γυνή απήλθεν.

   Ο μπαρμπα-Νίκας επανήλθεν εις το καπηλείον και διέταξε τον κάπηλον να του βάλει «το κόντρα ούλτιμο». Το έπιεν, είπεν εις τον κάπηλον να περάσει τα τρία ρούμια εις τα οψώνια του αφεντικού, και λαβών τα οψώνια ανήλθεν εις την οικίαν.

 

 

   Αποτέλεσμα της συνεντεύξεως της Σκεύως και του Νίκα, ήτις συνέβη επί του εξώστου της οικίας του επιστάτου, ήτο ότι ο μπαρμπα-Νίκας συνεκινήθη μέχρι δακρύων εις την απίστευτον ανακοίνωσιν, την οποίαν του έκαμεν η γραία συμπεθέρα του. Ο μπαρμπα-Νίκας ήτο αγαθός τα άλλα άνθρωπος, και έν μόνον ελάττωμα είχεν ότι, ενώ ο προϊστάμενος τού είχεν άδειαν να περνά μόνον τρία ή τέσσαρα το πολύ ρώμια την ημέραν εις τον λογαριασμόν των οψωνίων του επιστάτου, αυτός επέρνα συνήθως το διπλάσιον, ενίοτε και παραπάνω.

   Ο μπαρμπα-Νίκας διεμαρτυρήθη ασθενώς κατά του παραδόξου σχεδίου της Σκεύως, είτα ενέδωκεν, υπεσχέθη την εγκάρδιον συνδρομήν του και την απέπεμψε.

   Μετά την αναχώρησιν της Σκεύως, ο μπαρμπα-Νίκας, στενοχωρημένος, κατέβη εις το καπηλείον, σπογγίζων τους υγρούς οφθαλμούς του, ήναψεν έν τσιγάρον, και διέταξε τον κάπηλον να του βάλει «το πρίμο σεγκόντο».

   Την μεσημβρίαν, όταν έφθασεν ο επιστάτης από το καφενείον, όπου είχε παίξει τρεις ρωσικές πρέφες και δύο πικέτα, και είχε συζητήσει επί δύο ώρας πολιτικά, ο μπαρμπα-Νίκας, όστις εξηκολούθει να είναι συγκεκινημένος ακόμη από την μετά της Σκεύως συνέντευξιν, και όστις δεν είχε καταβεί πλέον εις το καπηλείον, αφότου έπιε το «πρίμο σεγκόντο», έστρωσε την τράπεζαν εις τον προϊστάμενόν του, τον υπηρέρησε με έκτακτον προθυμίαν και περιποίησιν, τον αφήκε να φάγει, και εις τα επιδόρπια, αφού ο κ. Ρώνυμος έφαγε τρία τεμάχια εκλεκτού ροδακίνου και έπιε δύο ποτήρια ευώδους μοσχάτου, ο μπαρμπα-Νίκας έφερε τρεις γύρες περί την τράπεζαν, και είτα ήρχιζε να προοιμιάζεται εις τον προϊστάμενόν του διά μίαν μικράν υπόθεσιν.

   Αυτός απαιτήσεις πολλάς δεν είχε. Δεν ήτον ωσάν μερικούς άλλους οπού δεν αφήνουν ησύχους τους προστάτας των, με τας ατελειώτους απαιτήσεις, τας οποίας παρουσιάζουν. Περιπλέον ήξευρε να γνωρίζει χάριν εις τον ευεργέτην του. Δεν ωμοίαζε με άλλους, οπού γίνονται γη να τους πατείς ενόσω έχουν την ανάγκην σου, κι ύστερα, όταν τους παρακαλέσεις για ασπρού πράμα, «πού σ’ είδα, πού σε ξέρω». Αυτός ήξευρε να διατηρεί την ευγνωμοσύνην προς τον καλοθελητήν του εφ’ όρου ζωής του. Ένας πτωχός συγγενής του του είχε φορτωθεί –μα είναι αλήθεια και αξιολύπητος –ο μπαρμπα-Σταμούλης ο Καρδαράκης, έτσι τον λένε. Ημπορεί να μην είναι και δύσκολο αυτό που ζητεί, μα εις αυτόν, αλήθεια, φαίνεται μεγάλο πράμα. Γνωρίζει πολύ καλά ότι τον κύριον επιστάτην τον παραφορτώνονται πολλοί, με πολλάς και μεγάλας απαιτήσεις. Ας είναι. Λαμβάνει κι αυτός το θάρρος να τον παρακαλέσει να του κάμει την χάριν να τον βάλει αυτόν τον συγγενή του, τον Σταμούλην Καρδαράκην, βαρδιάνον εις ένα από τα καράβια που είναι στην καραντίνα, και που έρχονται καθημερινώς. Θα το γνωρίζει μεγάλην χάριν του κυρ επιστάτη. Ημπορεί μάλιστα, αν δεν υπάρχει κατά το παρόν άλλη θέσις, να τον συστήσει να μβει βαρδιάνος, να τον βάλει βαρδιάνον, εις αυτό το μεγάλο καράβι που ήρθε χθες, που είναι και ντόπιοι άρρωστοι από χολέρα, καθώς λέγουν, ένας Σταύρος του Γιαλή, γυιος της Σκεύως, ο λοστρόμος του καραβιού και άλλοι, απάνω εις το καράβι. Ημπορεί ο κύριος επιστάτης, εκ συμφώνου με τον λιμενάρχην και με τον υγειονόμον, να υποχρεώσουν τον πλοίαρχον αυτού του καραβιού να πάρει και δεύτερον βαρδιάνον, σιμά εις τον πρώτον που πήρε, ως μεγάλο παρτίδο που είναι. Και άλλα καράβια επήραν βαρδιάνους διπλούς. Και αν δεν γίνεται πάλιν εις το ίδιο καράβι, να πάει δεύτερος, ας πάει σ’ ένα άλλο καράβι, απ’ αυτά που ήρθαν και έρχονται καθημερινώς. Αυτό ήθελε να παρακαλέσει τον κύριον επιστάτην. Αυτός δεν θα είχε το θάρρος ποτέ. Μα αυτός ο συγγενής του, εκείνος του επαραφορτώθη. Το σωστόν είναι ότι είναι πτωχός άνθρωπος και είναι αξιολύπητος. Σταμούλη Καρδαράκη, έτσι τον λένε.

   Ο κ. Ρώνυμος, ανακεκλιμένος επί του καναπέ, κατά το ήμισυ ήκουε τον υπάλληλόν του και κατά το ήμισυ ερρέμβαζεν ή εκοιμάτο. Τέλος του απήντησε:

-        Πώς μπόρεσες να πεις τόσα πολλά λόγια διά τόσον μικράν υπόθεσιν, μπαρμπα-Νίκα;… Εσύ άλλοτε δεν συνηθίζεις να λες τόσα πολλά λόγια…

-        Αλήθεια, απήντησεν ο μπαρμπα-Νίκας… μα κι εγώ δεν το είχα σκοπό… Αυτός ο συμπέθερός μου, ο Σταμούλης ο Καρδαράκης…

-        Ας είναι, υπέλαβεν ο επιστάτης. Φέρε τον το βράδυ εις το λιμεναρχείον, και θα ιδούμε…

   Ο μπαρμπα-Νίκας ευχαρίστησε κι εξήλθε.

 

 

    

4ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA