(5η συνέχεια)

 

   Προς τα εξημερώματα ο πάτερ Νικόδημος ο Μανασσής κατέβη ως συνήθως από το κελλίον του, διά να ψάλει τον όρθρον, διά του κομβοσχοινίου και του «Κύριε Ιησού Χριστέ», εις το μικρόν ισόγειον χώρισμα το χρησιμεύον ως ευκτήριος οίκος. Όλην την νύκτα ο γέρων μοναχός δεν είχε κλείσει το όμμα. Αφ’ ότου έχασε την ησυχίαν του και την προσφιλή μοναξίαν του, δεν είχε πλέον ύπνον εις τους οφθαλμούς ουδέ εις τα βλέφαρά του νυσταγμόν. Ό,τι διά τους άλλους ήτο αποκλεισμός και ανία αφόρητος, δι’ αυτόν ήτο πολυθόρυβος συναγελασμός ανθρώπων και τύρβη κόσμου. Εκλείετο από ενωρίς εις τον μικρόν θαλαμίσκον του. το μόνον εκ των πέντε κελλίων το οποίον του είχαν αφήσει, και αφού έλεγε το απόδειπνον, μάτην εκάλει τον ύπνον να κατέλθει εις τους οφθαλμούς του. Δίπλα, εις τα συνεχόμενα κελλία, ένθεν και ένθεν, ενοσηλεύοντο ασθενείς τους οποίους είχαν εκφέρει την προτεραίαν από τα καταπλεύσαντα πλοία. Στεναγμοί πόνων, ενίοτε ρόγχοι αγωνίας, ηκούοντο. Είτα επήρχετο σιωπή και ησυχία, βαρεία ως κουφόβρασις, ως συννεφόκαμα και βεβαρημένη ατμόσφαιρα, κυοφορούσα βροχήν. Μόνον προς όρθρον βαθύν, εις το δεύτερον λάλημα του πετεινού, ο ύπνος επήλθεν εις το καταπονημένον σώμα του μοναχού, και ηδυνήθη ν’ αποκοιμηθεί επί μίαν ώραν. Είτα εξύπνησεν από φωνάς και εναγωνίους ομιλίας, ακουσθείσας εκ του παρακειμένου κελλίου. Είτα εφόρεσε το ράσον του και εξήλθε.

   Κάτω εις την υπόστεγον αυλήν, την παραλλήλως εκτεινομένην εις όλην την σειράν των κελλίων, δύο μεγάλαι αναδενδράδες ανήρχοντο επιστέφουσαι την κορυφήν της στοάς, και οι πόδες επάτουν εφ’ υψηλής πεζούλας, εν είδει αιμασιάς, πλαισιούσης την άμπελον και τον κήπον τα οποία ήσαν προωρισμένα να δηωθώσιν από την ανήκουστον επιδρομήν την επισυμβάσαν κατ’ εκείνο το έτος. Δεξιά εις τον βλέποντα προς μεσημβρίαν ήτο ο κήπος, αριστερά η άμπελος. Εις το μεταξύ του κήπου και της αμπέλου ήτο δρομίσκος, φέρων εις το πηγάδιον. Εις τον δρομίσκον κατήρχετό τις διά κλίμακος με τρία ή τέσσαρα σκαλοπάτια, πατών επί χόρτων και βρύων, τα οποία ήρχισαν ήδη να ξηραίνωνται, πατηθέντα από αγνώστους πόδας. Διά του δρομίσκου έφθανέ τις εις το πηγάδιον το οποίον είχεν ολίγον νερόν ακόμη, και ο πάτερ Νικόδημος κατέβη τα τρία σκαλοπάτια, διήλθε τον δρομίσκον, και έφθασεν εις την σκιάδα, την καλύπτουσαν το πηγάδιον. Διπλή αλλόκοτος φλοξ έλαμψεν αντικρύ του εις το σκότος. Μόλις επάτησε τον πόδα υπό την σκιάδα και δυνατός θόρυβος αγριμίου φεύγοντος ηκούσθη. Ο πάτερ Νικόδημος εφώναξε δις και τρις: «Ψι! ψι! Μπαμπή! Μπαμπή! Μπαμπή!» αλλ’ εις μάτην. Το αγρίμιον είχε γίνει άφαντον.

   Ο πάτερ Νικόδημος έσεισε μελαγχολικώς την κεφαλήν και είπεν: «Αυτή μου δείχνει τον δρόμον μου! Κι εγώ τι κάθομαι ανάμεσα εις τόσον κάσμον; Τι δουλειά έχω;»

   Ήτο η γάττα του, η προσφιλής του γάττα Μπαμπή, μαύρη ως έβενος, με δύο λαμπρά όμματα φαιά, κυανά, και αορίστου χρώματος, λάμποντα εις το σκότος. Τον είχεν ιδεί, τον είχεν αναγνωρίσει και ετράπη εις φυγήν. Άλλοτε, όταν ήρχοντο αραιοί ξένοι επάνω εις το νησί, ηγρίευε προς αυτούς, δεν ήτο χειροήθης εις κανένα, αλλά δεν εθύμωνε διά τούτο με τον προσφιλή της κύριον. Εξηκολούθει να είναι φίλη ευσταθής και τιθασή προς αυτόν. Από εβδομάδος, άμα ήρχισαν να έρχωνται πλοία, και ν’ αποβιβάζηται ασυνήθης πληθύς εις την νήσον, ηγρίευσεν, εθύμωσεν, έπαυσε να είναι χειροήθης εις τον κύριόν της, και την άλλην ημέραν έφυγεν υψηλά, εις τους λόφους και εχώθη εις το δάσος. Έκτοτε δεν επαρουσιάσθη πλέον εις τον κύριόν της. Εφαίνετο διαμαρτυρομένη εναντίον του διατί να δεχθεί τόσον κόσμον επάνω εις το βασίλειόν των, εις την περιοχήν των, εις το κτήμα των.

   Την νύκτα, αφού είχε ξεφαντώσει από τους αρουραίους μέσα εις τους θάμνους, είχε διψάσει φαίνεται, και κατέβη να πίει νερόν είς τινα γούρναν, σιμά εις το πηγάδι. Αλλ’ άμα είδε τον κύριόν της, ετράπη εις πείσμονα φυγήν.

   Ο πάτερ Νικόδημος εστέναξε, κι επλησίασεν εις το πηγάδιον, και ήντλησε νερόν, διά να νιφθεί. Ενώ ενίπτετο, παρέκει ολίγον, υπό τινα καλαμωτήν, αποτελούσαν δευτέραν σκιάδα εγγύς της πρώτης, ηκούσθη ο κλωγμός μιας όρνιθος.

-        Α! Πιτσινή μου! Πιτσινή μου! εστέναξεν ο πάτερ Νικόδημος, εσύ είσαι;

   Νέος κλωγμός απήντησεν εις την επιφώνησιν του γηραιού μοναχού.

-        Συλλογίζομαι νύκτα και μέρα, ήρχισε να μονολογεί ο πάτερ Νικόδημος, πώς

να κάμω για να την γλυτώσω, μην πάθει κι αυτή ό,τι έπαθεν η άτυχη η Κοτσινή. Αχ! Κοτσινή, Κοτσινή!

   Η Κοτσινή ήτο η άλλη προσφιλής του όρνις την οποίαν του είχαν «φαρμακώσει» προ δύο ημερών οι ελθόντες ξένοι. Και τας δύο, την Πιτσινή και την Κοτσινή, του τας είχεν εμπιστευθεί ως πολύτιμον παρακαταθήκην ο πάτερ Σισώης, ο δάσκαλος, από το ιερόν κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Σύρριζα εις το βουνόν είναι κτισμένον το μοναστήριον, κάτω εις το ρέμα, ανάμεσα εις τας καρυάς και εις τας πλατάνους, όπου πελώρια κλήματα έρπουσιν ανά τους βράχους και τους κρημνούς, εξαπλούμενα εις τας αιμασιάς και τας χαράδρας, και οι καρποί των κρέμανται εις τους υψηλούς κλώνας των πλατάνων, βορά των ορνέων του ουρανού, ή σήπονται από την δαψίλειαν της υγρότητος εις τα άβατα φυλλώματα των υψιερπών θάμνων. Σταλαγμός του ουρανού και μαργαρίτης, ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα εις τα όρη, καλύπτει και στολίζει δι’ όλου του έτους την σκιεράν και εύδροσον κοιλάδα. Κάτω από την ρίζαν του βράχου αντηχεί ο ρόχθος του νερού, οπόθεν εκβλύζον το ρεύμα μορμυρίζει εν μέσω βρύων και χόρτων κατερχόμενον εις την στέρναν, ήτις έχει δύο διεξόδους, την μίαν σιγανήν και έντεχνον προς τους κήπους και τας αιμασιάς ολόγυρα, τας οποίας εκαλλιέργει μετά φιλοκάλου επιμελείας ο πάτερ Μεθόδιος ο μυλωθρός, την άλλην ραγδαίαν και ορμητικήν διά της πελωρίας κοπάνας προς τον νερόμυλον υποκάτω, όπου αι μυλόπετραι εγύριζον μετ’ ιλιγγιώδους ταχύτητος αλέθουσι τον σίτον, και η φτερωτή κάτωθεν εις την εκβολήν του νερού εστρέφετο γοργώς τέμνουσα εις μυρίας ιριδωτάς αργυρόχρους διαθλάσεις το ύδωρ, πίπτον πάλιν άφθονον εις την κοίτην του, εις το βάθος της σκιεράς κοιλάδος. Επάνω από τα θεμέλια του μοναστηρίου, ανά την κλιτύν του υψηλού βουνού, υψηλά ανάμεσα εις τους θάμνους και τους απατήτους βράχους, ο πάτερ Σισώης, πρώην διδάσκαλος, ζητήσας την γαλήνην του γήρατός του εις το μοναστήριον, έτρεφεν ή μάλλον άφηνε να τρέφηται αγέλη ορνίθων υπέρ τα τριακόσια κεφάλια, εις την οποίαν άγνωστος νόσος έπεσέ ποτε, ενσπείρασα τον θάνατον εις το πλήθος των ορνίθων. Ελέχθη ότι άγνωστοι εχθροί του φθονήσαντες είχον ρίψει δηλητήριον, επί τη προφάσει ότι δεν έπρεπε, μοναχός ων, να τρέφηται με ορνίθια. Όπως και αν έχει, από το μέγα θανατικόν εσώθησαν μόνον δύο όρνιθες, η Πιτσινή και η Κοτσινή, τας οποίας ο πάτερ Σισώης παρέδωσε δι’ ασφάλειαν εις τον πάτερ Νικόδημον, τον επίτροπον της Μονής εις το μετόχιον της νήσου Τσουγκριά. Ο πάτερ Νικόδημος τας είχε φυλάξει μέχρι τούδε ως κόρην οφλαλμού, αλλ’ οι ξένοι οι ελθόντες κατ’ αυτήν την δυστυχισμένην χρονιάν εις την νήσον είχον αρπάσει την μίαν και, αφού την έσφαξαν, την έβαλαν εις ξυλίνην σούβλαν, την έψησαν και την έφαγαν. Περί του είδους της παρασκευής της όρνιθος δεν αμφέβαλλεν ο πάτερ Νικόδημος, διότι ξένοι διαβατκοί δεν θα είχον την υπομονήν και τα μέσα να την μαγειρεύσωσι κατ’ άλλον τρόπον. Είχε γίνει μάλιστα περίεργος από ανεπαρκές ίχνος, από ολίγιστα πτίλα τα οποία είχε παρατηρήσει την πρωίαν της προτεραίας κυλιόμενα επί τους εδάφους, να εξετάσει και ν’ ανακαλύψει τους τύπους των ποδών των ορνιθοκλόπων επί της άμμου, και οδηγούμενος υπ’ αυτών, να εύρει το μέρος όπου είχον ανάψει πυρ διά να ψήσωσι την όρνιθα, κάτω εις την ακρογιαλιάν, την σφένδαμον από την οποίαν έκοψαν την ράμνον, την οποίαν μετεχειρίσθησαν ως σούβλαν , και κατά πάσα πιθανότητα, το μικροκάικον εις το οποίον ανήκον οι κλέπται. Αλλά δεν τους ωμίλησε τίποτε. Είπε μέσα του, «ο Θεός να τους συγχωρήσει» Ελυπήθη μόνον την άτυχην την Κοτσινή, και εστενοχωρείτο τι λόγον να δώσει εις τον «δάσκαλον», αν ούτος, μετά τόσην συρροήν ξένων επελθούσαν απροσδοκήτως εις την νήσον, θα είχεν ακόμη την ιδιοτροπίαν να τον ερωτήσει τι είχε γίνει η Κοτσινή.

   Ο πάτερ Νικόδημος, αφού ενίφθη, επλησίασεν εις τον ορνιθώνα και ήπλωσε την χείρα διά ν’ αποκομίσει εκείθεν την Πιτσινήν. Είχε συλλογισθεί μέσα του: «Τι ανόητος που είμαι! Αφού χθες μου έκλεψαν την άλλη, και την αφήνω αυτή μοναχή της την νύκτα εις την καλαμωτή, σιμά εις το πηγάδι, όπου θα έλθουν να πάρουν νερόν, και όπου είναι σχεδόν σίγουρα ότι θα μου την κλέψουν. Δεν εφρόντισα να την εξασφαλίσω αποβραδύς, μόνον την άφησα ολονυχτίς εις την τύχην της, κι εσκεπτόμην τι να την κάμω την άλλην ημέραν, διά να την γλυτώσω, αφού όλην την νύκτα εκινδύνευεν εκτεθειμένη εδώ! Χαμένα τα έχω! Έλα δω, Κοτσινή, Κοτσινή!»

   Είτα, εννοήσας το λάθος:

-        Πώς να πω… Πιτσινή:

   Και στενάξας προσέθηκε:

    -   Την καημένη την Κοτσινή, στο στόμα μου κόλλησε!… Τώρα δε θα βρίσκωνται ούτε τα κοκκαλάκια!

   Έλαβεν εις τας χείρας την όρνιθα, ανέβη εις το κελλίον του, την απέθεσεν εντός, της έρριψε τροφήν, και εκλείδωσε την θύραν. Είτα κατέβη εις τον ευκτήριον οίκον.

 

 

   Τέσσαρες τοίχοι παλαιοί, υγροί και γυμνοί. Τέσσαρες εικόνες επί του ανατολικού τοίχου· του Χριστού, της Θεοτόκου, του Προδρόμου και των Αγίων Φλώρου και Λαύρου.

   Δύο κανδήλαι με μεγάλα μετάλλινα καλύμματα, καταλαδωμένα. Έν αναλόγιον προσηρμοσμένον επί του δεξιού τοίχου, προς το μόνον παράθυρον. Τέσσαρα βιβλία, το Ωρολόγιον, η Οκτώηχος, το Ψαλτήριον και η Πανδέκτη, τρίτη ευτελής κανδήλα με μέγα εκ λευκοσιδήρου σκούφωμα ανερχόμενον και κατερχόμενον διά του μηχανισμού της ισορροπίας, διά να συγκεντρώνει το φως επί του βιβλίου και επί της γενειάδος του αναγινώσκοντος· κανέν στασίδιον· μία χονδρή ράβδος εις σχήμα κεφαλαίου Τ προωρισμένη να χρησιμεύει αντί στασιδίου εις τον ασκητήν και εις τον νυκτερινόν ευχέτην, τον εκτελούντα τον μοναστικόν κανόνα του δι’ ορθοστασία και δι’ ανακυκλώσεως του κομβοσχοινίου με τους δακτύλους της δεξιάς· τοιούτος ήτο ο ευκτήριος οίκος του μετοχίου.

   Αι κανδήλαι έλαμπον με ασύνηθες φως, όχι καλογηρικόν, και ως σωστά πυροφάνια, διά της υάλου του παραθύρου. Τούτο εξέπληξε κατ’ αρχάς τον Νικόδημον, αλλ’ ούτος εσυλλογίσθη ευθύς ότι γυνή τις εκ των από χθες και προχθές γειτονισσών του, αίτινες ενοσήλευον οικείους πάσχοντας, αποβιβασθέντας από της προχθές εκ των πλοίων και εγκατασταθέντας εις τα τρία εκ των κελλίων, θα ήναψεν εξ ευλαβείας τα κανδήλια, αφού εξεφιτίλισε και εσήκωσεν υψηλά τας θρυαλλίδας, και διά τούτο έλαμπον ως πυροφάνια αλιευτικά. Ήνοιξε την θύραν και εισήλθε. Γυνή τις εκάθητο εις το χθαμαλόν ανάβαθρον, το ευρισκόμενον παρά την βάσιν του αναλογίου. Ο πάτερ Νικόδημος δεν εξεπλάγη. Είχε πολλάς γυναίκας εις την γειτονίαν του προ δύο ή τριών ημερών, και του εφάνη ότι ανεγνώρισεν εκείνην την οποίαν έβλεπεν. Ήτο η γεροντοτέρα εκ των τεσσάρων ή πέντε εγγυτέρων γειτονισσών του.

-        Ε! καλημέρα, κυρά· πώς είναι ο γυιος σου; έκραξεν ο Νικόδημος.

   Η γυνή εκοιμάτο κι εξύπνησεν αποτόμως εκ της φωνής. Εκοίταξεν έκπληκτος τον μοναχόν.

-        Πώς είν’ ο γυιος σου; επανέλαβεν ο Νικόδημος.

-        Δεν ξέρω, παιδάκι μου… απήντησε τρίβουσα τους οφθαλμούς η Σκεύω, διότι

εκείνη ήτο… Ξέρεις να μου πεις τι γίνεται; Γι’ αυτό κι εγώ ήρθα.

   Την φοράν ταύτην ο εκπλαγείς ήτο ο γέρων μοναχός. Εστάθη κοιτάζων την γυναίκα, και είδεν ότι δεν ήτο εκείνη, την οποίαν είχε νομίσει κατ’ αρχάς ότι έβλεπεν.

   Η Σκεύω επανέλαβε:

-        Μου είπεν αποβραδύς ο γιατρός, ας είναι καλά, πως δεν έχει φόβο, και πως

θα γίνει καλά… Σήμερα θα πάω μες στο καράβι να τον εύρω.

   Ο Νικόδημος, αν και από εικοσαετίας δεν είχεν εξέλθει από την μικράν νήσον, την ανεγνώρισεν ως συντοπίτισσαν.

-        Τουλόγου σου είσαι από δω, ξέρω… Για πες μου το όνομά σου…

-        Σκεύω.

-        Ναι, Σκεύω… Με γνωρίζεις εμένα;

-        Πώς! ο Νικολάκης της Μανασσίνας δεν είσαι;

-        Ναι.

-        Πώς σε λένε στο καλογερικό σου;

-        Νικόδημο.

-        Καλά είσαι, γυιε μ’, τι κάνεις;… Να, κι εγώ ήρθα για να βρω το παιδί μου

που είν’ άρρωστο.

   Και διηγήθη εν ολίγοις τα πράγματα πώς είχον, παραλείψασα να είπει ότι είχε φορέσει ανδρίκεια και ότι είχε περάσει ως βαρδιάνος.

   Ο Νικόδημος την παρηγόρησε λέγων ότι έπρεπε να έχει τας ελπίδας της εις τον Θεόν, και ότι αν δεν είναι θέλημα του Θεού, δεν έχει να πάθει τίποτε ο υιός της. Είτα ήρχισε να εκτραγωδεί τα ίδια παθήματά του.

    -   Να, κι εγώ πόσα υποφέρω… Έφθασαν πολλά παρτίδα, που δεν είχαν έρθει άλλη φορά. Δεν με πειράζουν τόσο τα καράβια, όσο τα μικροκάικα… Άρχισαν να μου κλέφτουν τα σταφύλια, μου ρήμαξαν τες κολοκυθιές και τες μπάμιες… Δεν μου άφησαν γάλα για να πήξω τυράκι… Μου έκλεψαν την Κοτσινή, την κόττα του πάτερ Σισώη, και την έβαλαν στη σούβλα και την έφαγαν… Μου αγρίεψαν τη γάττα, την καημένη τη Μπαμπή, και την έκαμαν να πάρει τα βουνά.

   Η θεια-Σκεύω του εσύστησεν υπομονήν, και ως συμπέρασμα είπεν ότι «Αμαρτίες είχαμε όλοι, εδώ που φτάσαμε».

 

 

   Την εσπέραν, μετά την συνδιάλεξιν της προς τον ιατρόν, η Σκεύω ηκολούθησε τον βαρκάρην, τον Γιάννην Μπρίκον, μέχρι της ακρογιαλιάς. Ο κ. Βουντ της είχεν ειπεί ότι, αν ήθελεν, ημπορούσε να διανυκτερεύσει εις την σκηνήν του, ή παραπλεύρως αυτής, εις το πρώτον ημιτελές παράπηγμα, το οποίον είχεν αρχίσει ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης. Της υπεσχέθη δε ότι το πρωί θα επήγαιναν ομού εις το καράβι, όπου ευρίσκετο ο υιός της. Λαβούσα την υπόσχεσιν ταύτην η Σκεύω, επέμεινε να γυρίσει οπίσω εις την βάρκαν, διά να φορέσει τα γυναικεία φορέματά της, διότι της ήρχετο πλέον εντροπή να φορεί τα ανδρίκεια, αφού εφανερώθη ο δόλος της. Επειδή δε δεν έμελλε πλέον να εκτελέσει έργα βαρδιάνου, προσεφέρθη να εγχειρίσει εις τον ιατρόν τα δύο τάλληρα τα οποία είχε λάβει ως προκαταβολήν εις το λιμεναρχείον. Αλλ’ ο ιατρός της είπε να τα κρατήσει προς το παρόν, και εδήλωσεν ότι αυτός γίνεται εγγυητής διά το μικρόν τούτο ποσόν ενώπιον του φίλου του, του στραβούλιακα του υγειονόμου.

   Μέσα εις το μέγα ταμπάρον, το οποίον είχε φέρει μαζί της η Σκεύω από την οικίαν της, είχε μίαν αβασταγήν, και μέσα εις την αβασταγήν είχε πλήρη την γυναικείαν φορεσιάν της. Την είχε πάρει μαζί της, ως να είχε προβλέψει ότι γρήγορα θα την εχρειάζετο. Ο Γιάννης ο Μπρίκος επέβη εις την λέμβον και της έρριψε την αβασταγήν, καθώς και έν μικρόν καλαθάκι, μέσα εις το οποίον είχεν έν λαδικόν γεμάτον, και ολίγα κηρία και ψωμίον, διότι όλα τα είχε προβλέψει. Η Σκεύω έλαβε την αβασταγήν, και αποχωρήσασα όπισθεν των λυγαριών και των βουρλιών, σιμά εις τον βάλτον, ήλλαξε τα ενδύματά της, είτα εσχημάτισεν εκ νέου την αβασταγήν με τα ανδρίκεια φορέματα τα οποία είχεν αποβάλει, την έδεσε, και ελθούσα την έρριψε μέσα εις την βαρκούλαν, εις τας χείρας του Γιάννη.

   Είτα έλαβε το καλαθάκι της, και εκαληνύχτισε τον πορθμέα λέγουσα ότι θα υπάγει να κάμει ένα σταυρόν και ν’ ανάψει τα κανδήλια της εκκλησίτσας, εις το μετόχι, και, «όπως ιδεί, ή έρχεται ή δεν έρχεται». Ίσως μάλιστα ν’ απεφάσιζε να κοιμηθεί εις την μισοτελειωμένην παράγκαν, όπου της είπεν ο ιατρός. Ο Γιάννης δεν επέμεινε, διότι ενύσταζεν αρκετά ο ίδιος, ώστε να τον μέλει πού θα εκοιμάτο ο άλλος. Ήδη είχε μισοκοιμηθεί πριν ακούσει το τέλος του λόγου της Σκεύως.

   Σιγά-σιγά πατούσα, από βουρλιάν εις βουρλιάν και από αρμυρήθραν εις αρμυρήθραν, η Σκεύω, ήτις δεν εφοβείτο ποτέ να περιπατεί την νύκτα (άλλως το μέρος ήτο ανοικτόν, φώτα έλαμπον ένθεν κακείθεν, η σελήνη ανήρχετο προς το μεσουράνημα, και τα κελλία του μετοχίου και αι πρόχειροι σκηναί εκατοντάδας μόνον βημάτων απείχον από την ακρογιαλιάν), επέρασεν εκ τρίτου από το μέρος όπου εφαίνοντο οι δίδυμοι νεοσκαφείς τάφοι, εστάθη, έκαμε τον σταυρόν της, εγονάτισε, κι έκαμε τρεις ολοψύχους μετανοίας «κλίνουσα όχι μόνον τα γόνατα, αλλά και την καρδίαν ενώπιον του Κυρίου», και εδεήθη υπέρ της ατυχούς αθώας ψυχής, της αποθανούσης μακράν της πατρίδος της εις τα ξένα, της κοιμωμένης μετά του ακάκου βρέφους της τον χρόνιον ύπνον εκεί υπό το χώμα. Είτα έλαβεν εκ του καλαθίου της δύο κηρία, και αφού τα διέθεσεν εις σχήμα σταυρού, τα εκόλλησεν επί του άλλου καλαμίνου σταυρού, του σημειούντος την κεφαλήν επί της άκρας του τάφου. Είτα ηγέρθη, έλαβε το καλάθιόν της, και διευθύνθη προς τα κελλία.

 

 

   Το κελλίον, εις το οποίον κατώκει έως τώρα ο Νικόδημος, είχε μικρόν ευτελή εξώστην άφρακτον. Η Σκεύω εκάθητο εις το κατώφλιον της θύρας, και μέσα, εις τον μυχόν του μικρού θαλάμου, έκειτο κλίνη ασθενούς. Ο ασθενής είχεν ανακαθίσει, ακουμβών την κεφαλήν εις το προσκέφαλον, κι έβλεπεν αορίστως εις το κενόν διά της ανοικτής θύρας. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, και η ημέρα υπήρξε θερμή. Ο ασθενής, με ξανθόν μύστακα, και μικρόν γένειον φαιόξανθον, ήτο ωχρός, και το πρόσωπόν του «έφεγγεν» από την ισχνότητα.

   Η Σκεύω έβλεπε προς την θάλασσαν, εις την σειράν των μεγάλων πλοίων, των οποίων είχεν αυξήσει ο αριθμός. Από τριών ή τεσσάρων ημερών είχον έλθει περισσότερα από δώδεκα κομμάτια καράβια, και όχι ολίγα μικροκάικα. Η γραία έβλεπε μετά τρόμου το πλήθος τούτο των πλοίων και των επιβατών. Ενθυμείτο τον δημώδη λόγον περί των μελλόντων να συμβώσιν εις την Συντέλειαν του κόσμου, όταν οι ζώντες θα κράξωσι προς τους νεκρούς: «Εβγάτε σεις οι πεθαμένοι, να εμβούμε ημείς οι ζωντανοί!» Και εφοβείτο μη η πρόρρησις επαληθεύσει προχείρως και παραδειγματικώς εις την παρούσαν περίστασιν, ήτις ήτο βεβαίως μία εκ των προεικονίσεων της Συντελείας. Ετρόμαζε μήπως από τα τόσα κομμάτια καράβια εξέλθωσιν αιφνιδίως οι τόσοι άρρωστοι, όσοι ελέγετο ότι υπήρχον επ’ αυτών, και φωνάξωσι προς τους κατέχοντας τας προχείρους σκηνάς, τα ημιτελή παραπήγματα και τα ολίγα ευτελή κελλία, ασθενείς ή νοσοκόμους, υγιείς ή πάσχοντας, ζώντας ή νεκρούς: «Καιρός να φύγητε σεις, διά να έλθωμεν ημείς».

   Και εν μέσω τοιούτου κυκεώνος δεινής συμφοράς και τυφλώσεως και πόνου και αγρίας πάλης, πού ελάμβάνετο υπ’ όψιν το δικαίωμα και η θυσία ην υπέστη χάριν αυτής ο Νικόδημος ο Μανασσής, όστις τη παρεχώρησεν οικειοθελώς το μικρόν κελλίον του, διά να νοσηλεύσει τον υιόν της. Κατ’ αυτήν την πρωίαν της Πέμπτης, πριν η Σκεύω απέλθει μετά του ιατρού εις το πλοίον διά να ίδει τον υιόν της, ο Νικόδημος της είχεν ειπεί ότι, καθ’ όσον χρόνον αυτή θ’ ανήρχετο επί το πλοίον, αυτός θα απήρχετο εις εκδρομήν επάνω εις το μικρόν βουνόν, πέραν του δάσους, διά να ίδει τι γίνεται το κοπάδι των αιγών, με τους ολίγους τράγους και τα ερίφια τα οποία είχεν εμπιστευθεί εις την φροντίδα του παραγυιού του, του αιγοβοσκού Αγκόρτζα, διότι από ημερών δεν είχεν επισκεφθεί την μάνδραν. Μόνον ο Αγκόρτζας του έφερε καθημερινώς το γάλα, το οποίον δεν επρόφθαινε να πήξει, ως έλεγεν. Ο Νικόδημος ανήσυχος είχεν ειπεί:

-        Λες να μου φάνε τα κατσίκια, τάχα, καθώς μου φάγανε την Κοτσινή;

   Η Σκεύω μη δυνηθείσα να κρατήσει τον γέλωτα του είχεν απαντήσει:

-        Λες να σου τ’ αφήσουν, γερο-Νικόδημε;

   Ο αγαθός μοναχός έλαβε την μακράν μαγκούραν του και εξεκίνησε διά το βουνόν. Πριν απέλθει, είχεν υποσχεθεί εις την Σκεύω πάσαν συνδρομήν ήτις εξηρτάτο απ’ αυτού, και η Σκεύω έβαλε με το νουν της ότι η καλυτέρα εκδούλευσις την οποίαν θα της έκαμνεν ήτο να της παραχωρήσει το κελλίον, διά να μεταφέρει τον υιόν της από το καράβι. Κατόπιν, όταν η Σκεύω είχεν αξιωθεί ν’ ανταμώσει τον υιόν της, και ο κ. Βουντ εγνωμοδότησεν ότι ήτο καλά να μετατοπισθεί ο ασθενής έξω του πλοίου, διά να έχει την μητρικήν περιποίησιν ως και τας επισκέψεις τας ιδικάς του προχειροτέρας, η Σκεύω, επιστρέψασα εκ του πλοίου απήλθε κατ’ ευθείαν εις το μετόχιον.

   Ο πάτερ Νικόδημος είχεν επανέλθει προ μικρού από την εκδρομήν και κατεγίνετο ετοιμάζων την αποσκευήν του. Η δε αποσκευή του συνίστατο εκ δύο ράσων τα οποία έδενεν εις αβασταγήν, εκ μεγάλου τορβά και εκ της υψηλής και καμπύλης την λαβήν μαγκούρας του.

-        Θα πάω… θα πάω… είπεν άμα είδε την Σκεύω… Τα καημένα τα κατσικάκια,

αρχίσανε να μου τα κλέφτουνε… Καλά το έλεγα εγώ, πως η καημένη η Μπαμπή μου έδειξε τον δρόμον, κι έπρεπε να την ακολουθήσω…

-        Και θ’ αργήσεις, γερο-Νικόδημε; ηρώτησε σύννους η Σκεύω.

   Εσυλλογίζετο πως θα έμενεν έρημον το κελλίον του μοναχού, και διατί να μη της το εμπιστευθεί αυτής, διά να φέρει τον υιόν της να τον νοσηλεύσει.

-        Θα καθίσω εκεί απάνου όλον τον καιρό, έως να περάσει η οργή Κυρίου,

απήντησεν ο Νικόδημος. Μάρτυς μου ο Θεός, δεν φεύγω τόσο διότι λυπούμαι τα κατσίκια και τα τραγιά… Ας τα φάνε όλα, όπως φάγανε και την καημένη την Κοτσινή… Μόνον θέλω την ησυχία μου… Τι να τα κάμω εγώ τα κατσίκια και τα τραγιά; Ας είναι καλά το μοναστήρι. Μα τι να τους κάμω; Είμαι άμαθος από κόσμο, θεια-Σκεύω… Ας είναι καλά ο κόσμος, δεν με πειράζουν τίποτε… Μόνον θέλω την ησυχία μου… Ας τα φάνε όλα, ας τα φάνε.

   Έκαμε κίνημα, και έβγαλεν από την τσέπην του έν κλειδίον.

    -   Να, πάρε το κλειδί της αποθήκης… Εκείνο το κελλί το ξεχωριστό, που βλέπεις παραπάνω… έχει μέσα ολίγες μυζήθρες και τυριά… είναι και ολίγο κριθάρι της χρονιάς και λίγο καλαμπόκι περυσινό… ρόιεψέ τα, δώσε στον κόσμο να φάνε, άμα ιδείς ότι πεινούνε… Εκεί μέσα έκλεισα και την καημένη την Πιτσινή, την κόττα του πάτερ Σισώη… ρίχνε της να τρώει, κι άμα ιδείς πως είναι ανάγκη για να δυναμώσει ο γυιος σου, σφάξε την και δος του να πιεί ζουμί, κι αυτή και δύο πετεινάρια που θα σου στείλω με τον παραγυιό μου τον Αγκόρτζα. Θα σου στέλνω κάθε μέρα και γάλα και νωπό τυρί… Τι να τα κάμω; Ας είναι καλά ο κόσμος… καλά το έλεγα εγώ πως η καημένη η γάττα μου η Μπαμπή μου έδειχνε τον δρόμο…

   Η θεια-Σκεύω κάτι ήθελε να είπει, αλλ’ ο πάτερ Νικόδημος, όστις ευρίσκετο εις ασυνήθη έξαψιν, δεν της έδωκε καιρόν.

- Οι παλιοί οι ασκητάδες, ξέρεις, θεια-Σκεύω;… Πού να ξέρεις τουλόγου σου… Δεν άκουσες ποτέ να διαβάζουν τα Συναξάρια… Άκουσες ποτέ σου Λαυσαϊκό;… Πού να ακούσεις το δάσκαλο, τον πάτερ Σισώη, να το διαβάζει όμορφα-όμορφα, σιγά-σιγά και κατανυχτικά, με το λύχνο που έχει κατεβασμένο το φως, τα μεσάνυχτα στην Ακολουθία, απάνω στο μοναστήρι… Ξέχασα που δεν μβαίνουν γυναίκες μέσα… που πέφτει όλο το φως στο βιβλίο απάνω και στο μισό το πρόσωπο και στη γενειάδα και στο Πολυσταύρι και στο Σχήμα του διαβαστή… και σαν έφτανε η μνήμη του Αγίου Αντωνίου, οι παλιοί ασκητάδες φεύγανε στη μέσα έρημο, κι οι μοναστηριακοί έβγαιναν απ’ το μοναστήρι κι επήγαιναν ν’ ασκητέψουν δύο μήνες

στην έρημο, έως την εορτή των Βαΐων. Και τότε πάλι εγύριζαν στο μοναστήρι… Εγώ ο ανάξιος δεν είμαι ικανός ούτε τα πόδια τους να φιλήσω, μα ως τόσο κι εγώ, τώρα το χινόπωρο, που δεν έρχεται μεγάλη σαρακοστή, αποφάσισα να φύγω στην έρημο. Πάρε το κλειδί, και δώσε στον κόσμο ό,τι έχει μέσα το κελλί, να φάνε… Ας είναι καλά ο κόσμος. Ο Άγιος Φλώρος να τους λυπηθεί, να διώξει την αρρώστια… Εγώ θέλω την ησυχία μου… όχι πως με μέλει για τα βοσκήματα… Ας τα φάνε όλα, καθώς έφαγαν και την καημένη την Κοτσινή…

-        Και το κελλί σου πού θα τ’ αφήσεις, γερο-Νικόδημε; επρόφθασε και είπεν η

Σκεύω.

-        Το κελλί;… Αλήθεια, πώς είναι ο γυιος σου; Δεν τον έβγαλες όξου;

-        Είπε ο γιατρός να τον βγάλω.

-        Και πού θα κάμετε κονάκι;

-        Δεν ξέρω… Στες μπαράκες, που φτιάνει ο μαστρο-Στάθης.

-        Αλήθεια, ξέχασα να πω… Εμένα το κελλί δεν μου χρειάζεται. Και ούτε το

εξουσιάζω κιόλα… Έχουν το δικαίωμα να μου το πάρουν… Εγώ δεν πρέπει να έχω φωλιά σαν καλόγηρος που είμαι… Καλύτερα σεις παρά άλλοι… Φέρε το γυιο σου έξω, κι ελάτε να καθίσετε στο κελλί…

-        Α! την ευχή του Χριστού να ’χεις… καλή ψυχή… και καλόν παράδεισο,

αδερφέ μου…

-        Εγώ είμαι ανάξιος… Φέρε το γυιο σου έξω. Να, στην πόρτα είναι το κλειδί.

Εδώ έχει και μερικές παλιοβελέντζες… Κλείδωσε, σύρε να φέρεις το γυιο σου, κι έλα να κάμετε κονάκι. Εγώ φεύγω. Έχε γεια… Καλά το έλεγα εγώ πως η καημένη η Μπαμπή μου έδειχνε το δρόμο.

   Έλαβε την δέσμην των ράσων του, την έβαλεν εις τον τορβάν, εκρέμασε τον τορβάν περί την μασχάλην, έλαβε την υψηλήν κυρτήν ράβδον του, έκαμε τρις το σημείον του Σταυρού και ανεχώρησε.

 

 

   Μόλις είχε προχωρήσει τρία βήματα, και συναντά τον Γερμανόν ιατρόν.

-        Για πού, αν τέλει ο Τεός, πάτερ Νικόντημε;

-        Α! τουλόγου σου είσαι, ξεχώτατε;… Απάνω στο κελλί είναι η θεια-Σκεύω…

Της έδωκα το κλειδί της αποθήκης. Να βάλεις τα δυνατά σου, σαν καλός πατριώτης, να γλυτώσεις το παιδί της…

-        Και κάτι ζωσμένον σε βλέπω, για ντρόμο… Για πού πας;

-        Έχει μέσα στην αποθήκη κάτι μυζήθρες, κάτι ολίγα τυριά… Ας δώσει στον

κόσμον να φάνε… Εγώ δεν τα λυπούμαι… Η Μπαμπή μου έδειξε το δρόμο.

-        Ποια είν’ αυτή η Μπαμπή;

-        Έχει κι ολίγο καλαμπόκι κι ολίγο κριθάρι…

-        Τι ντιάολο! σαν αλλοιώτικος μου φαίνεσαι! είπεν αρχίσας να γελά ο κ.

Βίλελμ Βουντ.

-        Θα της στείλω και δύο πετεινάρια… Για να ξαρρωστήσει το παιδί της…

Τουλόγου σου, θα σου στείλω ένα κατσίκι, γιατρέ, να ξεφαντώσεις… Είναι κι η κόττα, η Πιτσινή, του πάτερ Σισώη… Της είπα να την σφάξει, για να δυναμώσει ο άρρωστος… Ας είναι καλά ο κόσμος… Ας τα φαν όλα, καθώς έφαγαν και την καημένη την Κοτσινή…

-        Ποια Κοτσινή;

-        Να, την Κοτσινή μου την έκαμαν κότσι κότσι… Μα καλά το είπα εγώ, πως η

Μπαμπή μου έδειξε το δρόμο!…

-        Τώρα, για πού πας; ηρώτησεν ανυπομόνως ο ιατρός. Μήπως άφησες το κελλί

σου…

-        Ναι, το κελλί μου, είπεν ως να συνήλθε διά μιας ο Νικόδημος· το κελλί μου,

ας φέρουν τον άρρωστο να καθίσει μέσα, μαζί με τη μάννα του… Εγώ είμαι καλόγερος, και δεν μπορώ σκοτούρες του κόσμου… Πάω να βρω τον καθαρόν αέρα, απάνω στο βουνό… Από δω κι εμπρός θα κοιμώμαι στο κλαρί… Θα στέλνω και τον Αγκόρτζα να σας φέρνει γάλα… Έχε, γεια, γιατρέ… Καλά μου έδειξε το δρόμο η Μπαμπή.

   Είπε, και τρέχων με τα ελαφρά τσαρουχάκια του, έγινεν άφαντος όπισθεν των δένδρων.

   Ο ιατρός έμεινε διατεθειμένος προς ευθυμίαν, και εκάγχασε θορυβωδώς, όταν η Σκεύω του εξήγησε τα κατά την Μπαμπήν και την Κοτσινήν.

   Μετά δύο ώρας, η Σκεύω μετέφερεν από το πλοίον τον υιόν της και τον εγκαθίστα εις το κελλίον του αγαθού μοναχού. Ο ασθενής ήτο πολύ καλύτερα, και ο κ. Βουντ είχε συγκεντρώσει μέγα μέρος της επιμελείας του εις τον υιόν της Σκεύως.

 

 

   Όσον επλησίαζεν η νυξ, τόσον ηύξανεν η ανησυχία της Σκεύως σχετικώς με το πλήθος των πλοίων και την συρροήν των ταξιδιωτών. Τόσα κομμάτια καράβια, τόση πλησμονή κόσμου, και σχεδόν κανείς φίλος, και όλοι πρόσωπα άγνωστα. Τα εντόπια πλοία είχον φαίνεται τον τρόπον να λαμβάνωσι το νερόν έξωθεν από την πόλιν. Άλλως το μικρόν πηγάδιον επλησίαζεν ήδη να στειρεύσει. Ο Αγκόρτζας, ο παραγυιός του Νικοδήμου, ήρχετο κάθε πρωί κι εγέμιζεν έν μικρόν βαρελάκι νερόν, κι έφερε μίαν βεδούραν γάλα εις την Σκεύω, ήτις το εμοίραζεν εις τας τότε κατά περίστασιν γνωρίμους και γείτονας, όσαι ενοσήλευον υιούς ή συζύγους εις τα άλλα κελλία, και εις τα πρώτα εγγύτερα παραπήγματα. Ο Αγκόρτζας δεν έλεγε ποτέ «καλημέρα», αλλ’ εφώναζε με τραχείαν και αλλόκοτον φωνήν «Γεια σας!», πρωί πρωί την αυγήν, άφηνε την βεδούραν κάτω εις το πρώτον σκαλοπάτι της σκάλας, έκρυπτε το πρόσωπόν του όπισθεν του στύλου, έβλεπε λοξώς και ίστατο πλαγίως, διά να μη τον ιδεί η Σκεύω, και είτα εφώναζε: «Χιριτίσματα απ’ τον πάτιρ Νικόδ’μου. Είπι, λέει, τι κάνει ου γυιος σ’, λέει, καημέν’ Σκεύου; Κι τι σ’ χρειάζιτι, λέει, να μ’ του πεις! Κι τ’ γκόττα, λέει, να τ’νε σφάξεις, να πιει του ζ’μι, να γιαν’»

 

 

   Ευρισκόμεθα ήδη εις τας αρχάς Σεπτεμβρίου. Όταν ενύκτωσεν ασυνήθης βοή και θόρυβος ήρχισε ν’ ακούηται τριγύρω, σιμά εις τα παραπήγματα και εις την άμμον, και κάτω εις τον όρμον. Ήτο ως να εκόχλαζεν ο αήρ από την λάβαν και το κουφόβρασμα των ανθρωπίνων στηθών, όσα επροσπάθει να δροσίσει και δεν ίσχυε να ζωογονήσει. Ο κύριος όρμος της μικράς νήσου, όπου ήσαν αραγμένα πολλά καράβια, αντικρύ εις την μικράν πορτούλαν της Σκεύως, είχε γεμίσει από πλοιάρια, από βάρκες, από σκαμπαβίες και από φελούκια. Εναγώνιοι φωναί ηκούοντο από βαρκούλαν εις βαρκούλαν, από φελούκαν εις φελούκαν. Η αύρα η νυκτερινή κατέστη βαρεία και θρηνώδης, μεστωμένη από τα ανθρώπινα παράπονα και τους γογγυσμούς, και η θάλασσα επατάγει μετ’ ασυνήθους βίας και ιαχής από τους πλαταγισμούς των κωπών εις το κύμα. Δίπλα εις τα καράβια προσετρίβοντο μετά κρότου τα φελούκια, και άλλα πλοιάρια είχον αποσπασθεί από τας πλευράς των και έπλεον φύρδην μίγδην προς την άμμον. Βραχείαι φωναί ως συνθήματα αντηλλάσσοντο μεταξύ των πληρωμάτων, όσα είχον μείνει επάνω εις τα καράβια, και των συντρόφων των, όσοι έπλεον με τα φελούκια. Άκρα γαλήνη ήτο εις την θάλασσαν, και δεν υπήρχεν άλλη τρικυμία από εκείνην την οποίαν απετέλει ο συνωθισμός των λέμβων, το πλατάγισμα των κωπών εις το κύμα, και αι εναγώνιοι φωναί των ναυτών. Έξω εις την άμμον όμιλοι ανθρώπων ίσταντο περιμένοντες. Απωτέρω, ολόγυρα εις τας σκηνάς και τα παραπήγματα, φωναί ηκούοντο, και φώτα εκινούντο επάνω και κάτω, κρυπτόμενα και εμφανιζόμενα, ως άστρα οπού σβήνουν εις τον θόλον του ουρανού. Ήτο νυξ αστροφεγγής, εις την χάσιν του φεγγαριού, και το θέαμα ήτο συγκεχυμένον, και το άκουσμα δεινόν και ταραχώδες.

   Η Σκεύω, ήτις είχε κλείσει προ μικρού την πορτούλαν της, διά να μη βλάψει τον ασθενή η νυκτερινή αύρα, ιδούσα ότι ο υιός της εκομήθη, την ήνοιξε πάλιν, και εξελθούσα εις τον εξώστην την έκλεισεν εκ νέου σιγά-σιγά, και εκάθισεν αυτή κάτω εις τας σανίδας, όπου ήτο σχεδόν αόρατος οκλάζουσα την νύκτα, συγχεομένη με τα μαύρα και σαπρακωμένα θυρόφυλλα. Τι συνέβαινε, Θεέ μου; Έμελλε να ίδει πολλά ακόμη; Είχεν ιδεί αρκετά από ημερών, αλλά δεν τα διηγείτο εις τον υιόν της. Ο άγγελος με την φλογίνην ρομφαίαν, την έχουσαν τας επτά κόψεις, οπού τον λέγουν Χάρον, ως να έφερε χαράν εις άλλους παρά εις τους κληρονόμους των φιλαργύρων γεροντίων, είχεν επισκεφθεί πάλιν και πάλιν την μικράν νήσον. Είχεν ακούσει κλαυθμούς και θρήνους εντός ολίγων ημερών, όσους δεν ήκουσε πριν εις όλην της την ζωήν. Είχεν ιδεί σπαραγμούς και βασάνους, και είχε παρευρεθεί εις αγωνίας και μαρτύρια, τόσον οπού το στήθος της εστόμωσε πλέον, ως να εφράχθη ολόγυρα από χάλυβα και δεν ησθάνετο ειμή κατά το ήμισυ και ως εν ονείρω, και δεν επαθαίνετο ευκόλως από τας συμφοράς.

   Αντικρύ, άνω της μεγάλης άμμου της γειτονευούσης με το αλίπεδον των χονδρών και στιλπνών χαλίκων, πέραν από τας σκηνάς και τα παραπήγματα, είχεν ιδεί πρωί-πρωί, με την ανατολήν του ηλίου, όταν ο Αγκόρτζας της είχε φέρει το γάλα, και το άφησε κάτω εις το πρώτον σκαλοπάτι, και αυτή κατέβη διά να το πάρει, είχεν ιδεί ανθρώπους να σκάπτωσι λάκκους, μέσα εις τους οποίους έρριψαν τα σώματα τα οποία είχε θερίσει ο Χάρος, αληθή δράγματα και θημωνίας ανθρωπίνου θερισμού. Και η καρδία της είχε κοπεί μέσα εις το στήθος της να βλέπει οφλαλμοφανώς την ματαιότητα, και έλεγεν ότι μάταιοι ήσαν και οι κόποι της και η φιλοστοργία της ματαία. Τι θα ήτο η ζωή του υιού της ενώπιον του Απείρου, ενώπιον του Αιδίου; Και τι θα ήτο η ζωή η ιδική της; Αλλ’ αυτή επρόσφερε την ζωήν της υπέρ της ζωής του υιού της, και αν επερίσσευε θα την επρόσφερεν επίσης και υπέρ της ζωής άλλων ανθρωπίνων πλασμάτων.

   Χτες ακόμη πόσον είχε λαχταρίσει η καρδιά της! Εις την πλησιεστέραν σκηνήν είχε κατοικήσει μία οικογένεια εκ μητρός και τεσσάρων τέκνων, της οποίας ο πατήρ είχεν αποθάνει εις τον Γαλατάν πρό τινων εβδομάδων, θύμα της νόσου. Η δυστυχής μήτηρ είχε φύγει εν συντροφία άλλης οικογενείας γνωρίμου της, σπεύδουσα να γλυτώσει αυτή και τα τέκνα της, μετά την στέρησιν του πατρός. Αλλ’ επειδή το πλοίον εις το οποίον θα επεβιβάζοντο έμελλε να συμπλεύσει με άλλο πλοίον «κοσέρβα», και οι δύο πλοίαρχοι είχον, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των, κοινά τα συμφέροντα, συνέβη εις το εμβαρκάρισμα, με όλας τας διαμαρτυρίας των, να χωρίσουν οι ναύται, τυχαίως και χάριν της ευκολίας των, τας δύο σχετικάς οικογενείας, λέγοντες ότι το ίδιον ήτο, και ότι ευθύς κατόπιν θα εφρόντιζον, άμα απέπλεον, να ενώσωσι τας δύο οικογενείας. Τώρα δεν ήτο καιρός, διότι ο απόπλους ήτο εσπευσμένος. Η χήρα με τα τέκνα της καθησύχασε και ήλπισε να εύρει μετ’ ου πολύ την φιλικήν της οικογένειαν. Αλλ’ εις το πέλαγος, το να συμπλέωσι δύο ιστιοφόρα είναι δύσκολον πράγμα, διότι ενώ το έν πλοίον ευρίσκει τον άνεμον «δευτερόπρυμα» ή πηδαλιουχεί «γεμάτα», ή κάμνει βόλτες, το άλλο πέφτει εις «καραντί». Ούτω συνέβη μετ’ ολίγον το δεύτερον πλοίον να μείνει οπίσω, και να χωρισθώσι τα δύο εις τον πλουν, και ενώ εκείνο εις το οποίον ευρίσκοντο η χήρα με τα τέκνα της έφθασε διά να καθαρισθεί εις το μέρος τούτο, το άλλο ίσως κατήλθε νοτιώτερον και υπέστη αλλού την κάθαρσιν. Η δυστυχής χήρα έφθασε, κι επερίμενεν από ημέρας εις ημέραν να έλθει η φίλη της. Αλλ’ εις μάτην. Το δεύτερον πλοίον δεν εφάνη.

   Η χήρα περιμένουσα αρρώστησε, και αρρωστήσασα εμαράνθη. Και ηγάπησε μάλλον τον σύζυγόν της ή τα τέκνα της. Και απήλθε να τον συναντήσει εκεί όπου οι προτρέξαντες περιμένουν τους υστερήσαντας συμπλωτήρας. Και τώρα εκοιμήθη τον άλυπον ύπνον, έρημος και άφιλος εις ξένην όχθην, αφήσασα ξένα εν μέσω ξένων τα τέκνα της. Και τώρα η μικρά κόρη, η οκταέτις Ολυμπία, προσπαθεί να γίνει ως μήτηρ εις τα τρία μικρότερα αδελφάκια της, εις τον πενταετή Γιώργον, την τετραετή Άνναν, και τον διετή Κωστήν. Χελιδών ήτις ασκείται διά να μάθει να εκτελεί έργα πελαργού. Ασθενές νεόφυτον το οποίον είναι ανάγκη να φουντώσει ταχέως, διά να σκιάσει κόσμον υπό τους κλώνας του. Νεοσσίς ήτις διά μιας ευρέθη κλώσσα, χωρίς να κλωσσάσει, χωρίς να επωάσει και χωρίς να εκκολάψει, και οφείλει να σκεπάζει τους νεοσσούς υπό τας πτερύγας της. Παιδίον αυτή, οδηγούσα με την χείρα δύο άλλα παιδία, και κρατούσα τρίτον παιδίον εις την αγκάλην της. Κλαίουσα παιδίσκη, άγουσα τρία κλαίοντα παιδία εις την τραχείαν και σκολιάν οδόν, εις τον κοπιώδη, ανήφορον του κόσμου. Αυτό ήτο το τελευταίον, το οποίον είχεν ιδεί την προτεραίαν η Σκεύω.

 

 

   Έξω της μικράς πορτούλας, καθημένη εις τον μικρόν εξώστην με τας σαπράς σανίδας, η Σκεύω εξηκολούθησε να βλέπει και να μη εννοεί τον γινόμενον έκτακτον θόρυβον. Διέστελλεν υπερμέτρως τους οφλαλμούς, έτεινε τα ώτα, αλλ’ εις μάτην. Το σκότος, αίνιγμα καθ’ εαυτό, δεν ηδύνατο να της δώσει την λύσιν του άλλου αινίγματος. Ο αήρ αντήχει τους θορύβους, μετεβίβαζε τας φωνάς, αλλά δεν έφερε τας λέξεις εις τα ώτα της. Κάτι τι έκτακτον και φοβερόν της εφάνη ότι συνέβαινε. Επί μίαν στιγμήν, η πτωχή γυνή ησθάνθη την επιθυμίαν να κατέλθει από τον οικίσκον, να τρέξει προς την σκηνήν του ιατρού, να εύρει τον ίδιον και να τον ερωτήσει τι συνέβαινεν. Αλλ’ εκρατήθη, πρώτον διότι δεν ήθελε ν’ αφήσει μοναχόν τον υιόν της, και δεύτερον διότι δεν ήλπιζε να εύρει εις την σκηνήν τον κ. Βουντ, όστις χωρίς άλλο θα ήτο εις το μέρος όπου ηκούετο ο θόρυβος, και αυτή δεν επεθύμει να προχωρήσει μέχρι του τόπου εκείνου.

   Είτα παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και ο θόρυβος, ολίγον κατ’ ολίγον εκόπασε. Τινές των λεμβών επλησίασαν εις την ξηράν. Της εφάνη ότι έτρεχον προς την άμμον. Είτα αι λέμβοι ήρχισαν να κωπηλατώσιν εκ νέου, και μικρόν κατά μικρόν ο κρότος των κωπών εξησθένει εις την ακοήν της. Πράγμα δε παράδοξον, η διεύθυνσις των λέμβων δεν ήτο προς τα μεγάλα πλοία, από τα οποία είχον αποσπασθεί προ μικρού, αλλ’ αύται έπλεον ολίγον τι δυτικώτερον προς την άλλην μικράν ερημόνησον, ή και βορειότερον, προς τον κάβον του Αγίου Φλώρου. Είτα μικρόν κατά μικρόν, αι λέμβοι έγιναν άφαντοι και πας θόρυβος εξέλιπε. Δεν ηκούσθη πλέον τίποτε, ως να συνέβη μαγεία. Ήτο σχεδόν όνειρον.

   Η Σκεύω έμεινεν επί πολλήν ώραν ακόμη κοιτάζουσα έξω εις τον εξώστην. Είτα εσηκώθη, ήνοιξε σιγά την πορτούλαν, έτριξαν τα θυρόφυλλα, εστέναξε το πάτωμα, και η μήτηρ εισήλθε πλησίον του κοιμωμένου υιού της.

   Έμεινεν άυπνος έως το λάλημα του πετεινού, περιμένουσα να εξημερώσει διά να μάθει. Είτα απεκοιμήθη έως την χαραυγήν, και εξύπνησε. Δεν παρήλθε πολλή ώρα και ήλθε κατά το σύνηθες ο ιατρός, διά να πίει τον πρωινόν καφέν του από τας χείρας της επιτηδείας πτωχής οικοκυράς, και καπνίσει ηδονικώς το πρώτον γεμάτον τσιμπούκι του. Ο ιατρός εφαίνετο ολίγον τι νευρικός και ανήσυχος. Ουχ ήττον η παροδική αύτη δυσθυμία ήτο μόνον ως εαρινόν νέφος διά την εύθυμον διάθεσίν του.

 

 

 

  

6ο Μέρος
Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA