(6η και τελευταία συνέχεια)

 

 

   Από δύο εβδομάδων πολλά πράγματα είχον συμβεί. Ο κ. Βίλελμ Βουντ δεν είχε παύσει να επισκέπτηται δις και τρις της ημέρας τον υιόν της Σκεύως. Ο Σταύρος ήτο ήδη εις ανάρρωσιν. Ο ιατρός έκρυπτεν όσον ηδύνατο από την Σκεύω όσα θλιβερά είχον συμβεί εις την επιχόλερον νήσον. Αλλ’ η γραία τα εμάνθανεν όλα. Μόνον ότι δεν είχε καμμίαν γειτόνισσαν, ήτις να τα αγνοεί, να είναι δε και συντοπίτισσά της, διά να λάβει την παρηγορίαν να τα διηγηθεί. Εις τον υιόν της δεν έλεγε τίποτε. Αλλ’ ο Σταύρος, αν και εμάντευε πολλά, δεν εφοβείτο, και η ζωή επανήρχετο παρ’ αυτώ μετά δυνάμεως απελαυνούσης τον σκοτεινόν φόβον.

   Το μικρότερον το οποίον είχε συμβεί ήτο ότι είχεν ολιγοστεύσει μεγάλως το γάλα, το οποίον έφερε κάθε μέρα με την βεδούραν του ο Αγκόρτζας. Τούτο δε διότι, αφού οι επιδρομείς έφαγαν όλα τα ερίφια του πατρός Νικοδήμου, αφού έφαγαν και όλους τους τράγους, είχον επιβάλει χείρα και εις τας αίγας. Ο αήρ ήτο καλός, είχε βρέξει και το μόλυσμα της νόσου έφευγεν.

   Ο ιατρός εκήρυξεν ότι το κρέας των αιγών θα έβλαπτε τους ανθρώπους και διά του τρόπου τούτου κατωρθώθη η διάσωσις ελαχίστου μέρους της αγέλης.

   Εκ των εριφίων και των τράγων, τινά μεν είχε δώσει ο Νικόδημος οικειοθελώς, τα δε πλείστα, ως ήτο επόμενον, του τα επήραν. Ο Νικόδημος δεν είχεν εις ποίον να παραπονεθεί, διότι ήλλαξε μεν η σκηνογραφία, επάνω εις το βουνόν, εις τους ευώδεις θάμνους, όπου εκοιμάτο, τυλιγμένος εις μίαν κάπαν, ήλλαξε δε και η θέσις των προσώπων. Από μεμψιμοίρου κατέστη τώρα παραμυθητής. Ώφειλε να παρηγορεί τον Αγκόρτζαν, όστις ελυπείτο τόσον τους τράγους, ως να ήσαν αδέλφια του, και έκλαιε τα ερίφια ως να ήσαν παιδιά του. Το καλόν ήτο ότι είχε και υλικόν μέσον παρηγορίας, μίαν φλάσκαν την οποίαν εφρόντιζε να του στέλλει κάθε βράδυ γεμάτην ο ιατρός Βουντ, ενίοτε και άλλοι διακριτικοί φίλοι, εις αντάλλαγμα των εριφίων όσα είχον φάγει. Ο πάτερ Νικόδημος έπινεν αυτός ολίγον, έδιδεν εις τον παραγυιόν του το πολύ, και ο Αγκόρτζας, ερχόμενος εις ευθυμίαν, ελησμόνει τα παράπονά του, έπαιρνε την γκάιδαν, και ανακλινόμενος επί του εδάφους, ακουμβών επί τινος σχοίνου, έχων δίπλα την φλάσκαν και την μαγκούραν του από το έν μέρος, από το άλλο την κάπαν και τον τορβάν του, ενώ παρέκει εις την μάνδραν πλαγιασμέναι αι αίγες ανεχάραζαν μετά κρότου όλην την νύκτα, ως να εκρατούσαν τον χρόνον εις τον παραφέντην των, ήρχιζε να φυσά και να εκβάλλει τόσον τραχείς φθόγγους από την γκάιδαν, ώστε η ηχώ μετά φόβου και σπαραγμού εδέχετο τους ήχους εκείνους εις τα βαθέα άντρα της κι ετέρπετο το ους του πάτερ Νικοδήμου, όστις μισοζαλισμένος από το ολίγον κρασί το οποίον είχε πίει δεν εβράδυνε ν’ αποκοιμηθεί υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις δύο σχοίνους και μίαν κομαριάν. Αντικρύ ακριβώς της κορυφής του λόφου, κάτωθεν του μικρού πευκώνος και πέραν των θάμνων της πεδιάδος, ήτο ο μέγας πεύκος παρά την ρίζαν του οποίου ευρίσκετο η σκηνή του κ. Βίλελμ Βουντ. Ο Γερμανός ιατρός καθήμενος, άμα ενύχτωσεν, έξωθεν της σκηνής του, ενωτίζετο εξησθενημένους οπωσούν από την απόστασιν, χρωματισμένους από την ηχώ, τους σπαραστικούς φθόγγους της γκάιδας οίτινες δεν του εφαίνοντο πολύ δυσάρεστοι. Εκάπνιζε μετά μορφασμών και συχνά πλαταγισμού των χειλέων το μακρόν τσιμπούκι του με τον ηλέκτρινον μαμέν, απέπνεε πυκνά νέφη καπνού κολλώντα εις τον παχύν καστανόν μύστακά του και ανερχόμενα εις το φύλλωμα του πεύκου, το συρίζον μελωδικώς από το φύσημα της αύρας της νυκτερινής, έτεινε το ους, ήκουε τους τραχείς μεμακρυσμένους ήχους, εγέλα μοναχός του και έλεγε:

-        Κείνο το Αγκόρτζα είναι πάλι… Ντιάολο!… Πώς το παίζει το γκάιντα…Πίνει,

 πίνει κρασί και κάνει κέφι το ντιάολο!… Κάτε βράντυ, κάτε βράντυ… όρεξη που την έχει.

   Εκάγχαζεν, ερρόφα δύο ή τρεις ραγδαίας εισπνοάς καπνού και είτα επέφερε:

-        Κα-λά. Αυτό είναι ζωή!… Να, αυτή ζωή μ’ αρέσει εμένα… φυσική ζωή… ντι

Νατούρ… ντας Λέμπεν… ντας ιστ, ντας Λέμπεν !

 

 

   Εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω εις το σπιτάκι της, σύρριζα εις τον βράχον, σιμά εις τες Πλάκες, απάνω από τον παλαιόν και όμοιον με μοναστηριακόν, τον τρίπατον αρσανάν του γερο-Μαθινού, και ανέπνεε την αύραν την εσπερινήν την οποίαν θα της έφερεν ο μπάτης, αμιγή από μολύσματα και από αναθυμιάσεις ανθρωπίνων δεινών και αθλιοτήτων, θα ήτο εις θέσιν να γνωρίζει περισσότερα σχετικώς με τους ανεξηγήτους θορύβους τους οποίους ήκουσε και με τας υπόπτους κινήσεις τας οποίας είδε την προηγουμένην νύκτα, και δεν θα είχεν ανάγκην να ερωτήσει άλλον όπως εύρει την λύσιν του αινίγματος. Ενθυμείτο ακόμη την πρωίαν της ημέρας εκείνης, καθ’ ην είχεν εξυπνήσει και είχεν ιδεί το καράβι εκείνο, το αραγμένον παραδόξως ανάμεσα εις τα δύο νησιά, το οποίον την εξέπληξε τόσον, και της άφησε τοιαύτην εντύπωσιν, ως να ήτό τι το οποίον ιδιαιτέρως την ενδιέφερε. Και αφού μετά πολλούς δρόμους ημπόρεσε να μάθει ατελή τινα περί των διαταχθέντων μέτρων, προς αποκλεισμόν της φοβεράς επιδημίας, ενθυμείτο την εσπέραν όταν επέστρεφεν από την παραθαλάσσιον οικίαν της συγγενούς της, της Γερακίνας, και όταν μία κλήρα από μέσα από μίαν βάρκαν της εφώναξε της εφώναξε: «Θεια-Σκεύω Σαβουρόκοφα! Ο γυιος σου είναι άρρωστος από χολέρα!»… Πώς ελαχτάρισε τότε η ψυχή της και πώς έλυωσεν η καρδούλα της, και τι μαρτύριον υπέφερεν έως να εύρει ησυχίαν, ήτις ησυχία συνίστατο δι’ αυτήν εις το να «πέσει στη φωτιά μέσα», και εις το να τρέξει τολμηρώς προς τον κίνδυνον, ή του ύψους ή του βάθους. Και το παραδοξότερον της συμπτώσεως ήτο, ως εγνώσθη τώρα, ότι εις το ξενικόν εκείνο καράβι, το οποίον ήτο εκ των πρώτων ελθόντων, ευρίσκετο πράγματι ο Σταύρος όστις είχεν απομείνει από το πατριωτικόν, ευθύς ως έγραψε την τελευταίαν επιστολήν εις την μητέρα του, και είχε μβαρκάρει με το ξένον, επάνω εις το οποίον αρρώστησε κατά τον διάπλουν. Και η επίμονος προσήλωσις της Σκεύως εις το πλοίον εκείνο ήτο ως μυστηριώδες προαίσθημα της εκεί παρουσίας του.

   Εις το σπιτάκι εκείνο το οποίον ήτο ως φωλεά γλάρου κτισμένον επάνω εις θαλασσόπληκτον βράχον, εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω, θα έβλεπεν επίσης πολλήν κίνησιν και θα ήκουε μέγαν θόρυβον κατ’ αυτήν εκείνην την νύκτα, αλλά τάχιστα θα εμάνθανεν από τες γειτόνισσες το τι συνέβαινεν. Ευτυχείς υπήρξαν την ιδίαν νύκτα η Βγενιώ η Αλαφίνα, η Μαρία η Πεπερού και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα, αίτινες όχι μόνον είδαν και ήκουσαν, αλλ’ έλαβαν μέρος εις τας νυκτερινάς σκηνάς. Διότι τάχστα έλαβον είδησιν αυταί, καθώς και οι άνδρες της αγοράς και όλον το χωρίον περί των οκτώ ή δέκα λέμβων, όσαι επλησίασαν νύκτα εις τες Πλάκες με υπόπτους σκοπούς.

   Την πρώτην είδησιν έδωκεν ο Λάζαρος ο Γκέγκες, ο κλητήρ της δημαρχίας, ισόβιος αρχηγός της νυκτερινής πολιτοφυλακής, παίρνων τους περισσοτέρους ύπνους του δι’ όλου του έτους επί της μπαγκέτας, έμπροσθεν του καφενείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη, επί της πεζούλας, υπό την μεγάλην συκαμινιάν έμπροσθεν του μαγαζείου του Δημητριάδη, και ενίοτε υπό τας κολώνας του αφράκτου νάρθηκος των Τριών Ιεραρχών. Την εσπέραν εκείνην, αφού εσήμανε την ώραν της βάρδιας, και όλοι οι άνθρωποι είχον αποσυρθεί εις τας οικίας των ν’ αναπαυθώσιν, έφερε μίαν βόλταν με τους τρεις συντρόφους του, των οποίων ήτο η σειρά να φυλάξωσι την εσπέραν εκείνην, προς το ανατολικόν μέρος της νήσου. Εκεί, ο Λάζαρος ο Γκέγκες είδε με το εξησκημένον όμμα του έν ή δύο μαυράδια αποσπώμενα εις το σκότος ανάμεσα εις τα δύο νησιά, ανοικτά από τον Άγιον Φλώρον, και κινούμενα βορειοδυτικώς προς την διεύθυνσιν της πόλεως, προς τον μέγαν μεσημβρινοδυτικόν λιμένα. Ακολούθως τα δύο μαυράδια έγιναν τρία, τα τρία τέσσαρα, και τα τέσσαρα οκτώ ή εννέα. Και όσον εκινούντο βορειοδυτικώς, τόσον εμαύριζαν, και τόσον διεκρίνοντο εις την αντάγειαν της πυκνής αστροφεγγιάς, επί της στρωτής οθόνης του φωσφορίζοντος κύματος. Ο μπαρμπα-Λάζαρος έγινεν αμέσως σύννους, έκυψε προς την γην, έστριψε προς τα κάτω τον μύστακά του, κατεβίβασε προς τας οφρύς το ημιστρόγγυλον φέσι του με την «γαλίπαν», την φούνταν την κοντήν και στριμμένη, και δεν είπε λέξιν εις τους συντρόφους του.

   Έρριψεν ακόμη έν παρατεταμένον βλέμμα εις το ύποπτον φαινόμενον, και είδε τα μαύρα σημεία ότι όσον επροχώρουν εμεγεθύνοντο εις την όρασιν, και τα είδεν ότι είχαν βάλει πλώρην εις την δυτικήν εσχατιάν της πόλεως, κατά τες Πλάκες.

   Τότε δεν εδίστασε πλέον, και ύψωσε το φέσι του προς τα επάνω, έστριψε προς τα άνω τον μακρόν και παχύν μύστακά του, και αφού έστειλεν ένα των ανθρώπων μυστηριωδώς να εξυπνίσει τον δήμαρχον, αυτός διηυθύνθη προς τον ναόν των Τριών Ιεραρχών, και κρεμασθείς εις το σχοινίον του κωδωνοστασίου, ήρχισε να σημαίνει θορυβωδώς και παρατεταμένως την μεγάλην καμπάναν.

   Ο ευσυνείδητος, αλλά και διπλωματικός κλητήρ είχε σκεφθεί ως εξής: «Δεν μπορεί να πει ο δήμαρχος ότι δεν τον ειδοποίησα. Όσο να ξυπνήσει ο δήμαρχος και να του περάσει το μαχμουρλίκι, ημπορεί να γίνει ό,τι γίνει, αν είναι γραφτό να γίνει. Εν τω μεταξύ σημαίνω εγώ την μεγάλη καμπάνα, για να πάρει χαμπάρι ο κόσμος να ξέρει τι τρέχει, να πάρει την απόφασή του, και ο κύριος δήμαρχος ας πάει να κάμει τα παράπονά του… στο δήμαρχο… »

 

 

   Ήτο ενδεκάτη ώρα.

Αφού εκρούσθη επί τινα λεπτά ο κώδων και διεκόπη επ’ ολίγα δευτερόλεπτα, διά ν’ αρχίσει θορυβωδεστέρα η κλαγγή του μετά τινας στιγμάς, ήρχισαν ν’ ακούωνται εδώθεν κι εκείθεν μετά τριγμών και κρότων παράθυρα ν’ ανοίγωνται καί τινες κεφαλαί με λευκοχίτωνα στήθη και ώμους να προκύπτωσι διά των ανοιγμάτων.

   Είτα θύραι ήρχισαν να τρίζωσι περί τους στροφείς, δούπος βημάτων ηκούσθη εις τα λίθινα σκαλοπάτια, και άνθρωποι ημιενδυμένοι κατέβησαν εις την αγοράν.

   Τι είναι; Τι είναι; –Εις τους πρώτους ελθόντας ο μπαρμπα-Λάζαρος επρόφθασε να δείξει δι’ αφώνου νεύματος τα μαύρα σημεία τα οποία είχε παρατηρήσει προ μικρού μεγεθυνόμενα, και τα οποία, ολονέν κινούμενα προς το δυτικόν μέρος του λιμένος, επλησίαζον ήδη να κρυφθώσιν όπισθεν της γωνίας της πόλεως, την οποίαν σχηματίζει η προεξοχή της συνοικίας της Σπηλιάς και του Μώλου.

   Κραυγαί φόβου, απειλής και αγανακτήσεως ήρχισαν ν’ ακούωνται μεταξύ του πλήθους, καθόσον τούτο εξωγκούτο, προσερχομένων και άλλων αστών εκ των οικιών των. Μερικοί, χωρίς να ηξεύρωσι τι τρέχει, είχον φέρει από τας οικίας των τα κυνηγετικά των όπλα, τας μονοκάννους ή δικάννους φιλίντας των, άλλοι τας παλαιάς των πιστόλας, καί τινες μεγάλα πλατύστομα τρομπόνια. 

   Ο μπαρμπα-Λάζαρος δεν τους επέπληξε διότι είχον οπλισθεί. Επειδή όμως οι πλείστοι δεν είχον όπλα, είς τινας αυτών έδωκε μερικά σκουροτούφεκα, τα οποία υπήρχον έκπαλαι εις την δημαρχίαν και τα οποία εχρησίμευον κυρίως προς οπλισμόν της πολιτοφυλακής ή νυκτερινής περιπόλου.

   Διά μιας οι άνθρωποι ήρχισαν να τρέχωσι προς την επάνω ενορίαν, ασθμαίνοντες διά ν’ αναβώσι τον στενόν ανηφορικόν δρόμον, με το στιλπνόν και ολισθηρόν λιθόστρωτον. Τα υποδήματα εκρότουν επί του λιθοστρώτου εωσού έφθασαν έξωθεν του σπιτιού του Παπαργυρού, κολοσσαίου όγκου ισταμένου εις την κορυφήν του βράχου, εις το πλάγι του οποίου τα άλλα σπιτάκια ολόγυρα εφαίνοντο ως φελούκια σιμά εις μέγα επιβλητικόν μπάρκον. Δίπλα εις του Παπαργυρού το σπίτι, το υψηλόν κωδωνοστάσιον της επάνω εκκλησίας, της Παναγίας της Λιμνιάς, ίστατο ως σκοπός σιμά εις την σκοπιάν του.

   Δίπλα εις το θεόρατον κτίριον, το οποίον ίστατο εκεί από τεσσαρακονταετίας ατελείωτον και ακατοίκητον δι’ όλου σχεδόν του έτους χρησιμεύον μόνον το θέρος διά να καταλύει, όταν επεσκέπτετο τον τόπον, εκτελών την περιοδείαν του ο άγιος Δεσπότης – ήτο η οικία του δημάρχου, όστις είχεν εξυπνήσει αρτίως και ήκουε τον θόρυβον του διαβαίνοντος πλήθους, ετοιμαζόμενος να εξέλθει. Τον είχεν εξυπνίσει, προ μικρού ελθών, ο απεσταλμένος του Γκέγκε, του κλήτορος της δημαρχίας. Ο δήμαρχος εφόρεσε το πανωβράκι του, έλαβε την μακράν χονδρήν μπαστούναν του, και ήρχισε να καταβαίνει τα σκαλοπάτια της εσωτερικής ξυλίνης σκάλας, ενώ η κυρά δημαρχίνα, εξυπνήσασα αρτίως και αυτή, εφώναζεν από τον άλλον θάλαμον:

-        Για πού, ώρα σ’ καλή, καπετάνιο μ’; Πού θα πας τέτοια ώρα;

-        Κοιμήσου, Φλωρού! έγρυξε με βραχνήν φωνήν ο δήμαρχος, όστις ήτο όλος δυσθυμία, διότι του έκοψαν αποτόμως τον πρώτον ύπνον.

   Είτα επρόσθεσε φιλοσοφικώς, ως προς εαυτόν αποτεινόμενος:

-        Όποιος θέλει να σάσει το χωριό, χαλνάει το κεφάλι του.

   Και κατήλθεν εις την αυλήν του, την στρωτήν με στιλπνά χαλίκια, κα φυτευτήν με λεμονέας, με ροιάς και στολισμένην από γάστρας ανθέων, ενθυμούμενος τους χρόνους εκείνους, τους οιχομένους διά πάντοτε, όταν έκαμνε τα πλουτοφόρα ταξίδια εις την Μαύρην Θάλασσαν κι απάνω εις τον Ποταμόν, και όταν εκουβαλούσε, κατά τον κοινόν λόγον, με τες κόφες τα τάλληρα από τα ταξίδια της Ρωσίας. Εάν δεν επεχείρει το τελευταίον του τολμηρόν ταξίδιον εις τον Ωκεανόν, όπου εχρειάζετο να δεθεί τις με χονδρούς κάλως εις το κατάρτιον του πλοίου διά να μη τον σαρώσει η τρικυμία, και αν δεν ετινάζετο από τα κύματα τα εισπηδώντα επάνω εις την κουβέρταν, ώστε να κτυπήσει κακά εις την κεφαλήν και τον κορμόν κατά της χονδρής μπούμας προς την πρύμνην, δεν θα εδέχετο ποτέ το αξίωμα το οποίον του είχον προσφέρει αυθορμήτως – πράγμα σπάνιον, αληθώς – οι συμπολίται του.   

 

 

   Το πλήθος, αφού έφθασεν εις την γωνίαν του σπιτιού του Παπαργυρού, εδιχάζετο, και άλλοι εξηκολούθουν ν’ ανέρχωνται προς τα άνω, όπως φθάσωσιν εις τον ανοικτόν κάμπον υψηλά, εις την Αγίαν Τριάδα, διά να κατοπτεύσωσιν εκείθεν τας λέμβους τας ερχομένας, άλλοι εστρέφοντο προς τα αριστερά, διά να φθάσωσι ταχύτερον εις τες Πλάκες, και τούτων τα βήματα είχεν ακούσει ο δήμαρχος.

   Δεν είχεν απομείνει, κατά τα φαινόμενα, άνθρωπος από όσους είχαν πλαγιάσει, όστις να μην εξύπνησε, και δεν είχεν απομείνει από όσους δεν είχαν πλαγιάσει ακόμη, κανείς όστις να μην έτρεξε και να μην επετάχθη έξω της οικίας του. Από τας απωτέρας και πτωχοτέρας συνοικίας είχαν φθάσει ο Δημήτρης ο Ντούσκος, ποιμήν βόσκων ολίγας αμνάδας, όστις ποτέ εν καιρώ ημέρας δεν είχε κατέλθει εις την αγοράν· έφθασε φέρων την μαγκούραν του την ποιμενικήν και την κάπαν του, έτοιμος να λάβει μέρος εις την μάχην υπέρ της σωτηρίας της πόλεως· και ο Σταμάτης ο Μπλατσίνης, και ο Δημήτρης ο Στόγιος και άλλοι αγροδίαιτοι, πρόθυμοι να λάβωσι μέρος εις πάσαν ενέργειαν, αν και δεν ήξευραν περί τίνος επρόκειτο· και ο Γιάννης ο Μανίκας προσήλθεν επίσης με πολεμικήν διάθεσιν, μένεα πνέων κατά των υποτιθέμενων εχθρών. Και τον Αργυράκην της Τριανταφυλλιάς τον είχεν εξυπνίσει με πολλήν δυσκολίαν η γυναίκα του, η Τριανταφυλλιά, η φουρνάρισσα, και τον παρεκίνησεν επιτακτικώς να τρέξει κάτω εις την αγοράν να μάθει τι γίνεται, και να έλθει πάλιν οπίσω, διά να την πληροφορήσει και αυτήν περί των συμβαινόντων. Ο Αργυράκης έφθασε τρίβων τους οφθαλμούς και μισοκοιμώμενος εις τον δρόμον, αλλά με όλας τας προσπαθείας του δεν κατώρθωσε να μάθει σχεδόν τίποτε, διότι εν εκάστω των ομίλων τους οποίους συνήντησεν εις την αγοράν ωμίλουν οι άνθρωποι μεταξύ των, και δεν απήντων εις τας ερωτήσεις αυτού. Λοιπόν από όλας τας ομιλίας, όσαι εγίνοντο, μόνον άκρες-μέσες ημπόρεσε ν’ ακούσει. Ο Αργυράκης της Τριανταφυλλιάς απελπισθείς να μάθει περισσότερα, έτρεξεν ασθμαίνων οπίσω προς την γυναίκα του:

-        Ε! τι έμαθες, Αργύρη;

-        Είναι κόσμος, κόσμος… κάτω στη πιάτσα… στον Αι-Γιάννη απ’ όξου… στην

κολώνα μπροστά…

-        Και τι λέγανε;

-        Να, ο κλήτορας της δημαρχίας σήμανε την καμπάνα.

-        Την ακούσαμε. Ύστερα;

-        Να, μαζώχτηκε κόσμος…

-        Μου το είπες αυτό… ύστερα;

-        Ο κλήτορας έστειλε το Γιάννη το Μαστοράκη, για να ξυπνήσει το δήμαρχο.

-        Αλήθεια; - ύστερα;

-        Και είναι κόσμος μαζωμένος… και κουβεντιάζουν αναμεταξύ τους.

-        Μου το είπες τρεις φορές αυτό. Και τι γίνεται;

-        Ο κόσμος αρχίσανε να τρέχουνε στον Επάνω Μαχαλά, κατά την Αγία

Τριάδα…

-        Και δεν πήες και συ!

-        Δε μου ’πες να πάω, Τριανταφυλλιά.

-        Και δεν μπόρεσες να μάθεις τι τρέχει;

-        Να, λέγανε πως θα τρέξουνε πίσω κατά τες Πλάκες να τους προφτάσουνε, να φύγει το κακό.

-        Ποιο κακό;

-        Δεν κατάλαβα… μα πρέπει να είναι κλέφτες.

    -   Να μην έρχωνται οι χολεριασμένοι απ’ τον Τσουγκριά, για να πάρουν πράτιγο με το στανιό;

-        Καλά λες, αυτό θα είναι, είπε συλλογισμένος ο Αργυράκης· κι εγώ δεν το

κατάλαβα.

-        Γλήορα, να τρέξεις πίσω, σκυλί, είπεν η Τριανταφυλλιά… πάρε και το ραβδί

σου μαζί… να πας να μάθεις, κι ύστερα να ’ρθεις να μου πεις.

   Την ιδίαν στιγμήν καθ’ ην ωμίλει η σύζυγος του Αργυράκη, ηκούσθη και εις την απωτέραν εκείνην συνοικίαν η κραυγή, ήτις είχεν αρχίσει να επαναλαμβάνεται προ μικρού αλλαχού της πόλεως:

-        Μας φέρνουν την χολέρα! ξυπνάτε, παιδιά!

   Αι κραυγαί αύται εξύπνισαν και όσους δεν είχαν εξυπνήσει ακόμη από τον ήχον του κώδωνος.

 

 

   Πρώτη εις όλην την γειτονιάν, απάνω εις τες Πλάτες, είχεν εξυπνήσει η Βγενιώ η Αλαφίνα, ήτις ήνοιξε μετά κρότου πέρα-πέρα το μέγα και πλατύ, το κυανούν χρωματισμένον παράθυρον, και απλώσασα τους ογκώδεις ανδροπρεπείς βραχίονάς της, με τα μανίκια της άσπρης βαμβακερής φανέλας ολίγον κάτω του αγκώνος φθάνοντα, με το κόκκινον υποκάμισον συμμαζευμένον περί την μασχάλην, εστήριξε τας πλατείας χείρας της επί του θριγκού, φωνάζουσα, διά να εξυπνίσει την Μαρίαν την Πεπερού.

   Εκ των φωνών της Βγένας εξύπνησε πρώτη η Ζαχαρού η φουρνάρισσα, διότι εχρειάζετο κανόνι διά να ταράξει τον ύπνον της Μαρίας της Πεπερούς, και το κανόνι το οποίον ευρίσκετο από παλαιόν καιρόν μέσα εις το Μπούρτσι ήτο σκωριασμένον και άχρηστον δυστυχώς από πολλού.

-        Τι τρέχει, γειτόνισσα;

-        Μας φέρνουν τη χολέρα!

   Η Βγένα η Αλαφίνα είχεν εννοήσει αμέσως τι τρέχει. Το παράθυρόν της έβλεπε προς τη θάλασσαν, και είχεν ιδεί τας λέμβους αίτινες έπλεον προς τα εδώ.

-        Ποιος θα μας την φέρει;

-        Ποιος! Οι χολεριασμένοι απ’ τον Τσουγκριά.

-        Πού ’ν’τοι;

-        Για κοίταξε! Έρχονται πενήντα βάρκες.

   Είτα επειδή της εφάνησαν ολίγαι όσας είπε, προσέθηκε:

-        Πενήντα! Θα είναι ως εκατόν είκοσι!

   Ακολούθως μεταμεληθείσα διότι είπε βάρκες και δεν είπε καράβια, εζήτησε μέσον τινά όρον όπως διορθώσει το πράγμα:

-        Βάρκες! Είναι σωστές σκαμπαβίες… είναι μεγάλες σα σκούνες!

   Η Ζαχαρού η φουρνάρισσα εκοίταξε και άμα είδε τα μαύρα σημεία να μηκύνωνται, φαινόμενα κολλητά το έν με το άλλο επί της θαλάσσης, προσέθηκε:

-        Παναγία μου! είναι μακριές σαν τράτες…

-        Τράτες! Τι λες; διώρθωσεν οργίλως η Βγενιώ· είναι ψηλές σαν καβαρδίνες!

   Την στιγμήν εκείνην εξύπνησε τέλος και η Μαρία η Πεπερού, ήτις εξήλθεν από το ισόγειον σπιτάκι της τρίβουσα τους οφθαλμούς. Κατόπιν της εξήλθε, με κοντόν φουστανάκι και με γυμνάς κνήμας και πόδας γυμνούς, το Δεσποινιώ, η μικρά κόρη της.

-        Τι είναι; Τι τρέχει;

   Η Βγένα η Αλαφίνα δεν εδίστασε πλέον, και έκρινεν ότι ήτο καιρός να προβιβάσει τες βάρκες εις τα καράβια.

-        Τα καράβια τα χολεριασμένα έρχονται απ’ τον Τσουγκριά… Πενήντα

κομμάτια καράβια!

   Η Πεπερού εκοίταξε και δεν ηδύνατο να ίδει τίποτε, διότι εμισοκοιμάτο ακόμη. Το Δεσποινιώ η κόρη της, κρατούσα αυτήν από την φουστάναν, έβλεπε τες βάρκες και έλεγε:

-        Να τα, να τα! Κοίτα, μάννα!

   Αι τρεις γυναίκες εκινήθησαν να φθάσωσι προς τες Πλάκες, ακολουθούσαι το πλήθος, το οποίον διήρχετο. Ο Αλέξης και ο Μιχάλης, ο υιός της Πεπερούς και ο υιός της Αλαφίνας, είχον εξυπνήσει, και έτρεξαν ακολουθούντες τους άνδρας να ίδωσιν.

   Η Πεπερού έλεγεν εις την κόρην της:

-        Σύρε να κοιμηθείς εσύ… Κάτσε στο σπίτι.

   Η Δεσποινιώ την εκράτει καλά από το φουστάνι και έτρεχε κατόπιν της λέγουσα:

-        Φοβώμαι… φοβώμαι μοναχή μου, μάννα!

 

 

   Το πλήθος είχε φθάσει εις το ύψος του βράχου, πέραν του οποίου σχηματίζεται η στενή προεκβολή του λαιμού των Πλακών εντός της θαλάσσης. Άνω τα άστρα του ουρανού έλαμπον εις το ύψος του στερεώματος ή έτρεμον σβήνοντα εδώ κι εκεί, και ο γαλαξίας έλουε με αβρόν αργυρόχρουν φως τα ουράνια δώματα, και έζωνε την μέσην του ουρανού, ως να έστρωνε με ακήρατα άνθη τον δρόμον του απείρου εις τα αόρατα πνεύματα των μακάρων. Και ο τριάστερος Πήχυς ίστατο μυστηριώδης επάνω εις το στερέωμα, ακατανόητον όργανον το οποίον ετέθη εκεί ως διά να εξακολουθεί να μετρεί εσαεί το άπειρον διά του αιωνίου. Και αι Άρκτοι η μία και η άλλη έλαμπον με γλυκύ φως μειδιώσαι εις τα προσφιλή πελάγη, και το άστρον του Βορρά εδείκνυε τον Πόλον εις τους αγαπημένους του θαλασσινούς, οίτινες έχουσιν αυτό μόνην συντροφίαν και μόνον αιθέριον φάρον παρηγορούντα αυτούς εις τον δρόμον των, και αν όλα τα λαμπρά άστρα χαθώσι προς καιρόν εις τους οφθαλμούς των, και αν όλοι οι μυστηριώδεις λύχνοι συγκαλυφθώσιν από τα νέφη. Η Πούλια είχεν υψωθεί τρία κοντάρια υψηλά ανερχόμενη εξ ανατολών προς το μεσουράνημα, χρυσή κλώσσα με τα πουλιά της, καταστερεωθείσα και αθανατισθείσα θεία νεύσει, διά να διδάσκει την οικογενειακήν συνοχήν και αρμονίαν εις τους δειλαίους θνητούς, οίτινες γεννώνται διά να χάσκωσι προς καιρόν αναβλέποντες εκεί επάνω, και διά να συγκαλύπτει χρονίως του θανάτου η νυξ τους οφθαλμούς των εις το υποχθόνιον σκότος. Ελαφρά αύρα έσειε γύρω εις τα προαύλια και τους κήπους των οικιών τους κλώνας των δένδρων, και η θάλασσα κυανή και μαύρη, απλουμένη κάτωθεν του βράχου, εμορμύριζεν ελαφρώς πλήττουσα τους βράχους.

   Το πλήθος ήρχισε να θορυβεί και να κραυγάζει, ενώπιον του θεάματος το οποίον επαρουσιάζετο τώρα φανερά εις τας όψεις του υπό την αστροφεγγιάν της νυκτός εκείνης. Ο δήμαρχος, άμα εξυπνήσας, είχε κατέλθει προς την αγοράν, διά να συνεννοηθεί με τας άλλας αρχάς, και δεν είχε φανεί ακόμη επάνω εις τες Πλάκες, όπου είχε τρέξει ο πολύς κόσμος. Αλλ’ αφού μάτην περιέμεινεν επί ημίσειαν ώραν την εμφάνισιν του λιμενάρχου, του υγειονόμου και του επιστάτου του λοιμοκαθαρτηρίου, των οποίων αι οικίαι ήσαν εις το άλλο άκρον της πόλεως, το ανατολικόν, και αργά μεν εστάλη προς αυτούς η είδησις, εβράδυναν δε φυσικώ τω λόγω να εμφανισθώσιν, ο δήμαρχος απεφάσισε ν’ αναβεί ο ίδιος εις τες Πλάκες, εις το δυτικόν μέρος της πόλεως. Είχε δώσει ήδη εις τον κλητήρα και τους πολιτοφύλακας διαταγάς να προτρέψωσι τους ανθρώπους, όπως μείνωσιν επιτηρούντες μόνον το επίκαιρον προς απόβασιν μέρος, και μη επιχειρήσωσι βιαιοπραγίαν τινά, ειμή εν εσχάτη ανάγκη και εν περιπτώσει αποπείρας προς αποβίβασιν.

   Υπάρχει, νομίζω, απόφθεγμά τι, καθ’ ο ο όχλος έχει δύο ώτα, διά να εισέρχωνται αι νουθεσίαι διά του ενός και εξέρχωνται διά του άλλου. Το πλήθος ήκουσε την διαταγήν του δημάρχου, αντελήφθη καλώς της εννοίας της, και έπραξεν ακριβώς το εναντίον του προσταττομένου. Τα φανέντα εις την θάλασσαν μαυράδια, τα κινούμενα ολονέν προς την διεύθυνσιν του βράχου, εις το όπισθεν μέρος της πόλεως κατά τες Πλάκες, είχον πλησιάσει τόσον, ώστε εφαίνοντο ήδη ότι ήσαν λέμβοι, πλέουσαι διά συντόνου κωπηλασίας προς την ξηράν, ογκώδεις και μαυρίζουσαι υπεράνω του κύματος, πλήρεις ανθρωπίνου φορτίου. Μόλις η πρώτη τούτων είχε φθάσει εντός βολής από του τελευταίου χθαμαλού βράχου, κάτω εις τον Μύτικα, ανοικτά από το Κατεργάκι, και μεγάλοι λίθοι και χονδροί χάλικες και βώλοι χώματος ήρχισαν να εκσφενδονίζονται προς το πέλαγος.

   Η πρώτη προφυλακή του όχλου είχε φθάσει κάτω εις τον αιγιαλόν, επί των αλικτύπων μαρμάρων, σιμά εις το κύμα, και η ουραγία εσάλευεν ακόμη επάνω εις το ύψος του κρημνού, υπεράνω της στέγης του αρσανά των Μαθιναίων, ανάμεσα εις τα τελευταία σπιτάκια, τα κτισμένα σύρριζα εις τον βράχον. Βοή και αλαλαγμός ηκούετο, και η οργή του πλήθους εκόχλαζε μετ’ αγρίων κραυγών βράζουσα, απολυομένη εξ εκατοντάδων στομάτων μετά φρυαγμού οργίλου, διαθέουσα μετά παφλασμού τας τάξεις του όχλου και κορυφουμένη μετ’ αφρού και θολής άχνης επάνω, εις το ύψος του βράχου. Εκ τοσούτων κραυγών οργής, μίσους και αγωνίας διεκρίνοντο κάπου αι λέξεις «φονιάδες! φέρνετε τη χολέρα»· «θα μας πεθάνετε!… » ως μικρόν καταληπτόν περιθώριον εις κατάμαυρον και ακατανόητον σελίδα βιβλίου. Η χάλαζα των λίθων ήρχισε να πίπτει ήδη άφθονος μετά πλαταγισμού εις το κύμα, καί τινες των λίθων αντήχησαν με σκληρόν δούπον πλήξασαι τας πλευράς της βάρκας, ενώ άλλοι δεν ανάδωκαν ακουστόν κρότον, αλλ’ έπεσαν κωφά, εις τους βραχίονας και τους ώμους των ανθρώπων, των επιβαινόντων της φελούκας. Ο κυβερνήτης της πρώτης βάρκας ενόησε τότε ότι είχε βιασθεί να προτρέξει όλων των άλλων λέμβων, και διέταξε σία. Οι κωπηλάται εσιάρισαν και δι’ ολίγων προς τα οπίσω ειρεσιών, η φελούκα έφθασεν εκτός βολής από τον άκρον χθαμαλόν βράχον της ακρογιαλιάς.

   Προφανώς, ο κυβερνήτης της λέμβου δεν είχε παρατηρήσει την κάθοδον των ανθρώπων εις το άκρον μάρμαρον των Πλακών. Αναμφιβόλως, αυτός και οι άλλοι επιβάται των λέμβων, θα είχον αντιληφθεί εκεί υψηλά, εις την κορυφήν του κρημνού, την παρουσίαν του πλήθους και θα είχον ακούσει τον συγκεχυμένον θόρυβον. Αλλ’ η πρωτοπορία του όχλου είχε κατέλθει διά του κρυφού κοχλιοειδούς μονοπατίου κάτω εις τον άκρον αιγιαλόν, και η παρουσία των ανθρώπων τούτων εκεί κάτω εις απόστασιν ολίγων οργυιών από την πρώτην βάρκαν, τους είχεν εξαφνίσει, ως πράγμα απρόοπτον, και σχεδόν μυστηριώδες.

   Η πρώτη βάρκα, αφού ανέκρουσε πρύμναν και απεμακρύνθη δέκα οργυιάς παραπάνω, εστάθη κι εφαίνετο να περιμένει τας άλλας συντρόφους της. Η δευτέρα έφθασε πλησίον της μετ’ ολίγον, κι εστάθη εις το πλάγι της. Φαίνεται ότι έστησαν συμβούλιον εκεί επί της θαλάσσης. Αι άλλαι συντρόφισσαι λέμβοι έφθασαν μετ’ ου πολύ πλησίον των δύο πρώτων, και το συμβούλιον έγινε γενικώτερον, και προσέλαβε το κύρος της ολομελείας.

   Η ανακωχή, η επελθούσα ευθύς μετά την πρώτην αψιμαχίαν, διήρκεσεν επί πολύ. Έξω εις τες Πλάκες οι άνθρωποι συνεσώρευον λίθους και βώλους γης και άμμον, καί τινες σκληροί κρότοι ηκούσθησαν εδώ κι εκεί εις τας τάξεις του πλήθους. Οι κρότοι ούτοι ωμοίαζον πολύ με τον κρότον υψουμένης σκανδάλης τουφεκίου ή πιστόλας. Εις τους κρότους τούτους απήντησαν άλλοι παραπλήσιοι κρότοι υπεράνω του κύματος, από μέσα από τας λέμβους.

   Φαίνεται, και είναι επόμενον, ότι υπήρχον δύο γνώμαι επικρατέστεραι επάνω εις τας λέμβους. Η μία τούτων ήτο ότι ώφειλον να υποχωρήσωσιν. Η άλλη ήτο ότι έπρεπε να προβώσι και επιχειρήσωσι την απόβασιν, αντί πάσης θυσίας. Επειδή οι εισηγηταί αμφοτέρων των γνωμών τας διεξεδίκουν πεισματωδώς και ουδετέρα υπεχώρει εις την ετέραν, το συμβούλιον παρετείνετο επί μακρόν.

   Τέλος η τόλμη εφάνη ότι ενίκησε την φρόνησιν, και αι λέμβοι ήρχισαν να κινώνται όλαι ομού, κατά μέτωπον προς την ξηράν. Τότε οι σκληροί κρότοι της σκανδάλης επληθύνθησαν, και η χάλαζα των λίθων ήρχισε να πίπτει εις τα κύματα, πολύ πριν αι λέμβοι φθάσωσιν εντός βολής.

   Είτα μία φωνή ηκούσθη:

-        Μη ρίχνετε! μη ρίχνετε! μην πετάτε τες πέτρες στο γιαλό.

   Ο ούτω κράξας ήτο εκείνος ον η ιδία νυξ ανέδειξεν αρχηγόν της. Ο όχλος, τυφλός από το σκότος και τυφλός από τον θυμόν, είχε φθείρει μέγα μέρος των πολεμοφοδίων του, πετών αυτά ασκόπως. Ο άνθρωπος όστις εξέφερε το αυθόρμητον εκείνο πρόσταγμα, προσέθηκε μετά σαρκασμού:

-        Είναι φόβος μη μολώσετε την θάλασσαν…

  Ο λαός ενόησε την σκέψιν του και εσταμάτησε.

-        Μη ρίξει κανένας, αν δεν ρίξω εγώ, προσέθηκεν ο άνθρωπος.

   Δεν εχρειάζετο περισσότερον διά να χρισθεί αρχηγός. Ο άνθρωπος εκείνος εκαλείτο Γιώργος Δ. Καραγιώργος, και εφημίζετο ως αισθηματίας. Ήτο βραχύς το σώμα, με ογκώδη κεφαλήν, με πλατέα λάσια στήθη, με τραχείαν όψιν βράχου ψημένην από τον ήλιον και την άλμην της θαλάσσης, και με χαίτην λέοντος φριξότριχα.

   Αι λέμβοι εχώρουν βραδέως, άνευ ορμής, και τούτο εφαίνετο παράδοξον, κατόπιν της αποφάσεως της βίας, ην εφαίνετο ότι είχον λάβει οι επιβαίνοντες. Αλλά πράγματι απεδείχθη κατόπιν ότι η ληφθείσα απόφασις ήτο μεικτή τις. Διότι μόλις οι πρώτοι λίθοι, αφού έδωκε το σημείον ο Καραγιώργος, έπληξαν την πρώραν μιας των λέμβων, καθώς αύται είχον πλησιάσει, και ηκούσθη φωνή εκ μιας των λέμβων εκείνης ήτις είχε πλησιάσει μεμονωμένη την πρώτην φοράν.

-        Σταθήτε!

Ο Γιώργος Καραγιώργος εστράφη προς το πλήθος και εφώναξε:

-        Μη ρίχνετε, παιδιά! ν’ ακούσωμε.

   Ο κυβερνήτης της πρώτης λέμβου, όστις είχεν έλθει εις την πρώραν και διεκρίνετο ορθός ιστάμενος, επανέλαβε:

-        Γιατί μας πετροβολάτε, παιδιά; Εμείς δεν ήρθαμε να σας φέρουμε τη

χολέρα.

   Ολολυγμός αντήχησεν, αναιρών την βεβαίωσιν ταύτην, εκ μέρους του πλήθους. Αφού ο Γιώργος Καραγιώργος επέβαλε μετά κόπου σιωπήν, ο ξένος εξηκολούθησεν:

    -  Είχατε το δικαίωμα να μας βάλετε καραντίνα, μα δεν έπρεπε να μας αφήσετε ν’ αποθάνουμε της πείνας.

   Νέος ωρυγμός του όχλου απήντησεν εις την ζωηράν ταύτην έκφρασιν. Ο ξένος το συνησθάνθη, κι εταπείνωσε τον τόνον του.

-        Σας παρακαλώ, δεν κατηγορώ σας, αλλά μερικούς άλλους…Ο λαός τι φταίει;

Όσο φταίμε μεις, άλλο τόσο και σεις…

   Ο όχλος ήκουε σχεδόν εν ησυχία.

-        Θέλουν να μας βάλουν παραπάνω καραντίνα, ας μας βάλουν. Έχουμε

εικοσιδυό μέρες σωστές. Τώρα γυρεύουν να κάμουμε άλλες δέκα. Όσοι από μας έχουν τελειωμένες τες εικοσιδυό μέρες, και έχουν καθαρισθεί, να μας αφήσουν να πάμε στη δουλειά μας, σα δε θέλουν να μας αφήσουν να βγούμε έξω στην πολιτεία.

   Ο λαός ήκουε μετά ψιθυρισμών και αμφιβόλων αισθημάτων.

-        Όσοι κοντεύουν να έχουν εικοσιδυό μέρες, ας τους μεταφέρουν το ελάχιστο

στα κάτω Λαζαρέτα, για να τους είναι εύκολο ν’ αγοράζουν ψωμί, το Κουβέρνο πρέπει να δώσει μικρή βοήθεια.

   Ο Γιώργος ο Καραγιώργος ήκουεν εν σιωπή και σκέψει. Είτα, όταν ο ξένος εφάνη ότι είπεν ό,τι είχε να είπει, του εφώναξεν:

-        Ετελείωσες;

   Ο άνθρωπος απήντησεν:

-        Ετελείωσα.

   Ο Γιώργος Καραγιώργος έλαβε τον λόγον:

    - Εάν έχεις, αδελφέ, τόσο ειρηνικά αισθήματα, ποια σου η ανάγκη να ’μβεις και συ και οι άλλοι μες σ’ αυτές τες βάρκες, άμα είδατε πως έκαμε παραέξω λιγάκι το βασιλικό, να κινήσετε να ’ρθήτε, νύχτα και σκοτάδι, για να ξεμβαρκάρετε στο χωριό μας με το στανιό; Στην εξουσία τα λες αυτά ή στο λαό; Και τι φταίει ο λαός, καθώς είπες; Ημείς εξουσία δεν είμαστε για να λάβωμε μέτρα. Και αν σας αφήνει το Κουβέρνο να πεθάνετε της πείνας, και δεν σας δίνει βοήθεια, τι φταίει το χωριό μας, τι σας φταίει ο πτωχός ο λαός; Ημείς εφωνάξαμε όλοι με μία βοή ότι πρέπει να περιποιηθούν καλά τους ανθρώπους στην καραντίνα, και, καθώς φαίνεται, δεν μας άκουσαν. Δεν λέγω πως το κάνουν επίτηδες, μα η διοίκησις είναι ρωμέικη, τι τα θέλεις;

   Ο Γιώργος ο Καραγιώργος επήρε την αναπνοήν του και είτα εξηκολούθησε:

-        Τώρα είναι δίκιο Θεού να πατήσετε νύχτα στο χωριό μας, να μας δώσετε

μεγάλο φόβο, το φόβο που μπορεί να γεννήσει τη χολέρα και χωρίς να είναι χολέρα; Είτε ετελείωσεν η καραντίνα σας είτε όχι, πρέπει να λάβετε υπομονή, αφού η αρχή λέγει ναι και όχι, και μεις καλά-καλά δε ξέρουμε αν ήρθε ο καιρός για να πάρετε πράτιγο. Γυρίστε όμορφα-όμορφα και ήσυχα-ήσυχα στο νησί μέσα κι εγώ σας υπόσχομαι το πρωί, σα ξημερώσει, να πάρω τέσσερες βάρκες να τες γεμίσω ψωμί και κρέατα και ρύζια και νερό και ρώμι και κρασί, όλα δωρεά, όλα προσφορές από μέρους του φτωχού λαού, που θα σας τα δώσει από το υστέρημά του…

   Φωναί προθύμου επιδοκιμασίας και συναινέσεως ηκούσθησαν από τας τάξεις του όχλου. Το πλήθος ήρχισε να συγκινήται.

   Ο Καραγιώργος εξηκολούθησε:

-        Να σας τα φέρω πρωί-πρωί στον κάβο του Αγίου Φλώρου, από μέρους της

φτώχειας, δώρον εις τη φτώχεια, για να περάσετε μια μέρα και ως την άλλη μέρα αι αρχαί, πιστεύω, θα πάρουν απόφαση να σας μεταφέρουν στα εδώθε λαζαρέτα, ή να δώσουν πράτιγο εις όσους από σας έχουν είκοσι δύο μέρες σωστές.

   Νέαι φωναί συγκινήσεως ήχησαν εκ μέρους του λαού.

   Αίφνης, από την δευτέραν βάρκαν, ηκούσθη φωνή λέγουσα:

-        Εμείς δεν είμαστε ζητιάνοι, για να μας φέρεις ψωμιά τουλόγου σου, να μας

τα μοιράσεις ψυχικό!

 

 

   Δεν είχον παραλείψει να συμβουλευθώσι τον ιατρόν Βίλελμ Βουντ οι πρωταίτιοι του κινήματος τούτου. Αλλά τον είχον συμβουλευθεί όχι με πεποίθησιν, αλλ’ απλώς διά τον τύπον, και διά να δύνανται να λέγωσιν αργότερα, κατά την παιδαριώδη απολογητικήν μέθοδον του ψευδομανούς όχλου, «ερωτήσαμε και το γιατρό». Ο κ. Βουντ, ως ήτο επόμενον, τους απέτρεψεν αυστηρώς να μη τολμήσωσι και το κάμωσι, και υπεσχέθη να προσπαθήσει παντί σθένει όπως γίνει τακτικώτερος εις το μέλλον ο επισιτισμός και η άλλη υπηρεσία εις τον τόπον των καθάρσεων. Αυτός και έως τότε δεν έπαυσε να φροντίζει και να γίνεται κακός με όλας τας αρχάς της νήσου, κατακραυγάζων και ελέγχων τα κακώς γινόμενα, αλλ’ έπταιεν η κακή διοίκησις.

   Οι αυτουργοί του κινήματος ήσαν είκοσιν ή τριάκοντα άνθρωποι εκ των πρώτων ελθόντων εις την καραντίναν. Ούτοι είχον διατρίψει ήδη τρεις εβδομάδας εις το έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον. Υπήρχον πράγματι πολλά και αφόρητα δεινά. Η κακή κατασκευή των παραπηγμάτων, η βραδύτης, η ακρίβεια, και η κακή ποιότης των τροφίμων, ο φόβος, ο συνωθισμός και η πνιγμονή, η αισχροκέρδεια των καπήλων και μικρεμπόρων, όλα αυτά ομού, και εις επίμετρον τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου, τα οποία είχον αρχίσει ραγδαία, και τα πρώτα ψύχη του πνεύσαντος ευθύς ύστερον πρώτου βορρά. Το πλήθος των καθοριζομένων έπασχεν, εστέναζε και επνίγετο. Όχι ολίγους είχε θερίσει ήδη ο Χάρος, τη βοηθεία της νόσου, του φόβου, των στερήσεων, της κακοπαθείας, και άλλων θανασίμων επικούρων.

   Εις την πρώτην τριακοντάδα των συνωμοτών προσετέθησαν άλλοι τόσοι και πλείονες, οίτινες έλεγον ότι είχον συμπληρώσει είκοσι και μίαν ημέρας καθάρσεως, αλλά πραγματικώς δεν είχον περισσοτέρας των δεκαέξ ή δεκαοκτώ ημερών. Είτα και άλλοι ακόμη οίτινες περιφανώς ευρίσκοντο εκεί μόνον από δύο εβδομάδων. Αποχρώσα επιτήρησις δεν υπήρχεν, οι γέροντες και αμελείς απόμαχοι φύλακες έπασχον την όρασιν ή έκλειον τα όμματα, και κρυφά και φανερά επήρχοντο συγκοινωνία μεταξύ των διαφόρων βαθμών των καθαριζομένων.

   Όλοι ομού εζητούσαν να πάρουν πράτιγο, εζητούσαν να μετατεθώσιν εις τα κάτω Λαζαρέτα, εζητούσαν να τους δίδωνται ευθηνά ή και δωρεάν τα τρόφιμα, δεν ήξευραν τι εζητούσαν. Μετά την αποτροπήν του ιατρού, ησθάνθησαν παροδικήν αποθάρρυνσιν, και το σχέδιόν των τους εφάνη άωρον ακόμη, όθεν εκοιμήθησαν ήσυχα επί μίαν νύκτα. Είτα την άλλην εσπέραν τους εφάνη ότι ωρίμασεν αιφνιδίως, και επειδή συνέβη ενωρίς να ίδωσι την βασιλικήν ημιολίαν, ήτις εστάθμευεν εκεί, ν’ αποπλεύσει έξω του λιμένος, ένεκα ακουσθείσης φήμης τινός περί πειρατείας και ναυταπάτης εις τας βορείους ερημονήσους, είπον προς εαυτούς ότι τώρα ήτο καιρός. Την ιδίαν εσπέραν, οι συνωμόται έλαβον εννέα ή δέκα λέμβους, επέβησαν επ’ αυτών άνδρες περί τους εκατόν είκοσιν, επλατάγισαν μετά θορύβου τας κώπας πλήττοντες διά κραυγών τας ηχούς, έπλευσαν ανοικτά προς δυσμάς, διά να είναι εκτός βολής από των όπλων του στρατιωτικού αποσπάσματος του σταθμεύοντος παρά τον Άγιον Φλώρον και είτα έβαλαν πλώρην εις τες Πλάκες, κατά το απόκεντρον δυτικόν μέρος της πόλεως.

   Οφείλομεν χάριν της ακριβείας να προσθέσωμεν ότι η αρμοδία αρχή είχε προκηρύξει απ’ αρχής ότι μετά τρεις εβδομάδας ακριβώς, ήτοι 21 ημέρας, θα ετύγχανον οι άνθρωποι ελευθέρας κοινωνίας, αλλ’ όταν συνεπληρώθη διά τους πρώτους ελθόντας ο αριθμός ούτος των ημερών, εδίσταζε να εκδώσει την περί ελευθέρας κοινωνίας διαταγήν, και εσκέπτετο αν έπρεπε να μετατοπίσει τούτους εις τα Κάτω Λαζαρέτα. Φαίνεται δε ότι ωφελούμενοι εκ της ανακολουθίας ταύτης και της βραδύτητος οι τολμηρότεροι εκ των μελετησάντων το προς απόβασιν κίνημα, έπεισαν άλλους ευπίστους μεταξύ του πλήθους ότι το υγειονομείον είχεν εκδώσει ήδη τοιαύτην διαταγήν, και ότι η κοινοποίησις ταύτης παρανόμως ανεβάλλετο. Με την σφαλεράν ταύτην πίστιν ηκολούθησαν τους πρωτουργούς οι πλείστοι των επιβάντων εις τας λέμβους.

   Την επιούσαν πρωί, όταν η θεια-Σκεύω ηρώτα τον ιατρόν Βουντ να μάθει το αίτιον της νυκτερινής ταραχής, ούτος εγνώριζεν ήδη και το αποτέλεσμα.

-        Φτηνά το γλυτώσανε, να πάρει ντιάολο! απήντησεν ο κ. Βουντ. Πήγκανε στη

γκειτονιά σου, στες Πλάκες, κάτω από το βράχο για να πατήσουν ποντάρι έξω…

-        Αλήθεια! Παναγία μου! ύστερα γιατρέ;

-        Οι άλλοι χοντροκέφαλοι, οι ντικοί σας, ήτελαν να τους τουφεκίσουν.

-        Χριστός και Παναγία! τι λες, γιατρέ;

    -  Ύστερα, κάποιος ντικός σας Καραγκιώργκος, εγκύρευε να τους μονοιάσει, κι είπε να φέρει βάρκες φορτωμένες καρβέλια ψωμί να τους μοιράσει να φάνε.

-        Αλήθεια; Καλά είπε. Και γιατί δεν τα ’φερε;

-        Ύστερα, πετάχτηκε ένας απ’ αυτούς εντώ, και του λέει: «Εμείς ντεν είμαστε

ζητιάνοι, να μας ντώσεις ψυχικό τουλόγου σου».

-        Αστοχιά στο λόγο σου!

    -  Τότε οι ντικοί σας αγκρίεψαν περισσότερο, γιατί τους εφάνη πως ήτελαν να ξεμπαρκάρουν στανικώς, και το είχαν σίγκουρα πως θα τους έφερναν τη χολέρα…

-        Θεός να φυλάει!

-        Τότε άρχισαν να πέφτουν οι πέτρες βροχή απάνω στες βάρκες και στα

κεφάλια των αντρώπων…

-        Κύριε σώσον!

-        Ανάμεσα εις τη βροχή των πετρών έπεσαν και κάμποσες τουφεκιές…

-        Τρομάρα! κι εσκοτώθηκε κανένας;

-        Φτηνά την εγκλύτωσαν, το ντιάολο! Μόνον ντυο-τρεις τουφεκιές έπεσαν.

-        Και δεν έπαθε κανένας; Δόξα σοι ο Θεός.

-        Στην πρώτη τουφεκιά, η μπάλα εσφύριξε κι έσβησε παφ! στη θάλασσα, κι

επήγε στο πάτο.

-        Καλύτερα… Να μη κακοπάθει κανένας χριστιανός.

-        Η δεύτερη τουφεκιά ήτο χωρίς μπάλα!

-        Καλύτερα!

-        Η τρίτη… Δεν επήρε, μου φαίνεται φωτιά το τουφέκι…

-        Άμποτε! Να γλυτώνει ο Θεός τον κοσμάκη από κακιά ώρα.

   Ο ιατρός εξηκολούθησεν ακόμη να διηγήται, και όταν έφθασαν εις το μέρος τούτο του λόγου εκάγχασε θορυβωδώς, ότι και αι γυναίκες έλαβον μέρος εις την μάχην, και ότι διέπρεψαν εις την υπόθεσιν ταύτην η Βγένα η Αλαφίνα και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα και η Πεπερού και άλλαι. Τέλος, φθάσας ο δήμαρχος, κατώρθωσε διά μειλιχίου τρόπου να ειρηνεύσει τους ανθρώπους, και ν’ αποπέμψει τας λέμβους με υποσχέσεις ταχείας ελευθέρας κοινωνίας και βελτιώσεως εν γένει των πραγμάτων.

   Είτα ο κ.Βουντ ήναψε το τσιμπούκι του, ερρόφησε τον καφέν του, εκάπνιζε μακράς εισπνοάς, και έβγαζεν ατελευτήτους έλικας καπνού από το στόμα.

    -  Τώρα ήρταν εντώ, οι βάρκες, το ντιάολο! επανέλαβε. Ταρρώ πως τα τους ντώσουν πράτιγο σήμερα αυτούς που έχουν εικοσιμία μέρες.

-        Αλήθεια; κι ημείς;

-        Τουλόγκου σου τέλεις ακόμα ντυο μέρες. Εγκώ, αν ήτελα, έπαιρνα πράτιγο

από προκτές, μα τα κατίσω να ιντώ τι ντιάολο τ’ απογκίνει… Μεταύριο ίσως πάρωμεν πράτιγκο μαζί.

-        Πολλή ζωίτσα να ’χεις, γιατρέ.

 

 

   Την επαύριον έδωκε την άδειαν ο ιατρός να εξέλθει ο υιός της Σκεύως, όστις είχε δυναμώσει αρκετά. Την τρίτην ημέραν, αυτός και η μήτηρ του ανέβησαν εις τον λόφον, διά ν’ αποχαιρετίσωσι τον πάτερ Νικόδημον, καθόσον ητοιμάζοντο να τύχωσιν ελευθέρας κοινωνίας, ή να μετατεθώσιν εις τα Κάτω Λαζαρέτα. Δεν ήτο βέβαιον ακόμη τι είχεν αποφασισθεί τελειωτικώς. Υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις πυκνούς θάμνους και ανακεκλιμένος επί στρώματος από πτέριδας, εκάθητο δροσιζόμενος ο πάτερ Νικόδημος. Το μέτωπόν του ήτο κάθιδρον, εφόρει παλαιόν ξεθωριασμένον ζωστικόν με δερματίνην ζώνην και χωρίς ράσον, και εις τη ζώνην είχε περασμένον το κλαδευτήρι του. Επειδή δεν του είχαν μείνει πλέον αρκεταί αίγες ώστε ν’ απαιτεί ικανήν εργασίαν η βόσκησις και το άρμεγμα αυτών, εύρισκε δουλειάν καθαρίζων μέρος του ορμανίου και θηλιάζων αγριελαίας διά να κάμει ελαιώνα και αγρόν.

   Ήτο δεκάτη ώρα της πρωίας. Ο ήλιος υψούτο εις το στερέωμα, και η θερμότης ηύξανεν, αλλ’ ανάμεσα εις τους πρασίνους θάμνους ήτο δρόσος και ευωδία, και το φθινόπωρον, δευτέρα άνοιξις, ήρχισε να στολίζει με λευκά ανθύλλια τους τάπητας της χλόης, παρά τας ρίζας των σχοίνων.

   Άμα είδεν ο Νικόδημος την Σκεύω και τον υιόν της, εσηκώθη να τους υποδεχθεί. Με δύο παλαιά ράσα του, με μίαν βελέντζαν και με μίαν κάπαν εσχημάτισε πρόσκαιρον σκηνήν, προσδέσας τα άκρα των οθονών εις τους χθαμαλωτέρους κλώνας του πεύκου, και υποστρώσας τρίτον ράσον επί του εδάφους, έβαλε τον εν αναρρώσει ασθενή να καθίσει, διά να μη τον βλάψει η δρόσος και υγρασία των δένδρων. Είτα καλέσας τον Αγκόρτζαν, τον διέταξε να σφάξει το μόνον κατσικάκι, το οποίον τους είχε μείνει, διά να φιλεύσουν τους επισκέπτας.

   Ο Αγκόρτζας δεν δυσηρεστήθη πολύ. Αφού τόσα και τόσα ερίφια του τα είχαν φάγει άνθρωποι άγνωστοι και ξένοι, παρήγορον θα ήτο να ξεκοκκαλίσει και αυτός έν καλοψημένον και ροδοκοκκινισμένον μηρίον από τους ιδρώτας του, από το έργον των χειρών του.

   Μετ’ ολίγον ήλθε και ο ιατρός κ. Βίλελμ Βουντ. Έφθασεν ακριβώς την ώραν που ήτο έτοιμον το κοκορέτσι. Διότι ο Αγκόρτζας εις ολίγα λεπτά της ώρας είχε θυσιάσει το μικρόν ερίφιον, το είχε γδάρει και ξεκοιλιάσει, το είχε περάσει εις την σούβλαν και είχεν ανάψει πυρ.

   Όταν εκομίσθη η σούβλα με το κοκορέτσι, ο ιατρός έβγαλεν από την τσέπην του παγούριον με ρούμι και έδωκεν εις τον πάτερ Νικόδημον να ευλογήσει, έπιε και αυτός, κατέπιε μικράν δόσιν και η Σκεύω και ο υιός της, και το υπόλοιπον εδόθη εις τον Αγκόρτζαν.

-        Τα μας παίξεις την γκάιντα σήμερα, είπεν ο ιατρός· γι’ αυτό ήρτα.

   Ο Αγκόρτζας έκρυπτεν επιμόνως το πρόσωπόν του όπισθεν του πλατέος κορμού του πεύκου, και εσυστέλλετο να ομιλήσει. Ο πάτερ Νικόδημος απήντησεν αντ’ αυτού ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται κατά παραγγελίαν, και ότι πρέπει να έχει κανείς κέφι.

   Ευθύς ύστερον παρετέθη χαμαί επί στρώματος από φτέρες το ψητόν ερίφιον. Ο μοναχός, ο ιατρός και η Σκεύω μετά του υιού της εκάθηντο παρά την ρίζαν του πεύκου έμπροσθεν της προχείρου σκηνής, την οποίαν είχε κατασκευάσει ο Νικόδημος. Ο Αγκόρτζας εκάθητο κρύπτων την κεφαλήν του όπισθεν του κορμού, και ήτο ορατόν μόνον το έν γόνυ του και η κνήμη του και ο έτερος των ώμων και η πλευρά του. Μετά την τρίτην γύραν της φλάσκας, αφού εδόθη εντός μεγάλου φλασκίου το τρίτον του περιεχομένου της εις τον Αγκόρτζαν, ούτος έκαμε τέλος κέφι, και απεφάσισε να ομιλήσει εις τον ιατρόν, κρυπτόμενος πάντοτε όπισθεν του κορμού του πεύκου.

-        Του χατίρ’ σ’ είναι μιγάλου, απ’ μ’ ουρίζεις, γιατρέ… Τώρα θα πάου κάτου

στου μαντρί, κι θε μ’ ακούσεις…

   Εσηκώθη, επήδησεν ως αγρίμιον από κλάδου εις κλάδον, και μετ’ ολίγα πηδήματα ευρέθη εις απόστασιν πολλών βημάτων, εις το χαμηλότερον υπήνεμον μέρος, όπισθεν των υψηλών θάμνων όπου ήτο η μάνδρα.

   Μετ’ ολίγας στιγμάς ηκούσθησαν σπαρακτικοί οι τραχείς φθόγγοι της γκάιδας πλήττοντες τας ειρηνικάς ηχούς, βωβαίνοντες το μελωδικόν σύριγμα της αύρας, της φυσώσης τους κλώνας του μεγάλου πεύκου.

-        Ακούς, γιατρέ; είπεν ο Νικόδημος.

-        Τ’ ακούω, το ντιάολο! και συ ταρρούσες πως τ’ αργήσει το Αγκόρτζα να κάμει

κέφι… Έτσι μ’ αρέσουν εμένα οι άντρωποι να είναι εύτυμοι.

   Ήναψε το τσιμπούκι του, και εκβάλλων μεγάλας τολύπας καπνού ανεκλίθη επί του όχθου προς τον κορμόν του δένδρου, πλαταγίζων τα χείλη, ακούων τους ήχους του αρχετύπου οργάνου, μειδιών, βλέπων επάνω και ρεμβάζων προς το βαθυπράσινον και ψιθυρίζον υπό της αύρας φύλλωμα του πεύκου.

   Την ιδίαν στιγμήν, παρατεταμένος μιαουρισμός ηκούσθη όπισθεν των θάμνων. Ο Νικόδημος ανεγνώρισε την φωνήν, εστράφη ζωηρώς και είδε την γάτταν του, μαύρην και παχείαν από τους αρουραίους μυς τους οποίους εθήρευε πολυπληθείς καθ’ εκάστην.

-        Μπαμπή! Μπαμπή! έκραξεν ο Νικόδημος· έλα δω! ψι, ψι, ψι!

-        Τι; την ηύρες, βλέπω την γάττα σου, καθώς ήρθες εδώ απάνου στο βουνάκι,

γερο-Νικόδημε; είπεν η Σκεύω.

-        Πρώτη φορά, βλοημένη, είναι… Τώρα μου έρχεται, είπεν ο Νικόδημος.

   Η Μπαμπή επλησίασε τρέχουσα, ρίπτουσα δύσπιστα βλέμματα εις τους ξένους, και διευθυνομένη προς τον κύριόν της. Ο Νικόδημος της έρριψεν άφθονα κόκκαλα μετά κρέατος, και η Μπαμπή ώρμησε, τα ήρπασε και απεμακρύνθη ολίγα βήματα.

-        Βαρέθηκε η καημένη να τρώγει όλο αγρομερινό κυνήγι, είπεν ο Νικόδημος,

και σαν της εμύρισε που ψήσαμε το κατσίκι, ήρθε να πάρει το μερτικό της.

   Εις την παρατήρησιν του μοναχού απήντησεν η φωνή του παραγυιού του, όστις είχε διακόψει προς στιγμήν το μέλος του, και είχεν αντιληφθεί το τι συνέβη.

-        Δεν είναι τόσου για το κατσίκι, πάτερ Νικόδημε! έκραξεν ο Αγκόρτζας·

μυρίστηκε, πως φεύγ’ η ξενούρα και πως θα μείνουμι μοναχοί μας, κι ήρθι κι αυτήνη να μας βρει για να μας κάμ’ συντροφιά.

 

 

   Την επιούσαν απήλθον εκ της μικράς νήσου ο ιατρός Βίλελμ Βουντ, η Σκεύω και ο υιός της. Μετά μίαν δ’ εβδομάδα τα τελευταία καθαρισθέντα πλοία απέπλευσαν εκ της νήσου, και ο πάτερ Νικόδημος επανεύρε την προσφιλή μοναξίαν του.

 

(1893)

 

 

Πίσω στην Εισαγωγή

Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ

Αρχική σελίδα KEIMENA