ΡΑΜΠΑΓΑΣ

 

Ι

 

Ένα πρωί καλοκαιριάτικο, στα 1886, πήγα και χτύ­πησα δειλά δειλά την πόρτα του Ραμπαγά.

Ήμουνα φοιτητής ακόμα και μόνα εφόδια φιλολογικά είχα μια παράφραση του Ανακρεοντείου « Ρόδον είαρος μέλημα» που είχα δημοσιεύει στη φιλολογική «Εστία» του Πολίτη και Δροσίνη με το ψευτόνομα «Οινόμαος» και ένα τραγούδι αφιερωμένο στο Δροσίνη, που τόνε λά­τρευα τότε ως ποιητή, και που το είχα δημοσιέψει στο «Ραμπαγά» με το ψευτόνομα «Τραγουδοφάγος».

Ήμουν αληθινά πραγματικός τραγουδοφάγος. Έτρω­γα, καταβρόχθιζα τραγούδια. Βιβλίο με στίχους ήτανε για μένα λουκούλλειο γεύμα, με μόνη τη διαφορά πως αντίς να μου φέρει κόρο, μου άνοιγε περισσότερο την όρεξη. Ζητούσα στίχους, όλο στίχους, και σα σωνόντανε τα βιβλία μου και τα βιβλία των φίλων μου, κατάφευγα στις δυο δημόσιες Βι­βλιοθήκες, την Εθνική και της Βουλής, και διάβαζα στί­χους με το μεροκάματο.

Το Πανεπιστήμιο, τα πρώτα χρόνια μάλιστα, σπανιό­τατα μ’ έβλεπε κι αν πήγαινα πού και πού, στη χάση και στη φέξη, πήγαινα μόνο και μόνο για ν’ ανταμώσω την ποιητική μου παρέα - φοιτητάκους, που είχανε κι αυτοί σαν και μένα τα μυαλά τους πάνω από το κεφάλι τους.

Ο ποιητής ήτανε για μένα το ένθεο πρόσωπο και, θυμάμαι, πόσο θαύμασα και ζήλεψα ένα δειλινό το φίλο δικηγόρο και βουλευτή Γιώργο Αναστασόπουλο - λίγα χρόνια, κι ας μη θυμώσει, μεγαλύτερό μου - ν’ απαγγέλνει ανε­βασμένος στο υπόβαθρο του ανδριάντα του Πατριάρχη, με Παράσχειο απαγγελία, ένα φλογερό του ποίημα κατά των «άνανδρων Βουλγάρων».

Φοιτητής ακόμα και να είναι τόσο μεγάλος ποιη­τής! σιγομουρμούρισα με ζήλεια και τον καταχειροκρό­τησα κι εγώ μαζί με όλη τη φοιτητική νεολαία, που τον άκουγε, συνεπαρμένος ίσως περισσότερο από τη στομ­φώδη απαγγελία του.

Έτρωγα λοιπόν τότε στίχους άπληστα και ανεξέτα­στα. Για επιλογή, ούτε σκέψη. Καταβρόχθιζα όποιο βι­βλίο με στίχους έπεφτε στα χέρια μου. Και με συγκινού­σαν όλοι κι όλα. Παπαρρηγόπουλος (αυτός δα περισσό­τερο απ’ όλους είχ’ αποστηθίσει ολάκερα... βιβλία του!), Βασιλειάδης, Παράσχος, Ορφανίδης, Σούτσοι και Καρασούτσοι, Βλάχος κλπ. και ακόμα και κάποιος Κλεάνθης Παπάζογλου, από τη Βραΐλα, που με άλλους, μετριότατους στίχους, είχε γράψει και τον αθάνατο στίχο:

...Και τόσον με εμάγευσεν

ο αβροβάτης πους της!..,

που τον απαγγέλνει συγχνότατα, ξεκαρδισμένος στα γέλια, ο Παλαμάς.

Ωστόσο, σιγά σιγά κι ασύνειδα, άρχισε να ’ρχεται μόνη της η επιλογή. Τα δυο επαναστατικά φύλλα, ο «Ραμπαγάς» του Κλεάνθη Τριανταφύλλου και το «Μη χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη, μαζί με τον «Ασμοδαίο» του Θέμου Αννίνου και Εμ. Ροΐδη, που στα γραφεία τους σύχναζαν όλοι οι αληθινά νέοι της τότε εποχής, Παλα­μάς, Μητσάκης, Σουρής, Κόκκος, Μπάμπης Άννινος, Δρο­σίνης, Πολέμης, Στρατήγης κλπ. - τα δυο λοιπόν αυτά φύλλα, μαζί με τον «Ασμοδαίο», που χτυπούσαν αλύ­πητα με τη σάτιρα, με την καρικατούρα, με την κριτική, με το επίγραμμα ό,τι στραβό κι ανάποδο βλέπανε στην πολιτική και κοινωνική ζωή μας, χτυπούσαν αλύπητα και συστηματικότερα και τον κακοχωνεμένο και ξεθωριασμένο Βυρωνισμό, που τον αντιπροσώπευε ο Αχιλ. Παράσχος και οι μαθητές του, κι έτσι σιγά σιγά τραβιόμαστε τα παιδιά, (τα φιλολογικά παιδιά, εννοώ), από τα ρομαν­τικά τέλματα, κι ενώ καταχειροκροτούσαμε τον Παράσχο, που από το βήμα του Παρνασσού κατακεραυνοβολούσε το Ζολά, αποκαλώντας τον «μούσαν του βορβόρου», διαβά­ζαμε με ξεχωριστή αγάπη τα τραγούδια που δημοσιεύανε στα τρία αυτά φύλλα, ο Παλαμάς ως «Κωστής», ο Δροσίνης ως «Αράχνη», ο Δ. Κόκκος ως «Coque», ο Σουρής ως «Souris» καθώς και τις κριτικές που δημο­σίευε ο Γαβριηλίδης ως «Κάλιμπαν», τα χιουμοριστικά διηγήματα που δημοσίευε ο Κοντυλάκης στο «Ραμπαγά», μα­θητής ακόμα τότε στο Βαρβάκειο, ως «Πειρασμός Κ», ο Μητσάκης ως «Κρακ» κι ο Ροΐδης ως «Θεοτούμπης» στον «Ασμοδαίο», κι όλα τ’ άλλα, που δημοσιεύανε, στο ίδιο πάνω κάτω επαναστατικό μοτίβο, ο Νίκος Καμπάς, ο Μπάμπης Άννινος, ο Στρατήγης κι οι άλλοι.

Φανταζόσαστε λοιπόν τη συγκίνησή μου όταν είδα δημοσιευμένο στο «Ραμπαγά» τραγούδι μου - το πρώτο τραγούδι που ύστερα από πολυήμερη δισταχτικότητα αποφάσισα να στείλω, και σα διάβασα σε μια γωνιά του φύλλου, τυπωμένα με στοιχεία των εννέα στιγμών, τα λόγια τούτα : «Τραγουδοφάγον, Ενταύθα. Επιθυμούμεν να σας ίδωμεν».

Θα ζύγωνα λοιπόν έναν από τους Θεούς μου. Με ζη­τούσε, επιθυμούσε να με ιδεί! Τι άλλο ήθελα ;

Η χαρά μου μεγάλη, ανέκφραστη. Θα ’βλεπα το «Ραμπαγά», τον άνθρωπο τον ξεχωριστό, για μένα, που μεθούσα με τους στίχους του, που παρακολουθούσα μ’ ενδιαφέρο τη δράση του, τους θριάμβους του, τους διωγμούς του, και που από μαθητής ακόμα τον είχ’ απάνω στο κεφάλι μου, αφού φορούσα με καμάρι και με περηφάνια ένα ψά­θινο καπέλο, σαν κάσκα εγγλέζικη, από κείνα που είχε φέρει τότε κάποιος Αθηναίος καπελάς, που εξαργυρώνον­τας τη δημοτικότητά του «Ραμπαγά», τα είχε βαφτίσει «Ραμπαγάδες».

Το γραφείο του «Ραμπαγά» ήταν τότε κάτω από τη Δημαρχία, στη μεσημβρινή πλευρά της. Ένα μαγαζάκι στενόμακρο, χωρισμένο στη μέση με ένα σανιδένιο παρα­βάν, που είχε στα δεξιά του το γραφείο του «Νεκροσκόπου Αθηνών» και στ’ αριστερά του το Υποθηκοφυλακείο.

Χτύπησα την τζαμόπορτα δειλά δειλά. Είχα ετοιμάσει αποβραδίς το λόγο που θαν του ’λεγα  - και τι δε θαν του ’λεγα!

- Εμπρός! ακούω από μέσα μια φωνή και παγώνω. Πού ν’ ανοίξω! Σκέφτηκα κιόλας και να φύγω. Τόση ήταν η συγκίνησή μου.

- Εμπρός λοιπόν! ξανακούω δυνατότερα κι ανοίγω. Ο Κλεάνθης καθότανε μπρος στο τραπέζι του, στο βάθος κι έγραφε. Μπρος του, άταχτα, σωρός χειρόγραφα κι εφημερίδες. Σήκωσε το κεφάλι του, άμα μπήκα, έκαμε το νευρικό του τικ, το χαραχτηριστικό, με κοίταξε καλά καλά, κατάματα, και με ρώτησε·

- Τι θέλετε;

- Με καλέσατε! του αποκρίθηκα με κόπο.

- Ποιος είσαστε; με ξαναρώτησε.

- Είμαι ο Τραγουδοφάγος! του αποκρίθηκα κι ακόμα και σήμερα θαυμάζω τον ηρωισμό μου.

- Α, μπράβο! χαίρω πολύ.

Κι ανασηκώθηκε λίγο και μου ’σφιξε το χέρι.

- Και τ’ όνομά σας;

Του το είπα.

- Φοιτητής βέβαια.

- Φοιτητής!...

- Της Νομικής;

- Όχι της Γιατρικής!.. Ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

- Για φαντάσου; Σαν το Σιμούν!

Να με συγκρίνει με το Σιμούν (το γιατρό Σίμωνα Αποστολίδη) που τόνε διάβαζα ταχτικά στο «Μη Χάνε­σαι» και θαύμαζα την πέννα του - ω, αυτό ήτανε πολύ για μένα! Η συγκίνηση μ’ έπνιγε.

- Καθίστε ναν τα πούμε ! μου είπε.

Κάθισα στον πέτσινο μαύρο καναπέ, πλάι στο γρα­φείο του, για ναν τα πούμε. Τι να πω; Μιλούσε κι εγώ τον άκουγα. Το σωστότερο είναι πως δεν το άκουγα, δεν άκουγα τι μου ’λεγε, μόνο τη φωνή του άκουγα κι αυτό με μεθούσε. Όσο μιλούσε, μελετούσα τη φυσιογνωμία του, τ’ αδρά του τα χαραχτηριστικά, το κατακόκκινο κι ολοστρόγγυλο πρόσωπό του, το λίγο μουστακάκι του, τη φαλάκρα του, που την πλαισιώνανε στις άκρες λίγα κα­τσαρά ανασηκωμένα μαλλιά, το κούνημα του κεφαλιού του, το νευρικό, έτσι σαν ανατίναγμα, που κάθε λίγο και λιγάκι, πάνω στην κουβέντα, του ερχότανε, και γενικά θαύμαζα τον τύπο (γιατί Αθηναϊκός τύπος ήτανε ο Κλεάνθης) το γνωστότατο και δημοτικότατο, τον κοσμαγά­πητο, που πολλές φορές τον έπαιρνα το κατόπι στον πε­ρίπατο ή στο θέατρο, για ν’ ακούσω την κουβέντα του, για ν’ αρπάξω στα κλεφτά κανένα καλαμπούρι του, εξυπνότατο, καλοαλατισμένο, από κείνα που βγαίνανε χείμαρ­ρος από το στόμα του.

- Πηγαίνετε στο θέατρο; με ρώτησε.

Ευτυχώς θυμήθηκα ένα στίχο του Ζαλοκώστα, τον παρώδησα, κι έτσι τα κατάφερα να πω κι εγώ μια κουτοεξυπνάδα.

- Φοιτητικό πουγκί, πάναθεμά το!...

- Τότε να περνάτε από δω να σας δίνω τα εισιτήρια του «Ραμπαγά»! ...

- Να μη σας ενοχλώ! τραύλισα.

- Το εναντίον, θα μ’ ευχαριστείτε!...

Κι έφυγα καμαρωτός και κορδωμένος, που θαν τ’ αξι­ωθώ να πηγαίνω στο θέατρο με τα εισιτήρια του «Ραμπαγά»!

 

ΙΙ

 

Το πρώτο φύλλο του «Ραμπαγά» βγήκε τον Αύγουστο του 1878 και «εχρησίμευσεν ως εισιτήριον εις τας φυ­λακάς δια τας εν αυτώ  γραφείσας τολμηράς πολιτικάς ιδέας», καθώς έγραφε κατόπι με περηφάνια ο Κλεάνθης.

Το πρώτο άρθρο του «πολιτικοσατιρικού» αυτού φύλλου, όπως τιτλοφοριότανε, αλλά ουσιαστικά «δημοκρατικού», το είχε γράψει ο Βλάσης ο Γαβριηλίδης, συνιδρυτής του «Ραμπαγά» και αρχίζει έτσι: «Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου». Φυγάδες κι οι δυο της Τουρκικής θηριωδίας, κι ο Κλεάνθης και ο Γαβριηλίδης, είχαν έρθει από την Πόλη, απάνω κάτω την εποχή που είχε ξεσπάσει το πολιτικό σκάνδαλο του «Ραμ­παγά» - της πολιτικής δηλ. κωμωδίας του Σαρδού, που την είχε μεταφράσει ο μακαρίτης Γιάννης Καμπούρογλος και που η κυβέρνηση Κουμουνδούρου είχε απαγορέψει την παράσταση της, γιατί ψιθυριζότανε πως ο Σαρδού στο πρόσωπο του Ραμπαγά σατίριζε το Γαμβέτα.

Είμαι τέλος σβούρος,

κρίνε με! Ιδού!...

Ως ο Κουμουνδούρος

κρίνει το Σαρδού!

όπως έλεγε στο ομώνυμο και δημοτικότατο, για χρόνια, τραγούδι του ο Κλεάνθης.  Στο ίδιο τραγούδι μας δίνει και το πορτρέτο του Ραμπαγά, που είναι:

σκύλος που γαυγίζει

έξω απ’ την αυλή,

που τα δόντια τρίζει

και σε απειλεί,

που γκρινιάζει, στρήφει

σαν τον κυνηγάς,

κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει...

δηλαδή ο δίχως χαραχτήρα και συνείδηση πολιτικός αριβίστας που, όσο βρίσκεται όξω από την Αρχή, φοράει τον κόκκινο σκούφο του δημοκράτη και μόλις γραπώσει κανένα υπουργικό χαρτοφυλάκιο μεταβάλλεται σε ταπεινό­τατο Αυλοκόλακα.

Το πρώτο λοιπόν άρθρο του πρώτου φύλλου με τον τίτλο: «Διατί Ραμπαγάς;» το είχε γράψει ο Γαβριηλί­δης και σ’ αυτό χρεωστώ την πρώτη μου φυλάκιση, μου συχνόλεγε ο Κλεάνθης. Η εισαγγελία έκαμε έτσι την καλύτερη ρεκλάμα στους άγνωστους Πολίτες δημοσιογράφους και τους έκαμε ανθρώπους της ημέρας, δημοτικότατους. Ο «Ραμπαγάς» πουλήθηκε, κατάχτησε την κοινή συνεί­δηση, έγινε το αγαπημένο φύλλο της νεολαίας και όταν ύστερ’ από μερικά χρόνια χωρίσανε οι δυο σύντροφοι κι ο Γαβριηλίδης έβγαλε το «Μη χάνεσαι», η εφημερίδα έμεινε στον Κλεάνθη, και μαζί με την εφημερίδα του ’μεινε κι ο τίτλος για όνομά του πια.

Γιατί όλοι ως «Ραμπαγά» τον ξέρανε κι έτσι τον αποκαλούσαν, ο κ. Ραμπαγάς. Μόνο οι στενοί του φίλοι τόνε λέγανε Κλεάνθη. Μερικοί, άνθρωποι του λαού ιδίως, γιατί δε σκοτιζότανε για κοινωνικές τάξες μα με όλους έκανε παρέα, τόνε λέγανε και Ραγκαβά, ακόμα και Αραγκαβά, καθώς άκουσα με τ’ αυτιά μου στο γραφείο του να τόνε λέει χωριάτης, Μαρουσιώτης ή Χαλαντριώτης, δεν καλοθυμάμαι.

Ένα μεσημέρι καθόμαστε στο γραφείο, αυτός στο τραπέζι του μπροστά, με το καπέλο στο κεφάλι κι εγώ ξαπλωμένος στο καναπεδάκι, και λογαριάζαμε πού να γευματίσουμε, στο Γαλάτσι που πηγαίναμε συχνότατα, ή σε κανένα κοντινό ξενοδοχείο. Εκεί που τα λέγαμε και λογαριάζαμε και τα καπιτάλια μας, που δεν ήτανε πολλά, ανοίγει την πόρτα ένας χωριάτης.

- Κύριε Αραγκαβά, λέει βγάζοντας το σκούφο του, το παιδί μου σκοτώθηκε πέρσι στον πόλεμο, του ’καμα φέτος έναν τάφο καλούτσικο στο χωρίο και θέλω ναν του γράψω κι ένα τραγούδι πάνω στο σταυρό... Μου είπανε πως η αφεντιά σου τα καταφέρνεις τα τέτοια… με το αζημίωτο σου, βέβαια...

Και του αφήνει πάνω στο τραπέζι δυο τάλιρα αση­μένια. Εγώ με κόπο συγκρατούσα τα γέλια. Βέβαια κάποιος φίλος του Κλεάνθη, χωρατατζής, μας τον είχε στεί­λει. Ο Κλεάνθης, σοβαρότατα, πήρε και τα δυο τάλιρα και του είπε να καθίσει. Ο χωριάτης κάθισε σε καρέκλα κι ο Κλεάνθης, που ήταν απαράμιλλος αυτοσχεδιαστής, ύστερ’ από λιγόστιγμη σκέψη, άρχισε ν’ απαγγέλνει:

Όλος σφρίγος και όλος νεότης,

της Πατρίδος λαμπρός στρατιώτης...

- Κύριε Αραγκαβά! ανασηκώνεται ο χωριάτης και τόνε διακόφτει. Δεν ήτανε στρατιώτης ο γιος μου· ήτανε δεκανέας... Να, κι ένα τάλιρο ακόμα και κάνε το τρα­γούδι για δεκανέα!....

Ο Κλεάνθης τσέπωσε και το τρίτο τάλιρο και, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, άρχισε ν’ απαγγέλνει:

Δυνατός και ακμαίος ως Αίας,

της πατρίδος λαμπρός δεκανέας…

Έγραψε το τετράστιχο και το ’δωσε στο χωριάτη, που έφυγε κατενθουσιασμένος, και μεις το μεσημέρι φάγαμε τα τρία τάλιρα εις μνημόσυνο του λαμπρού Μαρουσιώτη δεκανέα...

Μου διηγότανε πως όταν ήτανε στην Πόλη, συνεργά­της του γερο-Βουτυρά, στο «Νεολόγο», είχε ένα καλού­τσικο εισόδημα απ’ αυτό το είδος τη φιλολογία. Δεν έκανε μόνο επιγράμματα για πεθαμένους, άλλα έκανε και ποιήματα για ζωντανούς, δηλ. που του τα καλοπλήρωναν άλλοι φιλόδοξοι ομογενείς, που τα τυπώνανε για δικά τους, με την υπογραφή τους. Ακόμα έκανε στην Πόλη (δυο τρεις φορές έκανε και δω, καθώς μου ξομολογήθηκε) λόγους πανηγυρικούς κατά παραγγελία, τους οποίους ήταν υποχρεωμένος και να... χειροκροτεί, γιατί οι ρήτορες τον καλούσαν και είχαν την απαίτηση να πηγαίνει και να κάθεται μάλιστα στην πρώτη σειρά, την τιμητική. Σε κάποιο τέτοιο λόγο πανηγυρικό είχε χώσει κι ένα ποίημα, δηλ. «έβαλε και την υπογραφή του», καθώς του είπε ένας φίλος του που ήταν εν γνώσει αυτής της βιομηχανίας.

 

Ο Κλεάνθης μαζί με το Γαβριηλίδη και με το Θέμο Άννινο δημιουργήσανε μιαν εποχή, την εποχή, ημ­πορεί να πει κανείς χωρίς δισταγμό, της νεοελληνικής Αναγέννησης. Ένα είδος Renaissance για τη νεοελλη­νική σκέψη ήταν η εμφάνιση του επαναστατικού φύλλου στα 1878 - μια αναγέννηση που κράτησε ένδεκα ολάκερα χρόνια, ίσαμε το Μάη του 1889, που ο Κλεάνθης, άρ­ρωστος κι εγκαταλελειμμένος, πουλώντας τα έπιπλα του για να ζήσει, όπως συμβαίνει ανεξαίρετα σ’ όλους τους αγνούς ιδεολόγους, τίναζε τα μυαλά του στον αέρα.

Όχι μόνο η εφημερίδα του, μα και η προσωπικότητά του είχαν επιβληθεί. Καλοζωιστής όσο παίρνει, γλεντζές, ανοιχτόκαρδος, ευτράπελος, νοστιμόλογος, καλαμπουριστής, αυτοσχεδιαστής ωραίων στίχων ή ανοιχτών οπωσδήποτε τραγουδιών, ήταν περιζήτητος σ' όλα τα γλέντια της τότε νεολαίας (κι η τότε νεολαία ζούσε και γλεντούσε και δε μαράζωνε σαν τα τωρινά γεροντόπαιδα) κι ήταν αδύ­νατο να μπει μέσα στο θέατρο και να μη γυρίσουν όλοι να τον κοιτάξουν και να σιγοπούν:

- Να, ο Ραμπαγάς!...

Τι τα θέλετε! Μπορεί να ’ρθουν αύριο μεθαύριο δυνατότεροι και περιφημότεροι δημοσιογράφοι, λογοτέ­χνες και ποιητές, μα ένας Ραμπαγάς, ένας Γαβριηλίδης, ένας Θέμος Άννινος, ένας Μητσάκης, ένας Σουρής, δε θα ξανάρθουν. Αυτοί έχουν κάτι αποκλειστικό δικό τους, - την πρωτοτυπία τους, την ιδιορρυθμία τους, που τα πή­ρανε μαζί τους στον τάφο.

 

ΙΙΙ

 

Ο Κλεάνθης, πρώτα και περισσότερο απ’ όλα ήταν ποιητής. Αν έζησε ο «Ραμπαγάς» έντεκα χρόνια κι αν επεβλήθη, αυτό το χρωστάει στο πρώτο ποίημα, που δημοσιευόταν τακτικά στην πρώτη σελίδα με των δώδεκα ημίμαυρα, και που ο κόσμος το λαχταρούσε, το ροφούσε, το συ­ζητούσε ολάκερη την ημέρα, και μερικές φορές και τη βδομάδα.

- Διάβασες το σημερινό ποίημα του «Ραμπαγά»; ήταν αμίμητο!...

Μια δυο φορές το πρώτο ποίημα τον έστειλε στη φυλακή. Θα το θυμούνται οι συνομίληκοί μου το ποίημα κείνο που άρχιζε έτσι:

Μικρό, μικρό, αμούστακο

σε πήραμε, και ακόμα

εμύριζε το στόμα σου

του καραβιού γαλέτα...

και τέλειωνε έτσι:

Ω, να! σε βλέπω, βασιλιά,

δαφνοστεφανωμένος

γυρνάς από τον πόλεμο,

γυρνάς από τη νίκη...

Τι; Τι; Τι λέγω; Όνειρο!...

Στο Φάληρο κλεισμένος,

το ρίχνεις όξω, βασιλιά,

και δεν πληρώνεις νοίκι!...

Το φύλλο εκείνο που είχε το ποίημα έφτασε να που­ληθεί δέκα δραχμές και ο Κλεάνθης κλείστηκε στις τότε φυλακές του Κόκλα, για να παρωδήσει εις βάρος του την τελευταία στροφή του τραγουδιού του:

Ω, να! σε βλέπω, Ραμπαγά,

δαφνοστεφανωμένος

γυρνάς απ’ το κριτήριο,

γυρνάς από τη δίκη...

Τι; Τι; Τι λέγω; όνειρο!..

Στου Κόκλα μαντρισμένος,

το ρίχνεις όξω, Ραμπαγά, και δεν πληρώνεις νοίκι!..

Τα τραγούδια αυτά, που τόσο είχαν αγαπηθεί, τα αυτοσκεδίαζε ή σε γλέντι απάνω ή σε καμιά του εκδρομή, στο Γαλάτσι ιδίως, που πήγαινε συχνότατα και τα ’γραφε, γυρίζοντας, στο τραπέζι του γραφείου του, που εξόν από το καλαμάρι είχε πάντα πάνω κι ένα ποτηράκι μισογε­μάτο ή με κονιάκ ή με διαλεχτή ρετσίνα.

Όχι, φυσικά, όλα, μα τα περισσότερα από τα αυτοσκέδια αυτά πρωτοσέλιδα τραγούδια είχανε λυρισμό, είχανε δροσιά, είχανε τέχνη και γραμμένα σε γλώσσα ολοζώντανη, συγκινούσαν, ενθουσίαζαν, και δεν ήτανε λίγοι κείνοι που τ’ αποστήθιζαν και τ’ απάγγελναν. Δεν έχω δυστυχώς κανένα τόμο του Ραμπαγά μπροστά μου για να σας δώσω δείγματα από την ποίηση του Κλεάνθη. Τους τελευταίους τόμους του Ραμπαγά, τους δικούς μου, τώρα τους κατέ­χει κάποιος δημοσιογράφος, που με όλα τα παρακάλια μου, ούτε για μια μέρα εννοούσε να μου τους δανείσει, αν και του ξήγησα πόσο μου χρειαζόντανε για τούτη μου την εργασία.

Θυμάμαι μόνο στίχους, από δω κι από κει, από διά­φορα τραγούδια. Λ.χ. τους στίχους που είχε γράψει κάποτε για την Κρήτη (και πόσα τραγούδια δεν είχε γράψει για το ηρωικό νησί!) και που άρχιζαν έτσι:

Όμορφη σκλάβα της Τουρκιάς,

αντρειωμένη Κρήτη,

τι πάθαν οι σταυραετοί

Του Γερο-Ψηλορείτη ...

ή τους πρώτους στίχους από ένα πρωτοσέλιδο ποίημα του, μεγαλοβδομαδιάτικο:

Σα σήμερα, λεν, ο Χριστός

καβάλα σε πουλάρι

μες στα Ιεροσόλυμα

εμπήκε με «ωσαννά!»,

την ώρα που σμαράγδιαζε

κάθε δεντρού κλωνάρι

την ώρα που πρασίνιζαν

στους κάμπους τα σανά ...

Εξόν όμως από τα πολιτικά αυτά τραγούδια, τα πρωτοσέλιδα, ο Κλεάνθης, σαν αληθινός ποιητής που ήταν, ή το σωστότερο σαν αληθινός σανσονιέ, (τραγουδογράφος), έχει στολίσει τις σελίδες του «Ραμπαγά» με τρα­γούδια πρωτότυπα (το «Πρώτο Χιόνι», το «Άσπρο χαρτί», το «Ψυχοσάββατο», κλπ.) και με τις υπέροχες μετάφρα­σες του Βερανζέρου (είχε μεταφράσει και Δερουλέδ και Στεκέττι και άλλους) που η επιτυχία τους είναι απαρά­μιλλη, ίσως γιατί είχε το ίδιο ταλέντο του Γάλλου σανσονιέ. Από τα τραγούδια αυτά του Βερανζέρου, ο «Γιάννης ο γεωργός:»

Σήκω, Γιάννη, σήκω!

στο όνειρό σου λύκο

χτες το βράδυ είδες;

Έρχεται ο εισπράχτορας

με τους σταυρωτήδες!

είναι με τόση ζωή και με τόση επιτυχία μεταφρασμένο, που θαρρείς πως διαβάζεις πρωτότυπο ελληνικό τραγούδι. Το ίδιο μπορεί να πει κάνεις αδίσταχτα και για την «Κατα­ραμένη άνοιξη», που αρχίζει έτσι:

Το χρυσό της παραθύρι αντικρίζει το δικό μου

κι έτσι όλο το χειμώνα είχ’ αντίκρυ τα χρυσό μου.

Δίχως καν να με γνωρίζει, μ’ αγαπούσε, τ’ αγαπούσα,

και τα φτερωτά φιλιά μας σταυρωνόταν στον αγέρα,

μέσ’ απ’ τα ξερά κλωνάρια κερασιάς την εθωρούσα,

δεν ενιώθαμε κι οι δυο μας πότε βράδιαζεν η μέρα.

Μα συ, Άνοιξη, που τόσο από ζήλεια πρασινίζεις,

κάθε χρόνο φύλλα κι άνθη στο ξερό κλωνί χαρίζεις,

και η κερασιά την κρύβει από σένα ορμηνεμένη...

Λείψε κι ένα χρόνο, λείψε, Άνοιξη καταραμένη.

και που τελειώνει με τους στίχους αυτούς.

Η καρδιά μου το χειμώνα, το χειμώνα καρτεράει,

τικ! τικ! τακ! στα τζάμια χιόνι πως μ’ αρέσει να χτυπάει!

Τι το θέλω εγώ τ’ αγέρι να φυσάει μυρωμένο,

να ’ναι πράσινο βελούδο τα λιβάδια μας στρωμένα

και να τραγουδάει το βράδυ το αηδόνι μεθυσμένο ;

Να ’ναι λούλουδα στον κάμπο χίλια χρώματα βαμμένα;

Τι με μέλει κι αν σε ψάλλουν του Μαρτίου τα χελιδόνια,

τ’ απριλιάτικά σου ρόδα και το Μάη σου τ’ αηδόνια;

Τι με μέλει, αφού την έχεις μες στα φύλλα σου κρυμμένη;

Λείψε, κι ένα χρόνο λείψε, Άνοιξη καταραμένη !

Ο σκοπός μου δεν είναι ν’ αναλύσω την ποίηση του Κλεάνθη, ναν του κάμω κριτική, να τον τοποθετήσω, ως ποιητή, στο σκαλοπάτι εκείνο της Τέχνης, που μια μέρα, όταν γραφεί η νεοελληνική γραμματολογία, δικαιωματικά θα καθίσει. Ο Κλεάνθης στάθηκε ο πρώτος μου δάσκα­λος κι ο πρώτος μου οδηγητής στη φιλολογική ζωή μου. Τέσσερα περίπου χρόνια, τα τελευταία χρόνια της ζωής του και της ζωής της εφημερίδας του, τα ’ζησα κοντά του, φίλος του στενός και συνεργάτης του ταχτικότατος, και νομίζω πως προσφέρω κάτι στα νεοελληνικά γράμματα αν ξαναθυμίσω ένα λησμονημένο ποιητή.

Ένα βιβλιαράκι μικρό και δυσεύρετο σήμερα, «Τα τραγούδια του Ραμπαγά», με πρόλογο πολυσέλιδο δικό μου, βγήκε στα 1898. Το βιβλίο αυτό, συμπληρωμένο, θα ξαναβγεί σε λίγο από τον εκδότη Γ. Βασιλείου. Κι έτσι ο Κλεάνθης θα πάψει πια να είναι λησμονημένος ως ποιητής.

 

IV

 

Τω καιρώ εκείνω ο μποεμισμός βασίλευε πέρα πέρα στα γράμματα και στη δημοσιογραφία. Δουλεύαμε όλοι, ιδίως οι νεότεροι, για το... βασιλέα της Πρωσίας, για τη δόξα. Προσφέραμε τα προϊόντα του καλάμου μας για ένα πινάκιο φακή, που πολλές φορές τύχαινε να είναι πλατωνική κι αυτή. Οι νεαροί λόγιοι τα περιφρονούσανε τα χρήματα κάπως, αφού μάλιστα με τόση δυσκολία τους τα ’διναν, και ήταν ηγεμονική πληρωμή γι’ αυτούς που δεχότανε ο Κλεάνθης ή ο Γαβριηλίδης να δημοσιεύουν τα ποιήματά τους στις εφημερίδες τους.

Στα τέσσερα τελευταία χρόνια του «Ραμπαγά» στάθηκα, είπα, ένας από τους ταχτικότερους συντάχτες του. Έγραφα ταχτικά σε κάθε φύλλο, κι έγραφα πολλά, πάρα πολλά, ποιήματα, άρθρα, διηγήματα, ό,τι θέλετε. Νεα­νική ακράτεια πέννας. Ποτέ μου δε συλλογίστηκα γι’ αμοιβή. Μ' έσωνε η τιμή πως συνεργάζομαι στο «Ραμ­παγά» κι η γκιουβετσάδα που πρόσφερνε πού και πού, άμα ήτανε στις καλές του, ο Κλεάνθης. Μια μέρα ωστόσο, ο Κλεάνθης, συγκινημένος από την πολλή εργασία που είχα προσφέρει εκείνες τις ημέρες στο φύλλο, μου είπε:

- Μπρε αδερφέ, κάτι πρέπει επιτέλους να παίρνεις και συ, κάτι να κερδίζεις από την εργασία σου!

Κι άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του κι έβγαλε από μέσα ένα σκαρμούτσο τρίδραχμο σε πεντάρες και μου το ’δωσε μεγαλοπρεπώς:

- Πάρε επιτέλους και συ, μπρε αδερφέ, κάτι από το «Ραμπαγά»!. ..

Και η γενναιόδωρη αυτή χειρονομία από τότε άρχισε να γίνεται δυο τρεις φορές το μήνα. Το κάτω κάτω, κάτι κέρδιζε κανείς κι από την πέννα του!

Συνήθως η πληρωμή, είπαμε, της συνεργασίας μας γινότανε με γκιουβετσάδα. Όταν η κυκλοφορία του φύλ­λου πήγαινε καλά κι ο Χρυσόγελος, ο ιστορικός του υπερέτης, έφερνε καλή πούληση (6070 δρ. ήταν η καλή, αν όχι κι η καλύτερη πούληση!) ο Κλεάνθης έβαζε την γκιουβετσάδα κι εκαλούσε σ’ αυτήν όσους συνεργάτες του πετύχαινε στον περίπατο ή τύχαινε να περάσουνε στο μεταξύ από το γραφείο του. Απάνω σε μια τέτοια γκιου­βετσάδα τ’ αποφάσισε να γράψει κι ο Μητσάκης τον αθάνατο «Κουρταπάση» του.

Ο μαρκήσιος Κουρταπάσης, πρεσβευτής τότε της Ιταλίας στην Αθήνα και «πρύτανης του διπλωματικού σώματος», ήτανε ένας τύπος περιεργότατος και ανθρώ­που και διπλωμάτη που, με όλη την ασκήμια του, είχε κυριολεκτικά καταχτήσει τ’ Αθηναϊκά σαλόνια. Ο Κουρ­ταπάσης είχε μετατεθεί τότε στη Μαδρίτη, ήτανε να φύγει σε δυο τρεις μέρες από την Αθήνα, κι ο Μητσά­κης διηγήθηκε, πάνω στο φαγοπότι, διάφορα κανκάν κοι­νωνικά και διάφορα νόστιμα ανέκδοτά του.

Ο Κλεάνθης ενθουσιάστηκε.

- Δε μας σκαρώνεις, Μιχάλη, ένα άρθρο για τον Κουρταπάση;

- Να το σκαρώσωμεν ! αποκρίθηκε ο Μητσάκης με κείνο το χαραχτηριστικό του τόνο, το μισοειρωνικό και μισοεπίσημο.

- Μα το θέλω αύριο το μεσημέρι!...

- Θα το έχεις αύριον το μεσημέρι! Διατί να μη το έχεις;

Την άλλη μέρα πέρασε και το μεσημέρι κι όμως άρ­θρο τίποτα. Ο Κλεάνθης άρχισε να στενοχωριέται. Του ζητούσαν ύλη από το τυπογραφείο κι αυτός περίμενε το άρθρο.

- Μήπως ξέρω πόσο θαν το κάνει αυτός ο σατανάς για να υπολογίσω πόση άλλη ύλη πρέπει να στείλω στο τυπογραφείο! μουρμούριζε.

Για ναν τόνε βγάλω από τη δύσκολη θέση του πρό­τεινα να πάω στο σπίτι του Μητσάκη, να ιδώ τι γίνεται.

- Να ζήσεις, πήγαινε!...

Σα γύρισα, του ’φερα τα θλιβερά μαντάτα.

- Ο Μητσάκης, γράφει από το πρωί, κι όλο γράφει! Έχει φτάσει στο εικοστό έβδομο χειρόγραφο!...

- Μωρέ τι λες!... Αυτός θα πιάσει όλο το Ραμπαγά!...

- Ξέρω κι εγώ!...

- Δεν του ’παιρνες όσο έχει έτοιμο;

- Δε μου το ’δωσε!... Θέλει, λέει, να πληρωθεί γι’ αυτό το άρθρο...

- Κι η μακαρουνάδα που περιδρόμιασε  χτες βράδυ;

- Ξέρω κι εγώ !... Θέλει παράδες!... Εν τη παλάμη, μου είπε, και είτα το χειρόγραφον!...

Μου έδωσε πέντε δραχμές ναν του τις πάω. Γύρισα άπραχτος.

- Του φαίνονται λίγα!... Θέλει κι άλλα τόσα!...

- Κι άλλες πέντε! Φρίκη!.. Αυτός ο θεομπαίχτης ζητάει να μας γδύσει!...

Και είδα κι έπαθα ναν του ξεκολλήσω κι άλλες τρεις δραχμές. Κι έτσι πληρώθηκε οχτώ δραχμές ένα άρθρο που α βρι­σκότανε σήμερα Αθηναίος δημοσιογράφος ή λόγιος της περιωπής του Μητσάκη να γράψει κάτι παρόμοιο για ένανε, δεν ξέρω ποιόνε, διπλωμάτη ή πολιτικό, θαν του το πλήρωνε κι η πιο φειδωλή εφημερίδα διακόσιες δραχμές το λιγότερο.

Ο Κλεάνθης το φυσούσε αυτό και δεν κρύωνε. Κι όταν ο Μητσάκης, ύστερ’ από λίγο, έβγαλε το άρθρο του, κάπως μεγαλωμένο και ρετουσαρισμένο, σε ξεχωριστό φυλ­λάδιο, που έγινε ανάρπαστο κι έκαμε θόρυβο μεγάλο, ο Κλεάνθης ανάγγειλε την έκδοση στο «Ραμπαγά» με τέτοια λόγια: «Εξεδόθη ο Κουρταπάσης ενός επ’ αμοιβή φί­λου μας κτλ.» κι ο Μητσάκης γέλασε πλατύτατα:

- Τον έτσουξαν τον καημένο τον Κλεάνθη, μου είπε, οι οχτώ δραχμές! Αμέ τι θαρρούσε;… Τζάμπα θαν του το ’δινα… Δέκα ολόκληρες ώρες ίδρωνα και ξίδρωνα για ναν το γράψω!... Και με το τσαπί να δούλευα σε κανένα γιαπί δέκα ώρες, θαν το ’παιρνα το οχτάρι για με­ροκάματο!...

Η αλήθεια είναι πως και τα εισοδήματα εφημερίδων, σαν το «Ραμπαγά» και σαν το «Άστυ» λ.χ. ήτανε τότε πολύ περιορισμένα. Ο Κλεάνθης ήτανε υπερευχαριστημένος άμα η πούληση του φύλλου σκέπαζε τα έξοδα κι άφηνε 15-20 δρ. περίσσεμα. Με είκοσι δραχμές περνούσε τη μισή βδομάδα του τότε και περίσσευαν, και για την γκιουβετσάδα.

Το «Άστυ» άφηνε κάτι περισσότερα, για τούτο κι ο Θέμος ήταν ελευθεριότερος. Έμενα λ. χ. που ήμουνα ταχτικός συνεργάτης του μου πλήρωσε μια φορά ένα τετράστιχο επίγραμμα μου μ’ ένα ναπολεόνι - αφού με το τετράστιχο εκείνο αποστομώθηκε ο μακαρίτης ποιητής της «Αργύρως» Μιχ. Λελέκος, που μας ενοχλούσε ταχτικότατα από τις στήλες της «Ακρόπολης».

Πήρα μερικές από τις λαϊκές παροιμίες, που τις είχε μεταφέρει... στην αρχαία, και του σκάρωσα το επίγραμμα:

Λέλεξ λωλέ, παραλαλείς λωλά λάλων και λέγων

και με της σάτυρας το πυρ έδρας και βράκη φλέγων.

Άφες ημίν, παύοον νυνί συρράπτων φλυαρίας,

ξύσον κοιλίας άπελθε και ίθι χάψον μυίας.

 

V

 

Στις 25 του Μάη του 1889, 9 το πρωί, ο Κλεάν­θης τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. «Αυτήν την ζωήν δεν την υποφέρω πλέον και αυτοκτονώ». Έτσι άρχιζε το γράμμα που άφησε στον αδερφό του Γιώργη. Και το έκλεινε με την φράση: «Αφού όλοι με εγκατέλιπον, τι να κάμω;»

Τον είχε εγκαταλείψει η υγεία του πρώτα πρώτα. Μια υγεία σιδερένια, ήταν πεπρωμένο, έτσι ξαφνικά και από­τομα, να σπάσει. Μία νευραστένεια ξαφνικιά, αποτέλεσμα της λίγο άταχτης νεανικής ζωής του, καθώς είπαν οι για­τροί, του ’πεσε κατακέφαλα, του ’κοψε κάθε όρεξη για ερ­γασία πρώτα πρώτα, και σε λίγο καιρό, σε δυο περίπου μήνες, τον έφερε στον τάφο.

«Αφού όλοι με εγκατέλιπον...» Αυτός ήταν ο επίλο­γος μιας ζωής γεμάτης δροσιά και δράση. Ο επίλογος των έντεκα τόμων του «Ραμπαγά» προηγήθηκε λίγες μέ­ρες πριν από τον επίλογο της ζωής του Κλεάνθη. Ήταν επίσης λιγόλογος και άγριος κι αυτός. Στο φύλλο της 4 του Μάη 1899, στο τελευταίο φύλλο του «Ραμπαγά, δη­μοσιεύτηκε η ακόλουθη δήλωση του: «Επειδή από τίνος έπαθε σπουδαίως η υγεία μου, αναγκάζομαι κατ’ εντολήν των ιατρών να διακόψω επί τινα καιρόν την έκδοσιν του φύλλου, εις ου την σύνταξιν επί πολύ δεν μετείχον, όπως τύχω της δεούσης θεραπείας».

Μου την υπαγόρεψε τη δήλωση αυτή, με τα μάτια βουρκωμένα, μέσα στο γραφείο του, όπου λίγες μέρες πριν είχα ιδεί το άγριο θέαμα του πνεματικού του θα­νάτου. Ήμουνα το πρωί της τραγικής εκείνης ημέρας στο τυπογραφείο Τρίμη, όπου σήμερα το Τυπογραφείο «Νομικής», και σελιδοποιούσα το φύλλο, ανήσυχος γιατί αργούσε ο Κλεάνθης να στείλει το πρωτοσέλιδο ποίημά του. Είχε πάει έντεκα η ώρα κι ο Τρίμης γκρίνιαζε γιατί ο Κλεάνθης μας αργούσε και μας είχε στείλει ίσαμε κείνη την ώρα μόνο δυο τετράστιχα. Έτρεξα στο γραφείο να ιδώ γιατί μας αργεί. Η πόρτα ανοιχτή κι αδειανό το γραφείο. Μπαίνω ανήσυχος. Από το βάθος, πίσω από το ξύλινο παραβάν, ακούω γόους. Τρέχω και βρίσκω τον Κλεάνθη που κυλιότανε καταγής κι έκλαιγε σα μωρό παιδί.

- Τι έπαθες; τόνε ρωτάω τρομαγμένος.

- Έσβησα, χάθηκα!... Δεν μπορώ να γράψω μια λέξη, ένα στίχο... Από το πρωί αγωνίζομαι μα του κάκου!... Το ’ξερα γω πως έτσι θα τελειώσει...Έχασα το μυαλό μου... Θα χάσω τώρα και το ψωμί μου...

Προσπάθησα να τον παρηγορήσω, μα του κάκου. Βγάλαμε ακόμη άλλα τέσσερα φύλλα εμείς οι δυο τρεις φίλοι του, όσο που σταματήσαμε το «Ραμπαγά» ολότελα, με τη δήλωση που ανάφερα παραπάνω. Η κατάσταση μέρα με τη μέρα χειροτέρευε. Οι φίλοι του του εί­χαν υποσκεθεί να ενεργήσουνε ναν τόνε στείλουνε στο Παρίσι, στο Σαρκό, για θεραπεία, μα οι ενέρ­γειές τους έμειναν πλατωνικές, κι έτσι πια, απελπι­σμένος ολότελα απ’ όλους κι απ’ όλα, ζήτησε σωτηρία στο πιστόλι του.

Τρακόσιες εξήντα δραχμές άφησε όλες κι όλες, καθώς έγραφε στο γράμμα του προς τον αδερφό του, κι αυτές από τα έπιπλα του γραφείου του που πούλησε δυο τρεις μέρες πριν.

Έτσι τέλειωσε τη ζωή του ένας άνθρωπος που δώ­δεκα περίπου χρόνια αγαπήθηκε, λατρεύτηκε από την κοι­νωνία και που, αλίμονο! είχε την παιδική αφέλεια να πιστεύει πως την πλατωνική αυτή λατρεία θα ημπορούσε να την εξαργυρώσει «τοις μετρητοίς» την ώρα που θαν του χρειαζότανε. Για τούτο τον τρόμαζε και η εγ­κατάλειψη. Ένας δυνατός χαραχτήρας θα την περιφρονούσε την εγκατάλειψη και θα τραβούσε άφοβα το δρόμο του. Όποιος πιστεύει στη δημοτικότητα και στηρίζεται σ’ αυτήν, αλίμονο του, είναι χαμένος. Μόνο κείνος που την περιφρονεί και τη μαστιγώνει σώζεται.

Στον επιτάφιο που εξεφώνησε ο τότε πρόεδρος της «Ενώσεως των δημοσιογράφων», Στεφανόπολις, είπε πως «η ιστορία του Ελληνικού Τύπου, του οποίου υπήρξε κρατερός στρατιώτης, θ’ αποφανθεί βραδύτερον αν πρέ­πει να καταταχθεί μεταξύ των εκλεκτών του ή των συμ­παθών θυμάτων του».

Ωστόσο, όσο να ’ρθει η περίφημη αυτή ώρα της Ιστο­ρίας, ο Κλεάνθης θα μένει ένας αγνός ιδεολόγος κι ένας αφιλοκερδέστατος δημοσιογράφος που τα κατάφερε ύστερ’ από έντεκα χρόνια εργασία, κυριολεχτικά θριαμβευτική, να πε­θάνει με τρακόσιες εξήντα δραχμές στο «σάκο του ταξιδιού» του, και με εκατό ακόμα δραχμές που του χρωστούσε κάποιος μεσίτης Σαράντης Οικονόμου «αντί των προς πώλησιν δοθέντων προς αυτόν πραγμάτων», κα­θώς έγραφε στο τελευταίο γράμμα του.

Ύστερ’ από το θάνατό του αποφασίσαμε οι φίλοι του να βγάλουμε ένα «επιμνημόσυνο» φύλλο του «Ραμ­παγά». Είχα μαζέψει όλη την ύλη και είχα αρχίσει τη στοιχειοθέτηση, όταν ο τυπογράφος μάς τα χάλασε και δε βγήκε. Τα ποιήματα όμως κλπ. δημοσιευτήκανε στην «Ποικίλη Στοά» του 1891. Εκεί δημοσιεύτηκε και η μοναδική εικόνα του, που έχει κι αυτή την περίεργη ιστορία της.

Ο Κλεάνθης δεν είχε φωτογραφηθεί ποτέ. Θυμήθηκα όμως, πως ο ζωγράφος και καθηγητής του Πολυτεχνείου Νικηφόρος Λύτρας, πολλές φορές, σε γλέντια, έφτιανε το σκίτσο του Κλεάνθη, πάνω σε άσπρα πιάτα του φαγη­τού με καπνιά. Πήγα λοιπό στο ατελιέ του, τον παρα­κάλεσα, κι ο μακαρίτης Λύτρας έφτιαξε στον γκρίζο τοίχο του ατελιέ του, με κάρβουνο, το σκίτσο του, που του ’μοιαζε καταπληχτικά. Το σκίτσο εκείνο, το προορισμένο για τον επιμνημόσυνο «Ραμπαγά», φωτογραφήθηκε, δημοσιεύτηκε στην «Ποικίλη Στοά», και είναι η μοναδική εικόνα του Κλεάνθη που υπάρχει.

 

Το κλισέ του Κλεάνθη Τριανταφύλλου - Ραμπαγά φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ