ΜΗΤΣΑΚΗΣ

 

Ο Μητσάκης στάθηκε, να πούμε, ο δεύτερος φιλολο­γικός κηδεμόνας μου. Μαθήτεψα κοντά του τα πρώτα χρόνια της φιλολογικής ζωής μου και στη φιλία του χρω­στώ πολλά, πάρα πολλά.

Το Μητσάκη τον πρωτογνώρισα στα γραφεία του «Ραμπαγά», στα 1886. Ένα μεσημέρι, δήλωσε ο Κλεάν­θης πως το βράδυ θα ’χει μεγαλοπρεπή γκιουβετσάδα στο γραφείο του, μια χιλιάρικη κρασί λιαστό νησιώτικο και το Μητσάκη.

Η χαρά μου μεγάλη, να γνωριστώ, να φάω μαζί κιόλας, με τον περίφημο Μητσάκη, που τότε μεσου­ρανούσε και που ως Κρακ και Κόθορνος στο Κυριακά­τικο «Άστυ», το σατιρικό, χαλνούσε κόσμο με τα κρι­τικά του άρθρα και με τις σατιρικές πινακίδες κι επι­γράμματα - και που τον έβλεπα ταχτικά, ταχτικότατα, πάντα με το ίδιο χρώμα ρούχα, το ίδιο σκήμα ρεπούμ­πλικα, τη «σφήνα» του καλοψαλιδισμένου πάντα γενιού του, την ανασηκωμένη, που αντίκριζε την άκρη της μύ­της του, τα μάτια του τα μικρά, τα μυωπικά, τα γεμάτα περιέργεια, που αδιάκοπα στριφογυρίζανε δεξιά ζερβά και όλα προσπαθούσανε ναν τα ιδούν και να μην τους ξεφύγει το παραμικρότερο από τα γύρω.

Συνηθέστερα τον έβλεπα, αχώριστη συντροφιά, με τον Πάνο Γιαννόπουλο, ένα νέο δημοσιογράφο που πέθανε πρόωρα, είκοσι πέντε περίπου χρονώνε, και που στόλιζε τις στήλες  του   «Ραμπαγά»,  του   «Μη   χάνεσαι» και του «Άστεως» με εξυπνότατα έμμετρα και πεζά κομμάτια. Ήταν αδύνατο ο Μητσάκης να βρίσκεται στις καλές του και να μη απαγγέλνει μεγαλόφωνα την περιλάλητη «Γεί­τονα» του Γιαννόπουλου που είχε δημοσιευτεί στο «Ραμπαγά»:

Και ήτον

η γείτων

ξανθή λευκοχίτων,

εστία χαρίτων

πλουσίων, αρρήτων,

που έλεγα φρίττων,

το μέτωπον πλήττων

- Ω, είθε αχίτων

να ήτον η γείτων!

Το βράδυ που συναντηθήκαμε στο γραφείο του «Ραμ­παγά», κι ο Γιάννης ο Χρυσόγελος, ο ιστορικός υπερέτης του Κλεάνθη, απίθωσε στο τραπέζι, το στρωμένο μ’ εφημερίδες, την γκιουβετσάδα, ο Μητσάκης δε φιλαργυρεύτηκε καθόλου τα καλά τα λόγια για όσα είχα δημοσιέψει ίσαμε τότε στο «Ραμπαγά» με το ψευτόνομα «Altissimus».

— Μπα! όνομα και πράμα είσαι «υψηλότατος», ώ νεαρέ, και τα όσα γράφεις, υψηλότατα κι αυτά! ...

Και καταβροχθίζαμε τα μακαρόνια του γκιουβετσιού και αδειάζαμε, το ’να πάνω στ’ άλλο, τα ποτήρια τα γεμάτα με το λιαστό κρασί, το δολιότατο..

Εκείνες τις ημέρες είχα δημοσιέψει στο «Ραμπαγά» ένα τρομερό διήγημα, τάχα σατιρικό, με τον τίτλο: «Το προγνωστικό του Καπετάνιου», και με άλλο, όχι το συνηθισμένο μου τ’ όνομα.

Ο Μητσάκης άρχισε να ρωτάει τον Κλεάνθη γι’ αυτό το διήγημα κι εγώ κρυφοκαμάρωνα.

- Μπρε Κλεάνθη, δε μου λες, στο Θεό σου, επιτέ­λους ποιος κακούργος έγραψε αυτό το τρομερό και απαισίως βρωμερό διήγημα;

Πάγωσα. Έριξα… ικετευτική ματιά στον Κλεάνθη.

- Δεν τον ξέρω!... Μου το στείλανε από την Πάτρα...

- Έτσι λοιπόν!... Πρέπει να τον μάθεις τον απαίσιον αυτόν Πατρινόν!... Με κάθε τρόπο να τον μά­θεις... Και πρέπει να σωφρονιστεί ο κακούργος και να υποβληθεί στην ίδια τιμωρία που φαντάστηκε για το δυ­στυχισμένο γερο-καπετάνιο!...

Έφριξα σα συλλογίστηκα την τιμωρία. Και περισσό­τερο ανατρίχιασα, σα γυρίζοντας σε μένα, με ρώτησε:

- Δεν είναι έτσι, φίλε μου; Δε συμφωνείς και συ, φίλε μου;

- Υποθέτω πως δε θα ’χει καμιάν αντίρρηση ο Ταγκόπουλος! συμπλήρωσε ο Κλεάνθης και τα σχόλια πάνω στο απαίσιο διήγημα ξακολούθησαν αρκετή ώρα.

Περασμένα μεσάνυχτα τελειώσαμε τη χιλιάρικη με το λιαστό κρασί. Τόσο κρασί και να μη μας ζαλίσει καθόλου !

- Να ’χαμε κι άλλη μια, την καταφέρναμε! παρατή­ρησε ο Κλεάνθης.

- Υποθέτω, είπε ο Μητσάκης. Επί του παρόντος όμως, αφού ατυχώς δεν υπάρχει ετέρα χιλιάρικη, ας πηγαίνομεν!...

Αντί να φύγουμε όμως, το πρωί βρεθήκαμε κι οι τρεις ξαπλωμένοι, κατάχαμα, στο πάτωμα του γραφείου, πλαισιωμένοι από το περιεχόμενο της χιλιάρικης και της «μεγαλοπρεπούς» γκιουβετσάδας.

Ο Γιάννης, που ήρθε το πρωί ν’ ανοίξει το γραφείο, ξαφνιάστηκε που το βρήκε ορθάνοιχτο και που βρήκε και μας τους τρεις μέσα ξερούς από τα γέλια, να ορκιζόμα­στε πως δε θα ξαναβάλουμε πια στο στόμα μας λια­στό κρασί.

- Ρετσίνα κι άγιος ο Θεός! συμπλήρωσε ο Μητσάκης.

 

 

Το κλισέ του Μιχάλη Μητσάκη φιλοτεχνήθηκε από το Μίμη Παπαδημητρίου

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ