ΠΩΠ

 

Πριν τόνε γνωρίσω, είχα διαβάσει τα ευθυμογραφή­ματα του πατέρα του στην «Ευτέρπη», στην «Εθνική Βι­βλιοθήκη», στη «Χρυσαλλίδα» και σ’ άλλα παλιά φιλολο­γικά περιοδικά. Τα ευθυμογραφήματα του Κωνσταντίνου Πωπ, παιγνιδιάρικα μαζί και σοφά, ήτανε σα μιαν όαση ολόδροση μέσα στη Σαχάρα της στυγνής σοβαρότητας των περιοδικών του 1860—1870. Μου ’χε κάνει εντύπωση, μου ήτανε γνωστή από τα παιδικά μου χρόνια η υπο­γραφή Πωπ κι έτσι καταχάρηκα άμα γνώρισα το γιο του παλιού ευθυμογράφου και το ανάφερα μάλιστα αυτό σ’ ένα σύντομο σημείωμά μου, άμα τον πρωτοπαρουσίασα στη δημοσιότητα - γιατί εγώ είμαι ο δημοσιογραφικός νουνός του – μ’ ένα τραγούδι του στο «Ραμπαγά», αφιε­ρωμένο «Στην τρελή γειτονοπούλα» που τ’ άρχιζε με τους στίχους :

 

Τρελή γειτονοπούλα μου,

τρελή και παιγνιδιάρα,

που ’χεις καρδιά μυριόφυλλη,

καρδιά σαν αγκινάρα...

 

Και από τότε γινήκαμε φίλοι στενοί, αχώριστοι. Το πάθημά μου με τον αγαπητό Ξενόπουλο με αναγκάζει να ομολογήσω, κι ας μην το πολυπιστεύω, πως είμαι μεγαλύ­τερός του στα χρόνια. Ψηλότερος του όμως και παχύτε­ρος, θαν τ’ ομολογήσει αδίσταχτα κι ο ίδιος, πως ήμουνα από τότε - τόσο ψηλότερος και τόσο παχύτερος, ώστε να γελούν όσοι μας βλέπανε πλάι πλάι στην οδό Σταδίου, ίσως και να κρυφολέγανε:

- Να, ο καραγκιόζης με το κολλητήρι του!...

Εργαζότανε τότε, υπαλληλίσκος, στο Υπουργείο των Εσωτερικών, στο τμήμα της απογραφής του πληθυσμού, και κει πήγαινα και τον εύρισκα ταχτικά. Κι ο θεομπαί­χτης, έχοντας μπροστά του τα «Δελτία της απογραφής των κατοίκων του Κράτους» και σκυμμένος πάνω σ’ αυτά, αντί ν’ αριθμεί πόσους κατοίκους έχει το Μενίδι και πόσα θήλεα ο Δήμος Παρακαμπυλίων, αράδιαζε και διόρθωνε δεκαπεντασύλλαβους, μεταφράζοντας τον «Κατά φαντασία κερατά» του Μολιέρου, που τον έβγαλε αργότερα και σε βιβλίο. Ο κ. Λιακόπουλος δεν είναι σήμερα τμηματάρχης του για να τον τιμωρήσει με πρόστιμο, ύστερ’ απ’ αυτή την υπαλληλική απιστία του που ξεσκεπάζω.

Ήτανε τετραπέρατος, γλεντζές, καλαμπουριστής - στο­λίδι της παρέας μας και διαρκώς... μικρότερος μας. Ήτανε και κοσμικός - πανάθεμά τόνε! είχε ακόμα και κάτι που έλειπε από μας: το κοινωνικό θάρρος, και το φιλο­λογικό βέβαια, που πολλές φορές το παίρναμε και για θράσος, εμείς, οι δειλοί και αποτραβηγμένοι.

- Θα πάει μπροστά γλήγορα, ο Γιώργος! προφήτευα στο Λάσκαρη και στο Γιώργο Βελλιανίτη, που είμαστε οι ταχτικότεροι σύντροφοί του και δε δίσταζαν κι αυτοί καθόλου ναν το παραδεχτούν. Έτσι, δεν ξαφνιαστήκαμε καθόλου, όταν ένα δειλινό καλοκαιριάτικο, βγήκε στη σκηνή του θεάτρου «Αθήναιο», μπροστά στο νοήμον Αθηναϊκό κοινόν και τη... γενναία φρουρά, να διαβάσει μερικά χειρόγραφα γεμάτα χιούμορ και καλαμπούρια, που ήτανε τάχα η απόφαση της κριτικής επιτροπής που είχε βραβέψει κάποια γνωστή Αθηναία κυρία γιατ’ είχε βρει το πιο πιτυχημένο όνομα για το, έως το δειλινό κείνο, αβάφτιστο θέατρο.

Ήτανε η πρώτη κοσμική επιτυχία του αυτή, που την ακολούθησαν τόσες και τόσες άλλες, και στη δημοσιογρα­φία και στη Βουλή.

Από το 1903 που ’βγαλα το «Νουμά» χωριστήκαμε. Οι παλιοί φίλοι σιγά σιγά έγιναν εχτροί άσπονδοι. Αυτός υπέρμαχος της καθαρεύουσας, εγώ μανιακός δημοτικιστής. Δεν άφηνε ευκαιρία που να μη με σατιρίσει κι εγώ που να μην του ανταποδώσω τα ίσα, και με τόκο μάλιστα. Εί­χαμε πάψει και να χαιρετιόμαστε.

Ένα μεσημέρι, το προπερασμένο καλοκαίρι, είχα ανε­βεί στο τραμ του Φαλήρου, για να πάω στη Γαργαρέτα, που καθόμουνα τότε. Το τραμ γεμάτο κόσμο, μα είχα βρει θέση και κάθισα. Είδα τον Πωπ ορθό, σιμά μου, στριμωγμένο δεινά. Μαζεύτηκα στο κάθισμα μου κι έκανα τόπο. Ξέχασα πως είχαμε πάνω από δεκαπέντε χρόνια να μιλήσουμε.

- Δεν κάθεσαι, Γιώργο; του είπα.

- Γεια σου, Τάκη! μου είπε κι αυτός και κάθισε.

- Για πού;

- Για το Φάληρο!.. Εκεί κάθουμαι... Και συ;

- Για τη Γαργαρέτα...

Και ξακολουθήσαμε την κουβέντα, εύθυμα, φιλικά, σα να είχαμε χωριστεί το πρωί της ίδιας μέρας.

 

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ