Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ       1,  2,  3,  4,  5,  6,  7,  8,  9,  10

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ   1,  2,  3,  4,  5,  6,  7,  8,  9

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

 

1

 

Ήτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανε­πιστήμιο. Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις διάφορες Δουλείες —ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε να του απαντούμε με τα ίδια λόγια τον βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα:

«Είμαι τελειωμένος· θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι. Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδυ ξαναφεύγω», είπε πριν προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε.

Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου.

«Πας ν’ αναλάβεις τα καθήκοντά σου;» τόνε ρώτησα.

«Ποια καθήκοντα μου;» απάντησε αδιάφορα.

«Μην ήταν άλλος Νίκος Γκάβρας;»

Δεν ήταν πολλές μέρες που είχα δει, στην εφημερίδα πως διορίστηκε γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα.

«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήσει.»

«Ώστε δεν πας;»

«Αυτό δα μου ’λειπε!»

«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε.»

«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κι έπειτα σ’ τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κο­ριοί, ήταν και τα βόδια από πάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το παλιοβάπορο.»

«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;»

«Μ’ αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ’ αυτό, μου δώσανε μπιλιέτο τζάμπα.»

«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ.

«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε.

Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!»

Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε.

Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι.

«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα.»

Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος. Δεν μπόρεσα να δω κανέναν.

«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι.

Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την έστειλα στο καπνοπωλείο, που ήτανε στη γωνιά του δρόμου.

Ο ξάδερφός μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα. Ήτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα. Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε τ’ άλλα απάνω στο τραπέζι.

«Εμπόριο λοιπόν», του είπα.

Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθισε μπροστά στον καφέ του.

«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ’ αρέσει;»

«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;»

«Η ποίηση είναι ζωή κι η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυ­σώντας τον καπνό σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοι­τάς; Δεν το καταλαβαίνεις;»

Σηκώθηκε, έσκισε δυο τρεις φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τ’ ανοιχτό παράθυρο και στάθηκε μπροστά μου:

«Τι με κοιτάς;»

«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ’ αρέσει ο καπνός;»

«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφηξιές.» «Κακό συνήθειο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικο­νομία.»

«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη, κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι’ αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;»

«Πώς όχι! Μόνο που βρήκες τα κεφάλαια δε νιώθω.»

Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε.

«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;»

«Τον πατέρα μου.»

«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέ­ροντας πως ο πατέρας του ήτανε καταστρεμμένος έμπορος.

«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ’ ό,τι βγάλω», είπε ο Νίκος.

«Κι ύστερα θα ξακολουθήσεις μοναχός;»

«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό.»

Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;»

«Πενήντα τόσα δέματα.»

«Πολλές οκάδες;»

«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κι έδειξε την τσέπη του.

«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσεις εδώ; Η έχεις πιότερες εμπορικές γνωριμίες στη Σύρα;»

Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρ­μούριζε κάτι μέσα από τα δόντια του.

«Έ, δεν ήτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε μερικές στιγμές.

«Ποια ιδέα;»

«Να κάμω εμπόριο.»

«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου.»

«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη βρήκε.

«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί, διπλωμένο στα δυο.

«Όχι», είπε ανοίγοντας το.

Είδα πως ήτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι.

«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασε μου το ποίημα», είπα.

Με κοίταξε κι έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ν’ αλλάξουνε κανα δυο λέξες. Το ’γραψα βιαστικά σήμερα το πρωί.»

«Στο βαπόρι;»

Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέ­βηκα πάνω ότι θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυ­στήριο που ήταν το ξημέρωμα. Τ’ άστρα τρεμοσβήνανε· τα κύ­ματα, τα βουνά στο μάκρος!»

«Δε μου διαβάζεις καλύτερα το ποίημα;»

Το δίπλωσε και το ’βαλε στην τσέπη.

«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζεις μέσα.»

Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ’ το πω λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στ’ άλλο, άρχισε:

 

«Πριν το δάσος να φωτίσει,

πριν ξυπνήσουν τα πουλιά,

τρέμει τ’ άστρο για να σβήσει

στα κατάχλομα μαλλιά,

με προσμένει εκεί στη βρύση

το παιδί του βασιλιά.»

 

Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας βραχνά τη φωνή:

 

«Τι σου αγάπησε, θλιμμένη,

το παιδί του βασιλιά;

Τη φωνή μου τη χαμένη

και τα ξέπλεκα μαλλιά.

Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη

μ’ ηύρε μόνη στην πηγή

και μου φίλησε τα χείλη

και μου πήρε τη φωνή.

Και μου ξέπλεξε στον ώμο

τα κατάχλομα μαλλιά.

Μη με βρει η αυγή στο δρόμο,

μην ξυπνήσουν τα πουλιά!»

 

Έπαψε και με ξανακοίταξε.

«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα.

«Ναι.»

Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε— »

«Μην ήθελες ν’ ακούσεις και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!»

Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποί­ηση», του είπα, καθώς είναι κι η αλήθεια.

«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν.» Σηκώθηκε και περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κε­φάλι. Έπειτα πήγε στο παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας:

 

Μη με βρει η αυγή στο δρόμο,

μην ξυπνήσουν τα πουλιά.»

 

Τον κοίταξα.

«Έλα, σήκω ντύσου να βγούμ’ όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα, πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ’ είδε.

«Που θες να πάμε;» ρώτησα.

«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι.»

Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ’ ένα από τα μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί δίχως αντιλογία.

Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κι έτοιμη για βροχή την ώρα που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς ήμουνα πολλές βδομάδες, μια κι έχασα το διάβασμα εκείνη την ήμερα, μου ήρθε όρεξη ν’ ανασάνω λίγον καθαρόν αέρα.

«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου.

«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και τάχυνε το βήμα.

Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήσει, ο Νίκος πήδησε και μπήκε σ’ ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του, σα να γύρευε κάποιον.

«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τόνε σίμωσα.

«Θες να καθίσουμε;»

«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα.

Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός σ’ ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα.

«Ποιος είναι;» τόνε ρώτησα.

«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;»

Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθι­σμένους ανθρώπους.

«Τι γράφει;» ρώτησα.

«Πολλά και διάφορα.»

«Είναι καλός;»

«Ο καλύτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφήνει τίποτες ανείπωτο. Νιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου.»

«Δε γνωρίζεστε;»

«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντύτερα στα μάτια του. Με το ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήσει τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω δυο τρεις χιλιάδες στα χέρια, μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση τους όλους τους παρακεντέδες.»

Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού. Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το γιακά από το σακάκι.

«Κρυώνεις;» τόνε ρώτησα.

«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάσει», μουρ­μούρισε και κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του.

Ακολούθησα κοιτάζοντας τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γυάλιζε κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώ­νες λίγο θέλανε να τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρει ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το χρώμα του ρούχου.

Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε.

«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος.

«Παράφαγες», μουρμούρισα.

Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι.»

«Τότε τι έπαθες;»

«Ό,τι πάντα.»

«Τι;»

«Είμαι ασθματικός.»

« Από πότε;»

«Από πάντα.»

Είχα να τόνε δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε. Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ’ αυτούς και στο ποιητικό του φυσικό έριχνα τη χλομάδα της θωριάς του.

«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθείς στις συγκίνησες του εμπο­ρίου», έκαμα να του πω.

«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ’ έκοψε απότομα και ξα­ναγύρισε κείθε δαγκάνοντας τα χείλια.

Τόνε λυπήθηκα και θέλησα να τόνε βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του. «Πάμε να καθίσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να πρωτοφτάσει.

Πήδησε σ’ ένα απ’ αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα ν’ ανέβω.

Κάθισα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά πού είπε του αμαξά να μας πάει, ούτε τόλμησα να ρωτήσω.

Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακιού, για να θυμηθώ σε ποιόνε σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω μια στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλή­γορα και μπήκε σε μια πόρτα.

Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το μπράτσο μου και τραβήξαμε προς τα πάνω. Ήτανε φαιδρότερος και στον ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του.

«Σε ποιον έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τόνε ρώτησα.

«Σ’ ένα φίλο και συνάδερφο.»

«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;»

«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα.

Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε χαμογέλασε.

Ο Νίκος στάθηκε.

«Σ’ αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του.

«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελό της έχει κάτι της Λουίζας Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθεί.

«Και τα πόδια της μες τα νερά!»

«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου

Σε λίγο φτάσαμε σ’ ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι ήτανε καθισμένοι σ’ ένα από τα τρα­πέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε ίσια κατ’ αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τόνε φίλησε. Μο­νάχα ένας δεν κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω από το τραπέζι. Θα ήταν έξι ως εφτά νέοι. Χλομοί, αδύνατοι, σκυφτοί οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λο­γίων και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια ήταν πως όλοι τους είχανε ξουρισμένο το μουστάκι.

Ο Νίκος κάθισε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήσει στον κύκλο το βρήκε περιττό.

«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα του.»

«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου.

«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα», είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθεί.

Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το διάβασμα. Ήταν ο πιο άγριος κι ελεεινός στην ειδή απ’ όλους. Μαύρος, ξερακιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός, καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση του κολάρου δεμένη μπροστά μ’ ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρό­γραφο, τα νύχια μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαριά σα μπουμπουνητό, πότε βαθιά σα να ’ρχότανε από άλλον κόσμο.

Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου ήταν αδύ­νατο να μπω στο νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως ήτανε σε στίχους πότε κοντούς πότε μακριούς, αλ­λού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που χτυπά την πόρτα του πνεμάτου ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη φθορά. Ήρωάς του ήταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τ’ άλλα πρόσωπα δεν μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχειά και νεράιδες, εωσφόροι και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η Δήμητρα, ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Δι­γενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσιμιστικό σονέτο δίχως ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το δράμα μ’ έναν πανθεϊστικό μονόλογο.

«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμού­ρισε, από πίσω μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου.

«Κι η μορφή του Γεμιστού, καθώς τόνε φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος.

Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει πρωτύτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι.

«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε σηκωθεί να προσδεχτεί το Νίκο.

«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα.

Ήταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξει. Την ώρα που διαβαζότανε το δράμα μου είχε ρίξει μια δυο παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την υποψία πως δεν άκουγε το συνα­ξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ’ έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν ήταν τόσο νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μου­στάκι του. Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι στ’ αυτιά δείχνανε πως δεν ήταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμο του ακόμα τον πρόδινε για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και περιποιημένος, με δρο­σερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτύτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η στάση, τα κινήματα του μοιάζανε σα να ’τανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στ’ άλλο, που έσιαζε το πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που έδενε το λαιμοδέτη, που βα­στούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα μάτια, όλα φαινότανε πως ήτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη. Μια του χερονομία δυο τρεις φορές ήταν και κείνη για να δείξει το δια­μαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα. Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την  αδυναμία ν’ ανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια ιδιοτροπία φανταζό­μουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τόνε διασκέδαζε το πράμα· Δεν άφηνε να πάει χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψει την ποιητική απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μια δυο στιγμές κάμανε και τον ίδιον το δραματογράφο να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κι ενώ διόρθωνε μια χασμωδία στο στίχο, η σύσταινε ν’ αλλαχτεί μια λέξη, ή λογόπαιζε με κά­ποια φράση, ήτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύ­μιζε του Βελαδράπα να μαζέψει την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα, έκανε νόημα του ενός να μην τρώει τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνει κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μπαστούνι του έναν τρίτο που σκά­λιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε.

«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράτας κάθισε στη θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά τον Πάρι;»

«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε ο ποιητής.

«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος.»

«Ναι, κάτι τέτοιο.»

Όλοι σκάσανε τα γέλια.

«Ποιος είν’ αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο.

«Ο ποιητής Βιδούρης.»

«Είναι ψευδώνυμο;»

«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογυάλια και μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα.

«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή, με ξάφνισε. Γύρισα κι είδα το Νίκο να φιλιέται μ’ έναν καλοκαμωμένο και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ’ έναν τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και τιποτένιου να ρθει να καθίσει στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που ο νιοφερμένος ήρθε και κά­θισε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου φαινότανε πως χω­ρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και ξενευόμουνα. Σ’ ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθό­ταν ένας κύριος ηλικιωμένος. Μια δυο φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε: κιόλα ή του ’δωσε τσιγάρο· δε θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύ­πωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον από­στρατο αξιωματικό. Ίσως να ’τανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμα­στής του και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν ήταν, τόνε συμπάθησα τον άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθίσω δίπλα του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήσει για την αδικιά που μας έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι.

Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύει και ν’ ανάβει. Ο φίλος του Νίκου, που ήρθε και κάθισε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ’ρθει από τη Γερμανία και μιλούσε γι’ αυτή μ’ ενθουσιασμό που δεν τόνε συμεριζότανε όλη η φά­λαγγα.

Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελα­δράπα και το σγουμπό με τα γυαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι κατώτερο από το λατινικό, άλλα και πως γνήσιος κληρονόμος του ελληνικού είναι το λατι­νικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι με σπα­σμούς που τον τρομάζανε κανέναν.

«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν.»

«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρ­χαιότητος, που το χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο σγουμπός με τα γυαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο.

«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμένος.

«Ο Γκαίτε ήτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστο­κράτης, όχι όμως και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος.

Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθεί ορθός, ο Νίκος ήτανε με την ιδέα του φίλου του και τα ’βαλε μ’ έναν άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε με προσοχή.

«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πε­τάχτηκε πάλι ο σγουμπός με τα γυαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συ­ζήτηση.

«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνεις το Λεκόντ Ντελίλ με τον Αισχύλο; Να ’λεγες κάνε το Δάντε!.»

Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο Δάντες;»

«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες  είναι γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό.»

Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπού­τσια του.

«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προ­μηθέα;» ξακολούθησε ο πλαγινός μου.

«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε σαρκαστικά.

«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς.»

«Και τι είσαι συ;»

«Σου τα βγάζω τ’ αυτιά, αυτό είμαι.»

«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του.

«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας.

Πριν προλάβει να φυλαχτεί, ένα μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κι έτσι άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κι έπιασα το Θέμη Φλοίσβο, που είχε αδρά­ξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε, σα να ήθελε να μου βγάλει την υποψία πως ήτανε περούκα. Με μια τρι­κλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα να τους χωρίσω.

Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε τ’ αυτιά του σγουμπού με τα γυαλιά, δεν έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης είχε μείνει ατάραχος στο κάθι­σμα του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια, τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα.

Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου, τούτος είχε πάρει το φίλο του κι έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας ένας φύγανε κι οι άλλοι κι έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να τινάξει τα ρούχα του από τις σκόνες.

«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο κύριος—», είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντας με.

«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τ’ όνομά μου.»

«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μάς έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακό­λουθός του.

 

 

2

 

Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυο τρεις μέ­ρες είχα ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις έννοιες τις δικές μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε να ’δινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή στο νου μου ο Νίκος, τόνε φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύει τα καπνά του.

Θα ’χανε περάσει πέντ’ έξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενο­δοχείο, που πήγα να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικο­κυρά μου πως ήρθε κάποιος και με γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον άγνωστο, ήταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά, μου ’ταξε πως θα ’ρθει μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρει τα κιτάπια, απ’ όπου είχε κλέ­ψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κι έγειρα στο κρεβάτι μου ν’ αναπαυτώ.

Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράν­ταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί διστάζοντας αν πρέπει ν’ ανοίξω ή όχι.

«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου.

Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Ήταν ο Νίκος δίχως το μουστάκι του.

«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ’ έσπρωξε και τράβηξε και κάθισε στο κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη φορά το παρατηρούσα σ’ αυτόν και που δε φαινότανε να το ’χε ακόμα μαθημένο καλά.

«Δε σε περίμενα πως θα ’χες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγά­λαμε πολλά; Με γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;»

Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα.

«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;»

Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο μου και κάθισα κοντά στο παράθυρο.

Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά.

«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφη­μερίδα και χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι.

Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα.

«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!»

«Τι έκαμε η Γαλλία;»

«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει.»

«Που ήθελες να πάνε;»

«Στη Γερμανία.»

«Γιατί; Καθαρίζουνε καλύτερα στη Γερμανία;»

«Βέβαια καλύτερα. Όλα τα κάνουνε καλύτερα στη Γερ­μανία. Μα εμείς όλο με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγ­γελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές, γαλλικές στολές ο στρα­τός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική φιλολογία. Γι’ αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι.» Σηκώθηκε και περπάτησε θυμω­μένος πέρα δώθε: «Πότε θα νιώσει τέλος αυτός ο τόπος πως του χρειάζεται να μπάσει λίγο γερμανικό πνεύμα!»

 «Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά προχτές και συ;» τόνε ρώτησα.

Δεν απάντησε.

«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πως λέγεται;«

«Ποιος απ’ όλους;»

«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθισε κοντά μας.»

«Διαμαντής Πάλας.»

«Έξυπνος φαίνεται.»

«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης.»

«Στη Γερμανία σπούδασε;»

«Τώρα θα πάει.»

«Τι θα σπουδάσει;»

«Τη ζωή.»

«Είναι πολύ φίλος σου;»

«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε.»

Μου αποκρινότανε περπατώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε μάλιστα να του κάψει τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλύτερα, μου κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε καλά κομμένα στο κορμί του. Έριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως ήταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο πνευματικός φίλος του, ο Διαμαν­τής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ’ αυτά με κάμανε να υποψια­στώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του τα­ξιδιού ήτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε μονάχα για να με ξαφνίσει. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πει πόσες οκάδες καπνά είχε· και γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά.

«Λοιπόν πως πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τόνε ρώ­τησα και γω για να παίξω.

«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δί­χως να σταθεί.

«Απόψε! Που ήσουνα τόσες μέρες;»

Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω.»

Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα.

«Έλα, άσ’ τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια παραμύθια;» είπα βαριεστημένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα τα μάτια στο βιβλίο.

«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσεις ένα εικοσιπεντάρικο. Γι’ αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντας με.

«Πού να το βρω;»

«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει να ’μαι στη Σύρα.»

«Ας έφευγες την ήμερα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου.»

«Για να μη φύγω, θα πει πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά.

Γέλασα.

«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντά­ρικο. Πρέπει να φύγω δίχως άλλο.»

Και ξακολούθησε να επιμένει. Έσκυψα κι έκανα πως διά­βαζα. Μα ήταν αδύνατο να του γλιτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια.

«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε.

Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το στείλει αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου δείξει πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κι έτσι σηκώθηκα να πάμε στο ξενοδοχείο που καθό­τανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την πόρτα.

«Θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσεις το παλτό σου.»

«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα.

«Έλα άσ’ τις αηδίες.»

Έριξε το μάτι γύρω για να δει πού το είχα κρεμασμένο,

«Είναι παλιό», του ξαναείπα,

«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ’ το· το ’χεις στο ντουλάπι.»

Άνοιξα το ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν ήταν εκεί. «Θα το ’χεις στο ράφτη, μπαγαπόνταρε.  Πάμε να το πά­ρουμε.»

«Άντε πάμε.»

Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνει πιο ψηλό, κι έτσι γλίτωσε.

 

3

 

Σε δυο βδομάδες έδωσα εξετάσες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα το λιγότερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ’ αυτούς ήταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείσει τώρα καμιά διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κι έτσι να βγω από τη δύσκολη τη θέση που βρέ­θηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα μου το γράψει αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω άμεσους πενήντα φράγκα στ’ όνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά. Ανάγκη μεγάλη μου ’γραφε, που δεν παίρνει αναβολή.

Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κι η δική μου ανάγκη.

Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του Νίκου, όσο να κρυώσει το πράμα. Η μάννα του Νίκου ήταν αδερφή της δι­κής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να νιώσει τη στενοχώρια μου. Κοντά σ’ αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί με γνώριζε τόσο λίγο ο κό­σμος, ώστε για την ώρα γλίτωνα από κάθε ενόχληση. Πού­λησα λοιπόν ό,τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κι έτσι πήρα το βαπόρι κι έφτασα στο μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοι μου.

Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψει στον πατέρα μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί ήτανε σωστό ξανάσασμα. Το χινόπωρο ήτανε κιό­λας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη θάλασσα. Δε μετάνιωσα που ήρθα και γλήγορα θα ’βρισκα το θάρρος και την όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που φαινότανε.

«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα του ερχομού μου.

Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή.»

«Στη φυλακή;»

«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου το ’πε ο Νίκος Γιατί πήγε στη Σύρα;»

Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν ήταν το εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που ήταν έφε­δρος, αποσπασμένος στην αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάει να δικαστεί. Σα θα πήγαινε που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρει μερικά καπνά μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε όπως τα φοβότανε. Εδώ κι ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τόνε βάλανε δεκαπέντε μέρες φυλακή κι έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίσει για τα καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε.

«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθισε;» με ρώτησε η θεια.

«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Ήμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα.»

«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα.»

Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ.

«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και να ’ταν κάνε μοναχά ο δικός μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο.»

Και μου διηγήθηκε πως καταφέρανε δυο τρεις άλλους που είχαν απούλητα καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χά­λασε τον κόσμο να τους πείσει να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο.

Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου.

«Να μη μας ξαναγράψει εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος.

«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πως θα ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύει τα λεφτά του.»

«Δε μ’ αφήνεις και συ! Σαν και θα πεις ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό πάει ο νους σου!»

Εκείνη θέλησε να ξαναπεί κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό:

«Άσ’ την αυτή την κουβέντα!»

«Αυτή η γκρίνια της μ’ έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το ενάντιο μου ’λεγε. Θα χάσεις, θα ζημιωθείς, θα μας χαντακώσεις, με τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο που ’ρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να κάμει εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρει τη θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάσει, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που είχε όρεξη. Μπας κι έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά κι άφηνε τα γραψίματα και τις φυλλά­δες, που δε βγάζουνε καρβέλι.»

«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα.

«Τρεισήμισι χιλιάδες οκάδες.»

«Και πόσα μπορεί να βγάλει;»

«Σα σταθεί άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχ­μές.»

«Μπράβο!»

«Αμ’ τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του.

«Ώστε είναι γερή δουλειά;»

«Μα αν δεν ήτανε, θ’ αποφάσιζα να μπερδευτώ;»

«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλει.»

«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τόνε βάλω στο φι­λότιμο. Μου φτάνει εμένανε ό,τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι.»

Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ και ξανακάθισε στο τραπέζι, κούνησε το κε­φάλι της.

«Θα μ’ αφήσεις, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμω­μένα κι έκαμε ν’ ακουμπήσει το ποτήρι του στο τραπέζι.

Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντιλο.

«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι.

Η όψη του θειου ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου.

Παρόμοια μαλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης κρεμόντανε περσότερα ζητή­ματα απ’ όσα μου είπε ο θειος· να σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα παράθυρα, να στεριωθεί η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά καθώς ήταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τ’ άλλο σπίτι και γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και κοντά σ’ αυτά έπρεπε να δοθεί και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού.

Ο Νίκος ήταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα, μα ήταν από χρόνια παντρεμένη μ’ έναν υπομοίραρχο και μαλωμένη με τους γονιούς της. Ο θειος ήταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του, όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την προίκα του υπομοίραρχου κι ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς ήτανε κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος. Κι έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση ήτανε κι ο υπομοίραρχος.

Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που ήτανε περσότερο σαν κόρη του σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που ορφάνεψε, με το σκοπό να την παν­τρέψει. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και στ’ ατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα κόντευε τα είκο­σι πέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψή της, δε μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι’ αυτό κι η θεια, όταν τέλος στρέχτηκε να δώσει τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπει στην τράπεζα για την προίκα της Μαρίας.

Η Μαρία ήταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη. Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάνα μου στη θεια, κι είχε μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδυ τη δουλειά της στην κουζίνα, έπαιρνε το πλέ­ξιμο της και ρχότανε μέσα στην κάμαρα μου και κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πει κανείς με μια κο­πέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και τι ακουγότανε στη χώρα. Απ’ αυτή έμαθα πως το λέγανε το νόστιμο κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος ήτανε το άλλο που καυγάδιζε όλη μέρα με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τό­που. Κι όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα στον τόπο. Δυο τρεις δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι να ’λεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου κατά­στρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθεί μεθοδικότερα το χτήμα της γυναίκας του. Απ’ όλα αυτά μου ήτανε πιο ευ­χάριστες οι φλυαρίες της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τρα­βούσε περσότερες μαστίχες στην αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδυ στο τραπέζι, αν κανένα σπου­δαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάσει βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλωμά του με τη θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να χρειαστεί τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία.

Είπα όμορφη δεν ήταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρι­σκα σ’ αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα. Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ’ ευχαριστούσε να νιώθω κοντά μου το θηλυκό, ν’ ακούω φωνή γυναικεία να μιλεί. Κι η Μαρία μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμό της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το τσιτσίρισμα της λάμπας, μ’ έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μια δυο φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ’ έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδυ χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε της μπήκε μια αγκίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντας μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπρά­τσο της στα γόνατά μου για να μου δώσει χέρι καλύτερα . Έβαλε τ’ άλλο το χέρι της στον ώμο μου κι ακούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείρηση, γύρισα και την κοίταξα και την άφησα να ξαναπάει στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένιωθα το ανατρίχιασμα από το ’γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το πιστεύω. Ήταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, ήταν τα όσα άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ’ αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυ­αρούσε και μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξή της και σώπαζε. Έτσι που με ξάφνιζε και μ’ ενοχλούσε. Μα το ’βρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κι έφαγε το ψωμί του, όμως κι εμένα δε μου φαινότανε λιγότερο φυσικό, πως ένα κο­ρίτσι δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα.

Θα ’χε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε ούτε ακουγότανε.

«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχό­τανε η κουβέντα του.

Ο θειος ήτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψει, πότε πάλι πίστευε πως καρτερεί να πουλήσει τα καπνά σε καλή τιμή και να ’ρθει να τους ξαφνίσει με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλεί. Μου έριχνε κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα.

Ένα βράδυ, που είχε ξανασυζητηθεί το πράμα στο τρα­πέζι, σαν ήρθε ύστερα μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια:

«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πεις την αλήθεια;»

«Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα.

«Στη ζωή σου;»

«Στη ζωή μου.»

«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;»

«Δεν πιστεύω —δεν ξέρω.»

«Δεν μπορεί, θα ξέρεις. Μου ’καμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη φοβάσαι, δεν το λέω της θειας.»

Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της το ’λεγα.

«Στην Αθήνα όχι», απάντησα.

«Στη Σύρα;»

«Πού να ξέρω!»

«Ξέρεις και δεν το λες. Γι’ αυτό κάθεται κει.»

Έσκυψε στο πλέξιμό της.

«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο.

«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος.

Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήσει.

Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα κα­πνά κι όσο κι αν ήμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνιωσα που της έκοψα έστω και μια μικρή μονάχα ελ­πίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου, γυρίζοντας την κου­βέντα στ’ αστεία:

«Εγώ σου είπα ό,τι ήξερα σ’ ότι με ρώτησες. Θα μου πεις και συ να σε ρωτήσω;» της είπα.

Με κοίταξε:

«Τι;»

«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;»

Κοκκίνισε και ξανάσκυψε στη δουλειά της.

«Ντρέπεσαι να το πεις· σ’ έπιασα.» Σηκώθηκα και τη ζύγωσα. Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την κοίταξα στα μάτια:

«Κάποιον αγαπάς.»

Με κοίταξε αμίλητη.

«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της.

Μια τρυπησιά, που μου ’δωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ’ έκαμε να της αφήσω το κεφάλι και να καθίσω στην καρέκλα μου.

Σηκώθηκε κι έφυγε δίχως να μου κάμει το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη μέρα μου φάνηκε πως ήτανε θυμωμένη. Όμως το βράδυ ξαναήρθε και φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου.

 

4

 

Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα όξω από τη χώρα. Ήτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κι έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε για σπί­τια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι’ αυλάκια και χαντάκια, γι’ αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο με τόση ζωηράδα, σα να τα ’βλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο σπίτι, ένα πηγάδι μ’ ένα φράξο δίπλα του και μ’ έναν άδειον περιστε­ριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ’ ένα γούπατο βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως ήταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές τους, κι η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα από τα έσοδα που δίνει.

Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθεί καλύτερα έκοψε κι ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και με πήγε μισή ώρα μακρύτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε, καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε κά­ποια βραδινή κουβέντα μας πρωτύτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο σκέδιο γενικότερο· πως θα μπορούσε να ποτιστεί όλος ο κάμπος από το νερό της μάνας. Σ’ αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά που γύρεψε να γίνει δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε να βγει. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε νυχτώσει καλά κι η θεια μάς καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς παλτά. Τα βράδια ήταν κρύα.

Ο θειος, κουρασμένος καθώς ήτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί. Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκιά κι αναλαμπή από τη γωνιά με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα.

Η Μαρία ήρθε από πίσω με τη λάμπα.

«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να στεγνώσει», είπε αφήνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.

Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλιώτικη. Είχε ριγμένο στις πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον ώμο της κι έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου.

«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε.

Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγει! Άκουγα τα πατήματα της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κι ερχότανε, κι ανατρίχιαζα προσμέ­νοντας ν’ ανοίξει η πόρτα και να ξανάμπει με το πλέξιμο της, όπως κάθε βράδυ.

Μα άξαφνα η θεια τής φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω η αυλόπορτα.»

Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετά­χτηκα κι άνοιξα την πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά.

«Ο Νίκος θα ’ναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα:

«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;»

Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του.

«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Ήτανε του Νίκου.

Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε.

«Την έφαγες, έ; Μήτ’ ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρεις, κακομοίρη!» ήταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κου­ράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα χέρια μου.

Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολού­θησε. Η μητέρα του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε:

«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε.

Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του:

«Είναι μόδα τώρα θεια», της είπα.

Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρά του:

«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου το ’στρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τόνε ρώτησε αν έφαγε.

«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε.

«Αυγά θα σου τηγανίσω.»

Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρε κουτεντέ;» γύ­ρισε πάλι σ’ εμένα.

«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία.

«Τηγάνισε ό,τι διάολο θέλεις.» Κάθισε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο του στο τραπέζι.

Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε.

«Τι ρεκάζει; Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος.

«Είναι πεσμένος», του είπε η μάνα του· «έλα μια στιγμή μέσα να σε δει.»

«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος.» Ξαπλώθηκε καλύτερα στον καναπέ.

Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα.

«Δεν τόνε λυπάσαι γέροντ’ άνθρωπο να τόνε σηκώσεις από το στρώμα», του ξαναείπε η μάνα του.

«Με σκότισε κι αυτός και συ· κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά, μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε.

Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τρά­βηξε προς την τραπεζαρία. Η μάνα του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ’ έσπρωξε κι εμέ να πάω κοντά τους.

Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεβατοκάμαρα και κοιμόντανε στην τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα, είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το νυχτικό άσπρο σκούφο του κι είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα.

«Καλώς όρισες», είπε του Νίκου.

Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάνα του και γω σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι από πίσω μου έτρεξε η Μαρία από το μαγεριό.

Πέρασε μια στιγμή αμίλητη.

«Έ, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος.

Ο Νίκος δεν απάντησε.

«Πώς πέρασες στο ταξίδι;»

«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος.

Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πει τίποτε κανείς..

«Και τα καπνά; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πα­τέρας του.

«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος.

«Και τ’ άλλα;»

«Τ’ άφησα.»

«Πού; σε ποιόνε τ’ άφησες;»

«Σ’ άνθρωπο δικό μου.»

«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια.

Η θεια σταύρωσε τα δικά της κι έσκυψε το κεφάλι.

«Σε ποιόνε τ’ άφησες, μωρέ; Πού τ’ άφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του.

«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος.

Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό.

«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάνα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώ­ναξε ο θειος.

«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα.

Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Ήταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του ο θειος τον καιρό που ήταν έμπορος.

«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προ­κομμένε», ρώτησε ο γέρος.

«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος.

Η Μαρία άναψε τη λάμπα κι έκανε να βάλει το γυαλί.

«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες; Πόσα λεφτά έφερες;»

«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα.

«Τήρα αυτάδεια! Να φάει πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε ορθός.

Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάσει, σκούντησε με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γυαλί από το χέρι κι έπεσε κομμάτια απάνω στο τραπέζι.

Σ’ τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου· μπας και σου φύγει λόγος!» φώναζε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με σηκωμένο χέρι.

Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλίστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον ακολούθησα στην κάμαρά του.

«Πώς φέρνεσ’ έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα:«Πότε θα ξαναδώσεις εξετάσες;»

«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο.»

Γελάσαμε κι οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο.

Η Μαρία ήρθε να του βάλει τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε.

«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω.»

«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα.

Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω.

«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τόνε ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία.

«Γιατί δε μου ’στειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε στα­ματώντας.

«Γιατί δεν είχα.»

«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε.

«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;»

«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο.»

Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθισε στο τραπέζι κι άρχισε να τρώει.

«Τι μου το ’φερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ’ το πετάξω στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;»

«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά.»

Η Μαρία έκαμε να πάρει το πιάτο.

«Έλα, άσ’ το. Φέρε μου κρασί.»

Η Μαρία πήγε κι έφερε τη μπουκάλα.

«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το ποτήρι.

«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θα ’ρθεις, να παίρναμε πιότεροι.

«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;»

Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Σα μ’ άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι.

Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή αυτή φώναξε δυνατότερα.

«θα μου βγάλει το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το ποτήρι στο τραπέζι.

«Δεν πιστεύω να ’κλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δώσ’ μου να πάω να γεμίσω την μποτίλια», είπε η Μαρία.

Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμέ­νος: «Στάσου πρώτα», είπε κι έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικο­σιπεντάρικα μου φανήκανε — κι έδωσε τ’ άλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δώσ’ του τα, να ’συχάσει.»

Η Μαρία τα πήρε και βγήκε.

«θα τόνε δεις που θα σωπάσει», γύρισε και μου είπε εμένα.

«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τόνε ρώτησα.

Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ν’ απαντήσει.

Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο.

«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος.

«Γύρεψε και του πήγα το κερί. Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγει ένας σας να σταθεί στην ταράτσα· μοναχή φοβάμαι.»

Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα.

Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα.

«Καθένας νιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς.»

«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;»

«Υπέροχα. Σαν όνειρο.» Σώπασε μια στιγμή και με κοί­ταξε: «Νέος κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι Τούρκοι είναι λαός κυρίων. Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένιωσα τι θα πει κύριος. Να μην είμαι Τούρκος!»

Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον κοίταξε, ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τρα­πέζι και τα γέμισε κρασί.

«Ναι. Τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας από το ποτήρι του.

«Γνώρισες πολλούς Τούρκους;» τόνε ρώτησα.

«Τι, είναι Τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία.

«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;»

«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας.

«Τι θα πει πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήσει.» Άδειασε το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε.

«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα.

«Ούτε ανέβηκα· θα ’τανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το όραμα της Ιωνίας. Έπρεπε ν’ απομονωθώ.»

Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε.

«Έ, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθείς; Δε σου έφερα τίποτες. Μην καρτεράς», της είπε.

«Καρτερώ να μου πεις πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία.

«Πού αλλού από το κρεβάτι μου;» Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε.

«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα.

«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. Στρώσε στη σάλα.»

Η σάλα ήταν πλαγινά στην κάμαρά του κι η Μαρία μπήκε κει να συγυρίσει. Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε:

«Ήταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθεί σ’ ένα έργο», είπε σα μονολογώντας.

«Ρομάντσο ή—», έκαμα να τόνε ρωτήσω.

«Δράμα, δράμα· ήταν τόσο τραγικό.»

«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα.

«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να νικηθεί η Μοίρα.»

«Διηγήσου μου λοιπόν.»

«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μο­νωθώ και να το γράψω. Τι είναι αυτή η Ανατολή!»

«Καμιά χανούμισσα;»

«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα.»

Η Μαρία ξαναήρθε μέσα.

«Δε σου είπα διάολε! δε σου τα ’φερα. Μην καρτεράς.»

«Ήρθα να σου  στρώσω καθαρά σεντόνια»,  είπε κείνη μουδιασμένα.

Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντας την που συγύριζε το κρεβάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξα­φνική ιδέα:

«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κι έκαμε κατά την πόρτα.

Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο του, έψαξε μέσα σ’ ένα ανακάτωμα από ασπρόρουχα πλυμένα κι άπλυτα, χαρτιά, παπούτσια, κι έβγαλε ένα δεματάκι.

Γυρίσαμε στην κάμαρα.

«Έλα να σ’ τα δώσω», είπε της Μαρίας.

«Τα ’φερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι.

Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε.

Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντό­φλες», μουρμούρισε.

«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της.

Ήταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια.

«Έλα, φόρεσέ τις.»

«Έτσι;» είπε η Μαρία κι έδειξε τα πόδια της. Ήτανε ξυ­πόλυτη, καθώς σφουγγάρισε.

«Έτσι τις φορούν οι Τούρκισσες.»

Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτά­ζοντας τα πόδια της: «Ίσα ίσα μου ’ρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο.

«Σα δε σ’ αρέσουνε, φέρ’ τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος.

Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι Τούρκισσες;» είπε.

«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος.

«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;»

«Οι Τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο»,

«Τότες πού τις είδες;»

«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα.»

Η Μαρία τον κοίταξε.

«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ’ αυτό, αφήνοντας να φαίνουνται μόνο τα μάτια της κι οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι Τούρκισσες.»

Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε μια στιγμή:

«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πε­τώντας το σεντόνι από πάνω της.

Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα.

Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβον­τας τα πόδια για να τα δει πως φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθισε κάτω κι έβγαλε το ένα πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε κοιτάζοντάς το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο.

«Τι σε μέλει; Σ’ αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος.

Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του:

«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο —»

«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Άντε τώρα», τη σκούντησε.

Έκαμε να φύγει, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με.

Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του.

Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεν­τόνι. Με κοίταξε κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κι έφυγε από την πόρτα.

Άρχισα να τα χάνω λιγάκι.

«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με τ’ όνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθεί η Μοίρα.» Γέμισε πάλι το ποτήρι κι ήπιε.

«Μα λέγε μου λοιπόν, Ποια είδες έτσι;» τόνε ρώτησα.

«Τι να σου πω! Δεν τάδες;»

«Τι να δω;»

«Τα πασουμάκια.»

«Πού τ’ αγόρασες;»

«Ηλίθιε!»

«Τότε πού τα βρήκες;»

«Να ’ξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!»

«Νισάφι· πες λοιπόν!»

«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;»

Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω.

«Έ λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντας με.

«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας.

«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μου ’στελνες τα χρήματα—.»

«Τι θα ’κανες;»

Δε μου απάντησε. Κάθισε μπροστά στο τραπέζι με σκυμ­μένο το κεφάλι.

«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου είπε άξαφνα σε λίγο.

Τον κοίταξα.

«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κι η θέληση του Παντός. Κι έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα. Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θα ’ναι το δράμα μου.»

Έσκισε δυο τρεις φορές αμίλητος την κάμαρα κι έπειτα στάθηκε μπροστά μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα πο­τήρια. «Στη θύμηση της! Του ποιητή τού είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι’ αυτό ζει στ’ όνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!»

Ήπιαμε.

«Θα μου πεις λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω. «Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα.» Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει.

«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε.

«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα.

Ξαπλώθηκε στον καναπέ κι έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέ­θηκα και γω και προτίμησα να τον αφήσω να ησυχάσει.

 

5

 

Ήταν αργό άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια.

Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα ήτανε συρτωμένη από μέσα κι έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη. «Παρακάτσατε τη νύ­χτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού κάθισα εκεί κοντά της· «τι σου ’λεγε;»

«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Που είναι τος; δεν ξύπνησε ακόμα;»

«Σύρε μέσα να τόνε δεις· κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να μπει.» Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο ήλιος, λέει, κι έκλεισε το παρα­θύρι. Κάποιος λέει να ’χει τον ήλιο κι αυτός καίει φως μέρα με­σημέρι. Και να ’τανε κάνε φτηνό και το πετρέλαιο.»

Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και γύρισε να φύγει.

«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια.

«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα.

Γύρισα και την ξανακοίταξα. Ήτανε χτενισμένη, πιο συγυ­ρισμένη και στα πόδια της φορούσε τα πασουμάκια. «Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια.

«Όμορφα είναι», μουρμούρισα.

«Μου ’φερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δεις;»

Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πα­σουμάκια.

«Μου πήρε τ’ αυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρεί μια μέρα η κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια.

Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Ήταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο Αναβρυτήριο

«Καλά δεν είναι;»

Τα πήρα κι έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα.

«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια.

«Α μπα! Σα να ’τανε παραγγελιά. Να δεις να τα φορέσω.»

Μου τ’ άδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθισε να τα φορέσει, ο Νίκος τη φώναξε από μέσα. Τ’ άφησε κι έφυγε γλήγορα.

Κάθισα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της θειας της άρεσε ν’ ακούει τα νέα κι αν και μου ήταν κάπως βαρετό να κάθουμαι να της ’ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί.

Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα με δυο κονίσματα στα χέρια της.

«Τι είν’ αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια.

«Μου τα ’δωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος στο τραπέζι και θέλει να κατεβάσει και το κονοστάσι.» Η φωνή της Μαρίας έτρεμε.

Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ’ τα πάλι μέσα», είπε της Μαρίας, «βάλ’ τα γλήγορα κει που ήτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω γω το σπίτι μου.»

«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ’ το πα­ράθυρο», φώναξε από την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάνα του έβγαινε στο σαλότο.

«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ’ το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κι η μάνα του και χύμησε να μπει στην κάμαρα.

Ο Νίκος πρόλαβε κι έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ’ τα· αλλιώς θα τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα.

Η Μαρία έκαμε να πάει από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε:

«Μην πειράξεις, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύ­οντας για μεγαλύτερα.»

Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα.

Μα αντίς ν’ ανοίξει αυτή, ακούστηκε ν’ ανοίγει το παράθυρο.

«Θα τα πετάξει αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγον­τας τα χέρια μπροστά στο στήθος κι έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού.

Χύμησα κι έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα.

«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και τρέχοντας στη σκάλα.

«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύ­ρεψα να ησυχάσω τη θεια.

«Θα τον πετάξω όξω απ’ το σπίτι μου. Θα φέρω την εξου­σία», φώναζε κείνη.

Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την έπιασε το νευρικό της, καθώς το ’λεγε.

Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, να ’ρθει να τη βοηθήσει. Τη βρήκα που ανέβαινε τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το παράθυρο. «Θα ρίξει ο θεός φω­τιά να μας κάψει», μου είπε με δάκρυα, δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση.

Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πεις πως τα πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας και γω μαζί της.

Πέρασε ώρα ως που να ησυχάσει λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα να το πάρω, μην το ’βρει ο θειος που θα ’ρχότανε κι έχουμε νέες φασαρίες. Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομμάτια του και τα κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θα ’κανα αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που ήτανε ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διά­βασα τα λόγια «ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων.» Δεν μπό­ρεσα να μη γελάσω κι η Μαρία που ήρθε άξαφνα στην κου­ζίνα μ’ έπιασε με το χαμόγελο.

«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστεί ο θεός; Είδες πως το’ καμε; Να μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν τ’ άκουσες εψές; Γίνηκε Τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρύ τσιμπούκι και καπνίζει.»

«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα.

Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα Τούρκισσα», είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!»

«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κι έπιασα το χέρι της.

Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω.

«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε που­θενά το κόνισμα, μην το δει η θεια. Κι ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο κορίτσι που είσαι.»

Μου έριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι μου.

 

 

6

 

Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Ήτανε πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πως το κάμανε το κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλει γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος. Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο εμπο­ρικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε:

«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Εννιά κι ογδοήντα ήτανε. Να πας να τις γυρέψεις πίσω τις δυο δεκάρες.»

«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του, δίχως να προσέχει στο μουρμούρισμά της: «Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα.

«Τώρα ν’ ακούσουν κι οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδείς ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της.

«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφήνει κανέναν ο θεός να πάει χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώ­τησε τη Μαρία, που ήρθε κι έβαζε τραπέζι.

«Μέσα είναι», είπε κείνη.

«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού να ’ρθει να φάμε.» Πήγε κι έπιασε τη θέση του στην κορφή του τρα­πεζιού.

Κάθισα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα ταραχή, άμα θ’ άκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η Μαρία έφερε το φαγί και κάθισε κι αυτή, αφού περίμενε να καθίσει πρώτα η θεια.

Ο θειος πήρε να σερβίρει κατά τη συνήθειά του, όταν άνοιξε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κι έριξε μια ματιά όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κι ύστερα ήρθε και κάθισε στη θέση του αμίλητος και σοβαρός. Ήτανε φρεσκοξουρισμένος. Καθώς μπήκε στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμισε το Βελαδράπα. Μα όταν κάθισε, είδα πως ήταν κατακαίνουργη. Κι ο λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς ήταν τότε η μόδα.

«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ο θειος» σαν τον είδε από κοντά, καθώς κάθισε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από τη Σύρα; Ή σήμερα το ξούρισες;» Και γέλασε.

«Πώς, δε σ’ αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του.

Μ’ εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έριξε ολότελα ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμισε τον ποιητή Βιδούρη, μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτή­ματα του πατέρα του απάντησε ξερά, λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε.

«Αχά, πού πας;» τόνε ρώτησε 6 θειος.

«Έχω δουλειά μέσα», είπε.

«Πότε θ’ αδειάσεις, που σε θέλω;»

«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με.»

Έφυγε. Η μάνα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξει όλη την ώρα, ούτε έβγαλε κι αυτή λόγο από το στόμα της.

Μου ήτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθή­καμε από το τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω. Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψει ο θειος μου και να καταφέρει τον πατέρα μου να με ξαναστείλει στην Αθήνα. Στο τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να μείνω στο σπίτι όσο να ’ρθει η ώρα για να ξαναδώσω εξετάσες· θα προτιμούσα βέβαια να ’μενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία. Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κι έπειτα θα μπορούσα να βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλύτερο να γυρίσω σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κι είπα πως μπορούσε να μου δώσει το εικοσιπεντά­ρικο που μου χρωστούσε κι έτσι να φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο τ’ απόγεμα όξω, γύρισα τ’ αποβραδίς στο σπίτι με την από­φαση αυτή.

Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Ήτανε σκοτεινά κιόλας κι η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιό­μουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει φως στην κάμαρα του Νί­κου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω. Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Η Μαρία μ’ άκουσε κι ήρθε μέσα.

«Εσύ είσαι;» μου είπε.

«Πού είν’ η θεια;» τη ρώτησα.

Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθεί και δεν ήξερε κι αυτή πώς άργησε τόσο.

«Κοίτα, ξέχασα ν’ ανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κι έτρεξε όξω.

Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα.

«Μέσα είν’ ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά.

«Μέσα είναι.»

«Δεν ξανάγινε τίποτες;»

«Όχι.»

«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλώσανε;»

«Όχι.»

Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά.

«Για να σου πω, Μαρία», της είπα.

«Τι θέλεις; Ν’ ανάψω πρώτα τη λάμπα.»

Έκαμα να την πιάσω από το χέρι.

«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας.

«Σύρε πες του Νίκου πως τόνε θέλω.»

«Τι τόνε θέλεις;»

«Τόνε θέλω.»

Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την ξανάκλεισε.

«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας.

«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τόνε δω, άντε ξαναπές του.»

«Σύρε πες του το μοναχός σου.»

«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα.

«Πού θα πας να φύγεις;»

«Σπίτι μου.»

«Γιατί;»

«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;»

«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;»

Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθεί το γυαλί για να της δώσει φως.

«Να ζήσεις, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της πιάσω το χέρι.

«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξει.» Μ’ έσπρωξε κι έδωσε φως της λάμπας. Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια.

«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες—;»

«Δεν είδες πως μου ’ρχουνται και τα παπούτσια», μ’ έκοψε κι έτρεξε όξω.

Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ό,τι θέλει ας γίνει. Μα καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα καινούργια παπούτσια.

«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει λίγο, μα θ’ ανοίξει μου είπε ο Νίκος.» Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και μο ’δειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και μου ’δειξε πάλι τα παπούτσια.

«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοί­ταξα.

Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθίσαμε και φά­γαμε. Ο Νίκος παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά του.

Την άλλη μέρα, ό,τι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κι ήρθε στη σάλα. Ήτανε με το πουκάμισο μονάχα και μ’ ένα λινό παντα­λόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία πέδιλα, καθώς τα ήθελε να ήτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα.

«Θα πλευριτώσεις, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.

«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα.»

«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα.

«Καλά θα κάμεις· κατευόδιο.»

Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσεις τίποτα;»

«Τι να σου δώσω;»

«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;»

«Α ναι· αν έχω να σ’ το δώσω.»

«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα—»

«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ’ έκοψε κι έκαμε να φύγει.

Τον κράτησα: «Άσ’ τ’ αστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου.»

«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπει στην κάμαρά του.

«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσεις», φώναξα τρέχοντας πίσω του.

«Τώρα γράφω», απάντησε.

Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε.

Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την περασμένη μέρα. Έριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες, πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο· έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάει στην κάμαρά του. Το βράδυ δεν παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κι έκαμε τα ίδια.

Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τόνε ζυ­γώσω, στάθηκε αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση. Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλει τα έξοδα για να γυρίσω σπίτι. Και περί­μενα. Απένταρος καθώς ήμουνα δεν μπορούσα να μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι ήταν αδύνατο να υποταχτεί κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τ’ άλλο μέρος η γκρίνια των γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν μπορούσε να βρει ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κι έφαγε τα χρή­ματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε στείλει με τη Μαρία το βράδυ που ήρθε. Έγραψε στο με­σίτη, που του είπε ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε άλλο παρά να πάει κάποιος στη Σύρα και να ξετάσει να μάθει την αλήθεια. Μα ποιος να πάει; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγει όξω από το σύνορο του τόπου του κι η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως εκεί να τόνε γλιτώσει. Έπρεπε να πουλήσει γλήγορα γλήγορα η θεια ένα κομμάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθεί ένας δανειστής που τον προσωποκράτησε. Φαίνεται ν’ απομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν αποφάσιζε να ξαναταξιδέψει. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη Σύρα.

 

7

 

Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη του. Έπειτα πως αφού δοκίμασε να πουλήσει τα καπνά και δεν του δίνανε την τιμή που γύρευε, τ’ άφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης.

Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισι χιλιάδες το πολύ, μου είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου γύρευε πρώτα να τόνε συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τόνε νιώσω και δε θα θελήσω να τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως κάμω ας κάμω. Πρέπει να τόνε σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον πάτερα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγότερο τα μισά πρέπει να σκεπαστούνε.

Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθειά του. «Τα κατάλαβα», μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ν’ απαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να πουλήσεις τα καπνά περ­σότερο.» Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ καλύτερα. Μόνο να μην τ’ αφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ’ όσα είχε πάρει ο Νίκος και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά, κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες.

Ωστόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν ήτανε τόσο μεγάλο όσο το φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να πάρει τους τόκους του αυτόν το χρόνο.

Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε, σώνει και καλά να με κρατήσει όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε λίγες μέρες.

Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδυ, μου πρότεινε μάλιστα να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα.

«Αδύνατο να σ’ ενοχλήσω», του είπα.

«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο τότε.»

Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο του κι έφυγε δίχως να μου πει πού πάει. Γύ­ρισε τα χαράματα και την άλλη μέρα ξύπνησε όταν εμείς εί­χαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες.

«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα.

Σήκωσε τους ώμους.

«Έχει καμιά αγαπητικιά;»

Έφυγε δίχως ν’ απαντήσει. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως ήτανε πιο πολύ χλομή κι ανόρεχτη.

Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρα του. Είχε φάει και ντυνότανε.

«Νωρίς ξύπνησες», του είπα.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα.»

«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα.»

«Σ-»

«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;»

«Μπορεί κανένας να εργαστώ δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ’ τα. Έρχεσαι να βγούμε όξω;»

«Πού να πάμε;»

«Στον καφενέ. Πού άλλου; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω.»

«Το ’χεις για την Αθήνα πάλι;»

«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;»

«Αλλά;»

«Στη Γερμανία θα πάω.»

Χαμογέλασα.

«Δεν το πιστεύεις; 

Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά.» Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου το ’δωσε. Ήτανε αλήθεια ένα κομμάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους δρόμους.

«Και τι θα κάμεις στη Γερμανία;»

Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πει ζωή. Γε­λάς έ; Τόσο νιώθεις. Να ’μουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου.»

«Δώσ’ μου χρήματα—»

«Τι χρήματα; Αφορμές· Γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς; Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γρά­φει ο Πάλας.»

Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά μέρη. Αν ήτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θα ’στελνε όλα τα παιδιά να σπουδάζουνε στη Γερμανία και θα ’κοβε μισθούς σ’ όλους τους συγγραφείς και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι μόνο μπορούσε να γίνει στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγκ.»

«Τι, τι;» ρώτησα.

«Ύστερα σου λέω γι’ αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζή­σουμε. Για να ζήσει κανένας, πρέπει πρώτα να βρει τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία γίνεται. Εδώ θα καταλάβεις την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νιώσεις τον Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσεις την ένατη συμφωνία και μπεις στους κόσμους του Μπαίκλιν. Θ’ αντικρίσεις το μεγάλο, θα αισθανθείς το τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσεις τον ψαλμό της μέσα σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσεις. Αυτό που βλέπεις γύρω σου είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πει ζωή, αυτού δε νιώθει τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιπάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κι οι κελνερίνες—»

«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα.

«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρεις πως οι άντρες στη Γερμανία δεν κάνουν ταπεινωτικές δουλειές.» «Αλλά τι κάνουν;»

«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες· όπως στην αρχαία Ελλάδα.»

«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα.

Γέλασε: «Θα ’τανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νιώθεται έτσι εύκολα. Έλα πάμε.»

 

 

8

 

Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γυαλιά και μαλλιά μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τόνε χαιρέτησε γερμανικά και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερ­μανικά κάτι και μένα.

«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό στόμα.

«Ούτε τ’ όνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα.

«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι.

Ο Νίκος άρχισε να μιλεί μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν, έπρεπε να ξαναλένε κι οι δυο τη φράση ρωμέικα.

«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφός μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι και γω.

«Πολύ. Έχει ταλέντο κι ενθουσιασμό γι’ αυτήν τη γλώσσα. Κι είναι αλήθεια ωραία γλώσσα.»

«Έχω ακούσει, το εναντίο», είπα.

Ο Νίκος γέλασε: «Τ’ αρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα γέλια.»

«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιάνουν τα νεύρα μου ν’ ακούω για Φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας.

«Πού τους ξέρεις τους Φραντσέζους;» του είπα.

«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώ­τερο ποιητή, ένα μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφήνω δα φιλόσοφο· κανέναν!»

«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρει­δερίκος τον έσωσε, όπως έσωσε και το Βολτέρο.» Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε.

«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κι εκατό Ρουσσώ να ’χανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην ανθρωπότητα.»

«Ποιο κακό;» ρώτησα.

«Την επανάσταση.»

«Κι έκαμε κακό η επανάσταση;»

«Τι μεγαλύτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη με­σαία τάξη.»

«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ’ αφήνεις, αδερφέ Δημητρό· τα ’παμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση.»

«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε, ο Νίκος: «Ή Γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι αλλιώτικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα.»

«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Γι’ αυτό σου ’δωσα κι εγώ να διαβάσεις το άρθρο μου, για να με καταλάβεις καλύτερα.»

«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου.» Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε.

«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχί­σανε να συζητούνε το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει να ’χει μια γραμματική, ο Νίκος υποστή­ριζε πως γραμματική είναι το ατομικό αίσθημα. Θέλησα ν’ ανακατευτώ κι εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα γλήγορα και σώπασα.

«Άσ’ τα τώρα κι έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμα­νικής γραμματικής.

Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενο­χλώ.

Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη:

«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;»

«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε.

«Τότε άφησε την ιδέα να μάθεις γλώσσα. Χωρίς γραμ­ματική είναι κόποι άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει έμενα η γλώσσα; Τα στουρμ και ντραγκ δε γίνουνται με τη γραμματική.»

Και σηκώθηκε.

«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθίσανε και σε καρ­τερούνε», του είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

Πράματις σ’ ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την τράπουλα στο χέρι.

Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να μιλήσει.

«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας.

«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημα μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία.»

«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα.

Έγνεψε με το κεφάλι.

«Νομικά;»

«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία.»

«Κι εξασκείτε —;»

«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο.

Τον κοίταξα.

«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε· «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ και ντραγκ.»

«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγκ; Δε με φωτίζετε!»

«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να κάμει τώρα ο ξάδερφός σας.»

Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία.

«Και κάματε κι εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τόνε ρώτησα.

«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος.»

«Είστε ποιητής κι εσείς;»

«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία.»

Τον κοίταξα λίγο περίεργα.

Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτεί κι ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγκ;»

Ξακολούθησα να τον κοιτάζω.

«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κι εγώ ν’ αναμορφώσω .»

«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε.

«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;»

«Τι άλλο;»

«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν’ ανατρέψω τον ίδιον το θεό.»

«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;»

«Μάλιστα, με τη γεωλογία.»

«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθίσει ο Νίκος.

«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ’ αυτά που λέει ο Νίκος τ’ άκουσα κι εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγότερο συγχυσμένα, μα αυτό δεν έχει να κάμει. Φτάνει πως τ’ άκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;»

Συμφώνησα για να μην τόνε διακόψω.

«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ’ αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω.»

«Πώς να τη χτυπήσετε;»

«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε αναμεταξύ μας κάμποσα χρή­ματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και ρίξαμε την μπόμπα.»

«Ποια μπόμπα;»

«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας.»

Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας.

«Ε, και; —» έκαμα να ρωτήσω.

«Το αποτέλεσμα θέλετε να πείτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημε­ρίδα τη φιλοσοφική βάση της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου.»

«Κι εσείς δεν απαντήσατε;»

«Τι ν’ απαντούσα; Ο συνάδερφος μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που μου βρήκε. Γι’ αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονεί τη γραμματική!»

«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;»

«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μου άνοιγε τις στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;»

«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;»

«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεν­τάρα. Δεν ήθελε ούτε να με δει, σαν έμαθε πως τα ’βαλα με το θεό.»

«Κι η κάσσα σας;»

«Ποια κάσσα;»

«Του συλλόγου που είπατε.»

«Ο σύλλογος μας διαλύθηκε.»

«Γιατί;»

«Οι σύντροφοί μου δεν τον περίμεναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ’ αυτούς μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία.»

«Τόσο θάρρος είχανε;»

«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος, που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του.» «Κι έπειτα τι έγινε;»

«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώ­σουμε αναβρασμό σε άλλη σφαίρα.»

«Σε ποια;»

«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κι εγώ αφού πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κι ένα μικρό αμπελάκι που μου άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώσει ολότελα.»

«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;»

«Εγώ περσότερο που ήταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργό­τερα, που έμαθε πως δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήσει παπάς στο κατώφλι αν με θέλει να ’ρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες.»

«Τόσος φανατισμός!»

«Αρχές, βλέπετε· πριντσίπιεν, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο ξάδερφος σας.»

«Και μένετε πιστός σ’ αυτές;.»

«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας ήτανε για τον ξάδερφό σας, που παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιά­ζεται να πάει στη Γερμανία.»

«Είστε της ιδέας να μην πάει;»

«Εγώ; Θεός φυλάξει! Να μη βιαστεί του λέω μονάχα. Να καθίσει κανένα χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθει κάπως τα γερμανικά. Κι έπειτα—πιστεύω θα σας είπε—»

Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω.

«Για τη δουλειά που λέμε, θα ’ναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο ακόμα.»

Τον κοίταξα.

«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βα­ριέστε», ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι. Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το Νίκο να δείτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου. Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειό μου μαζί μ’ ένα μαντρόσκυλο και δυο γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιότερο· ελάτε μόνος να το δείτε. Τώρα ας σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς θ’ ακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο κόσμος να τα κάμει, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήσει..»

«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω.

«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμα στα πολιτικά. — Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο. Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα —αδυναμία τέλος, καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια, συνή­θισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνει μόνο ο κήπος μου για να συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πείτε. Μια στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κι έτσι να γλίτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ’ αυτό, πώς μπορούσε να καλυτερέψει ο φυτός του τόπου και να γίνει το κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ’ ενέργεια, θα σας κουράσει. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ’ ευχάριστα αποτελέσματα· βρήκα μια μέ­θοδο να μην ξινίζει το κρασί πριν από το χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο χρειάζεται. Γι’ αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπί­δες να το καταφέρω ίσια με το χρόνο.»

«Και δε δείξατε τη μέθοδό σας στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι αυτοί;»

Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστεί, θέλει να δει πρώτα θετικά πράματα. Ο καλύτερος ο τρόπος για να διαδώσεις ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσεις πραχτικά. Κι εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να δια­δώσω την εφεύρεσή μου όξω από τον τόπο. Μα γι’ αυτό εγώ είμαι ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου να βγει πια όξω από αυτόν τον τόπο.»

«Γιατί;»

«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις βγω από το σύνορό του τόπου.»

«Τόσο φοβάστε το θάνατο;»

«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από τον τόπο μου. Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ’ αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ν’ αναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι στον πατέρα μου.» Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με κοι­τάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν ήρθα να τόνε δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρεί κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει. Κι εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κι έφυγα από την ομιλία μας. Τι λέγαμε;»

«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε.»

«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον—»

«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας.

«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κι εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε, άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θα ’παιρνε το έργο αυτό με την ψυχή του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του, γιατί του γίνεται μέσο να πάει στη Γερμανία. Μα έμενα μου φτάνει αυτό. Το ζήτημα μου είναι να βγει το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα καταφέρω αυτό, θα πειστεί ο κόσμος και θα ’ρθει μόνος του να μου γυρέψει να τόνε φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κι έτσι τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παρα­πέρα έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήσει όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε τώρα;»

«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!»

«Ας τόνε βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνει μέγας. Καλό και τούτο για τον τόπο. Να βγάλει ένα μεγάλον ποιητή.»

«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι.

«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κι ένας ο Νίκος παραπάνω.»

«Δεν τόνε συμβουλεύετε καλύτερα να πιάσει μια δουλειά να ζήσει», είπα.

Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να τόνε συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε με συμβουλέψανε κι εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ’ αυτόν τον κόσμο. Μη νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξεριζώσετε τέτοιες ορμές.»

«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω.»

Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό θα ’τανε, αν ίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι’ αυτό θα σας χρωστούσα κι εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέ­ξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξει ο Νίκος. Σηκώνουμαι γλήγορα και φεύγω. Αφήνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε μ’ ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ’ εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε θα ’θελα να είμαι μπροστά, αν βγει ολότελα στο φόρο. Γι’ αυτό φεύγω. Αν νιώ­θετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθίστε κοντά του μια στιγμή, βεβαιωθείτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη χάρη και συμπαθάτε με που σας αφήνω.»

Και μου έδωσε το χέρι του κι έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του καθαρότερα απ’ όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κι εμέ ήτανε να σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και κάθισα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως ήτανε συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε τον άλλον.

«Δεν τ’ αφήνεις τώρα να ’βγουμ’ όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που είδα πως μπορούσε ν’ αφήσει το παιγνίδι.

«Γύρισε σε λίγο να με πάρεις», απάντησε. Κέρδιζε κι ήτανε σε καλή διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε.

Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα Τόνε βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ’ έναν παπά, που είχε καθίσει στο πλευρό του κι έκανε χάζι το παι­γνίδι. Δυο τρεις άλλοι, που καθόντανε γύρω, γελούσανε και κά­νανε νόημα του παπά να μη σηκωθεί.

Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν ήταν ο παπάς εκεί και κάθισα κοντά στο Νίκο.

«Θ’ αργήσεις ακόμα;» τόνε ρώτησα.

«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ’ έχουνε γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι.» Κάθισα, μα δεν τον ωφέλησα.

«Μου το κρέμασες κι εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε», μου είπε δίχως να γυρίσει να με δει.

 

 

9

 

Η Μαρία πήρε το βράδυ τη δουλειά της κι ήρθε στην κάμαρα.

«Δεν ξέρεις πως σε καρτερούσα να’ ρθεις», γύρισε και μου είπε άξαφνα.

«Πολύ που σ’ έννοιασε που ’φυγα», μουρμούρισα.

Σα να μη μ’ άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε.

«Περίπατο, στον καφενέ—»

«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάει; Που τον άφησες;»

«Στον καφενέ.»

«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;»

Κούνησα το κεφάλι.

«Δε σου είπε τίποτας;»

«Τι να μου πει;»

«Δε σου είπε πως ’τοιμάζεται να φύγει;»

«Τι λέει ο Νίκος! Το ’χεις πως τα παίρνω μετρητά;»

«Κι όμως να δεις θα φύγει· και θα πάει χαμένος. Γι’ αυτό σ’ ήθελα. Να του πεις τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι.»

«Με τι χρήματα να φύγει; Ποιος του δίνει;»

«Θα το δεις που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάνα του για χρήματα. Άκουσε πως θα κάμει δάνειο για να πληρώσει τον τόκο του γαμπρού της και γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστεί και γι’ αυτόνε χίλιες δραχμές. Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψει τίποτες. Παρατιέται κι από κληρονομιές κι απ’ όλα. Φτάνει να τόνε σώσει τώρα.

«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα.

«Αυτό λέω και γω. Να το ’λεγες και συ του θειου σου. Φο­βάμαι θα τον καταφέρει ο Νίκος.»

«Τι θα μου δώσεις να του το πω;» της απάντησα κοιτά­ζοντάς τηνε με χαμόγελο.

Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθό­ταν αγνάντια μου, τυλιγμένη με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδυ ένα μήνα πρωτύτερα, που μου σφουγγά­ρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά. Όλος ο μή­νας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κι έβλεπα μόνο τα μάτια της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλα της που καίγανε.

Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Ήτανε κρύο κι έτρεμε.

«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα.

«Μ’ έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθει θέρμη», μουρ­μούρισε και μάζεψε το πλέξιμο της: «Πάω να πέσω.»

Έφυγε κι έπεσα και κοιμήθηκα και γω.

Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα ήταν κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πό­δια της.

Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διά­θεση, μιλούσε και γελούσε κι ήτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάνα του.

Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μου ’δωσε ένα πούρο. Ο πα­τέρας του δε θέλησε να πάρει· τόνε χτυπούσε στο κεφάλι.

«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξει η μυρουδιά τη μητέρα», μου είπε και σηκώθηκε.

Περάσαμε στην κάμαρά του κι η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ.

«Έλα, τι έριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος.

Η Μαρία το έβαλε κι έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο τραπέζι.

«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κρά­τησε ο Νίκος καθώς έκαμε να φύγει.

Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;»

«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;»

Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κι έφυγε.

«Γιατί τη γελάς;» του είπα.

Με κοίταξε: «Έ, δεν είναι καλό το πούρο;»

«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι.»

«Αν έχεις υποψίες και συ, μην το φουμάρεις.» Ρούφηξε τον καφέ του και κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα», είπε φυσώντας τον καπνό.

«Γι’ αυτό έχεις σήμερα όρεξη.»

Δεν απάντησε.

Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου λες, Γιατί παίζεις χαρτιά;» τόνε ρώτησα.

«Γιατί μ’ αρέσει.»

«Γι’ αυτό μόνο;»

«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα.

Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κά­ποιον τρόπο: «Μα δε λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα.

«Ωχ, αδερφέ! θα μ’ αρχίσεις τώρα με ωφελιμισμούς;» απάν­τησε ζαρώνοντας τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων.»

«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία.

«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος.»

«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!»

«Χωρίς να τη γνωρίσει. Να ’χεις δει τη Γερμανία και να μιλείς για κοινές ωφέλειες, να ξέρεις πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και σηκώθηκε να περπατήσει.

«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τόνε ρώτησα.

«Τι θα πει ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ’ όλες αυτές τις κουταμάρες.»

«Ώστε μπορεί να κλέβει κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα.

Μου φάνηκε σα να κοκκίνισε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε: «Θα ’ρθεις να φάμε απόψε;» τόνε ρώτησε.

«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα.

«Το ’χω να φτιάσω πίτα. Α δεν έρθεις, να την αφήσω γι’ αύριο το γιόμα.»

«Καλά, άσ’ τηνε γι’ αύριο το γιόμα.»

Η Μαρία έφυγε.

«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσεις τη λευτεριά σου για ένα κομμάτι σπανακόπιτα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλιτώσω από δω μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζει όξω η ζωή, να σε προσμένει ο κόσμος, και συ να ’σαι κλεισμένος σ’ ένα κλουβί μαζί με χτήνη.»

«Έλα, σήκω πάμε.»

«Πού να πάμε;»

«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο πού θα πάμε! Ξέρεις πως είσαι βαρετός και συ;»

«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι.»

«Μια στιγμή μόνο· να με γλιτώσεις μη με μπλέξει ο Ζα­μπακίδης κι ύστερα φεύγεις.»

«Το ’χεις να κάτσεις πάλε στα χαρτιά;»

«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρει το καπέλο του. Τον κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα.

«Τι θες;»

«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία—»

«Να μην παίξω, ε;»

«Όχι να μην παίξεις. Να μην παίξεις μόνο, καθώς έπαι­ζες εχτές.»

«Πως έπαιζα;»

«Ξέρεις, κάτι νιώθω από το παιγνίδι—»

«Ε και;—»

«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ’ άρεσε.»

Με κοίταξε.

«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου.» Τον κοίταξα και γω κατάματα.

Δεν μπόρεσε να μην κοκκινίσει: «Αναιδέστατε», μουρμού­ρισε, άδραξε το καπέλο του κι έφυγε.

Το βράδυ δεν ήρθε να φάει κι η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη νύχτα κι έφυγε δίχως να καθίσει.

Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος.

«Πέφτεις να κοιμηθείς;» με ρώτησε δίχως να βγάλει το κα­πέλο του.

«Αν έχεις όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα. «Όχι, δεν  ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσεις χρήματα.»

«Έχω δυο τρεις δραχμές· σ’ τις δίνω, αν τις θέλεις.»

«Χωρατεύεις. Το λιγότερο ένα εικοσιπεντάρικο.»

Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φα­νέλα μου να μην το χάσω. Ήταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω.

«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά.

Του έδειξα το σακάκι μου, που είχα κρεμάσει στην κα­ρέκλα: «Εκεί έχω το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρεις.»

Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο: «Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;» Στενοχωρήθηκα.

«Δε σου περίσσεψε κάνας παππούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Σε ποια κάλτσα τόνε φυλάς; Έλα βγάλ’ τον.»

Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα.

Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω.»

Έμεινα μαρμαρωμένος.

«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.

Να τρέξω πίσω του να τόνε φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τόνε βάλω να με ψάξει, να του δείξω το εικοσιπεν­τάρικο, το γράμμα του πατέρα μου, να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδα μου; Τι θα ’βγαζα με όλ’ αυτά; Θα ’φερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο. Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα. Τα ’χασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπει πατώντας στα νύχια και μισόγδυμνη.

«Γλύτωσε με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε.

«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;»

«Σώσε με· μ’ έστειλε να—.» Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας πνιχτά.

«Πού σ’ έστειλε;»

«Να—να πάρω—»

«Τι να πάρεις;»

«Στην τσέπη του πατέρα του.»

Έμεινα άφωνος.

«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξει, α δεν του πάω.»

«Μην πας μέσα· κάτσ’ εδώ», της είπα.

«Α δεν πάω, θα πάει να πάρει ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις

Δώσ’ μου ό,τι έχεις να του πάω, να ζήσεις!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα ολόβολη.

Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα.

Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου ήταν αδύνατο ν’ απαντηθώ με το Νίκο, άμα θα ερχότανε.

 

10

 

Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε να πλύνει την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακούλι του να πάει όξω στο χτήμα, να φέρει ψωμί στους αργάτες.

«Θα ’ρθω και γω μαζί σου», του είπα.

«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε.

Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείσει όσα μου χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε ν’ ακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώσει, που δε γυρίζω σπίτι τις γιορτές.

«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κι έμεινες σε ξένο σπίτι για να θυμώσει; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέ­ραμε πως θα θύμωνε;»

«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε.»

«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατού­σαμε. Μα αυτός έχει ένα σωρό και μεις είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέ­πεις τη ζωή που κάνουμε.»

Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν ήταν ο σωστός. Αντίς να φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου κι ο θειος, μια και του θύμισα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάσει. Άρχισε να κλαίει τη μοίρα του και να μου ξαναλέει πράματα, που τα είχα ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω:

«Μην τα παίρνεις έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψει ο Νίκος.»

«Σα γεράσει; Σα μας αφανίσει και μας φάει εμάς; Δεν τον είδες τώρα, το ’ριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρή­ματα ήθελα να ξέρω.»

«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα.

«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τόνε δεις αν παίζει για να περνά την ώρα. Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάσει, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθεις πιάστηκε κιόλας, δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Άσ’ τα, μην τα μελε­τάς. Να ’τανε στο χέρι μου, θα του ’δινα λεφτά να φύγει.»

«Και πού να πάει;» είπα.

Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη.

«Τα παίρνεις σοβαρά κι ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπα­κίδη;» ρώτησα λιγάκι ξαφνισμένος.

«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέ­φτηκα πρωτύτερα από το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά τ’ αναθεματισμένα τα χρήματα!» Ανα­στέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι θα ’κανε, αν είχε χρή­ματα.

Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ, τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι.

Μα καθώς κάναμε ν’ ανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τρά­βηξε στο πλυσταριό από κάτω από τη σκάλα του σπιτιού.

«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος.

«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλιτώσω, μου ’δωσε και μένα μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς· μαζεύτηκε όλη η γειτο­νιά!»

«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέ­ται άλλο. Θα μας βγάλει κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος. Τον έμπασα στο πλυσταριό.

«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη », ξακολούθησε η θεια, «αφήνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάσει έτσι βρεμένο που είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα ν’ ανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω στη γειτονιά.»

Γύρισα κι είδα τη Μαρία μαζεμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξει.

«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος.

«Πάμε καλύτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα.

Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο.

«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος· «θα κάηκε και το φαγί, φοβάμαι· ή το ’χες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία.

Εκείνη δεν αποκρίθηκε.

Πρότεινα ν’ ανάψουμε φωτιά και να καθίσουμε όσο να φύγει ο Νίκος και ν’ ανοίξει η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάει στον αστυνόμο να τόνε μάθει γνώση. Η θεια του θύμισε πως έπρεπε να τόνε μάθει γνώση τότε που ήτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές. Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμ­ποση ώρα, όσο που ακούσαμε ν’ ανοίξει απάνω η οξώπορτα κι έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτεί, μα τον κράτησα κι έκλεισα την πόρτα. Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα.

Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα· Το φαγί δεν είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέ­βασε· έφαγε πρώτα κι έπειτα έφυγε.

Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδυ έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε την τρίτη, που ήτανε Χρι­στούγεννα. Ήταν αλλασμένη και στα πόδια της τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος.

Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και μιλούσε με τον πατέρα του. Ήτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε ξανάβγαλε να μου δώσει ένα πούρο.

«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα.

Γέλασε: «Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίσει στη Γερμανία.»

Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην κάμαρα του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε να μιλούμε όταν καθίσανε· Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κι η Μαρία ήρθε και μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα.

«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε.

«Πες του, δεν μπορώ ν’ αφήσω τους ανθρώπους», απάν­τησα. Μα πριν προφτάσω να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο:

«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε.

Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θα ’κανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξει.

«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα.

«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να σου πω.»

«Τι να μου πεις;»

«Να μου κάμεις συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε και κάποιους λογαριασμούς μαζί.»

Σαν τον είχα δει πρωτύτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε κερδίσει την περασμένη νυχτιά κι ήθελε να μου πληρώσει εκείνα που μου χρωστούσε και να με καλοπιάσει πάλι μ’ αυτό, κατά τη συνήθειά του. Με την ιδέα αυτή κάθισα.

«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα πούρο από την τσέπη του.

«Με σκοτίζει», ξαναείπα.

«Δε σου το ’πα πως είσαι γελοίος; Φαίνεσαι που δε νιώ­θεις τη ζωή», είπε και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω», γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σου ’λεγε χτες η μάνα μου;»

«Τι μου ’λεγε;»

«Εσύ ξέρεις τι σου ’λεγε.»

«Δε μ’ αφήνεις!» έκαμα αδιάφορα.

«Τι να σ’ αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με βοηθούσες και συ.»

«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα.

«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι.»

Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω.

«Έλα· άσ’ τα αυτά. Θα μου κάμεις τη χάρη να πεις της μάνας μου να μου δώσει εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε.

«Εγώ να της πω;»

«Ναι, εσύ.»

«Μη με μπερδεύεις εμένα, σε παρακαλώ.»

«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώσει πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια.

Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάνα του για τη στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντας της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο Νίκος ήτανε ξυπνημένος κι ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ της είπα να μην του δώσει πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλιτώσω:

«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα.

«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον· θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθείς πια—», μου απάντησε.

«Να μένω εδώ θέλεις να πεις;» ρώτησα θυμώνοντας στ’ αλήθεια: «Δώσ’ μου το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου το ’χω χάρη εγώ να φύγω.»

«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς κάνα δυο άλλα», είπε.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμο­γελώντας.

«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα.

Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφήνεις τις τιμιότητες γι’ αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;»

Τα έχασα στ’ αληθινά.

«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κι έκαμε ν’ απλώσει απάνω μου.

«Άντε να χαθείς», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα.

«Θέλεις να ’ρθει το κορίτσι για να τα βγάλει, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω γιατί μου το ’στρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας.

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε. Ακούσανε από μέσα την ταραχή κι ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που μου έμενε, ήτανε να πάρω το κα­πέλο μου να φύγω, αφήνοντας το Νίκο να βρίζει πίσω μου και με και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι τους.

Να μείνω πια στου θειου μου ήταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τόνε βρήκα στον καφενέ, του είπα ό,τι μπορούσα να του πω από την ιστορία και του γύρεψα να με βοηθήσει να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο πρωί έφυγα με το βαπόρι.

Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώσει χρήματα, μα ο Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της ήταν αδύνατο να βαστάξει την δι­πλή γκρίνια.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 

1

 

Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξετάσες. Τον ξάδερφό μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά από μένα: δη­λαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που ένιωσε, λέει, τη βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας ήτανε μεγαλόπρεπη λυρική έμ­πνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και ντανουντσιακό.

«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως θα μου στείλει τα φύλλα με τις ταξιδιω­τικές εντύπωσες του Νίκου.

Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρει ο ίδιος για να μη χαθούνε στο ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάσει μόνος του. Δεν κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας ήτανε γερμανικά και δυστυχώς κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήσει. Έπειτα άκουγα στην αράδα ονό­ματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλύτερα ήτανε πως δεν ξέρω ποια εικόνα ή ποιο τοπίο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και τα παράθεσε.

«Δεν είναι το καλύτερο μου», είπε αφού το διάβασε.

«Έχετε πολλά γραμμένα;» τόνε ρώτησα.

«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα στέλνω.»

Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ωστόσο την άλλη μέρα μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ’ αυτούς είχανε και την εικόνα του μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την κάρφωσα στον τοίχο.

Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθισε πολύ όταν του είπα πως σε λίγες μέρες θα ’δινα εξετάσες. Μου προσφέρθηκε να μιλήσει σ’ έναν καθηγητή που τόνε γνώ­ριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα τόνε βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθισε ως το τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήσει κι έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και καθίσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως ήμουν απένταρος, και το βράδυ μου ’δωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στ’ άλλα ήτανε κι ηθο­ποιός ερασιτέχνης —μύστης καθώς το ’λεγε—κι έπαιζε τους υπερέτες στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο.

Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Ήταν ευγενικό παιδί, καλή καρδιά. Μόνη του αδυναμία ήταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο, καθώς το ’λεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της σκέψης του. Ήξερε κι έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτεί στη Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τ’ άκουσα το ’μαθα και γω απόξω. Πολύ συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ’ έμενα τον ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ’ ό,τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό,τι μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα, μου είπε ευχαριστημένος:

«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνεις στο νόημα.»

Κι έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κι έπινα συχνά καφέ­δες δίχως να πληρώνω.

Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικο­γένεια του κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελω­νιακός υπάλληλος πρωτύτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα του φίλου μου, που μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα, ήτανε καλά συγυρι­σμένη, και το τσάι, που μας στέλναν από  κάτω, ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια. Μια μέρα με γνώρισε στη μάνα του και στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια που δε μ’ αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν ήτανε της προκοπής για να ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν ήτανε ντυμένος πολύ καλύτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα του συχνότερα παρ’ ότι ένιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρόμικος, καθώς πίστευα πρωτύτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή Βιδούρη και την τελευ­ταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα, που του έδινε ο πατέρας του να κάνει ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνει τα βιβλία του. Κι έτσι ταίριαζε περ­σότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο στον κύκλο, που μαζευό­τανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολωνακιού, όχι όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνει εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε κανα δυο φορές και μένα στο συγκάθισμά τους, μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα πολλή ευχαρίστηση στη συντρο­φιά τους. Το καλό ήτανε για με πως η οικογένεια του Βελα­δράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνει σπίτι του. Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο, σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γερο-Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του φιλία μαζί μου και μ’ ένα στόμα και κείνος κι η γυναίκα του με παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ν’ αφήσει τα ποιήματα, που είναι καιρός χαμένος, και να δώσει κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας ήτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυο τρία χρόνια.

Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στο­χαστώ να το κάμω. Όχι γιατί και γω δεν ήμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τ’ ανώτερα μυαλά δεν είναι καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζει η κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν ήτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κι η φιλία του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικότερη, Γιατί η Θάλεια, καθώς τη λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέσει όλο και περσότερο. Της άρεσα και γω; Αυτό ήταν το λιγότερο που μ’ ένοιαζε. Φτάνει πως οι γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια φορά που ήταν υποτελώνης σ’ ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε ακούσει για τον πατέρα μου πως ήταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες ήταν κι αντιπρόσωπος του βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου· Το μοναχό κακό ήταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ να ’μαι κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα να ’χω μια φορε­σιά να φαίνουμαι στον κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξετάσες και τα χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ’ αυτά.

Κι έτσι αναγκαζόμουνα κι έπλενα με τσιγένι το σακάκι μου κάθε φορά που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέ­βαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν εκείνος διά­βαζε κανένα ποίημα του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια ή, αν τύ­χαινε να μην έχει πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ’ έπιανε και μένα να χαμογελώ, την έβλεπα κι ευχαριστιό­τανε και για να την ευχαριστώ και γω το έκανα συχνότερα απ’ ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλει. Πολλές φορές εκεί που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φαν­ταζότανε την ερωμένη του να τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες ή να φωτίζει με το γέλιο της τους βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνει τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ’ έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ν’ αλλάζω με τη φαν­τασία μου το χρώμα των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της Θάλειας, να βγαίνει γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην επαρχία, άμα ακούει τα πατή­ματά μου στη σκάλα, ν’ αρπάζει τα δικόγραφα από το χέρι μου και να με φέρνει μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία, που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε και ξομολογήθηκα στα Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο.

«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του: «Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου.»

«Δεν ξέρεις πως τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη μέρα που τον έμπλεξε να την πάει κάπου κι έμεινε μαζί της όλο το απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ’ έσωσες», μου έλεγε στο αυτί. Εν­νοείται πως και γω δεν άφηνα ποτέ περίσταση να πάει χαμένη. Όμως ένιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο στ’ απόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε να ’ρθει μαζί μου στο θέατρο. Μια δυο φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κι είδε κάποια φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην καθούμαστε κοντά κοντά.» Μ’ έφερε στην ανάγκη ν’ αλλάξω τη θέση μου με τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή ήταν πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να μου κάμει με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτει απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο, όπου του άρεσε να κοιτάζει τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά του Βε­λαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως ήταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζει με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι.

Η Θάλεια άρχισε να ’ρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε να ’χει μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και κα­λές θέσες, στα μπροστινά καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαι­ρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και περπατού­σαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κι ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα ν’ άκουγα τη μάνα μου, άμα μου μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το Αρσάκειο, ήταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάνα μου, μα στο βάθος έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν’ αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθεί και γω την ιστορία μου, τα οι­κογενειακά μου, τα σχέδια μου για το μέλλον και τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγει από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το δικηγόρο. Κι έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλύτερα. Και μια μέρα που η δούλα έλειπε κι ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δώσαμε τα χέρια μας, ανε­βήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν’ αποφασίσει να τ’ αφήσει πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάνα της ακουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και δεν έπαψε κι αυτή κι ο γερο-Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους.

 

 

2

 

Περάσαν έτσι δυο τρεις μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου μου είχε στείλει χρήματα κι έκαμα καινούργια φο­ρεσιά. Η Θάλεια ήταν ευχαριστημένη.

Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακάκι ήτανε με δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ’ ένα φτερό ορθό από πίσω.

«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα.

«Ιταλιάνος θα ’ναι», είπε η Θάλεια.

«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της.

«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά.»

Γελάσαμε.

«Πάμε να τόνε δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξα­ναείπε η Θάλεια.

Γοργέψαμε το βήμα και τόνε φτάσαμε στην άκρη της πλα­τείας. Μα καθώς γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κι οι τρεις. Ο άγνωστος έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας.

«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε.

Η πρώτη σκέψη μου ήτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιά­στηκα και γω πως ο άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν ήταν άλλος παρά ο ξάδερφός μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κι έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια.

«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας —Νίκος Γκάβρας—, η αδερφή μου», σύστησε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κι έβαλε το καπέλο του. Η Θάλεια κοκκίνισε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτά­ζουνε λίγο περίεργα.

«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινή­σαμε να περπατούμε προς τα όξω.

«Χτες το βράδυ, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία λέξη.

«Θα μας φέρνεις εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο Βελαδράπας.

«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοιτά­ζοντας το Νίκο περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα.

«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κι ήρθε και μπήκε ανάμεσα από μένα και τη Θάλεια.

«Ρώτησα—γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή.

«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πει, μα τον έκοψε η αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο: «Σπουδάζατε στο Μόναχο;»

«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος.

»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου ήτανε πέρσι εκεί.»

«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί Έλληνες», είπε ο Νίκος.

«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου.» «Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο.»

«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός.

«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια.

«Σήμερα μου ’γινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάπ­πειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξει τότε ο κ. Κλήμης, σα μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;» ρώτησε το Νίκο.

«Μου είν’ αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε.

Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κι έτσι ακολου­θήσαμε και μεις.

«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρή­σαμε στον κήπο.

Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλύτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν πειραγμένη.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Δεν το πιστεύω να ’ναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια.

«Από δω _ »

«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι φημίζονται παντού για το ντύσιμο τους. Το λένε κι οι ίδιοι οι ξένοι που έρχονται. Η φίλη μου μου έλεγε πως δεν είδε ούτε μια Γερμανίδα που να ξέρει να ντυθεί.»

«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος χαμογελώντας.

Η Θάλεια κοκκίνισε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυ­μάρη, κ. Κλήμη.»

«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος.

«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας.

«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος.

«Άντε να χαθείς· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της. «Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος.

Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κι έτσι τον έλεγε πάντα από τότε.

«Έδωσες εξετάσες;» με ρώτησε ο Νίκος.

«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας.

Δεν τόνε διόρθωσα, καθώς δεν τόνε διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο σπίτι του μ’ αυτόν τον τίτλο. Δε μ’ είχε προδώσει πως ήμουνα προλύτης ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του, όταν ήτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της πραγματικότητος.

Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως κουράστηκε και καθίσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα.

«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τόνε ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θαυμάσια», αποκρίθηκε.

«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια.

«Αρκετό», είπε ο Νίκος.

«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;»

«Τι θέλατε να κάνω;»

«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις πολλή;»

«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος.

Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τόνε ρω­τήσω πώς πήγε το εμπόριο μ’ αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε:

«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα εί­ναι ελεεινή. Η φίλη μου δεν μπόρεσε να φάει ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμα­νοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν έχουνε πολιτισμό.»

Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έριξε μια ματιά, μα δεν ήτανε για το Νίκο. Ήθελε να με κάμει να προσέξω στην πλα­τεία που σεργιανούσε ο κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως ήτανε τις τελευταίες μέρες ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπο­ρούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι’ αυτό μου ένεψε.

«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστεί και φαινόταν πως δεν άκουγε τι λέγαμε.

Κοκκίνισε. Γελάσαμε όλοι.

«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε.

«Θα μας πεις λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ν’ αλλάξει την κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;»

«Το ’σκισα», απάντησε ο Νίκος.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν άξιζε.»

«Άσε τ’ αστεία.»

«Καλά θα κάμεις να τα σκίσεις όλα όσα έγραψες και συ.»

«Μπράβο! Πείτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις», γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως χάνεις τον καιρό σου. Θα ’σουνα τώρα δικηγόρος.»

«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέει ο μπαμπάς», της είπε με θυμό ο Βελαδράπας.

«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκά­βρα; Δε θα ’κανε καλύτερα να διάβαζε να πάρει το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια.

«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος.

«Το δίπλωμα.»

Ο Νίκος γέλασε.

«Γιατί γελάτε;»

«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρει δίπλωμα.»

«Εσείς άκουσα το πήρατε.»

«Σας το χαρίζω.»

«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου.» Η Θάλεια χαμογέλασε.

«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος.

«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;»

«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι.»

«Γιατί;»

«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε.»

Η Θάλεια κοκκίνισε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε.

«Για να με καταλάβει κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζει.»

«Και γω δε ζω;»

«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ’ αυτόν τον τόπο.»

Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδρά­πας έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλύτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το Φάληρο.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Και γω δεν το πιστεύω να ’χει η φύση πουθενά άλλου τέτοιες γραμμές, τόση μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού.

«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπίο αυτό», είπε ο Νίκος, «μα έπρεπε να ’χεις δει τις Άλπεις, τις κορ­φές (είπε κάποια ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τ’ ακρολίμνια, τις ομίχλες — »

«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώ­ναξε η Θάλεια· «θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω.»

Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελώντας: «Έπρεπε να τις δείτε πρώτα.»

«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα.»

«Δε μιλώ για τις αστείες αθηναΐκες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα.

«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βα­στάξουν», ξακολούθησε ο Νίκος.

«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επί­δειξη, καθώς εδώ. Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει.»

Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευ­ρώπη. Ξιπάζουνται.»

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πείτε μένα για το κλίμα της Αττικής, γι’ αυτόν τον ορίζοντα που τόνε θαυμάζουν όλοι οι ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλύτερα από δω;»

«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως άλλου ζούνε καλύτερα· σας είπα πως εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος.

«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;»

«Όχι αυτό, μα να το νιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θ’ αρχίσουμε να ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή, αλλά νεκροφάνεια.»

«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια.

«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο Βαλαδράπας.

Η αδερφή του του έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος.

«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε λίγο ο Βελαδράπας.

«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες, είπε αδιάφορα ο Νίκος.

«Και πού πήγαινε;»

«Στη Γαλλία.»

«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας. «Έμπλεξε με κάποιους Ρούσους κι έγινε δημοκράτης.» «Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας.

«Και γω δημοκράτης είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χω­νεύω την αριστοκρατία. Όλες σήμερα σου κάνουν τον αριστο­κράτη. Βλέπεις μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμέν στο χέρι. Δεν ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Να ’ναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται. Έχει δικαίωμα να το κάνει.»

«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος κούνησε τους ώμους.

«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;»

«Τι; ψέματα;»

«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή, αναστατώσανε τα πνεύματα. Κι η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου, ήταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε.»

«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια.

«Ο καλύτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας.

«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νιώθει τίποτες. Κανένας σας δε νιώθει γρι από τέχνη.»

Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε.

Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της.

«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο.

Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρα­τώντας το καπέλο του στο χέρι: «Αν σας κάνει ευχαρίστηση», είπε.

Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βε­λαδράπας μαζί μας, σκέφτηκα ν’ αφήσω μονάχους τους δύο ποι­ητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνει μακριά.» Μα εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τόνε χωριστώ κιόλα, εκείνος άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου:

«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε.

«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά.

«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ.»

«Μα σκεπάσματα δεν έχω.»

«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα, θα μείνεις βέβαια μαζί μας.»

«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι» είπε κείνος.

«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδυ», είπε ο Νίκος.

«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα μπαίνανε.

«Και πού θα μ’ εύρεις έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με πάρεις από δω;»

Κούνησα το κεφάλι κι έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυ­ρίσω. Πήγα στο ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι απο­φάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ. Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θα ’ρχότανε κει. Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμ­πλεξα γι’ αυτό το βράδυ, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη στην μπίρα.

 

3

 

Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε.

«Έλα κάθισε και συ ν’ ακούσεις», μου είπε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθισα αντίκρυ του και ξα­κολούθησε την κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κι έλεγε πως δεν του άρεσε. Το βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάει τη Γερμανία.

«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πεις;» τόνε ρώτησε ο Βελα­δράπας.

«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστεί στο γοτθικό της πνεύμα.»

«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν το ’νιωσε ο Γκαίτε πρώτος;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Ο Λούθηρος. Λούθηρος-Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλεί για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήσει ένας νους μορφωμένος αισθητικά.»

«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας.

«Άλλο είπε ο Ίψεν· αυτός δεν ένιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε.»

«Ήταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε.»

«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;»

«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φά­ουστ κι η ένατη συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπεις, θυμάσαι το καπελιό του Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κι ένα Γκρέτχεν μπροστά σου. Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κι ήτανε μαζί τους ο Μεφίστος.»

«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;»

«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο Γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος.»

«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελα­δράπας.

Ο Νίκος γέλασε.

«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελα­δράπας.

«Οι Γερμανίδες δεν είναι Ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βε­λαδράπας έμεινε σκεφτικός.

«Είναι όμορφες οι Γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο.

«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι.

«Έ, τέτοιες είναι.»

«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;»

«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλύτερη χειραφεσία θέλει η Γερ­μανίδα, όταν μπορεί και βγαίνει ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε.» Είπε γερμανικά κάποιους στίχους και τους ξή­γησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με ρωτάτε από ποιόνε το ’χω το παιδί στην κοιλιά.» Κάτι τέτοιο απάνω κάτω.

Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολού­θησε:« Η Γερμανίδα είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο θέλει;»

«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας.

«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομμάτι, που είχε αρχίσει ένα βιολί κι ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα.

«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;»

«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει.»

«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη.»

«Ώστε έτσι το ’λεγες πως δε θα ξαναγράψεις; ρώτησε γε­λούμενα ο Βελαδράπας.

«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω.»

Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπεί, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο τραπέζι κι έδωσε το χέρι του Νίκου.

«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε.

Δε θα τόνε γνώριζα και γω πως ήταν ο Θέμης Φλοί­σβος, α δεν άκουγα να πει τ’ όνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθίσει, ξεχνώντας το περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κι έκοψε κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του ήταν καθαρότερα και στο λαιμό του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατιά γρα­βάτα δεμένη φιόγκο. Η μεταμόρφωση μού ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνει δημοσιογράφος για να ζήσει.

«Και δε γράφεις πια δράματα;» τόνε ρώτησε ο Νίκος.

«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι, μα φοβηθήκανε γιατί ήτανε πολύ επα­ναστατικό. Δεν μπορούσε να το νιώσει ο κόσμος κι έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά.»

Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμα­νία κι έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι στο Μόναχο. Ο Νίκος διη­γήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια. Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό.

«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύγχρονους δε γνώρισες;» τόνε ρώτησε ο Θέμης Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα.

«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως μ’ έναν από δαύτους έγινε φίλος και δια­σκέδασε πολύ μαζί του. Μας περίγραψε τα γλέντια τους σ’ ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας.

«Κι ύστερα απ’ αυτή τη ζωή να ξαναρθείς εδώ σ’ αυτή τη μούχλα! Πώς σου φαίνεται αλήθεια;» τόνε ρώτησε ο Φλοί­σβος.

«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ’ όλα», είπε ο Νί­κος και σώπασε.

«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δεις θα κάμει κρότο», είπε σε λίγο ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του.

«Μην κάμεις τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.

Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και ση­κώθηκε.

«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Πάω να γράψω, δεν μπορώ.»

«Πού γράφεις;» τόνε ρώτησε ο Νίκος.

« Στο Μηνύτορα

Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να χασμουριέται.

«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε.

Σηκωθήκαμε Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με το αμάξι.

«Αν το πληρώνεις», του είπα.

Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι, περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε τα Νίκο ν’ ανεβάσει τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καληνύχτισε και τράβηξε να πάει πεζός στο σπίτι του.

 

 

4

 

Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο πα­ράθυρο και πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνύτορα και τον ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμει την περασμένη μέρα και νόμισα πως τόνε λησμόνησε.

«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος δίδοντας μου την εφημερίδα.

Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθεί ο Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του, σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφήνοντας να νοηθεί πως τα είχε ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ν’ αφήσει το ρουσφέτι και τις εκλο­γές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήσει μια ζωή με ποίηση, με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθύσι. Δεν είχε ξεχάσει να τα βάλει και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς στη Βορειοθάλασσα.

Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά που φορούσε και την περασμένη μέρα.

«Τι διάβολο και σήμερα θα βγεις όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου.

«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου απο­κρίθηκε φορώντας το χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο.

Έκαμα να βγω.

«Στάσου· θα ’ρθω και γω», μου είπε κι έριξε απάνω του μια μακριά πρασινωπή πελερίνα. Βγήκαμε στο δρόμο.

«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κι είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε.

Χωριστήκαμε.

Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρει από τα γραφείο μου, όπως το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θα ’τανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το βράδυ ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθεί. Ήμουνα στο κρεβάτι κι έκαμα πως δεν τον ένιωσα.

Το πρωί, σαν ξύπνησα κι ετοιμάστηκα να φύγω, μου φά­νηκε πως έκαμε κι αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδυ δεν ήρθε ολό­τελα να κοιμηθεί. Πέρασαν έτσι τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου. Ήμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως το βράδυ είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα.

«Μόνος του;» ρώτησα.

«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ’ ένα φίλο του που ήρθε τώρα.»

Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νιώσω τρά­βηξα στο Ζάππειο. Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στο­χάστηκα πως φυσούσε βοριάς και δεν είχε λόγο να βγει εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κι έψαξα στα ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνει. Σ’ ένα από αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ’ έναν κύκλο ντιστεγκέδων. Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έριξε μια ματιά, σα να με γνώρισε και να περίμενε να τόνε χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα ήτανε πια αργά κι έφυγα φουρκισμένος με τη χωριατιά μου.

Μου ήταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έριχνε την ήμερα που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτηδων ποιητάδων, τα στο­χαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρ­διά. Δεν έβλεπα την ώρα που θ’ άρχιζε το θέατρο. Φανταζό­μουνα πως δεν ήτανε δυνατό να λείψει εκείνη τη βραδιά η Θά­λεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισι­τήριο. Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα πριν αρχίσει το θέατρο πήγα κι έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάσει μόνος με το Νίκο να μην τους μιλήσω· μα αν ήτανε κι η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους.

Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κι οι τρεις. Μα αντίς να τραβήξω ίσια σ’ αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι μου. Κάθισα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ’ έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο.

Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του. Ήταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κι έριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνει η Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ’ ένα από τα πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της. Ήταν αργά πια και κάθισα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στά­θηκα αντίκρυ στο θεωρείο. Ήταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακουμπισμένος στο χέρι του, αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του. Τους έριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στ’ άλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε κι είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντας του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με πάρει εκεί το μάτι της και θα με κράξει. Κόντευε όμως να περάσει το διά­λειμμα κι η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο.

Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μου ’δωσε το χέρι:

«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε.

Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου.

«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφος σας· δεν είναι σαν κι εσάς» γύρισε κι είπε του Νίκου.

«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξει.

«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια.

«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σας;»

Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε.

«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο ξάδερφος σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώ­τησε το Νίκο.

«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια.

«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα.»

«Σ’ αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρινά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά που τον κοιτά! Τρελάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε ξαναγυρίζοντας στο Νίκο.

«Δεν αφήνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος.

Το «δεν αφήνεις» μ’ έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε γλήγορα θάρρος.

Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κι έκαμα να φύγω. «Που πάτε;» ρώτησε η Θάλεια. «Κάτω στη θέση μου.»

«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω.»

Κάθισα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να φαίνεται καλύτερα από γύρω πως κοι­μάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρινά.

«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφήνοντας τα γυαλιά κι έσκυψε από πίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου.

«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά.

«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και κοιτάξανε.

«Δεν είν’ εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια.

Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κι έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της.

Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο Νίκος δεν ταράχτηκε.

«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώ­ματα· δε σας στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύ­βοντας μπροστά μου κι έκαμε να τον ξαναχτυπήσει με τη βεντάλια της.

Της έπιασα το χέρι.

«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή κι η παράσταση τέλειωσε.

Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα.

«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε.

«Ποιο μπιλιέτο;»

»Πώς ήρθες τότε;»

«Πλήρωσα κι ήρθα.»

«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου το ’δωσε η σπιτο­νοικοκυρά σου;·

«Όχι», του είπα.

«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κι ήρθα στο γραφείο σου. Δε σε βρήκα κει κι έτρεξα μην είσαι σπίτι σου.»

«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο μουσούδι.

Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο του.

«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου.»

«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης ήσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφε­ρες δίχως να βγάλεις λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια.

«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφήνει τίποτε για το περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξει την αδερφή του.

Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε πίσω.

«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε.

«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφός μου»·

«Μη σας πειράζει;»

Δεν της απάντησα.

«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή.

Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο.

 

 

5

 

Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να γράψει κι η Θάλεια τόνε βίαζε να τη συνοδέψει όξω να δει τη διαδήλωση, που θα γινό­τανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και το ’κρυψε.

«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε.

«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίσει εσένα; Έπειτα το ξέρεις πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας.

Βοήθησα και γω και τόνε σηκώσαμε από το τραπέζι.

Η Θάλεια πήγε να βάλει το καπέλο της.

«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε νιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελα­δράπας βουρτσίζοντας τη ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε.

Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλίδι κι ένα μάτσο άσπρο και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομμάτι και το ’δεσε στο στήθος της.

«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό της.

«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μου ’κοψες τη διάθεση.»

Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομμάτι και τόνε σίμωσε.

«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμεις και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο Βελαδράπας.

«Καλά, μη θες να βάλεις κι έπειτα ξαναγύρεψε τάλιρο του μπαμπά», του είπε κείνη σοβαρά.

Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που ήμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω αντίσταση.

Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ’ ευχαρίστηση τα μαγαζιά και τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας ξέχασε την ανορεξία του κοιτά­ζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα παράθυρα και σκουντών­τας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η διαδήλωση πέρασε τέλος κι η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε.

«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους.»

«Ποιους άλλους;» ρώτησα.

«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα.»

«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα.

«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δείτε πως είναι όλοι τους», μου είπε η Θάλεια.

«Τους ξέρω.»

«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε.»

Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους.

Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω ήταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια κυρία.

«Νάτοι, εδώ είναι κι οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα και τους είδε.

Σηκωθήκανε και χαιρετήσανε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε στους δυο άγνωστους:

«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεα­ρέτη.»

Καθίσαμε. Η Θάλεια κι η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη.

«Λοιπόν, τ’ αποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θα ’ναι ο τίτλος.»

«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Ποια στήλη θα πάρεις εσύ; Ποιον κύκλο; Καθένας πρέ­πει να διαλέξει μια περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική ποίηση, η Κλεαρέτη τη μου­σική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη γερμανική ζωή.»

«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος.

«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε.»

«Πού θα ’ναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης.

«Κι η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος. «Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας. «Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ. «Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι, Νίκο;»

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι.

«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να σηκώσει απ’ αυτό τα μάτια του.

«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρει;»

«Πολεμικό θα ’ναι όλο το περιοδικό απ’ άκρη σ’ άκρη. Θα σπάζει, θα γκρεμίζει αλύπητα τα είδωλα—»

Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά.

«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα.»

«Η πολιτική αποκλείνεται—» του απάντησε κάποιος.

Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θα ’ναι το γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό.»

«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώσει τα μάτια του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου.

Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι.

«Και ποιος θα μπει διευθυντής κι εκδότης;» ρώτησε ο Βε­λαδράπας.

«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο.»

«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζει την αναγέννηση», είπε ένας.

«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος.

«Καλύτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά και κοίταξε το Νίκο.

Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι.

«Κι οι συντρομές πού θα ’ρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ.»

«Εγώ λέω ν’ αλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος.

«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος.

«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια με τ’ όνομά μου», είπε ο Νίκος.

«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ.

«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός.

«Θ’ αποκλειστεί κι η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια με σκούντησε.

«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη.»

«Μα στην εποχή μας τέχνη κι επιστήμη—τι λες, Νίκο;»

Ο Νίκος είχε ξεχαστεί.

«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάν­τησε ο σγουμπός κι ο Βελαδράπας ησύχασε.

Η Θάλεια τους έριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κι εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες να ’ρθεις;» Περσότερο όμως κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την πρόσεχε. Μα κι η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγότερο τη Θάλεια κι όταν η μια έπιανε την άλλη, γυρίζανε κι οι δυο τα μάτια αλλού.

«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε την περίσταση να μου μουρμουρίσει η Θά­λεια διάφορες στιγμές εκεί που συζητούσαν οι άλλοι.

Κι ήταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο φόρεμα μ’ ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά και τα ποδήματά της ήταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακουμπώντας τον αγκώνα στην κα­ρέκλα του αδερφού της,, καθώς τόνε νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που μου έκαμε λιγάκι εντύπωση ήταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη. Η χλομάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε κάνανε να μην μπορείς να την κοιτάξεις. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών τριγύρω της να τη θωρούνε μ’ ευχα­ρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την προσέχανε λιγότερο από την Κλεαρέτη.

«Πρέπει λοιπόν ν’ αρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας.

«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός.

«Κι η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού.

«Πού είναι το; δεν το ’χεις εδώ να τ’ ακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και τεντώθηκε.

Η Θάλεια με ξανασκούντησε.

«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι.

«Ας το διαβάσει ο Ιππόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας.

«Όχι, εσύ διάβασε το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέ­της κι έβγαλε από την τσέπη ένα τετράδιο.

«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη.

«Εσύ το ’γραψες», της είπε ο Κλεαρέτης.

«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος.

Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάσει κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε.

Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως ήταν, η Θάλεια και γω δε νιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο Μελικέρτη κι ένα σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα η επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην κλεψύδρα.

«Μ’ αυτό θ’ αρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον Κλεαρέτη: «Μελικέρτη με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος τίτλος —Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο.

«Από το μούρμουρο του πόνου», τόνε διόρθωσε η Κλεαρέτη.

«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν το ’γραψες γερμανικά.»

«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βε­λαδράπας· «αν αρχίσουμ’ έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα.»

«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφει σύμφωνα με το αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικι­σμοί», φώναζε ο σγουμπός και ξανάσκυψε στο βιβλίο του.

«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βε­λαδράπας και μαζί του η γλωσσική συζήτηση.

Οι γνώμες ήτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε στο σπίτι κι άδραξε το Βελα­δράπα από το χέρι:

«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς.» Τρό­μαξε να τόνε σηκώσει.

«Θα μείνεις;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο.

Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κι έπειτα τη Θάλεια. Τόσο επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνισε και χαιρετώντας όλους μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθεί, μα ήταν αργά.

Ο Βελαδράπας ήτανε θυμωμένος μ’ όλους: «Ε, καλά δεν τους τα ’πα; Δε βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτεί το περιοδικό και να τσεπώνει συν­τρομές στην Αίγυπτο. Γι’ αυτό φοβάται την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο.

«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι όμορφη! Δεν πιάνει να ράψει το φουστάνι της, που είναι καταξηλωμένο και το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφει ποιήματα, άρχισε μαζί κι η Θάλεια από την άλλη μεριά.

«Αν είν’ έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλύτερα στο Σύμπαν», μουρμούρισε ο Βελαδράπας.

«Λέτε να τα γράφει μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν είδατε πως μαλώνανε; Ο ένας έλεγε τ’ αλλουνού: δικό σου είναι», ξακολούθησε η Θάλεια.

«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψει στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γρά­φει η Ιππολύτα.»

«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλει λόγο απ’ το στόμα της και θα γράψει και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή για λόγια.»

«Αδερφός της είναι;» ρώτησα.

Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πως καθόντανε; Δεν είδατε ξετσιπωσιά!»

«Κι έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα.

«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας.

«Από πού είναι;»

«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια.

«Ο Κλεαρέτης· αυτή  είναι από την Πόλη», είπε ο Βελα­δράπας.

«Ήτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν.»

«Ποιος σου τα ’πε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πει την έκλεψε; Ο Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνι­σμού με τα βιβλία του κι ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέ­ρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ’ ένα ελληνικό σπίτι που ήτανε δασκάλα.»

«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα ήτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια.

«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε και παντρευτήκαν.»

«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια.

«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος.»

Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά.

«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ’ ανθρώπους», της είπε ο Βελαδράπας: «Δε σ’ αφήνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα στην κουζίνα.»

Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτά­σαμε στην πόρτα τους. Τους άφησα εκεί κι έφυγα.

 

 

6

 

Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθει και με ρωτήσει γι’ αυτόν πως δεν τον είδα ολότελα απ’ όταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πει άμα με σμίξει. Είδα κιόλας πως έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κι έπεσα και κοιμήθηκα.

Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου.

«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα.

«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα.

«Ο Νίκος.»

Γέλασα.

«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ’ αφήσεις άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο ξενοδοχείο! Πήγα να τρελαθώ όσο να ξημερώσει. Καλά, δεν ήρθες στο σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδυ στο ξενοδοχείο;»

Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήσει πως μου τηλεγράφησε να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κι ήρθε σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο.

Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε στον πατέρα τον πως θέλει να γυρίσει σπίτι του να κάμει το δικηγόρο εκεί στον τόπο ή να βρει καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού ήτανε κι εκλογές κιόλας, δανείστηκε και του τα ’στειλε αμέσως για να ’ρθει γλήγορα να ψηφίσει κι έτσι αν πιτύχει ο βουλευτής του να τόνε διορίσει. Εκεί όμως που  περιμένανε το Νίκο, λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κι έπεσε στο στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και μηνύσανε της αδερφής του, που ήτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της, να ’ρθει να τόνε γεροκομήσει. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και στον αριθμό, που της γρά­ψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως δεν κά­θεται κανένας Νίκος. Κι έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη νύχτα.

Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήσει στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι καλύτερα και να γυρίσει γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήσει να ’ρθει θυμωμένος καθώς ήτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο, παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους.

«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κι έχω άλλον αδερφό απ’ αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τόνε δω», μου είπε και δακρύσανε τα μάτια της.

«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα.

«Για τι; μου είπε.»

«Γράψε τον πως θέλεις να τόνε δεις να του το δώσεις και τότε θα τρέξει να σε βρει ο ίδιος.»

«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να κάνη τρέλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ’ αγαπάει. Να ’χα μαζί μου να σου ’δειχνα τα γράμματα, που μου ’στελνε απ’ τη Γερμανία.»

Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπο­νιέται πως ο Νίκος δε φέρθηκε καλά να μην πάει να ψηφίσει στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα πιτύχει και θα τόνε διό­ριζε, αν πήγαινε να ενεργήσει κι αυτός σαν τους άλλους δικη­γόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάσει και τη μάνα του. Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίσει να βρει παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα να ’ρθει, να κάθεται δω και να της παίζει τέτοιες ιστορίες, να τη βάζει σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος!

«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τόνε δεις.» Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγει. Με βίασε, μου έπεσε στα πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύ­μωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα!

«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου, έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε»,

Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογι­ζόμουνα όλη την ώρα πως ίσως θα ήτανε καλύτερα να την παρατήσω ολότελα. Μα πάλι μου φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και πήγαμε και καθίσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κι έτσι έλπιζα να πιάσω το Νίκο στην παγίδα. Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, η Ιππο­λύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και καθίσανε στην άκρη που κάθονταν και την περασμένη μέρα.

«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου.

«Μ’ αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους: «Κι εκείνη ποια είναι;»

«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ’ την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην πεταχτείς σαν τόνε δεις να μπει. Ασ’ τονε να ζυγώσει στο τραπέζι εκεί κι έπειτα σήκω πιάσ’ τον άξαφνα.»

Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάει στο Νίκο, να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε φαινότανε.

«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κι έδειξε ένα νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι.

Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάνα της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος άφησε πάλι όχι μόνον το μου­στάκι του, μα και τα γένια.

Έγειρε απογοητευμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη ηρεμία τ’ άλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν εικόνα, του Σίλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρά του ο Νίκος κι η Μαρία δεν μπορούσε να τη δει. Ήθελε να την πετάξει από κει· τόσο δεν της άρεσε, το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κι η περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο ήταν όμορφος, πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία χλαμύδα κι έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη σαλεύει τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα ύστερα από το Βελαδράπα, ήταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμει εκείνο που δεν κάμανε οι πρό­δρομοι του, να βάλει στη θέση τους όλους τους Έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κι εδώθε.

Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα ν’ ανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!» στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπο­ρούσα να καθίσω άλλο στην μπίρα.

«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθισε συ εδώ. Φοβού­μαι μην πήγε κάπου άλλου ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τόνε φέρω αν τόνε βρω. Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγεις.»

Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος ήτανε κει κι η Θά­λεια μαζί τους.

Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε.

«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι του ξαδέρφου μου.»

Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο στο χέρι και το ξεφύλλιζε.

«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως ν’ αφήσω το καπέλο μου από το χέρι.

«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψει να κου­νιέται στην καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώσει τα μά­τια από το βιβλίο.

«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα.

«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πεις», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο,

«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κι ύστερα τα μυστικά σας», είπε κι η Θάλεια.

Έκαμα να φύγω.

«Πού πας: Κάθισε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας.

«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η Θάλεια.

«Εσύ το’ πες· εγώ σας είπα θα πάω» στην μπίρα», φώναξε κείνος.

«Σας περιμένουν κιόλα», είπα.

«Ποιοι είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Οι χτεσινοί.»

«Κι η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτά­ζοντας με χαμόγελο το Νίκο.

«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος.

«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια.

«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγει ο Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας.

«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνει. Την έχει πλη­ρεξούσιο», απάντησε ο Νίκος.

Έλα, άσε τ’ αστεία· σήκω τώρα πάμε», τόνε σκούντησε ο Βελαδράπας και πήρε το καπέλο του.

Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε την κίνηση. Κι εσείς, παρα­καλώ—», γύρισε σ’ εμέ κι έκαμε να πάρει και το δικό μου καπέλο.

«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος.

«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας το ’πα», φώναξε η Θάλεια.

«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;»

«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι αν ο Βελαδράπας δεν πάψει να τους συνανα­στρέφεται, θα το πω του μπαμπά.»

«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνεις καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να σκάσεις», της φώναξε ο Βελαδράπας.

«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα.»

«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάσει.

«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα είναι!»

«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν ει­κόνα του Μποτιτσέλι.»

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέει στα σοβαρά ή μόνο για να πειράξει την αδερφή του.

«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το τέρας», είπε κείνη.

«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να παίζει πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα Γερμανίδα.»

«Αυτή, αυτή;»

«Ναι, αυτή· και πως μιλεί για τη φιλοσοφία!»

«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της ν’ ανοίξει. Τα παπούτσια της πες της να χαρεί», φώναξε η Θάλεια κι έφυγε από την κάμαρα.

«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα.

«Ξέρω τι θα μου πεις. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας.

«Ναι, θέλει να σε δει· τι να την κάνω;»

«Να με ξεφορτωθείς και συ και κείνη.»

Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέ­ναν—.» Από το θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια.

«Άι να χαθείς», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη.

Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο της υπηρέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κι έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα πατήματά της που τρέ­ξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα κάποιος. Μα δε σταμάτησα.

Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δει τον αδερφό της.

 

 

7

 

Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευό­μουνα. Η Θάλεια, που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμ­πλεξε με τους μαγκούφηδες, να μπερδευτεί η ίδια μ’ έναν από δαύ­τους! Η γνωστική, η πραχτική, η μετρημένη Θάλεια; Τι καρ­τερεί απ’ αυτούς; Θέλει να παίξει μοναχά; Μα τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστεί για να διασκεδάσει μια στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα χρέος και πολλές φορές στοχά­στηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας, να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου ερχό­τανε πάλι η ιδέα να πάω καλύτερα στη μάνα της. Φανταζό­μουνα πως μόλις θα το άκουγε, θα ’κλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολότερο να πιάσω την κουβέντα μόνο με το Βε­λαδράπα. Σχεδίασα πως να του ανοίξω την καρδιά μου, πως να τον κάμω να αισθανθεί τη θέση μου και την τιμή της αδερφής του.

Όταν τόνε βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή:

«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο;» μου είπε.

Του διηγήθηκα όλη την ιστορία.

«Δεν τόνε νιώθεις και τον παρεξηγείς· τόνε μετράς με το συνηθισμένο μέτρο», μου απάντησε.

Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τόνε λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο.

«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορεί να κλωτσοπατά τις συνθήκες, να μην υποτάζεται σ’ αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν τόνο.

«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «να ’ρθει η αδερφή του επίτηδες γι’ αυτόν και να μην πάει να τη βρει;»

«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε γελώντας.

«Η αδερφή του!»

«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν’ αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια μάνα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να μπορείς να τις νικάς.»

«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος.»

«Να είσαι υπεράνθρωπος.»

Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου εξηγεί με όλο το σοβαρό πως φυσική συγ­γένεια δε θα πει τίποτες. Η μοναχή συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό,τι και να σου πω, δε θα με νιώσεις, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας.

«Ασ’ τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους κατάφερες;»

«Πήγαμε.»

«Όλοι σας;»

«Ναι.»

«Ήρθε κι η Θάλεια;»

«Ήρθε.»

Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσεις να σου πω ένα λόγο;» του είπα.

«Πες.»

«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ’ αυτή τη συν­τροφιά;»

«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καη­μένε! Βλέπω πως ζεις και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε να ’ρχεται; Μου κάνει χάρη κιόλας να με ξεφορτωθεί. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι.»

«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμεις να μην την ξαναπάρεις μαζί σου· κι ακόμα—.»