ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΕΛΑΗΔΑΝΕ

 

 

Απ’ το σωρό των πουλιών που είχα σπίτι μου, άλλα πιασμένα με ξόβεργες και με δίχτυα, άλλα αγορασμένα ευ­τελέστατα από την Αγορά, μου είχανε μείνει μόνο μια καρ­δερίνα και μια σιταρήθρα, που δεν ξέρω κι εγώ πώς βρέ­θηκε μέσα στ’ άλλα μου πουλιά. Αυτή άφηνε μόνο κάτι μικρούλικες κραυγές, άνοστες, κι έτρωγε χαράμι το στάρι και το κανναβούρι. Η καρδερίνα μου όμως έβαζε στο κελάηδισμα κάτω και το καλύτερο κανάρι. Το ’πλεκε θαυμάσια. Ντρίλιες παιγνιδιάρικες, φωνή ολοκάθαρη, γεμάτη, δυνατή, κελαηδισμός ονειρεμένος.

Τ’ άλλα πουλιά, λούγαρα, φανέτα, σκαρθιά, - που να τ’ αραδιάζω τώρα ένα ένα! - μου ψοφήσανε το ’να μετά το άλλο, χωρίς να μπορώ να τους δώσω καμιά γιατρειά. Ήτανε να πεθάνουνε, φαίνεται. Βγάλανε το κίτρινο σαν κρι­θάρι σπυρί, και όσο κι αν το ’σπασα, καθώς μου ’πε ο Κονιόρδος, με το σκληρό φουντάκι της σκούπας, αλειμμένο με λάδι, η αρρώστια προχωρημένη μου άδειασε τα κλουβιά κι ερήμωσε την αυλή μου.

Ο θείος μου, ο μεγάλος αδερφός της μητέρας μου, που έμενε μετά το θάνατο του πατέρα σπίτι και μας προ­στάτευε, χιλιοχάρηκε για την καταστροφή που με βρήκε και που ήτανε γι’ αυτόνε μια απολύτρωση. Η κάμαρά του έβλεπε προς την αυλή, ακριβώς στο μέρος που είχα κρε­μάσει τα κλουβιά. Και δεν τον άφηναν οι κελαηδισμοί και τις περισσότερες φορές εγώ, που καθάριζα τα κλουβιά, γέ­μιζα τις καναβουριέρες, μιλούσα με τα πουλιά, να ησυχάσει.

- Μας λυπήθηκε ο Θεός, είπε στη μάννα μου. Θα μαζευτεί ο Σατανάς από τα δίχτυα, θα κοιτάζει το σκολειό του και θα ησυχάσουμε.

Δε βαριέσαι! Ήμουνα ένα τρελόπαιδο εγώ, και δεν ίδρωνε τ’ αυτί μου στα τέτοια, όσο κι αν μου το ξεκολλούσε ο μπάρμπας μου ο Αριστείδης.

Η παρέα μου ολόκληρη ήτανε μανιακή με τα πουλιά. Ο Κονιόρδος, ο Ποδάρας, ο Τσικιτσάγκας, ο Χριστάκης - παιδιά της μπάτσικας, που λένε, βλαμάκια διαλεγμένα, - με δένανε στις γητειές και στα μάγια τους και δεν έκανα βήμα χωρίς αυτούς. Αν ψοφούσανε τα πουλιά μου, θα μου δίνανε άλλα και θα γεμίζανε τα κλουβιά, στο πείσμα του θείου μου Αριστείδη.

Μαζευόμαστε όλοι σ’ έναν καφενέ, κοντά στο νταμάρι του Στρέφη. Εκεί ήτανε το «στέκι της παρέας μας». Πί­ναμε βαρύ γλυκό την άνοιξη και φασκόμηλο το χειμώνα και κανονίζαμε τα σχέδια κάθε νέας μας εκστρατείας. Ο καφενές φλόμωνε από τους καπνούς και τις μυρωδιές του ναργιλέ. Η Γενοβέφα στα κάδρα του τοίχου, μόλις φαινό­τανε, έξω χτυπούσε στα πεζοδρόμιο και στον τσίγκο η βρο­χή, κι εμείς μέσα σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα στήναμε πύρ­γους ισπανικούς και πλάθαμε όνειρα.

Τότε που μου ψοφήσανε τα πουλιά, δεν ήτανε και­ρός προχωρημένος για να μην μπορούμε να πιάσουμε άλλα. Τα περισσότερα από τα δικά μου ήτανε περσινά, και τα φετεινάρια βρισκόντουσαν στο φτέρωμά τους, μπόλικα μπόλικα, σύννεφο πυκνό, στις νεροσυρμές του Υμηττού και στα Τουρκοβούνια.

Με τον Κονιόρδο, που είχαμε αγοράσει μαζί, συνεται­ρικά, ένα ζευγάρι δίχτυα, πήραμε την Κυριακή τα σύνερ­γα της «λουβιτζίας» - κραχτάδες, φίντες, φιντόξυλα, δίχτυα, σκοινιά, καρφιά, - και την καρδερίνα  μου  που το­ ’πλεκε σαν κανάρι και κατέβαζε κοπάδι ολόκληρο, και τραβήξαμε πρωί πρωί, κρυφά μη μας δει κανένας «μπά­τσος» - γιατί απαγορεύεται η λουβιτζία - το δρόμο για τον Υμηττό.

Στήσαμε τα δίχτυα στη Γαλοπούλα, ένα μέρος κοντά στην Καισαριανή, που είχε τρεχούμενο νερό και γύρω θυρόκαλλα, σκίνα και καλαμπούσια για να πέφτουνε τα που­λιά και να κρύβονται από κάτω στα κλωνιά τα κλουβιά με τους κραχτάδες, και καθώς μπιζάρανε τα φλώρια και το πλέκανε οι καρδερίνες, κατεβάσαμε ένα πλήθος περάσμα­τα που πέσανε ανίδεα μέσα στα δίχτυα. Πιάσαμε κάτι φλώρους ολόχρυσους, αρσενικούς, και κάτι καρδερίνες που είχανε το κόκκινο βελουδένιο στην κορφή, εξάρες πρώτης. Στις θηλυκές, τις κασόμπρες, βάλαμε νύχι, για μεζέ της παρέας.

Τα κλουβιά ξαναγεμίσανε στην αυλή μου. Κι ο θείος Αριστείδης δεν εύρισκε ησυχία και πάλι. Βλαστημούσε την τύχη του που τον είχε ρίξει στα νύχια μου και τα ’βαζε με την αδερφή του, τη μάνα μου.

- Αμ’ δεν τόνε κλείνεις εσωτερικό σε κανένα σκολειό να ησυχάσουμε, χριστιανή μου· καιρός είναι!

Μάλιστα! Εσωτερικό σε σκολείο Και πού θ’ άφηνα εγώ την παρέα μου, τον Κονιόρδο, τον Ποδάρα, τον Τσικι­τσάγκα, το Χριστάκη, τώρα που ερχότανε η Άνοιξη και θ’ αρχίζανε οι χαρές και τα τραγούδια, έξω στο ύπαιθρο, να δούνε δράση και νιάτα, μια φορά.

 

Στις αχλαδιές που μελώνανε και στ’ ανθισμένα γαϊ­δουράγκαθα της Σχολής, μέσα στο κλεισμένο μενεξεδένιο μπουμπούκι, που έμοιαζε στο σχήμα σαν αγκινάρα χνου­δωτή, βρίσκαμε χρυσόμυγες μεγάλες ή μικρές και τις δένα­με κάτω από το κεφάλι, στο άνοιγμα του οστρακένιου λαιμού με κλωστή. Κάναμε χάζι που βουίζανε και πετούσανε, κρατημένες απ’ την κλωστή πάντα στον ήλιο. Και πα­ραβγαίναμε ποιος έχει την καλύτερη. Εγώ είχα μια πρασινόμαυρη, σωστό σκαραβαίο, και την τάιζα με ζάχαρη, κλεισμένη μέσα σ’ ένα μεγάλο κουτί από συριανά λουκού­μια.

Εκεί πέρα, την Άνοιξη, στο πεζουλάκι του Άγιου Χαράλαμπου, μαζευόντουσαν το δειλινό ένα σωρό κοριτσό­πουλα και αγόρια που παίζανε κρυφτο-κυνηγητό στις ρεματιές γύρω και στα πεύκα. Τα μεγαλύτερα κεντούσανε ή ξομπλιάζανε τον κόσμο που περνούσε. Εγώ έμενα μ’ εκεί­να γιατί μου αρέσανε τα μεστωμένα κορίτσια.

Ο Κονιόρδος είχε μια φιλενάδα, την Άννα, που ερχό­τανε ταχτικά στο ξωκλήσι. Και ο Χριστάκης είχε άλλη μια την Ευρυδίκη. Εγώ δεν είχα καμιά. Αγαπούσα τη Φύση, μ’ αρέσανε τα πουλιά, οι χρυσόμυγες, τ’ ανθισμένα γαϊ­δουράγκαθα, τα πράσινα πεύκα. Μ’ αρέσανε και τα με­στωμένα κορίτσια, ιδίως εκείνα που είχανε ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, μα τέτοια καμιά, του γούστου μου, δεν υπήρχε κι αν υπήρχε δε με λογάριαζε. Οι ξανθές αγαπούσανε τους Ευέλπιδες, με τις κίτρινες στολές, που μοιά­ζανε σαν καναρίνια. Ταιριάζανε, βλέπεις, στο χρώμα!

Στο ξωκλήσι ερχόντουσαν και κουβερνάντες με μικρά παιδάκια, που παίζανε. Μια ψηλή, μάλλον αδύνατη, με χρυσά μαλλιά και γαλανά μάτια, εγγλέζικη ράτσα, μου ά­ρεσε. Ήξερε λίγα ελληνικά κι εγώ ήξερα λίγα εγγλέ­ζικα από τη μάννα μου που είχε σπουδάσει στην Πόλη, σε σκολειό Αγγλικό. Δεν ήτανε μεγαλύτερη από είκοσι­ πέντε χρονών. Εγώ ήμουνα δεκαοχτώ. Είχαμε και τη διαφορά της ηλικίας, που ήθελα.

Κάποτε που στριφογύριζα τη χρυσόμυγα στα σβησμένα χρώματα του δειλινού, μου ’πιασε κουβέντα, ρωτώντας με γι’ αυτή, πού την ήβρα κι αν πουλάνε που θέλει ν’ αγορά­σει. Της είπα πως τις πιάνουμε μόνοι μας, πως έχει τώρα το Μάη σωρό τέτοιες και πως αν θέλει θα της τήνε χαρίσω να την κάνει παραμάνα για το μπλουζάκι της. Γέλασε και την πήρε. Από τότε γινήκαμε φίλοι, είχα κι εγώ, φιλενάδα - και τι φιλενάδα; Ευρωπαία, Εγγλέζα!

Ο Κονιόρδος με ζήλευε. Είχε βαρεθεί την Άννα, που του ’κανε πολύ τη ρομαντική, και βρέθηκε χωρίς φιλενάδα το Μάη. Κρατούσε το φανάρι έμενα και του Χρίστου, στην Εγγλέζα και στην Ευρυδίκη. Και όλο μου μίλαγε για τη δική μου, αν της δάγκωσα τα κόκκινα μάγουλα, αν της έ­βαλα χέρι στα στήθια.

- Ρε, είναι Εγγλέζα, του ’λεγα!

- Και τι μ’ αυτό, μου απαντούσε! Δεν έχουνε ψυχή ρε, οι Εγγλέζες; Βούτα, σαλιάρη, και σώπα!

Εγώ τόνε σεβόμουνα τον Κονιόρδο που ήτανε μεγα­λύτερός μου και τον άκουγα. Και βούτηξα την Εγγλέζα· έφαγα μιαν ανάποδη και κάθισα μια χαρά να κλωσήσω τ’ αυγά μου. Δεν κάναμε γι’ αγάπες εμείς. Πρόγκηξε κι ο Χριστάκης την Ευρυδίκη και νιώσαμε πάλι της λευτε­ριάς το αγέρι να μας χαϊδεύει γλυκά την ψυχή μας.

Είχαμε άλλο σκοπό στη ζωή μας. Οι γυναίκες δεν πιά­νονται εύκολα σαν τα πουλιά. Ούτε κελαηδάνε σαν κι εκεί­να ωραία!

 

Ο Τσικιτσάγκας ανοιγότανε στον πετροπόλεμο σα θη­ρίο και τον έτρεμε η Κυψέλη ολόκληρη. Όταν έκανε «βούρ» και κατηφόριζε από τα Τουρκοβούνια με τους βράχους στα χέρια, Θεέ μου και Κύριε, νόμιζες πως ήτανε κανένας Κύ­κλωπας μανιακός που ξερίζωνε κι έριχνε βράχους. Εμείς χαιρόμαστε για τη δύναμη του φίλου μας. Και κάθε Κυ­ριακή του κάναμε παρέα σ’ εκείνο το πανηγύρι.

Εγώ, σα μικρότερος της συντροφιάς, μαζί με το Χριστάκη, ανοιγόμουνα μπροστά, στην αρχή, με τη μαρίδα.

- Απάνω, ρε, και να μην κωλώνει κανένας. Απά­νω τους.

Κι έριχνα με μια σβουριχτή σφεντόνα, βροχή τις πέ­τρες και τα λιθάρια.

Ο Ποδάρας, ο Κονιόρδος κι ο Τσικιτσάγκας, μένανε τελευταίοι, επιφυλακή. Το βαρύ πυροβολικό. Κι όταν εμείς, οι πιτσιρίκοι, κωλώναμε, πέφτανε οι μαγκλαράδες στη μέση, με Χριστούς και Παναγίες και τότε γινότανε δαρμός και θρήνος!

Μια Κυριακή απόγεμα, που αναγκάστηκε να μας δια­λύσει το Ιππικό, οι Καρδερίνες, καθώς λέγαμε τους καβαλαραίους χωροφύλακες, και που μέσα στη βράση του πολέμου, είχανε ρίξει κάτι Αγχιαλίτες πρόσφυγες, δυο τρεις κουμπουριές στα ψαχνά, γιατί χτυπούσαν οι πέτρες τα παιδιά και τα σπίτια τους, επήρα το «γενναίο βάπτισμα του πυρός», που μ’ άφησε ένα γερό σημάδι στο κεφάλι. Έφαγα πέτρα ψηλά στην κορφή, που τη θυμάμαι ακόμα. Τα αίματα με πήρανε ποτάμι. Θολώσανε τα μάτια μου.

Ο Χριστάκης ανάλαβε και με πήγε στο σπίτι μου. Κρυ­φά, από την πισινή πόρτα, μη μας πάρει χαμπάρι ο θείος. Έβαλα καπνό από τσιγάρο και το ’δεσα με μια άσπρη πο­διά της μάνας μου γύρω. Μ’ αυτό τον περίεργο επίδεσμο μ’ έπιασε ο μπάρμπας, ο Αριστείδης, το βράδυ και σα να μην έσωνε το σπάσιμο του κεφαλιού μου, που έπαθα, χω­ρίς να λυπηθεί και να σεβαστεί ο άναντρος έναν κοτζάμ τραυματία, μ’ έπιασε στα χέρια του και πού σε πονάει και πού σε κεντάει, μ’ έσπασε με μια λούρα στο ξύλο. Έφαγα της χρονιάς μου.

- Παλιάνθρωπε, μόρτη, μου φώναζε ! Δε σώνουνε οι μαγκιές σου, βρομιάρη, μόνο μας έρχεσαι και σακάτης δω πέρα.

Νόμιζε πως με το ξύλο θα με γιάτρευε ίσως, θα μ’ έκανε άνθρωπο, νόμιζε, ο καημένος ο θείος!

 

Το νοικιαστήριο αυτό φιγουράρισε στο κεφάλι μου δυο μήνες, με τσιρότο βαλμένο σταυρωτά, σα να ’μουνα το ξωκλήσι του Άγιου Χαράλαμπου. Το ’βγαλα κοντά το Σε­πτέβρη μαζί με τ’ άλλα των σπιτιών που νοικιάστη­καν.

Η παρέα μας όλη είχε φριχτές οικονομικές στενοχώ­ριες. Κεσάτια όλο το καλοκαίρι. Εγώ δεν είχα σκολειό να μ’ αγοράζει ο μπάρμπας μου βιβλία και να τα πουλάω, χω­ρίς να τ’ ανοίγω. Κι όταν εγώ που χαρτζιλίκωνα την πα­ρέα, δεν είχα λεφτά, δεν είχε και κανένας από τους άλλους.

Ο γερο-Τζανής, ο καφετζής, δε μας έκανε περισσότερη πίστωση. Ψημάρια δεν ερχόντουσαν στο καφενείο να τους παίξουμε «τεμπεσίρι» πρέφα καπίκια. Στην μπάτσικα ούτε ζυγώναμε.

Κεσάτι και γκίνια. Η Γενοβέφα, που περίμενε τον άν­τρα της να γυρίσει, μας κοιτούσε με θλιμμένα μάτια, σα να πονούσε και το δικό μας τον πόνο. Κι εμείς πάλι δεν μπορούσαμε να της κάνουμε τίποτα. Το κάδρο της δεν ήτανε για πούλημα να το βουτήξει κανείς. Παλιό, ξεθω­ριασμένο κι εκείνο.

Τότε σκέφτηκε ο Ποδάρας πως μπορούσαμε να βάλου­με μπροστά μια καλή επιχείρηση. Στο χτήμα του Αγρα­φιώτη, στην Κυψέλη, θα ’χανε γίνει τα κυδώνια.

- Να πάμε, ρε, για κυδώνια, μας είπε. Μου κάνανε πλάτη κι ανέβηκα στον τοίχο του Αγραφιώτη. Οι κυδωνιές ρίχνανε τα χρυσοπράσινα κλαδιά τους κοντά μου φορτωμένα  με χνουδάτο γινωμένο καρπό. Γεμίσαμε τσέπες ολόκληρες και το σακάκι του Κονιόρδου, που το ’βγαλε και το κάναμε, δεμένο στα μανίκια, ζεμπίλι.

Η επιχείρηση είχε πάει καλά. Στρωτή δουλειά, όπως το ’πε ο Ποδάρας. Στο τέλος όμως του ήρθε μια ιδέα του ευλογημένου, που μας τα ’κανε θάλασσα.

Ναι, καθώς έκλεβε τα μπρουτζόχερα από ένα καινουριοχτισμένο ακατοίκητο σπίτι, να τα πουλήσει με κάτι κουμπιά στρατιωτικής στολής που είχε, για μπακίρι, μας έπια­σε ένας «μπάτσος» και μας πήγε στο τμήμα. Εγώ του φώναζα από τη γωνιά του Ποδάρα: «Σακούλα το Μπούρμπουλα» να πάρει πρέφα να φύγει μα κείνος δεν άκουγε. Και μας πήρε στο λαιμό του όλους.

Η ποινή που μας βάλανε, δεν ήτανε καθόλου μικρή. Είκοσι βουρδουλιές στον καθένα, πρόσταξε ο κυρ-Νωμοτάρχης, και δυο μέρες φυλάκιση. Εγώ είπα τίνος ανίψι είμαι και γλίτωσα το ξύλο και τη φυλάκα. Ήρθε ο μπάρ­μπας μου και με πήρε.

Στο δρόμο μ’ ερωτούσε με γλυκό τρόπο πώς έγινε και με πιάσανε εμένα, παιδί από σπίτι, μ’ αυτούς τους λωπο­δύτες. Του διηγήθηκα την ιστορία, παρακαλώντας τον όμως να μη λέει λωποδύτες τους φίλους μου.

- Δεν κλέβουνε  από συνήθειο, του είπα. Η  ανάγκη αλλάζει τον άνθρωπο! Είναι καλά  παιδιά, μπάρμπα, φι­λότιμα!

Ο θείος έδειξε πως συμφωνούσε μαζί μου. Όταν όμως πήγαμε σπίτι και αμπαρώθηκε στα γερά η εξώπορτα, έβγαλε πάλι το αναθεματισμένο λουρί από τη μέση του και μ’ άρχισε, - να και τούτη, μασκαρά, λωποδύτη, να κι εκείνη, - πού σε πονάει και πού δε σ’ αγγίζει.

Με λιγοθύμησε απ’ το ξύλο. Κανένας, έλεγε, δε βγήκε από το σόι λωποδύτης και να βγω εγώ;

- Κλέφτη, Τσουλή, στην καρμανιόλα θα καταντήσεις, και ξέρε το.

Η κακομοίρα η μάννα μου έπεσε πάλι στη μέση.

 

 

Ο θειος ο Αριστείδης έχει χρόνια τώρα που αναπαύεται σε μιαν άκρη στο Α' Νεκροταφείο.

Το μνήμα του είναι κοντά στο δρόμο που έχουνε τους στρατιωτικούς τάφους και όταν περνάω από κει θυμάμαι πάντα κι ανάβω ένα κερί και στον ταπεινό λησμονημένο τάφο του συγχωρεμένου του Τσικιτσάγκα. Επήγε από το κακό του κεφάλι, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.

Τα ’βαλε, στρατιώτης όταν ήτανε, με την περίπολο ένα βράδυ μεθυσμένος κι απάνω στον καυγά τόνε ξεκάνανε. Είχε χτυπήσει πρώτα αυτός με την ξιφολόγχη τον περιπολάρχη.

Οι άλλοι της παρέας σκορπίσανε κι ούτε βλέπω κανένα τους πια. Ο Ποδάρας τράβηξε για τον τόπο που βγαίνει το μαύρο, στην Αίγυπτο, να φέρει, λαθραίο. Έμεινε με τους αραπάδες κει πέρα. Ο Χριστάκης νοικοκυρεύτηκε. Κι εγώ μένω με τη γριά τη μητέρα μου, που χαίρεται να με βλέπει στρωμένο σε δουλειά. Η προφητεία του θείου δεν αλή­θεψε για την ώρα. Δε θα πάω από καρμανιόλα, ληστής.

Τα χρόνια περνάνε ήρεμα από πάνω μου σαν το στρωτό αλμυρισμένο νερό, όταν είναι μπουνάτσα. Καμιά βαθύτερη συγκίνηση μέσα μου. Κανένας κόσμος καινούριος.

Το άλογο ζεμένο στο μαγγανοπήγαδο φέρνει βόλτα κάθε μέρα. Η χρυσή εποχή της ανέμελης νιότης πέρασε α­γύριστα, οι ελπίδες, τα όνειρα σβήσαν!

Σ’ ένα κλουβί της αυλής μου φυλακισμένη μια καρδε­ρίνα μου θυμίζει κελαηδώντας τα περασμένα.

Όταν η ψυχή μου είναι βαριά, στον κελαηδισμό της δακρύζω.

Τ’ άλλα κλουβιά κρέμονται αδειανά, σκουριασμένα τα τέλια, πεθαμένοι οι κραχτάδες!

 

 Επιστροφή στα Περιεχόμενα

 Επιστροφή στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ