ΤΟ ΛΟΥΤΡΟ

Ι
Μες στην αυγή σαν όνειρο ξυπνά τ αργό ναμάζι.
Κι ακόμ' απάνω στον πλατύ μεταξωτό σοφά
ο γιγαντόκορμος λαλάς σαν το σκυλί ψοφά
για της μίκρής χανούμισας το λουλουδένιο νάζι.

Τ ολόχρυσο πασούμι της γονατιστός σα βγάζει
και του κορμιού της τ' άρωμα μες στο λουτρό ρουφά
τ' αδικημένο σώμα του ,το μπρούτζινο, σπαράζει
σα χάλκωμα μπρός στου χαλκιά τη φλόγα . "Μουσταφά!"

Στ απέραντο και σκοτεινό πασάδικο παλάτι
της Γκιούλ- Χανούμ το φώναγμα κελάηδησε σα βρύση
Πετιέται ο σκλάβος με βαρύ και χαυνωμένο μάτι

Κούφια στ' ατζέμικα χαλιά φεύγ΄η φαρδιά του φτέρνα,
γιατ' ήρθε η ώρα του λουτρού και τρέχει να ραντίσει
μ αραβικά μυρωδικά τη σομακιά τη στέρνα


ΙΙ

Γυμνή, μέσα στ' αράπικο ζωγραφιστό μπουρνούζι
νοιώθει ν’ ανάφτει η σάρκα της σε ρίγη λουλουδένια.
Κι ακίνητος ο Μουσταφάς, με μάτια σα γυαλένια
στέκεται αψύς βαρδιάτορας στης πόρτας το τοπούζι.

Βγάζουν οι σκλάβες τα βαριά μαλαματένια χτένια
κι είδε ο αράπης το νερό το οπάλινο να λούζει
κρινάνθια και ροδόφυλλα σε στήθια φαρφουρένια
που λές ανθίζαν τα κλαδιά στο σομακί χαβούζι.

Αλλάχ! Ας πάρει ο Σατανάς και την ψυχή του ακέρια!
Ορμά και με τα ξέσαρκα, σκληρά μακριά του χέρια
βουτάει τ αλαβάστρινο κορμί σ' ένα πνιγμένο θρήνο

Κι εκστατικά τα γυάλινα τα μάτια του τηράνε
οι τελευταίοι του πνιγμού σπασμοί να το κυλάνε
μέσα στα μάργαρα νερά σαν κοραλένιο κρίνο.