ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

 

ΕΠΟΝΙΤΗΣ ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ

 

Κείνο το βράδυ ο Κώστας, ένας επονίτης της Ρούμελης, γύριζε πολύ σκεφτικός στο σπίτι του. Μόλις είχε βγει απ’ του Μιχάλη, όπου συνεδρίαζε η ομάδα του και τα τελευταία λόγια του καθοδηγητή αντηχούσαν ακόμα στ’ αυτιά του: «Μπαίνει η υποχρέωση να βοηθήσουμε με κάθε τρόπο το ΕΛΑΝ. Εμείς οι επονίτες έχουμε καθήκον να εφοδιάσουμε τους ναυτικούς μας με τρόφιμα, ξάρτια, βάρκες και καΐκια ακόμα. Στο λιμάνι μας υπάρχει αρκετό υλικό. Αν δουλέψουμε δραστήρια μπορούμε να αρματώσουμε μια ψαρόβαρκα». Η ομάδα πήρε την απόφαση να εκπληρώσει μέσα σε δεκαπέντε μέρες τούτο το πλάνο: ν’ αρματωθεί μια ψαρόβαρκα. Όταν ο Κώστας έφτασε σπίτι του, είχε κιόλας έτοιμο το σχέδιό του.

- Να, που και τα γερμανικά ακόμα δεν τα ’μαθα του κάκου, σκέφτηκε ευχαριστημένος.

Πέρασαν δέκα μέρες. Σ’ ένα λιμάνι του Ευβοϊκού αράζει ένα βενζινόπλοιο. Γερμανικό; Όχι δα. Απ’ τη στιγμή που ο Κώστας πάτησε μέσα το πόδι του – είχε καταφέρει να προσληφθεί στη γερμανική υπηρεσία – τούτο το καράβι είχε αποχτήσει μια ελληνική ψυχή. Το πλήρωμα βγήκε στη στεριά κι αφήσανε για φύλακα τον Κώστα. «Να η ευκαιρία που περίμενα δέκα ολόκληρες μέρες», σκέφτεται αυτός και χωρίς να κάνει καιρό βάζει μπρος τη μηχανή κι η βενζινάκατος με καπετάνιο τον κουρσάρο επονίτη τραβάει για το αντάρτικο λιμάνι. Μόλις πρόλαβε να ξανοιχτεί λιγάκι ακούστηκαν κάτι απανωτοί ξεροί κρότοι που μόλις διακρινόντουσαν στο θόρυβο της μηχανής. «Λες να ’παθε τίποτα η μάκινα;» σκέφτεται ο Κώστας. Κείνη την ίδια στιγμή σαν κάτι να τον σούβλισε στ’ αριστερό μπράτσο. «Με πήραν χαμπάρι και πυροβόλησαν. Όμως τώρα δε με φτάνετε πια. Εχτός κι αν μου κάνετε την τιμή να μου ρίξετε με πυροβολικό» Η πληγή δεν ήταν σοβαρή. Ο Κώστας έπεσε με το στήθος πάνω στη ρόδα και κράτησε τη βενζινάκατο σε σταθερή πορεία. Έβγαλε το μαντίλι και έδεσε το ματωμένο μπράτσο του. Ύστερα οδηγούσε με το δεξί χέρι.

Ήταν νύχτα πια όταν πλησίασε στο οχυρωμένο λιμάνι του ΕΛΑΝ. Η φρουρά πήρε θέση στα μυδράλια. Ήταν έτοιμοι να ρίξουν όταν ακούστηκε μια φωνή απ’ το σκοτάδι:

- Αντάρτες! Ε, αντάρτες! ανάψτε φωτιές. Δε βλέπω τα βράχια.

Άναψαν φωτιές κι η μπενζίνα άραξε. Το νέο παλικάρι πηδά στα βράχια.

- Πάρτε το, δικό σας είναι. Τρέχει 11 μίλια την ώρα. Τ’ άρπαξα απ’ τους Γερμανούς, λέει γελώντας με ταπεινοφροσύνη το λεβέντικο βλαστάρι της ΕΠΟΝ και τα μάτια του στραφτοκοπάνε.

Το πλάνο είχε εκπληρωθεί χίλια τα εκατό.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA