ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

 

ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΤΕ!

αφήγηση μιας Κρητικοπούλας

 

Μόλις ήρθαν οι Γερμανοί, μας ξεσήκωσαν από την πατρίδα μου το Ηράκλειο της Κρήτης και μας μετέφεραν σ’ ένα λιμανάκι της Νότιας Κρήτης στην Αγια-Γαλήνη – ο πατέρας μου είναι παλιός υπάλληλος του υπουργείου Συγκοινωνίας, μηχανικός – όπου μαζί μ’ άλλους υπαλλήλους θα φτιάχνανε το δρόμο από Αγια-Γαλήνη σε Τυμπάκι.

Αφήσαμε τα σκολειά μας ο αδερφός μου ο μικρός, κι εγώ που ήμουνα δεκαέξι χρονώ και πήγαινα στην πέμπτη Γυμνασίου και ζήσαμε τα χρόνια της σκλαβιάς απομονωμένοι στο έρημο εκείνο ακρογιάλι. Δε βλέπαμε παρά τους λιγοστούς ψαράδες, τους υπαλλήλους και πολλούς Γερμανούς. Ακούαμε πως σ’ άλλα μέρη οι Έλληνες ξεσηκώνουνταν. Πως τα ελληνόπουλα πολεμούσαν κοντά στους μεγάλους. Εμείς δεν κάναμε τίποτα. Το αδερφάκι μου από κει που είχε όνειρα να σπουδάσει και να γίνει μηχανικός, καθότανε όλη μέρα δίπλα στους ψαράδες και μάθαινε την ψαρική «από μηχανικός ψαράς» του ’λεγα και τον πείραζα. Κι εγώ που είχα αρρωστήσει από πλευρίτιδα κι είχα δέκατα, αδρανούσα όλη μέρα και κοίταζα να γιατρευτώ. Γύρω μας ο κόσμος πάλευε δούλος των Γερμανών. Η ψυχή μας μόνο έμενε ασκλάβωτη, μα δεν εκδηλωνόταν κι αυτή παρά μόνο άμα νύχτωνε και κλείναμε την οξώπορτα για να κοιμηθούμε. Τότες ο πατέρας μπορούσε να φέρει κανένα νέο, ψιθυριστά. Η μητέρα μου σταυροκοπιούνταν κι ευχότανε:

- Ο Θεός να δώσει! να φύγει από πάνω μας η ταφόπετρα.

- Είπε, λέει το Λονδίνο, πως ο Τσουδερός μίλησε κι είπε για τους Κρητικούς, υπομονή! Λίγον καιρό! Τα σταφύλια θα τα φάμε μαζί…

- Ο Θεός να δώσει, ξανάλεγε η μητέρα μου και βουρκώναμε όλοι. Την άλλη μέρα ξανά δούλοι των Γερμανών. Άμα τους κάπνιζε, άμα τους μύριζε συντροφιά, δε μας ρωτούσαν. Έμπαιναν στα σπίτια μας, βάζανε το γραμμόφωνο, αν ήμασταν κοιμισμένοι, έπρεπε να σηκωθούμε. Ο πατέρας μου είναι ηλικιωμένος. Γύριζε από τους δρόμους ξεθεωμένος. Έπεφτε στον καναπέ να ξεκουραστεί. Ερχότανε ο Γερμανός.

- Σκάκι! auf!

- Είναι κουρασμένος! έλεγε η μητέρα μου. Αυτός στο μεταξύ έστρωνε τα πιόνια, τον τραβούσε απ’ το χέρι και τον κάθιζε απέναντί του. Βλέπαμε τον πατέρα μας να κάθεται εξαντλημένος μία και δύο ώρες πάνω από το σκάκι και πονούσε η καρδιά μας. Εγώ με την πλευρίτιδα δεν έπρεπε να κουράζομαι. Έκανα κούρα. Ο Γερμανός έβαζε το γραμμόφωνο και με σήκωνε από κει που ήμουν ξαπλωμένη, για να χορέψω. Έπρεπε ν’ αρχίσουμε να κλαίμε εγώ κι η μητέρα μου, για να μ’ αφήσει ήσυχη.

Μια νύχτα είχαμε κλειδώσει κι είχαμε αποκοιμηθεί. Χτυπά η πόρτα κι ακούμε απ’ έξω Γερμανούς με Ρωμιούς να φωνάζουν:

Ο κ. Διευθυντής θέλει να πάει εκδρομή απέναντι στο νησί – ένα ξερόνησο ακατοίκητο – με καΐκι και ζητάει να ’ρθείτε και εσείς…

Η μητέρα μου είπε δεν μπορούμε μέσα στη νύχτα στην υγρασία, το κορίτσι μου είναι άρρωστο, ο άντρας μου είναι πτώμα από την κούραση…

- Το διατάσσει ο κ. Διευθυντής. Σε ένα τέταρτο να είστε έτοιμοι.

- Το διατάσσει ο Μέναρτ, είπε ένας δικός μας κι έχει κατεβάσει και μια οκά ρακή…

Ο Μέναρτ, ο διευθυντής των έργων, ήταν ανισόρροπος μα με το να ’ναι μέθυσος, απογινότανε με το πιοτό.

Μπήκαμε στο καΐκι, λιγοστοί Ρωμιοί και πολλοί Γερμανοί. Εμείς, τα παιδιά κι οι γονείς, μαζευτήκαμε κολλητά ο ένας στον άλλο, με μένα στη μέση, για να με φυλάγουν από την υγρασία, στην άκρη του καϊκιού. Οι Γερμανοί με τα βρακάκια μπαίνανε, βγαίνανε στο νερό, και τραγουδούσαν. Κοιτάζοντας πέρα προς το Νότο, όπου η Αφρική, φώναζαν:

- Africa! Africa!

- Du wirst unsere! Unsere Africa!

- Αφρική! Αφρική!

- Θα γίνεις δική μας! Αφρική μας!

Ακούαμε και μεις και μαύριζε η καρδιά μας…

Ο Μέναρτ, όντας κιόλας μεθυσμένος, δεν έπαψε ούτε λεπτό από του να πίνει παρέα με τους άλλους, που τους υποχρέωνε με το ζόρι να κατεβάζουν τη ρακή, όπως αυτός, μια και κάτω. Μόλις φτάσαμε στο νησί, η μητέρα μου φρόντισε για μένα. Είχε πάρει μαζί της ένα ράντζο, μου το ’στησε και μ’ έβαλε να πέσω. Όλοι οι άλλοι κυκλοφορούσαν, έτρωγαν, έπιναν, κολυμπούσαν. Σε μια στιγμή βλέπω τον ολομέθυστο Μέναρτ να ’ρχεται να καθίζει στο ράντζο. Του λέω γερμανικά:

- Σας παρακαλώ, καθίσετε αλλού, επειδή είμαι άρρωστη και πρέπει να κοιμηθώ…

- Και γω θα κοιμηθώ εδώ μαζί σας! μου λέει σε  τόνο άγριο κι έκαμε να γύρει. Τον έσπρωξα και φώναξα τη μητέρα μου και δε θα ξεχάσω ποτέ το ύφος της, την αγωνία της και την παλικαριά της. Ανοίχτηκε μεταξύ τους ένας διάλογος. Γίνηκε μια σκηνή, που άμα την ξαναθυμάμαι κόβεται το αίμα μου. Στην αρχή τον έπιασε με το καλό, τον πήρε από το χέρι και τον τραβούσε να τον σηκώσει. Αυτός αντιστεκόταν πάντα, λέγοντας.

- Εγώ εντώ!

- Λοιπόν, δε θα κοιμηθείς αυτού, του λέει τέλος οργισμένη, κι άρχισε πια η μητέρα μου να παλεύει μαζί του σαν τίγρης. Είχαν όλοι μαζευτεί σ’ ένα γύρο, Γερμανοί και Ρωμιοί και παρακολουθούσαν την πάλη βουβοί. Κανείς δεν έμπαινε στη μέση να τους χωρίσει. Δέρνουνταν, σπρώχνουνταν, ο πατέρας μισοπεθαμένος, κοίταζε με λόγια να συγκρατήσει τη μητέρα μου. Τότες ο Μέναρτ «θα σε πυροβολήσω» είπε κι έκαμε να τραβήξει το πιστόλι του, η μητέρα άρπαξε αμέσως από χάμου μια πέτρα. «Εγώ θα σκοτώσω εσένα» του λέει. Το πιστόλι του δεν το κρατούσε απάνω του. Ο πατέρας μπήκε στη μέση. Εγώ είχα σκεπαστεί με το σεντόνι κι έφραξα τ’ αυτιά μου για να μην ακούσω, για να μη δω το σκοτωμό της μητέρας μου, που τον είχα σίγουρο…

Ο Μέναρτ ύστερα διέταξε αμέσως να γυρίσουμε πίσω. Ζεματισμένοι, νεκροί, μαζεύαμε όλα τα πράματά μας και ξαναμπαίναμε στο καΐκι. Καθώς έκαμε να μπει η μητέρα μου…

- Εσύ εντώ! και συνέχισε γερμανικά, θα μείνεις στο νησί και θα πεθάνεις από την πείνα και τη δίψα. Είχαμε ένα κανάτι γλυκό νερό, το πήρε μονάχος του, το άδειασε από το γλυκό νερό, το γέμισε θάλασσα και το άφησε κοντά της…

Ήτανε κατασκότεινα καθώς φεύγαμε και βουβαμάρα. Μόνο ο ήχος της βενζίνας ακουότανε. Και η μητέρα μου που μας φώναζε από την ακτή:

- Μη με ξεχάσετε!

- Ελενίτσα μου, μη με ξεχάσεις! Ακούς, Ελενίτσα μου!

- Θα γυρίσω, μαμά, εγώ να σε πάρω…

Μα είχα την πεποίθηση πως αυτά τα λόγια ήσανε τα τελευταία που άκουσα από της μητέρας μου το στόμα.

Σαν ήτανε κοντά να φτάσουμε στην Αγια-Γαλήνη - εγώ και τ’ αδερφάκι μου κλαίαμε φωναχτά σ’ όλη τη διαδρομή – διάταξε ο Μέναρτ τον καπετάνιο να γυρίσει πίσω στο ξερόνησο. Ξημέρωνε, είδαμε πια τη μητέρα μου που καθότανε σε μια πέτρα κι έκλαιγε. Διάταξε ο Μέναρτ να σηκωθεί και να μπει στο καΐκι. Καθίσαμε πάλι όπως πριν κολλητά οι τέσσερις. Τα παιδιά από μέσα, οι γονείς απ’ έξω και δεν επάψαμε να κλαίμε. Ακουμπούσα στη μητέρα μου και δεν μπορούσα να πιστέψω πως  την ξαναείχα κοντά μου… Έτσι ζήσαμε μεις κοντά στους Γερμανούς. Όπως έλεγε η μητέρα μου «με την ταφόπετρα απάνω στο στήθος».

… Για να μη σας κουράσω, δε σας λέω άλλα… μα σαν έχετε όρεξη ν’ ακούτε… Έχουμε καιρό…

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA