ΦΩΤΗΣ ΦΩΤΕΙΝΟΣ

 

ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙΑ

 

 

 

Εκεί στον Κορινθιακό βρισκόταν το λιμανάκι της Αλυκής. Ούτε ο πουνέντες ούτε ο σορόκος μηδέ κάνα θαλασσινό δαιμόνιο το ’πιανε. Να πεις πως είχε τίποτα χτιστό; Δυο μεγάλες ξέρες σα δράκοι κλείνανε το έμπα του λιμανιού. Αυτό ήταν όλο. Στ’ ακροθαλάσσι αραγμένες κάτι ψαρόβαρκες. Ολόγυρα στην αμμουδιά δέκα ως δεκαπέντε καλυβόσπιτα. Πέρα, στο δεξί σου χέρι, τ’ αυλάκια της Αλυκής, που φάνταζαν απ’ ώρα δρόμο. Και στις πλάτες, ένα στεφάνι από υψώματα, που όξω από το Κορομίλι, που ήταν γιομάτο πεύκα, τ’ άλλα στέκονταν ολόγυμνα από δέντρα και φράζανε το λιμάνι απ’ τους στεργιανούς αγέρηδες.

Πριν καλά καλά αρχινάει να ξεπροβαίνει η Αλυκή, καθώς είσαι πάνω στα υψώματα, μια και δυο ώρες αλάργα κι απλώνεται η θωριά σου στ’ ακρογιάλι, και συ δεν ξέρεις γιατί, νιώθεις να σου φεύγουν μονομιάς όλα τα κόπια, να λαφρώνουν τα πόδια σου, να μακραίνει η ανάσα σου και να λιγοστεύει ο δρόμος. Μαντεύεις σάμπως στ’ απάνεμο αυτό λιμανάκι, που με τόση λαχτάρα αγναντεύεις, σίγουρα θα μπορέσεις με το παραπάνω να ξαποστάσεις.

Η ζωή στην Αλυκή κυλάει απάνεμα, σαν το λιμανάκι, ήρεμα καθώς τη λαχταράει η ψυχή σου. Στ’ ανοιχτά, την πάσαν ώρες ψαρόβαρκες μ’ άσπρα πανιά. Αν καρτεράς το γυρισμό, θα δεις τους ψαράδες θλιμμένους και τα δίχτυα άδεια. Κι εκείνοι οι χάνοι με το πλούσιο χρυσάφι, απαρνήθηκαν τους ταπεινούς. Και τα κουτσούβελα καρτεράνε και τα καλυβόσπιτα γκρινιάζουν. Τότες οι νοικοκυραίοι πώς να καθίσουν με σταυρωμένα τα χέρια; Δουλεύουνε κάτι στρεμματάκια αρρωστημένο στάρι. Σκαλίζουν κάτι λίγες ρίζες λιόδεντρα.

Έκαιγε ο ήλιος εκείνο το μεσημέρι. Αναμμένα ήσαν τα βότσαλα κι η άμμος. Να γελαστούμε εμείς δεν μπορούσαμε. Το χαρτί στην πέτσινή μας τσάντα φανέρωνε τον καιρό. Μήνα και μέρα. Το ’λεε  καθαρά: «Την τάδε μέρα θα ’ρθει ο Ζαχαριάς. Την τάδε θα κινήσετε για το Γαλαξίδι». Ο καθένας όμως μπορούσε να γελαστεί και να πει πως είναι και θέρος. Τόσο φωτιά ο ήλιος. Κι ύστερα πού να το διαβάσεις; Μερολόγια και στολίδια, μήτε οι φτωχοφαμίλιες μήτε το ταβερνάκι του μπαρμπα-Νικόλα ξέρανε.

Από το λιοβάρεμα είχαμε βουτήξει. Πώς να τη χορτάσεις τη θάλασσα. Όσο σε χαϊδεύει με το νερό της, με το μίλημά της, τόσο λιγώνεσαι και ριζώνεις αντάμα της. Κι είχαμε κοντά χρόνο να ζήσουμε λίγη ώρα με χάδια, με παιχνίδια, με ξενοιασιά. Δε σου λέω πως πιο όμορφο πανηγύρι δεν είναι να οδοιπορείς μερόνυχτα, οργώνοντας τα ρουμάνια και τις βουνοκορφές, να σταματάει η πνοή σου στην ενέδρα, να φουντώνει η ψυχή σου στη μάχη. Όμορφο πανηγύρι να παίζεις με το θάνατο. Όμως, ίδια όμορφο πανηγύρι να παίζεις και με τη ζωή. Όχι έτσι σα μεγάλη κουβέντα.

Τρεις ήμασταν. Οι δυο μικροί καπεταναίοι κι εγώ. Ο Βόλγας κι ο Δήμος. Και πώς να μη χαλάσει ο κόσμος κείνο το μεσημέρι, που του Βόλγα η φυσαρμόνικα πήγαινε να σπάσει. Τρικυμισμένα τα στήθια του χύνανε τη μουσική γεμάτη ζωή και πάθος. Ο Δήμος, με κάτι ποιήματα στο χέρι, να λέει. Να ροδινίζει το πρόσωπό του από χαρά.

Και κείνη τη στιγμή, α, εκείνη τη στιγμή – έγια μόλα, παιδιά! έγια λέσα! – να προβαίνει ο Ζαχαριάς. Ν’ αγγίζουν οι ελανίτες. Ν’ αχολογάει η αμμουδιά. Να ρίχνει άγκουρα το καΐκι. Να βγαίνουν οι μπουρλοτιέρηδες στη στεριά. Οι ταπεινοί της Αλυκής ν’ αγκαλιάζουν τους πρωτογιούς της θάλασσας. Κι όλοι με μια πίστη να τραγουδάμε… Κι όλοι με μια φωνή να ξεσπάμε…

Και μια να φωνάζει ο Βόλγας: ζήτω! Και να φιλάει την άμμο. Και μια να φωνάζει: λευτεριά! ο Δήμος κι ύστερα ένα, δυο, τρία και χοπ! στη θάλασσα! Και να πετάμε στον αγέρα καπέλα, σακίδια. Τ’ ακροθαλάσσι να ανασταίνεται, ως και τα βότσαλα να χαίρουνται και να ψιθυρίζουν.

Η φυσαρμόνικα του Βόλγα ν’ αντιλαλεί τις λαχτάρες μιας γενιάς που ξέρει να πέφτει σα χρειάζεται. Να βροντοφωνάζει ο Δήμος τους στίχους του Μαγιακόφσκι. Κι οι ψαράδες να γίνουνται παιδιά και να μεθάνε με τη χαρά μας. Να στήνει χορό η ξανθιά ψαροπούλα κι οι ελανίτες να τραγουδάνε, όλο να τραγουδάνε.

Κάτι τραγούδια, Θεέ μου! Αυτοί τα λέγανε και τα δικά τους σωθικά ένιωθες να σπαράζουν. Μα κάτι τραγούδια! Μικρός λόγος να πεις χιλιοζυμωμένα με τη φωτιά καν με το αίμα. Για τη θάλασσα, για κάτι ξερονήσια, για Ακροναυπλίες, για τη λευτεριά, για την καλή τους! Αχ αυτή η καλή τους! Μια αγάπη απέραντη για τη ζωή που ο λογισμός δε μπόραγε να χωρέσει. Απέραντη σαν το πέλαο που τους έθρεφε, σαν το πέλαο που όριζαν…

Στην αρχή είπαμε όχι. Μα σαν επέμενε η ξανθιά ψαροπούλα, τα πράματα άρχισαν ν’ αλλάζουν.

- Μικροί καπεταναίοι! Ελάτε! φτωχικά πράματα. Λίγο ψωμοτύρι. Μα ελάτε!

Και ψες απόκαμε να μας παρακαλάει για το γιόμα. Πού να πάμε όμως! Σειρά το ίδιο κορδόνι δε γίνεται. Πέντε μέρες και δω, από τότε που βάλαμε πόδι στην Αλυκή, μας φίλεψε στο σπιτικό της. Όξω καρδιά κοπέλα. Δε λέω. Κι η μάνα της καλή ψυχή. Μα να γίνουμε πάλι βάρος, όχι. Απ’ την μπουκιά τους μας τάιζαν κι η μπουκιά έχει και τελειωμό.

- Μα ελάτε σας λέω!

Να ξαναπείς όχι; Το ’βλεπες καθαρά πως ήταν όλο παράπονο. Εμείς μιλιά. Φαίνεται όμως πως κι οι τρεις αποζητούσαμε μια τέτοια συντροφιά. Γιατί, πώς να το ’ξηγήσεις, που και τα τρία στόματα μονομιάς είπαμε «πάμε».

Κάθε μέρα πορπατάγαμε το δρόμο αυτό παραλία παραλία από τη μέρα που βρεθήκαμε δω κάτου. Πέντε μεσημέρια, αντάμα κι η ψαροπούλα.

Την απαντήσαμε σαν φτάσαμε την πρώτη μέρα στην Αλυκή.

Γύριζε από τα ξύλα. Στην αρχή ακούσαμε τη φωνή της. Κρούσταλλο. Καθώς φώναζε στα φορτωμένα ζα που τράβαγαν στο μονοπάτι. Μετά, μόλις την πήρε το μάτι μας ανάμεσα στα λιόδεντρα να βγαίνει ολόρθη, καμαρωτή. Φάνταζε στα μάτια μας σωστή νεράιδα του δάσους.

Σφίξαμε τα χέρια μας. Είπαμε τα ονόματά μας. Κι ύστερα μια φλυαρία σάμπως να γνωριζόμασταν από χρόνια.

Δεν ξέρω γιατί έβγαλε το μαντίλι της. Μα δεν έκαμε κι άσκημα. Χρυσάφι χύθηκε στο λαιμό της.

- Πού το βρήκες τόσο χρυσάφι; είπε γελώντας ο Βόλγας.

- Η μάνα μου, η θάλασσα, ο ήλιος κι η αλμύρα.

Το ίδιο μπορούσες να τη ρωτήσεις για το κυπαρισσένιο της κορμί, τα ματωμένα χείλια της. Και μόνο γι’ αυτά; Για τη γλυκάδα που ’χυνε το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο σαν αναμμένο ψωμί. Και στερνά, για όλο το γαλάζιο όραμα που απλώνονταν στα μάτια της.

Γίναμε φίλοι. Κι από τότε, κάθε μεσημέρι μας φίλευε στο σπιτικό της. Σαν αδέρφια μας αγαπούσε. Κι η μάνα της σωστά παιδιά της μας είχε.

Και καθώς καθόμαστε γύρω στο χαμηλό τραπέζι κι έγλυφε η θάλασσα την αμμουδιά – να ένα βήμα αλάργα μας κι απλωνόταν η θωριά σου πέρα στο πέλαο, η ψαροπούλα μας ιστορούσε για τα μυστικά του νερού, για την ψαρική, για τους καιρούς, για τα όνειρά της.

Αληθινό παιδί γινότανε σαν έλεγε πως ένα απ’ αυτά ήταν να αδράξει στα χέρια της, δικά της όμως, καταδικά της, τη φυσαρμόνικα του Βόλγα, τα ποιήματα του Δήμου και το δικό μου πέτσινο σακίδιο. Κι έλεγε πως χωρίς αυτά η ζωή της δε θα ’χε αξία. Και να χρωστάμε χάρη σ’ αυτά, που τ’ αγάπησε και πρόσεξε κι εμάς…

Μα την αλήθεια! Η ψαροπούλα είχε ριζώσει στην καρδιά μας.

Όχι γιατί μπορούσες να φανταστείς τίποτα αλλόκοτα πράματα για τις στιγμές που ζούσαμε. Αλλά να, ήταν ένα κομμάτι από την ομορφιά της Αλυκής. Ένα κομμάτι από το γαλάζιο όραμα της θάλασσας. Γιατί η λαλιά της, η καρδιά της ήτανε ένα δεύτερο λιμανάκι, μέσα στο απάνεμο λιμάνι της Αλυκής.

Κι άπλωνε, γαλήνευε η ψυχή μας. Έσβηνε όλη η αγριάδα που ένα χρόνο μας συντρόφευε στις μπόρες και στα κατσάβραχα. Μας θύμισε το σπίτι μας. Τους φίλους. Ξαναζεστάθηκε η καρδιά μας…

Και να που τώρα οι μικροί καπεταναίοι κι η ξανθιά φίλη μας καρφώθηκαν βουβοί, συλλοϊσμένοι. Ψέμα να πεις πως είχαμε αποστάσει απ’ το σημερινό πανηγύρι. Και το κρασί, που άλλη φορά ξέραμε πως μας ανάσταινε, μηδέ τ’ αγγίξαμε.

Και γίναμε ξαφνικά φλύαροι. Ό,τι δεν είχαμε πει σ’ όλη μας τη ζωή, πως θέλαμε να το πούμε τη στερνή τούτη ώρα. Για τη λευτεριά. Για το λυτρωμό που προσμένει η τυραγνισμένη γης. Για τις λαχτάρες του νέου κόσμου που γεννιέται. Για το μέλλον μας. Α, ναι θυμάμαι. Ο Βόλγας έλεγε για τις σπουδές του. Θα γινότανε μηχανικός να χτίσει τα καμένα χωριά. Κι ο Δήμος θα ’φτιαχνε όμορφους στίχους για την αγάπη, για τη ζωή, για την ειρήνη.

Κι η θυγατέρα της θάλασσας μας άκουγε και καμάρωνε. Κι ήθελε να μιλήσει κι αυτή. Μα ήμαστε τόσο φλύαροι εμείς. Κι ύστερα ο Ζαχαριάς έγνεφε πως φεύγουμε… Τότε κάρφωσε τα μάτια της γεμάτα έννοια στην άκρη της ξέρας.

- Το πρωί πίσω στο ξωκλήσι της Κοίμησης τα είδα. Δεν ξέρεις πότε θα ’ρθουν. Πού πάνε. Φαίνεται να πέρασαν πολλές καταιγίδες. Έχουν όμως κάποιο σκοπό…

Στην αρχή τα χάσαμε. Τι έπαθε η ψαροπούλα;

- Μια στιγμή. Να κοιτάχτε.

Κι είδαμε. Και νιώσαμε. Έδειχνε κάτι άγρια θαλασσοπούλια…

Τότε μιλήσαμε και μεις. Είπαμε πως γρήγορα θα ξανάρθουμε, σα βαρέσει ο λυτρωμός. Έτσι, για ν’ απιθώσουμε στα χυτά πόδια της τη φυσαρμόνικα ο Βόλγας, τους στίχους ο Δήμος, το σακίδιο εγώ.

Κι άναψε η ψαροπούλα. Και μας είπε σφίγγοντας τα χέρια μας:

- Να, εκεί ψηλά στο Κορομίλι. Θα καρτεράω μερόνυχτα στην Αθήνα. Ν’ αγναντέψω πρώτη τη λευτεριά. Και μετά εσάς… να, δηλαδή, τα δώρα σας…

 

Πέρασε από τότε καιρός.

Και κάποτε έφτασα στο ξωκλήσι της Κοίμησης και κατηφόρισα στο λιμανάκι της Αλυκής. Η ανάσα μου είχε κοπεί. Στη ρίζα μιας ελιάς έπεσα να ξαποστάσω. Εκεί, σ’ ένα κλαδί, κρέμασα και το σακίδιο. Κι ο λογισμός μου ταξίδευε πριν κάμποσους μήνες πίσω. Ναι, τότε που τρέχαμε μια ομάδα κυνηγημένοι αγωνιστές, ξεσκίζοντας το σκοτάδι και τα στοιχειά του χειμώνα. Κι ήταν Γενάρης. Και μας πολεμάγαν οι Γερμανοί. Πού να βάλει ο νους σου, πως μετά τη λευτεριά θα ’παιρναν τη θέση τους οι Εγγλέζοι…

Βάραιναν τα μάτια μου. Μα ο ύπνος πού να κολλήσει. Είχα παγώσει ολόκληρος. Κι αυτά τα σκυλιά αλυχτούσαν τόσο άγρια. Μια μπόρα σε λίγο θα ξέσπαγε. Σηκώθηκα.

Λίγα βήματα αλάργα ήτανε το σπιτάκι της ψαροπούλας. Προχώρησα και χτύπησα. Ένα λυχνάρι θαμπόφεγγε. Θα ’τανε σηκωμένοι.

Άνοιξε η πόρτα. Και φάνηκε η ψαροπούλα.

Στην αρχή τα ’χασε. Μετά φεγγοβόλησε.

- Ήρθανε! Οι μικροί καπεταναίοι! Μάνα, ε μάνα! Οι μικροί καπεταναίοι!

- Ας κοπιάσουν μέσα. Τέτοια παγωνιά. Σε καλό τους! ακούστηκε από μέσα.

- Πού τους άφησες; ρώτησε η ψαροπούλα.

- Να πιο πάνω! Έρχονται.

- Πάμε, είπε, φορώντας μια κάπα. Τραβήξαμε στο μονοπάτι. Με κόπο ανάσαινες απ’ τον αγέρα.

- Πάλι καλά που ζήσατε! Είσαστε παλικάρια!

- Με το παραπάνω!

- Και τα δώρα! Μα για στάσου! Τι έχεις! Δε χαίρεσαι που ήρθατε;…

Φτάσαμε στο λιόδεντρο που πριν έπεσα να ξαποστάσω.

- Τα δώρα, είπες; Να τα, εδώ!

Πήρα το σακίδιο.

- Μα πού είναι οι μικροί καπεταναίοι, δεν ακούω τίποτα.

- Περίμενε, καλή μας συντρόφισσα, και θ’ ακούσεις τη λαλιά τους.

Πήρα το σακίδιο. Έβγαλα τους στίχους του Μαγιακόφσκι. Πήρα και τη φυσαρμόνικα.

- Η φυσαρμόνικα. Παίξε δυνατά! Έτσι, να μας ακούσουν καθώς έρχονται. Παίξε δυνατά! Όπως εκείνο το μεσημέρι ο Βόλγας στην παραλία. Να χαρούμε! Να γλεντήσουμε που ζήσατε! Ζήτω οι μικροί καπεταναίοι!

Κι εγώ έβαλα τη φυσαρμόνικα στο στόμα. Ένας κόμπος μου ’δενε το λαιμό.

Και τότε… Στο πηχτό σκοτάδι, στον αγέρα που άγρια μούγκριζε – συχώρα με, ψαροπούλα μου, που άλλο τραγούδι λαχτάρησες κι άλλο μπόρεσα να σου παίξω – χύθηκε, απλώθηκε πένθιμα:

«Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…»

Έκλαιγε η ψαροπούλα, που ’νιωσε πια. Βόγκαε η γης…

Την έπιασα απ’ το χέρι κι ανεβήκαμε ψηλά.

- Ψαροπούλα, τα μάτια σου είναι όλο φως. Δεύτερος ήλιος για τους μικρούς καπεταναίους. Σχίσε το σκοτάδι. Ανέβα στον Κιθαιρώνα κι άπλωσε τη ματιά σου στο ριζό του γέρου Υμηττού. Πιο κάτω. Να εκεί… Στη «Σωτηρία». Αυτοί είναι. Ο Βόλγας κι ο Δήμος.

Μόνο που στα χέρια τους δεν κρατάνε τη φυσαρμόνικα και τους στίχους του Μαγιακόφσκι, αλλά ένα μπουκαλάκι μπενζίνα…

- Ώστε;

- Ναι, πέσανε. Μην κλαις. Να τ’ ακούμε όχι για να κλαίμε. Να γινόμαστε θεριά.

Κούνησε το κεφάλι της.

- Ο Δεκέμβρης…

Μετά έβαλε τη φυσαρμόνικα και τους στίχους στο σακίδιο.

Η θάλασσα φουρτουνιασμένη ξέσπασε πάνω στα βράχια. Ο αγέρας σφύριζε άγρια. Το πηχτό σκοτάδι έσκισε αστραπή.

- Καλή μου συντρόφισσα, γεια χαρά.

- Φεύγεις;

Σφίξαμε τα χέρια μας.

Ύστερα άλλη αστραπή. Η ψαροπούλα γύρισε κατά την ξέρα. Κάτι φτερουγίσματα ακούστηκαν.

- Τα θαλασσοπούλια… Ίσως και να ’ναι τα ίδια… Δεν ξέρεις πότε θα ’ρθούνε… Πού πάνε… Και φαίνεται να περνάνε πολλές καταιγίδες… Μα έχουν όμως κάποιο σκοπό.

Ξανασφίξαμε τα χέρια μας.

Μια τρίτη αστραπή. Η ψαροπούλα είχε σκύψει στο σακίδιο… Σάμπως να το χάιδευε. Κι ύστερα κάρφωσε τα μάτια της προς την ξέρα… Στ’ άγρια θαλασσοπούλια.

Η καρδιά μου κι η γροθιά μου ήταν σφιγμένα. Η μπόρα ώρα την ώρα θα ξέσπαγε. Κάτι ένιωσα στα μάτια μου να κυλάει. Θαρρώ πως ήταν δυο δάκρυα… Ίσως και να ’τανε οι πρώτες ψιχάλες…

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA