ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΗΣ

 

ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

 

Μάνα μου, ακούω κανονιές, μάνα μου, ακούω βρόντους

μάνα μου, ακούω βουητό κι αναφτερά η καρδιά μου.

 

Γιόκα μου, μπόρα πλάκωσε κι αράδα μπουμπουνίζει

κι αστροπελέκια πέφτουνε κι αναφτερά η καρδιά σου

 

Μάνα μου, βλέπω αναλαμπές κι οσμίζουμαι μπαρούτι,

ακούω φωνές κι αλαλητά και το ταβάνι σειέται.

 

Γιόκα μου, γάμος γίνεται στης Αθηνάς το σπίτι

κι οι χορευτές είναι πολλοί και το ταβάνι σειέται

 

Μάνα μου, ακούω κλάματα, μάνα μου, ακούω βόγκους

ακούω διάτες, προσταγές, σφυρίγματα από σφαίρες.

 

Γιόκα μ’ θα χειροτέρεψες κι η θέρμη σου θ’ ανέβει.

Πουλάκια παίζουν στα κλαδιά και τα παιδιά τους κλέφτες.

 

Μάνα, πες μου, τι γίνεται; Μολόγα τι μου κρύβεις;

Γιατί τα χείλη σου γελούν, τα μάτια σου δακρύζουν;

 

Γιόκα μου, όλα στα μολογώ· τίποτα δε σου κρύβω,

Τα μάτια σου θα σε γελούν· ούτε γελώ ούτε κλαίω.

 

Μάνα μου, ο κόσμος καίγεται κι εσύ με ξεπλανεύεις

Γρήγορα φέρ’ τα ρούχα μου, φέρε και τ’ άρματά μου

 

Γιόκα μου, ανασηκώθηκες και πιο καλά μου φάνης

Σύρε, παιδί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA