ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

ΤΙΤΙΚΑ

 

Στην αρχή έλεγαν ξέλεγαν. Μια το πιστεύαμε, μια δεν το πιστεύαμε. Παιδευόμασταν ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Να την είχαν σκοτώσει στ’ αλήθεια! Μπα, ψέματα θα ήταν. Εκεί όπου είχαμε αποκλειστεί, έφταναν τόσες διαδόσεις που δεν έβγαιναν όλες σωστές. Έτσι, με την ελπίδα του αβάσιμου, με άλλα που πλάκωσαν αργότερα είχαμε ξεχάσει κιόλας αυτή την ιστορία.

Τώρα όμως δεν είναι ν’ αμφιβάλλει κανένας. Η φημερίδα που μας ήρθε σήμερα το γράφει καθαρά. Στο μακρύ κατεβατό, που θυμίζει κατάλογο παπάδων στα μνημόσυνά τους, μας σταματάει ένα όνομα και τρεις γραμμούλες:

«ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ ΤΙΤΙΚΑ. Εκτελέσθηκε από εθνοφύλακες και μπράβους στις 8/5/45 κατά το γιορτασμό της συμμαχικής Νίκης».

Μ’ αυτές τις αράδες πέρασε στην αθανασία. Της έβαλαν και αύξοντα αριθμό, 489. Αν όμως κι οι άλλοι τετρακόσιοι τόσοι έμοιαζαν έστω και λίγο της Τιτίκας, αν έφταναν κάπως το κοριτσίστικο ανάστημά της, ε! τότε μπορούμε να πούμε πως η Απελευθέρωση κι η Νίκη δε θα μας στοίχισε λιγότερο απ’ την Κατοχή.

Καημένη Τιτίκα! Πού να το φαντάζονταν πως θα ’πεφτε στην ελεύθερη πατρίδα, την ημέρα μάλιστα του γιορτασμού, από ελληνικό χτύπημα κιόλας. Όποιος πει στο εξής πως υπάρχουν στον τόπο μας κανίβαλοι, δε θα ξεστομίσει τίποτε το υπερβολικό. Την έφαγαν αληθινά, την έφαγαν κι αυτήν μαζί με τόσους άλλους δικούς μας.

Ποια ήταν η Τιτίκα; Θα ’πρεπε να τη μάθουν κι όσοι δεν την ξέρουν. Αλλά τι να πρωτοπείς εδώ πέρα; Ένας αγώνας δυο και τρίω και τέσσερω χρονώ δε μολογιέται από έναν άνθρωπο σε δυο και τρεις και τέσσερις σελίδες. Χίλια στόματα θέλει, ν’ ανιστοράν χίλιες μέρες, ούτ’ ένα λιγότερο, ούτε μια παρακάτου.

Ήταν ανθυπολοχαγίνα του ΕΛΑΣ απ’ τη Μακεδονία, παλιά προσφυγική οικογένεια. Άφησε τα χαρτιά του σκολειού και πήρε στο χέρι της όπλο. Εκείνα που γράφαν στα βιβλία τα πίστευε αυτή: πίστευε στη λευτεριά και στην πατρίδα. Δε ζήτησε άδεια απ’ τους δασκάλους της ούτε ρώτησε τον καταχτητή. Πήρε τα βουνά μοναχή της και πήγε ν’ ανταμώσει τους σταυραϊτούς. Από κείνη την ώρα είχε αποφασίσει κιόλα τη ζωή της.

Μονάχα όποιος πέρασε από τέτοιους δρόμους, εκείνος μπορεί ν’ αναμετρήσει την προσπάθειά της. Το αντάρτικο δεν ήταν ρομαντική περιπέτεια, ένα έκτακτο για να περνάει η ώρα. Ήταν καθημερινό πάλεμα με το κρύο, την πείνα, την ψείρα, την πορεία, την αϋπνία και αδιάκοπα, μέρα και νύχτα, με τον εχθρό. Πώς άνθεξε σ’ αυτά τα βάσανα μια κοπελίτσα δεκαεφτά χρονών; Είχε πάρει την απόφαση, γι’ αυτό. Και θέλοντας να φανεί πιο χρήσιμη στο σκλαβωμένο λαό μας, επέμεινε να μπει και στη σχολή εφέδρων. Βγήκε με το βαθμό του αξιωματικού, μαζί με τ’ αγόρια που τα παράβγαινε φιλότιμα σ’ επίδοση πολεμική.

Εμείς τη γνωρίσαμε αργότερα, στην Ήπειρο, αρχές αυτού του χρόνου. Είχαν έρθει τμήματα απ’ αλλού, χιλιάδες στρατός, να λευτερώσουν μαζί μας και το τελευταίο κομμάτι που το καταπατούσαν ανάξιοι Έλληνες – αυτοί οι ίδιοι που απλώθηκαν σήμερα σ’ όλη τη χώρα. Τέλος πάντων, τι να τα λέμε; Είναι πράματα γνωστά. Όλος ο κόσμος τα ξέρει.

Όταν λοιπόν έφυγαν οι άλλοι, αυτή έμεινε μαζί μας. Την κρατήσαμε στη δική μας μεραρχία, με απόσπαση που λεν. Είχαμε κι εμείς αντάρτισσες στην έδρα, ολόκληρη διμοιρία, όμως γυναίκα μ’ αστέρι δεν είχαμε. Γι’ αυτό την κρατήσαμε, σαν ένα καμάρι.

Τρώγαμε στην ίδια λέσχη, τη βλέπαμε κάθε μέρα. Κι είχε γίνει σ’ όλους μας αγαπητή. Απλή στο φέρσιμο, πρόσχαρη αλλά και σοβαρή, όλο ζωντάνια κι αισιοδοξία, με τη φλόγα μες τα μάτια, με τις μπούκλες κάτω απ’ το δίκοχο, γεροδεμένη παλικαροπούλα, με το πιστόλι περασμένο στη μέση, δεν έχανε καθόλου απ’ τη χάρη της με τη στολή την αντρική ούτε απ’ την ευπρέπεια στην αλέγρα συντροφιά με φίλους.

Είμαι βέβαιος πως, εκείνον τον καιρό τουλάχιστον, δεν πήγαινε καθόλου ο νους της σε τίποτε άλλο έξω απ’ τον αγώνα ούτε κι απ’ το μυαλό των συντρόφων της περνούσε τίποτε το πονηρό. Ήταν αφοσιωμένοι όλοι και όλες στην άγια υπόθεση που με τόσα αίματα την είχαμε πληρώσει και την πληρώνουμε ακόμα.

Περιμέναμε άπραχτοι κάμποσο διάστημα, έπειτα μας ήρθε η απόλυση που δεν την είχαμε ζητήσει. Και σκορπίσαμε άλλος εδώ, άλλος εκεί, σα να βλέπαμε από μακριά την μπόρα που ’ρχόταν. Μυριζόμασταν πως οι χτεσινοί βλάμηδες των Γερμανών θα μας ζητούσαν το λόγο, με ξένες πλάτες φυσικά, γιατί αγωνιστήκαμε για την πατρίδα. Κι όσοι θα γλίτωναν απ’ το μαχαίρι, θα τους έχωναν στη φυλακή, αν δεν είχαν προφτάσει να φύγουν, ακόμα και πέρ’ από τα σύνορα της άμοιρης Ελλάδας.

Ταξιδέψαμε τρεις τέσσερις μέρες μαζί με την Τιτίκα. Αυτή τραβούσε για τη Μακεδονία, εμείς παραδώθε. Ήταν μαζί μας πολλοί, όλοι αυτοί σκορπίστηκαν ύστερα και δεν ξαναείδαμε ο ένας τον άλλον: αξιωματικοί, καπεταναίοι, αντάρτες που γυρνούσαν στα σπίτια τους πικραμένοι.

Αλλά η Τιτίκα, βρύση δροσιάς, δεν έχανε το κέφι της. Είτε απάνω σε μια σακαράκα είτε στο δρόμο που ερχόμασταν πεζοί, όλο αστειεύονταν, όλο τραγουδούσε:

               Εμπρός, ΕΛΑΣ, για την Ελλάδα,

               το δίκιο και τη λευτεριά…

Ή το άλλο:

               Ω, αντάρτες κατεβάτε

               από τα βουνά… - μπουμ!

Χαιρετούσε με το χέρι τους διαβάτες, εκεί που περνούσαμε κι εκείνοι την κοίταζαν με κάποια έκπληξη, αλλά ευχαριστημένοι. Ποιος μπορούσε να παρεξηγήσει αυτή τη νέα, την άδολη αντάρτισσα με τ’ αστέρι στην πλάτη;

Άλλος ζήλος της Τιτίκας ήταν οι φωτογραφίες. Τώρα που θα φεύγαμε είχε βγάλει πολλές, μάζεψε κι από τους άλλους. Τις κοίταζε και τις ξανακοίταζε, δε χόρταινε να τις βλέπει. Αυτά θα της έμεναν απ’ τον αγώνα, τα ενθύμια και τίποτε άλλο, ήταν εκεί μέσα τόσα πρόσωπα, όλες οι φίλες κι οι φίλοι απ’ το μεγάλο μας πανηγύρι.

Είχε και μια φωτογραφία της Λαϊκής Σκηνής μας. Την καμάρωνε, γιατί ήταν μέσα κι οι είκοσι πέντε ανταρτοηθοποιοί. Της έδειξα τότε γω μια άλλη, μεγαλύτερη, χρωματισμένη.

- Α, θα μου τη δώσεις! μου κατάγινε…

Επέμενε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος τις αλλάξαμε.

- Τι ωραία που είναι! έκανε σαν παιδί.

Και την τοποθέτησε με προσοχή, μ’ ευλάβεια, σαν κειμήλιο, μες στην πέτσινη θήκη της μαζί με τη φωτογραφία του στρατηγού που είχε ιδιόχειρη αφιέρωσή του: «Στη λαμπρή συναγωνίστρια Τίτο… (έτσι είχε περικόψει η ίδια τ’ όνομά της, από θαυμασμό στον ηρωικό στρατάρχη και σύμμαχό μας κατά του φασισμού).

Η Τιτίκα παρ’ όλη τη σοβαρή δράση της είχε μείνει στο βάθος ένα παιδί, ένα παιδί που πίστευε στην αλήθεια, στη φιλία, στη χαρά της ζωής. Η καρδιά της ήταν αθώα, δεν έβανε στο νου της το κακό.

Εκεί που θα χωρίζαμε στα Τρίκαλα, (ήταν έβγα Φλεβάρη), μου είπε με την παλιά της αφέλεια, μα και με κάποιον δισταγμό:

- Δε θα μου γράψεις κάνα ποίημα κι εμένα;

- Σαν τι θες να λέει;

- Να, ό,τι σου κατέβει…

Είχα υποχωρήσει τόσες φορές σ’ ανάλογες προτάσεις έτσι αφελείς, ώστε δε με πείραζε να παραβώ ακόμα μια φορά τις απαιτήσεις της υψηλής τέχνης. Έκατσα σε κάτι δέματα ξεφορτωμένα από το αυτοκίνητο, εκεί στη μέση του δρόμου, και μέσα σε λίγα λεπτά, της σκάρωσα κάμποσους στίχους. Μόλις θυμάμαι την αρχή και το τέλος:

 

               Απ’ τις αντάρτισσες που βρήκα

               σε τόσα μέρη που σεργιάνισα

               καμιά δε φτάνει την Τιτίκα,

               την άξια καπετάνισσα.

               …………………………………..

               Τώρα γυρνάει στο σπιτικό της,

               θα πάει να ιδεί τη μάνα της,

               εικόνα ζωντανή της νιότης,           

               της νιότης της αθάνατης.

 

Η Τιτίκα πήγε να πετάξει απ’ τη χαρά της. Της φάνηκε πραγματικό αριστούργημα.

- Α, πόσο θα χαρεί η μητέρα μου, έλεγε.

Συλλογιζόταν τη μητέρα της, με στοργή, με σέβας, γιατί απάνω στα βουνά μας, οι κοπέλες δεν είχαν ξεχάσει ποτέ τις οικογενειακές υποχρεώσεις τους, την αρετή.

Αλλά στην Τιτίκα δεν αρκούν τέτοιοι πρόχειροι στίχοι ούτ’ ένα σημείωμα βιαστικό. Σ’ αυτή την αφοσιωμένη επονίτισσα, που την ξάπλωσαν άναντρα στη Σαλονίκη οπλισμένοι κανάγηδες, υπηρέτες του χιτλερισμού, θα ’πρεπε να της γίνει ένα εγκώμιο μεγάλης πνοής. Είναι μια σωστή ηρωίδα που τιμά το κίνημα των νέων και όλο τον τιτάνιο αγώνα μας.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA