ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΙΝΗΣ

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛ ΝΤΑΜΠΑ

 

Ολόκληρες δέκα μέρες είμαστε «πολίτες της ερημιάς» στις ξερές αμμουδέρες της Ελ Ντάμπα. Μας αρπάξαν από τη ζεστή φωλιά μας και μες στα κρύα του χειμώνα, μας ερίξανε σ’ αυτό το ερημικό ακρογιάλι, που δεν μπορεί να ζήσει ζωντανό πλάσμα. Έτσι μοιάζουμε τώρα με λαχανικά, που τα ξεριζώσαν από τις βραγές τους και κοντεύουν να μαραθούν, γιατί δεν τ’ αγόρασε κανείς να τα φυτέψει στα περιβόλια…

Εμάς θέλουν να μας φυτέψουν στον άμμο! Μας εκλείσαν με πρωτόγονα μέσα στα 25 τετράγωνα του απέραντου στρατόπεδου 381. Το ’χουνε φτιάσει για αιχμαλώτους. Γι’ αυτό βλέπεις παντού αγκαθωτά σύρματα τριγύρω και κάτι ψηλές ξύλινες σκοπιές, που μοιάζουν με των αμπελιών τις βεργασούρες… Κι απάνου σε κάθε μια έχουν έναν αράπη και φυλάει με το δάχτυλο στη σκανδάλη του όπλου.

Μεγάλη πείνα μας έδερνε όλους. Τα παιδιά βέβαια πεινούσαν πιο πολύ από τους μεγάλους. Το κακό είναι που στριφογύριζε όλο στο φαΐ ο νους τους. Γεννοβολάει ανάλογα συναιστήματα κι έτσι αμέσως μετά το φαΐ νομίζεις πως έχεις καιρό αδειανό το στομάχι και βαράει Καραϊσκάκη!.. Σε τσιγουρίζει ολοένα η ιδέα της πείνας…

- Τι να κάνουμε για να ξεδώσει ο νους τους; ρωτάω το συνοδό μου.

- Ξέρω και γω…

- Τι λες; αν του φτιάναμε τίποτα κάλαντα για το νέο έτος;

- Καλά λες! Καλά… Με τα κάλαντα θα χαρούν, τα καημένα, θα διασκεδάσουν και θα ξεχάσουν την πείνα.

- Άιντε λοιπόν κι ο Θεός βοηθός!

Πιάνουμε χαρτί και μολύβι κι αρχινάμε. Γράφουμε, σβήνουμε, συζητάμε… Για ευκολία προβάρουμε τον ήχο, λέμε τραγουδιστά κάθε στίχο. Μας συνεπαίρνει ο ζήλος, αφοσιωνόμαστε στη δουλειά και ξεχάνουμε πρώτοι εμείς τα γουργουρητά της κοιλιάς μας και τις έγνοιες για τους δικούς μας.

- Χαρά που θα δοκιμάσουν τα παιδιά! μου λεν οι συσκηνίτες. Καθώς θα τ’ ακούσουν άξαφνα θα κρεπάρουν…

Μα τι μπορεί ν’ ακούσουν άξαφνα τα παιδιά; Απ’ όσα συμβαίνουν τίποτα δεν τους ξεφεύγει. Όλα τα παίρνουν χαμπάρι, όλα τα μυριζόνται. Σαν το καλό ζαγάρι που βγάνει τ’ αγρίμι κι από τα πιο βαθιά ρουμάνια. Έτσι πήραν αμέσως χαμπάρι και στείλανε αφουγκραστήδες στη σκηνή μας. Κρυφά μα κι αδιάφορα δήθεν κάθουνται δίπλα, στήνουν αυτί κι ακούνε. Ακούνε τους στίχους έναν έναν, μαθαίνουν τα λόγια και τα σιγολένε. Κάθε λίγο ένας πιτσιρίκος από τη μικρή ομάδα που παρακολουθεί κρυφά τις δικές μας πρόβες, τρέχει στους άλλους που είναι τραβηγμένοι στην πίσω πλατεία του τετραγώνου, στρώνουνται όλοι χάμου και σιγοτραγουδάνε τα κάλαντά μας. Με το μουρμούρισμά τους τα στρώνουν, τα ξακονίζουν όπου δεν είναι πετυχημένα στο μέτρο, αλλάζουν μερικές λέξεις και τα κάνουνε πιο απλά ναν τα καταλαβαίνει ο καθένας και να μη βρίσκει δυσκολία… Ως το μεσημέρι τα είχαν μάθει στην εντέλεια. Τότε σκορπίσανε στις σκηνές τους, κόβουν καλάμια και πελεκάνε ξύλα, ετοιμάζουνε τενεκέδες και δανειζόνται σκουριασμένες χύτρες, φωνάζουν σαν  πρόσχαρα σπουργίτια, που ’ναι χορτασμένα και τσιτσιρίζουν… Κι όλο τον αδιάφορο κάνουν. Μα συνεννοούνται στα πεταχτά με κάτι εκφραστικές ματιές και με συγκομμένες λέξες. Μας ευχαριστούν άμα τους δίνουμε τα γραμμένα φύλλα.

- Κάτι σκαρώνουν τα παιδιά, μου λέει κάποιος.

- Ό,τι κι αν σκαρώνουν καλό θα ’ναι! του κάνω.

- Μα είναι γιομάτα προφύλαξη και μυστήριο…

- Θέλουν να μας ξαφνιάσουν! του λέω. Θα ιδείς όμως πως κάτι καλό θα βγει από την προφύλαξή τους. Ξέρεις τι εξυπνάδα κινάει το παιδικό δαιμόνιο σαν πάρει το δρόμο της δημιουργίας…

Πραγματικά ήταν αποκάλυψη εκείνο που καταφέραν. Τα φανερώσαν όλα το βράδυ με τα σκοτάδια της νύχτας. Σε μια φωνή παρατήσανε το παιγνίδι, σκορπίσανε στις σκηνές τους, κρύψανε κάτι στις αιχμαλωτίστικες μαντύες τους και μαζωχτήκανε στην άκρη του τετραγώνου. Εκεί ξέσπασε ολόκληρη μουσική κουμπανία. Ξαραμούτζες, ταψιά, χύτρες, ντενεκέδες, κόσκινα – διάφορα συμπράγκαλα είχαν ετοιμασμένα, που το καθένα έβγανε κάποιον ήχο. Κι αρχίσανε σκηνή σε σκηνή να τραγουδάνε:

«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

κι αρχή καλός μας χρόνος

κι αυτούς που μας βασάνισαν

ναν τους ταράξει ο πόνος.

Αγιοβασίλης έρχεται

από την Καισαρεία

Φέρνει σε μας τους «πρόσφυγες»

γρήγορη ελευθερία!

Αγιοβασίλης έφερε

χίλια καλά στο χέρι.

Φέρνει και την κατάσταση

που το Λαό συμφέρει.

Εζούσαμε στον τόπο μας

όλοι με τη δουλειά μας.

Προδότες μας αρπάξανε

μέσ’ από τη φωλιά μας.

Στην Αφρική μας φέρανε

στα σύρματα μας κλείσαν

το ψάρι μες στα χείλη μας

χίλιες φορές μας ψήσαν.

Να φύγουμε απ’ τα σύρματα

πρώτα ο θεός να δώσει.

Με του Λαού τη δύναμη

κακός δε θα γλιτώσει!

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά

με τον καινούργιο χρόνο

θα πέσει ο μαύρος φασισμός

αντάμα με το θρόνο.

Με χίλια καλώς όρισε

και το καινούργιο έτος

Χιλιοχαρούμενη ζωή

στον κόσμο φέρνει εφέτος.

Γεια σου ηρωικό ΕΑΜ!

διώχνεις τη δυστυχία

και θεμελιώνεις με καλό

τη Λαϊκή ευτυχία!...

Σαν τραγουδήσανε σ’ όλες τις σκηνές και δώσαν και πήραν ευχές και φιλήματα, γυρίζανε γύρω γύρω τη συρματαριά και τραγουδούσαν και για τους φρουρούς αραπάδες. Για το χατίρι τους προσπαθούνε να τραγουδήσουνε αράπικο σκοπό, βροντώντας ανάλογα ντενεκέδες και τουμπερλέκια. Σα δεν τα καταφέρνουν, αρχίζουν ξαφνικά κάτι δικά τους επιφωνήματα με ρυθμικό τόνο:

«Έι βαλά!

Έι βαλά!

Ρε παπά

Τα παιδιά

Ζητάν γλυκά…»

Λέγαν και ξαναλέγαν ενθουσιασμένα. Κοντά τους αρχίσαν και οι αραπάδες κι έγινε του Κουτρούλη το πανηγύρι. Σα να ζωντάνεψε ο αμμόκαμπος από τα χτυπήματα του ξωτικού ταμ ταμ.

- Γλυκά, παπα-Ντίνο! Τ’ ακούς που σε τραγουδάνε;

- Πού να βρω γλυκά, ευλογημένοι!

- Να ζητήσεις από τους Άγγλους!

- Και θα μου δώσουν;

- Αφού έχεις νταραβέρια μαζί τους; Δε θα σου χαλάσουν το χατίρι.

- Θα ιδούμε! λέει ο πονηρός Λευίτης.

- Δεν έχει να ιδούμε και να ιδούμε παπα-Ντίνο. Ακούς πόσο αποφασιστικά τραγουδάνε και τ’ απαιτούνε… Λοιπόν, λάβε τα μέτρα σου.

- Καλά, καλά… Θα φροντίσω.

Φρόντισε και με ποιον τρόπο; Κανείς δεν ξέρει. Εκείνο που είδαμε την άλλη μέρα δείχνει πως είχε φροντίσει. Μια κασετίνα καραμέλες του φέραν οι Εγγλέζοι κι ο θεόχοντρος λοχαγός της Ιντέλιτζες Σέρβις. φώναξε τα παιδιά ο παπα-Ντίνος κι άρχισε να τους μοιράζει. 400 χέρια ήσαν απλωμένα. Σπρωξίδια φωνές και κακό γύρω από τον παπά.

- Έχει γούστο να του τα κάνουν της γριάς το σωρό! λέει κάποιος.

- Μην κακομελετάς! του κάνω.

Μα πριν προφτάσω να τελειώσω είχαν αναποδογυρίσει τον παπά κι είχαν σκορπίσει τις καραμέλες. Κι ήσαν όλοι μια μάζα, σαν το μελίσσι, που ’ναι κουλουμπωμένο γύρω στη μάνα.

Ώρα πολλή κυλιόσαντε στον άμμο. Κάποτε σηκώθηκε ο παπάς, τίναξε τα γένια του και τα τσαλακωμένα του ρούχα. Και γύρω του συγκεντρωμένα λίγα παιδιά στην αρχή, πλιότερα κατόπι, χτυπούσαν τα παλαμάκια και τραγουδούσαν στον αράπικο σκοπό:

«Έι βαλά

Ρε παπά

Τα παιδιά

Ζητάν γλυκά!»

- Τώρα κι άλλη μια φορά γλυκά!..

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA