ΚΑΙΤΗ ΝΙΚΟΛΕΤΟΥ

 

ΕΤΣΙ ΑΡΧΙΣΕ ΚΕΙΝΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ

 

Και είπαν πως φθάσαν πια οι κουρασμένες αρβύλες… Η αυλή ήταν γεμάτη νερά, όμως σε μιαν άκρη το δενδρόφυλλο χαμογέλασε το «καλώς όρισες» με τα βρεγμένα του φύλλα καθώς το φεγγάρι έσχιζε τα πηχτά σπλάχνα του σύννεφου και πρόβαινε μέσα στις ανταύγειες. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Το χέρι του, ένα χέρι παραμορφωμένο απ’ τις χιονίστρες, έψαξε να βρει έτσι από συνήθεια το κουμπί του ηλεκτρικού. Φαίνεται πως είχε ξεχάσει ότι στις τρώγλες σαν ετούτη εδώ μόνο καμιά λάμπα υπάρχει με δυο δάκτυλα πετρέλαιο και ραγισμένο γυαλί. Πάνω στα κρεβάτια με τα μαύρα στραβωμένα κάγκελα, τα σκεπάσματα άνοιγαν πελώρια στόματα γιομάτα γκριμάτσες και οι άπλυτες κάλτσες κοιμόσαντε ήμερα μπρος στα πόδια του κρεβατιού. Δεν μπορεί να ήταν όλο τόσο αποκρουστικά εδώ μέσα. Το παλιοτράπεζο με τα βρόμικα κατσαρόλια. Και τ’ ανοιγμένα βιβλία και τα ψίχουλα και τα πεταμένα ψιλογραμμένα χαρτιά. Και όμως ήταν έτσι ακριβώς το πρωί σαν έκλεισαν την πόρτα, μόνο λίγο πιο φωτεινά. Αλλά τα βράδια, όταν παίρνει τ’ ανηφόρι και τα πόδια αποκαμωμένα σέρνονται πάνω στα τρόχαλα και στις λάσπες και ο Λυκαβηττός βογκάει από πάνω και οι χιονίστρες τρώνε και το κρύο ξυρίζει, τότε ονειρεύεται πως κάποιος μπορεί να μπήκε όσο έλειπε εδώ μέσα, να σκούπισε το νωπό πάτωμα, να έστρωσε τα κρεβάτια, να σκέπασε μ’ ένα άσπρο κάτασπρο τραπεζομάντιλο το σανιδένιο τραπέζι. Ονειρευόταν πως αλλιώς θα τέλειωνε κείνος ο ανήφορος αν δεν μπορούσε να ονειρευθεί! Σήμερα όμως πίστεψε τόσο πολύ στ’ όνειρό του που στενοχωρέθηκε όταν είδε πως δεν ήταν αλήθεια. Μια μέρα σα σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς, θα ’πρεπε, δεν είναι έτσι; θα ’πρεπε να ήτανε αλήθεια…

Ξάπλωσε ανάσκελα στο ξέστρωτο κρεβάτι. Είναι καλό να μπορεί κανείς να απλώσει έστω και εκεί το κουρασμένο του κορμί όσο και να ’ναι κρύο το τζίβινο στρώμα όσο και τα καμποτένια σεντόνια να μυρίζουν αναλλαξά.

Παιχνίδιζε το φως της λάμπας με τις μαύρες χαραμάδες του ταβανιού. Κείνος τις κοίταζε τις μαύρες χαραμάδες που στάζουνε νερό και ήταν σαν άρρωστο παιδί που έφυγαν όλοι και το άφησαν μόνο και κείνο κοιτάζει το ταβάνι με παράπονο για να περάσει η ώρα. Το ταβάνι του σπιτιού τους είχε σχέδια από γύψο και χρωματιστά λουλούδια. Ήταν στην αρχή ο παράδεισος ήταν μετά η ζούγκλα, ήταν αργότερα ο ναός της θεάς που θ’ αγαπούσε…

Μετά ήρθε εκείνος, το ψιλόλιγνο αγόρι με τα βαθουλωμένα κι αξύριστα μάγουλα. Γέλασε το μαύρο του μουστάκι σ’ όλη τούτην την καλοπέραση και είπε: «γεια χαρά». Οι σταγόνες από τη βροχή γυάλιζαν ανάμεσα στα μαύρα του μαλλιά και ήταν η μιλιά του ένα γελαστό βαθύφωνο τραγούδι που ξέφευγε από το στόμα του, ενώ ανεβοκατέβαινε το καρύδι στον αδύνατο λαιμό του.

- Τι κρύο και τούτο δω! Τώρα άρχισε να ψιλοχιονίζει πάνω στον βασανισμένο κόσμο. Αυτό του ’λειπε: πείνα, φτώχεια, δυστυχία, τώρα έρχεται και τούτη η όμορφη άσπρη συμφορά. Πες… έφαγες τίποτα απόψε;

- Όχι, μουρμούρισε ο άλλος ανόρεχτα, γυρίζοντας τα μάτια του προς τον τοίχο τον υγρό.

- Δεν μπόρεσα και γω να περάσω από το στέκι να πάρω το φαγητό. Βρισκόμουνα στην άλλη άκρια του κόσμου, όμως αγόρασα ένα καρβέλι. Είπα: «τέτοια μέρα και να κοιμηθούμε θεονήστικοι δεν κάνει». Δε μιλάς; Γιατί δε μιλάς απόψε; Είσαι μήπως κουρασμένος; Καημένε Αντώνη, είναι σκληρός ο αγώνας, δε λέω, όμως πάντα η ψυχή μας είναι γιομάτη φως. Πέρα κει θα ξημερώσει όπου να ’ναι και θε να πάρουμε τη στράτα όλοι μαζί λουσμένοι από φως. Τριγύρω τα χορτάρια θα φυτρώνουν πάνω στη υγρή γη. Και θ’ ανέβουμε να σταθούμε ολόρθοι στην κορφή του λόφου εκεί αντίκρυ στον ήλιο. Θα τον κοιτάζουμε κατάματα, ώσπου να θαμπωθεί η ματιά μας, μετά θα γυρίσουμε να κοιτάξουμε κάτω τις γαλαζοπράσινες πεδιάδες και να ροβολήσουμε με τ’ όραμα του ήλιου στα μάτια κι ένα τραγούδι στην άκρη των χειλιών να πάμε να χτίσουμε σε τούτο δω τον κάμπο σε τούτη τη χώρα τον παράδεισο. Τότε το σπασμένο σου δοξάρι θα το ξαναενώσουμε!... Ναι, θυμάσαι κείνη τη μέρα που το ’σπασες κάτω στο γόνατό σου: Κρεμόντουσαν σαν αλυσίδα από δάκρυα οι χορδές. Σου είπα: «Γιατί το σπας, ε; τραγουδάει τόσο όμορφα στη μοναξιά μας!» Μου αποκρίθηκες, θυμάσαι, μου αποκρίθηκες: «Πιάνει πολύ τόπο μέσα στη ζωή μου και δεν πρέπει σήμερα». Μετά το πέταξες κάτω στο τραπέζι και έσβησαν οι αλυσίδες από τα δάκρυα… Αν το ’χες σήμερα θα ’παιζες ένα χαρούμενο τραγούδι που θα ’χε όλο το παράπονο της μοναξιάς ετούτη εδώ τη μέρα. Θα ’ναι βαρύ και από τα όνειρα των περασμένων, τα παχιά χαλιά, το σπίτι σου με τις μεγάλες τζάμινες πόρτες, τα άσπρα πακέτα γιομάτα προσδοκία… ένα χαρούμενο παιδί.

- Πάψε σου λέω, δε μετανιώνω για τίποτα, για τίποτα δε μετανιώνω.

- Όχι, δε σε κατηγόρησα, μη νομίζεις, δεν είπα πως μετάνιωσες, πως τάχατες ξέχασες το βαρύ σιδερένιο βήμα που σεργιανάει απέξω από τις πόρτες μας και μέσα στις καρδιές μας, είπα μονάχα πως δεν είναι άρνηση στον αγώνα να ομολογεί κανένας πως θυμάται τέτοιες στιγμές, παραμονή πρωτοχρονιάς, το σπίτι του, τη μάνα του… Την άφησα πριν από επτά χρόνια στο νησί μας και δεν την ξαναείδα από τότες. Τις μέρες σαν αυτή γέλαγαν τ’ άσπρα της μαλλιά κάτω από τη μαύρη τσεμπέρα με τα ξεβαμμένα κόκκινα τριαντάφυλλα… Είχε ωραία άσπρα μαλλιά η μάνα μου κι ήταν νόστιμη η πίτα με το σουσάμι που ακουμπούσε πάνω στην άσπρη τραπεζομαντίλα. Πόσες χρονιές δεν την ονειρεύτηκα έτσι στην εξορία με τα βαμμένα τριαντάφυλλα στα μαλλιά της. Μην το αρνιέσαι, είναι ανθρώπινο να σκέφτεσαι το σπίτι σου τέτοιες ώρες!... Κι όμως ποτέ δεν έλειψε από δίπλα της το όραμα μια πρωτοχρονιάς που τα φώτα θα ’ταν αναμμένα για όλους, που θα φιλιόμαστε μέσα στους δρόμους σε παραλήρημα χαράς, μια μέρα που θα γιορτάζαμε όλοι μαζί όπως εμείς μονάχα ξέρουμε να γιορτάζουμε…»

Έτσι είπε ή τουλάχιστο αυτά άκουσε ο άλλος… Σε μια στιγμή πετάγεται ολόρθος. «Αλλά να, θα δεις να γιορτάσουμε κι εμείς σήμερα την πρωτοχρονιά μας κι ας μας κρατάει η παρανομία μακριά από τα σπίτια μας και τους δικούς μας. Σήκω απάνω!» Με γρήγορες κινήσεις έστρωσε τα κρεβάτια, άρπαξε τα αφημένα πάνω στις καρέκλες ρούχα, τα έκρυψε σε μια γωνιά για να μη φαίνονται, άδειασε και σκούπισε το σανιδένιο τραπέζι, πήγε μετά βρήκε μια άσπρη πετσέτα σχεδόν καθαρή, ποιος ξέρει πούθε την ξετρύπωσε, την άπλωσε πάνω στο τραπέζι, πέρασε δυο τρεις φορές την παλάμη του από τα πάνω για να ισιώσει τις τσαλακωματιές, μετά στάθηκε, έριξε μια ματιά γύρω, κοίταξε το ρολόι του, πέρασε τα δάχτυλα ανάμεσα στα μαύρα του μαλλιά τ’ αχτένιστα. «Συγυρίσου και συ» είπε, «γιατί πλησιάζουν μεσάνυχτα». Μετά πήγε και έφερε το καρβέλι, το απίθωσε καταμεσής του τραπεζιού. Ο άλλος πλησίασε σχεδόν με δέος. Κοίταξαν τα ρολόγια τους. Είναι μεσάνυχτα. Το ψιλόλιγνο αγόρι παίρνει το σουγιά, μετράει με το μάτι να ’ναι ακριβώς στη μέση και κόβει με αργές κινήσεις το καρβέλι.

- Αδέρφι, Καλή χρονιά…

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA