ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

 

«ΕΙΣ ΑΤΟΠΟΝ ΑΠΑΓΩΓΗ…»

 

Την ημέρα της συγκέντρωσης του Σταδίου απάντησα τον αγαπητό και φίλτατό μου κ. Κοκό – που θα θυμούνται ίσως οι φίλοι μου της «Νέας Γενιάς».

- Αξιότιμε κ. Κοκέ, του είπα, έχω μια θαυμάσια έμπνευση για σήμερα. Φροντίζω πάντα για τις τέρψεις σου και δεν μπορώ να σου στερήσω από μιαν απόλαυση. Όπως θα ξέρεις, σήμερα έχουν στο Στάδιο συγκέντρωση οι Βούλγαροι.

- Ναι, μου είπε.

- Πάμε;

- Εγώ δεν είμαι Βούλγαρος, μου είπε ο εθνικόφρονας και βασιλόφρονας κ. Κοκός, που ανατρίχιασε σ’ αυτήν την αναπάντεχη πρόσκληση. Εγώ είμαι γνήσιος Έλληνας εκ πάππου προς πάππον εθνικόφρων και τραγουδάω «έτσι θέλουμε, θα τον φέρουμε».

Το έργο ήταν δύσκολο.

Αλλά έβαλα τα δυνατά μου να πείσω τον αξιότιμο κ. Κοκό ότι ήταν καθήκον του να δει αυτούς τους λίγους Βουλγάρους από κοντά,  που επρόκειτο να μολύνουν τον ιερό χώρο του Σταδίου, για να γίνει πιο φανατικός.

- Κι αν με δείρουν;

- Δε σε δέρνουν, κ. Κοκέ.

- Τότε έρχομαι.

Η αλήθεια είναι ότι η περιέργεια έτρωγε τον αξιότιμο κ. Κοκό. Κι αφού τον εβεβαίωσα πως δεν επρόκειτο κανείς να τον πειράξει – το ξύλο δεν του αρέσει του φίλτατού μου κ. Κοκού – τον πήρα απ’ το χέρι και ξαφνικά βρεθήκαμε μέσα σε μια φουρτουνιασμένη ανθρωποθάλασσα. Απ’ την πρώτη στιγμή ο φίλτατός μας κ. Κοκός άρχισε να χλομιάζει.

- Θεέ μου!

- Τι έπαθες, αγαπητέ μου;

- Τι είν’ αυτό; τι είν’ αυτό;

- Βούλγαροι, κ. Κοκέ.

Ο φίλτατός μου κ. Κοκός εγούρλωσε τα μάτια:

- Τόσοι Βούλγαροι μέσα στην Αθήνα! Πω, πω, πω! Δεν το φανταζόμουν λοιπόν! Ω, ω! Να κι ο κ. Χρήστος! Δεν το ’ξερα πως είναι Βούλγαρος! Κι ο κ. Γιάννης κι ο κ. Κώστας κι ο κ. Νίκος κι ο καθηγητής μας κι ο δεσπότης κι ο μπακάλης μας κι ο γαλατάς μας κι ο μπαμπάς της Φιφίκας ο γιατρός κι ο δικηγόρος κ. Αντώνης! Πω, πω πω! να και η Λέλα, η Σοφία, η Αφροδίτη, όλοι Βούλγαροι!

- Και Βουλγάρες, κ. Κοκέ

- Είναι απίστευτο.

- Όχι δα.

- Απίστευτο! Απίστευτο!

Ο αξιότιμος κ. Κοκός καθόταν πλάι μου στην κερκίδα και κάθε που αναγνώριζε ένα γνωστό του ή μια γνωστή του μέσα στη θάλασσα του πλήθους αναπηδούσε κι έτριβε τα μάτια του λέγοντας: «Κι ο Ιωακείμ! Βούλγαρος κι αυτός!» Ήταν κίτρινος. Και κυριολεκτικά εμβρόντητος. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ήταν δυνατό τόσοι και τόσοι άνθρωποι, που συνέβαινε να ξέρει για Έλληνες, ήταν πέρα πέρα Βούλγαροι, εχθροί της Ελλάδας. Και κάθε τόσο του ξέφευγαν φωνές: «Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν!» Έκανα ό,τι μπορούσα να τον συνεφέρω.

- Μην απορείς, φίλτατε κ. Κοκέ. Είναι Βούλγαροι όλοι. Καθώς βλέπεις όλη η Αθήνα είναι εδώ. Επομένως εσύ που είσαι λογικός πρέπει να βγάλεις το συμπέρασμα ότι δε βρισκόμαστε στην Αθήνα αλλά στη Σόφια.

- Με γλεντάτε, φίλε μου;

- Ποσώς!

- Μα θα με πείσετε στα σοβαρά ότι βρισκόμαστε στο Στάδιο της Σόφιας και όχι της Αθήνας; Δεν έχω χάσει ακόμα τα λογικά μου. Εξάλλου να που ψάλλουν τον εθνικό ύμνο.

- Είναι ο βουλγάρικος.

- Το «σε γνωρίζω από την κόψη;»

- Βουλγάρικος εκατό τοις εκατό.

- Με φουμαίρνετε, φίλε μου.

- Ποσώς, φίλτατέ μου κ. Κοκέ. Λόγο τιμής. Η χώρα αυτή που κατοικούμε ονομάζεται Βουλγαρία. Η πλειοψηφία του λαού της είναι Βούλγαροι. Υπάρχει τώρα και μια μειοψηφία ανάμεσα στην οποία περιλαμβάνεται και ο αξιότιμος μπαμπάς σου, που είναι οι Έλληνες. Λοιπόν, αυτοί οι Βούλγαροι που βλέπεις επολέμησαν, αγωνίσθηκαν, βγήκαν στα βουνά, μπήκαν στα χαϊδάρια, τουφεκίσθηκαν, πείνασαν, υπέφεραν, κι έγραψαν με το αίμα τους το έπος που λέγεται «αντίστασις».

- Βούλγαροι ήσαν αυτοί;

- Βούλγαροι!

- Κι οι Έλληνες;

- Οι Έλληνες έτρωγαν, έπιναν με τους Γερμανούς και Ιταλούς.

Ο αξιότιμος κ. Κοκός ξεροκατάπιε. Ο τρόπος αυτός της συζήτησης άρχισε να του θυμίζει τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής και καθώς δεν ήταν ποτέ δυνατός στα μαθηματικά έβγαλε μαντίλι και σκούπιζε τον ιδρώτα:

- Ώστε έτσι!

- Έτσι, φίλτατε Κοκέ.

- Η Ελλάς λέγεται Βουλγαρία.

- Βουλγαρία της Βουλγαρίας!

Τότε ξέσπασε νευριασμένος ο αξιότιμος φίλος μου κ. Κοκός:

- Αυτά που λέτε είναι παραφροσύνες! Για τι με περάσατε; Για κανένα βλάκα; Αυτά που λέτε είναι ανοησίες!

Οπότε αναγκάστηκα να του δώσω εξηγήσεις:

- Δεν τα λέω εγώ, φίλτατέ μου κ. Κοκέ. Τα λέει ο εκλαμπρότατος κ. μπαμπάς σου και ολόκληρη η παράταξίς σου που γράφουν και Βουλγαρία και Ελλάδα στα παλιά τους τα παπούτσια και κοιτάν μονάχα πώς να φουσκώνουν τις σεβάσμιες κοιλιές τους. Τούτ’ αυτό ποίει και συ ίνα άξιος του πατρός σου γένης και ίνα φουσκοκοίλης έση επί της γης.

Αμήν.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA