ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ – ΠΑΠΑΔΑΚΗ

 

ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ

 

Ο Κωστάκης δεν είχε χρονίσει ακόμα. Κοιμόταν και κείνη τη νύχτα, σαν όλες τις άλλες, ένα αγγελούδι στο γαλάζιο κουνάκι του. Μαζί μ’ όλο το σπίτι, μαζί μ’ όλη τη γειτονιά, μαζί μ’ όλη την πολιτεία, ξύπνησε τρομαγμένο απ’ τη στριγγλιάρικη φωνή της σειρήνας. Ξύπνησε κι άρχισε να στριγγλίζει. Κανένα πρόσωπο γελαστό δεν ήρθε να το ησυχάσει. Το ξαφνικό τ’ αναπάντεχο είχε παγώσει όλο το σπιτικό. Σώπασε μόνο του σα σώπασε κι η σειρήνα.

Ο πατέρας ήρθε να το φιλήσει. Έφευγε για τ’ αλβανικό μέτωπο.

- Τρόμαξες, Κωστάκη μου; του ’πε. Πρώτη φορά έρχεται στ’ αυτάκια σου η φωνή του πολέμου. Μην κλαις, παιδί μου. Κάτι τσακάλια θέλουνε, λέει, να κάμουν γιουρούσι στον τόπο μας. Μα έννοια σου, αγοράκι μου, ο πατέρας σου δε θα τ’ αφήσει.

Ο Κωστάκης κουνούσε τώρα χαρούμενα χέρια, πόδια, είχε ολότελα ησυχάσει.

Από κείνο το πρωινό, η ζωή του Κωστάκη γέμισε ήχους: άγριους ήχους πολέμου, μα και χαρούμενος και γιορταστικούς. Πότε τρόμαζε με δαύτους, πότε γελούσε και διασκέδαζε, πότε νεύριαζε κι έμπηγε κι αυτός τις φωνές.

Όλους τους ήχους τους έμαθε και τους άκουγε ξέγνοιαστος, μόνο τη σειρήνα δεν έλεγε να συνηθίσει. Σαν αχούσε μες στα βαθιά μεσάνυχτα, η μητέρα τρόμαζε μην του κόψει τον ύπνο. Και σήκωνε σιγά σιγά με τη γιαγιά το κρεβάτι του Κωστάκη και το κατέβαζαν στο υπόγειο, ώσπου να τελειώσει ο βομβαρδισμός. Ύστερα τ’ ανέβαζαν πάλι στην κάμαρα του μωρού.

Έτσι μεγάλωνε ο Κωστάκης με τις καμπάνες και τις σειρήνες. Ω, οι καμπάνες ήταν η χαρά του. Είχε νιώσει φαίνεται πως έφερναν κάτι καλό. Στ’ άκουσμά τους, του γέμιζαν σημαιάκια το καροτσάκι και το ’βγαζαν κι αυτό να γιορτάσει στους δρόμους το πέσιμο της Κορυτσάς τ’ Αργυρόκαστρου της Κλεισούρας. Κι αυτό πετάριζε από τη χαρά του, χτυπούσε τρελά παλαμάκια και φώναζε: Λόλη! Λόλη! Λόλη!

Ήταν ενάμιση χρονώ σαν ήρθαν οι Γερμανοί. Τις παραμονές κείνα τα φριχτά ξεσπάσματα της σειρήνας που δεν έλεγε να σταματήσει και τ’ άγρια εκείνα πουλιά, που οι μεγάλοι τα ’λεγαν «στούκας» κόντεψε να τρελάνουν τον Κωστάκη. Έχωνε μες τ’ αυτιά του τα δαχτυλάκια του και τα ’φραζε να μην ακούει. Ακριβώς όπως έβλεπε τους μεγάλους να κάνουν. Μα τα μικρά δάχτυλα δεν μπορούσαν να σταματήσουν τους ήχους που στρίγγλιζαν και γέμιζαν το σπίτι με τη φοβέρα τους. Τι ανακούφιση σαν έλεγε η μανούλα του «Λήξη». Την παράξενη αυτή λέξη την είχε μάθει καλά ο Κωστάκης, γιατί του ξανάφερνε το χρώμα στα μάγουλα.

Μαζί με τους άλλους ήρθε κι ο πατέρας από την Αλβανία. Βασανίστηκε ένα χρόνο στην κατοχή για το γάλα και τ’ αυγό του Κωστάκη, για τα φασόλια του σπιτιού κι ύστερα βγήκε στα βουνά με τους άλλους αντάρτες.

Ο Κωστάκης τριών τεσσάρων χρονών πια χύθηκε στους δρόμους και το γλωσσάκι του έκοβε κι έραβε. Είχε μάθει να ζωντανεύει με τη φωνούλα τους όλους τους ήχους που το μεγάλωσαν. Τη μπόμπα που πέφτει, το κανόνι που βροντά, την οβίδα που σκάζει. «Βζν! Βζν! Κλιάου!» Μόνο της σειρήνας τον ήχο δεν έκανε ποτέ. Κι ένα παιδί να ’κουγε να κάνει με το στόμα του τη σειρήνα έφερνε τα χεράκια στ’ αυτιά του και γινόταν κατάχλωμο.

Αν ξυπνούσε καμιά φορά τη νύχτα, σε ώρα συναγερμού δεν έβαζε πια τις φωνές. Ανασηκωνόταν μόνο και φώναζε.

- Μάνα, σειρήνες!

Κι η μάνα πήγαινε και το ’παιρνε στην αγκαλιά της και κατεβαίνανε στο υπόγειο.

- Τι είναι, μανούλα, λήξη;

- Όχι, μικρό μου. Είναι αρχή. Μα δεν πρέπει να φοβάσαι. Τ’ αεροπλάνα είναι καλά. Σκοτώνουν μόνο τους Γερμανούς.

Μα ο Κωστάκης περίμενε πάντα ανήσυχος τον ατέλειωτο μονότονο ήχο που σάλπιζε λήξη.

- Λήξη, μανούλα, λήξη! Φώναζε χτυπώντας τα παλαμάκια. Κι ανέβαινε και ξανακοιμόταν.

Έτσι αρχή, λήξη, μεγάλωσε ο Κωστάκης. Οι ήχοι του πολέμου γινόντουσαν λίγο λίγο γνώριμοι, συμπαθητικοί και περνούσαν μες στο παιχνίδι. Όλοι εχτός από τις σειρήνες. Καμπάνες όμως δεν άκουε πια ο Κωστάκης.

- Πότε θα χτυπήσουν οι καμπάνες; Η πιο καλή φωνή του πολέμου δεν είν’ οι καμπάνες, μανούλα;

- Ναι, αγοράκι μου.

- Οι σειρήνες όμως είναι κακές.

- Ναι, καλό μου.

- Όχι όμως εκείνες που παίζουν λήξη.

- Όχι.

Ο Κωστάκης ήταν πέντε χρονώ σα χτύπησαν κάποια νύχτα οι καμπάνες. Κόντευε μεσάνυχτα. Γλυκιά φθινοπωριάτικη νύχτα. Ο λαός που περίμενε το μεγάλο νέο, αγρυπνούσε στις γειτονιές και στα περιβόλια. Κάτι στην ατμόσφαιρα μύριζε. Πάσχα. Μια ανάσα κρατούσε σιωπηλό τον κόσμο. Περίμεναν παρέες παρέες και δεν έβγαζαν άχνα. Άξαφνα ακούστηκαν χωνιά που διαλαλούσαν την είδηση. Χωνιά και καμπάνες μες στα μεσάνυχτα. Χωνιά διαλαλούσαν τη λευτεριά. Οι νοικοκυρές πήραν τα γουδιά και τα καταχτυπούσαν στις ταράτσες. Τα παιδιά κάναν της καμπάνας τον ήχο, χτυπώντας με πέτρες τους στύλους των τραμ. Ήχοι, χίλιων λογιών ήχοι χαρούμενοι.

Ο Κωστάκης ξύπνησε.

- Καμπάνες, μανούλα, καμπάνες.

- Καμπάνες, παιδάκι μου, ήρθε.

- Ποιος ήρθε, μανούλα, ο πατέρας;

- Η Λευτεριά, παιδάκι μου, που θα φέρει και τον πατέρα.

- Πού ‘ν’ την  τη λευτεριά, μανούλα;

- Δεν την ακούς, αγόρι μου, στις καμπάνες και στα χωνιά;

- Δε θα ξαναχτυπήσουν πια σειρήνες, μανούλα;

- Ποτέ πια, Κωστάκη, ποτέ πια. Κι αλήθεια μια φορά μόνο ξαναχτύπησε από τότε σειρήνα. Κείνο το πρωινό που σάλπισε τ’ άγγελμα της ειρήνης. Μα ο ήχος της ήταν «λήξη» κι ο Κωστάκης τον δέχτηκε χτυπώντας τα παλαμάκια.

Έτσι έγιναν κι οι σειρήνες γνώριμες, συμπαθητικός ήχος για τον Κωστάκη.

Ένα πρωί που ’ταν μόνος στην κάμαρά του, η μανούλα τον άκουσε να παίζει συναγερμό.

- Ου, ου ου, ου ου

Κρυφτείτε γρήγορα. Όλοι στο υπόγειο. Έρχεται αεροπλάνο. Ύστερα άρχιζαν κείνα τα βζν και τα κλιάου. Χαλάει ο κόσμος απ’ τους βομβαρδισμούς. Μα και μέσα στο παιχνίδι ακόμα του Κωστάκη παίρνει ένα αλλιώτικο χαρούμενο τόνο σα δίνει τη λήξη.

- Ου ου ου, ου ου ου…

Δόξα σοι ο Θεός, λέει η μάνα. Γίνανε κι οι σειρήνες παιχνίδι. Έτρεμα μη δε γίνουν ποτέ.

- Ας ήτανε, Θε μου, να μείνουνε μόνο παιχνίδι και θύμηση στη ζωή των παιδιών μας.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA