ΠΙΠΙΝΑ Δ. ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ

 

Η ΣΠΟΡΑ

 

Σ’ εκείνο λοιπόν το ήσυχο λιμανάκι χτύπησαν οι πρώτες φουσκοθαλασσιές κι έφτασε γρήγορα η τρικυμία πέρα από τα βαθιά και ατέλειωτα πελάγη, που τα φούσκωνε τώρα από το βυθό, τα τράνταζε και τα μάνιαζε η καταιγίδα.

Κι η κυρα-Λένη σα μια βαρκούλα ετοιμόρροπη, χωρίς κουπιά και τιμόνι παράδερνε και τα κύματα την έσπρωχναν μια στη στεριά και μια κατά μέσα στο πέλαγο. Πήγαιναν κι ερχόντουσαν τα κύματα και το λιμάνι ήτανε κοντά μα δεν την άφηναν να φτάσει. Αχ, την ήσυχη την κυρα-Λένη, τη γριούλα με τις ζαρωματιές, που έφερνε σκυφτή και γελαστή το φρέσκο κλαδί στις γίδες κι έκανε το Σάββατο το φούρνο να μοσκοβολά το φρέσκο ψωμί. Που την αγαπά όλο το χωριό και τη συμβουλεύονται οι νέοι κι οι γέροι καμιά φορά.

Ήτανε όμως και πονηρή η κυρα-Λένη κι άλλα έλεγε πολλές φορές κι άλλα έβαζε με το νου της. «Να παντρέψω την κόρη μου», είχε πει – πάνε χρόνια – «κι ας πεθάνω». Μα σαν να την πάντρεψε, δεν έκανε λόγο για θάνατο, σαν να μην είχε πει η ίδια αυτή την κουβέντα. Σαν πάντρεψε το γιο της άρχισε πάλι. «Να ιδώ αγγόνι πρώτα κι ας με πάρει ο Χάρος». Γεννήθη ο Τάσος του γιου της κι ο Πέτρος της κόρης της κι η κυρα-Λένη δεν ξαναμελέτησε πια το Χάρο. Κι όταν αργότερα άλλοι ξενιτεύτηκαν κι άλλοι πέθαναν, πήρε τα παιδιά στο σπιτάκι της και τ’ ανάστησε και τα μεγάλωσε. Κι έγιναν παλικάρια και χούφτωναν την αξίνα άξια και γερά και το ζευγάρι τους ήταν το πρώτο μέσα στο χωριό, που τ’ ανάστησαν κι αυτό και το μεγάλωσαν με αγάπη και τους κουβαλούσαν το άχυρο και τα κλαδιά και τους διόρθωναν τα βούρλα στη σκεπή να μη στάζει το νερό και τα ’βγαζαν στη βοσκή και στον ήλιο και το χόρευαν, το Μαυρομάτη και τον Τρυγόνη που τα ’χαν πάρει στο πανηγύρι από μικρά και τ’ αγκάλιαζαν σφιχτά στο λαιμό και τα φιλούσαν στο πλατύ τους μέτωπο πάνω από τα μάτια.

Όταν ξέσπασε ο σίφουνας, βρήκε τα παιδιά καθένα χωριστά και τα συνεπήρε και τα χτυπούσε εδώ κι εκεί. Τον Τάσο από τη μια μεριά και τον Πέτρο από την άλλη. Κι έμπαιναν τώρα μέσα στο χωριό πότε ο ένας, πότε ο άλλος, μ’ άλλους μαζί, αρματωμένοι και μανιασμένοι σαν τα θεριά.

Ο Πέτρος ζήταγε από τη γιαγιά να της μαρτυρήσει για τον Τάσο τα καθέκαστα και βαριά, φοβερά λόγια έβγαιναν από το οργισμένο του στόμα. Κι ο Τάσος κι αυτός τα ίδια. Έχθρα είχε κατασταλάξει στην ψυχή του καθενός και μανία για τον άλλον. Κι ο ένας ζήταγε τον άλλον στο χωριό, τον ζήταγε παντού, στα μονοπάτια και στα κλαδιά με το ντουφέκι στο χέρι και στις σπηλιές και στο δρόμο το μεγάλο που φέρνει στην πόλη, τον ζήταγε κι από την ίδια την κυρά Λένη να τον ξαπλώσει εκειδά στα πόδια της νεκρό.

Μονάχα αυτοί δε θέλανε να πούνε ποτέ τίποτα στη γιαγιά, όταν τρέμονταν, με την ψυχή στα δόντια, ξέταζε με τρόπο να μάθει τίποτα, ν’ αρπάξει καμιά λέξη, και να μπορέσει η δύστυχη να τρέξει με τα γέρικα πόδια της να προφτάσει το κακό. Όχι, ήταν μυστικά, που δεν έπρεπε να τα ξέρει κανένας. Είχανε μυστικά ο Πέτρος κι ο Τάσος της και τα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του.

Το σπίτι δεν κάηκε. Είχε προστασία κι από τις δυο μεριές. Όμως τα βόδια τα πήρανε. Βόδια δεν υπήρχαν πουθενά, ούτε στο αχούρι ούτε στη βοσκή. Κι η κασέλα με το σπόρο κι εκείνη ήταν άδεια. Κι η κυρα-Λένη άχνα δεν έβγαζε από το στόμα της να μαρτυρήσει. Κάπου έπιανε βλέπεις τα δίκια. Η γριά παμπόνηρη,  που προτίμησε να δώσει τον Τρυγόνη και το Μαυρομάτη της να μπούνε ματωμένα κομμάτια στο καζάνι και δεν τα λυπήθηκε, μόνο δε μιλάει μιλιά τώρα.

Όχι, δε μίλαγε μιλιά, δεν ωφελούσε σε τίποτα. Ήτανε πολλή γριά κι έλεγε πράγματα γνωστικά και σωστά.

Έδωσε κάποτε και σταμάτησε το κακό και γύρισαν κι οι δυο στο σπίτι. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος. Σπίτι όμως ήτανε αυτό ή κόλαση; Μαλώματα και φοβέρες και φωνές. Και κανένας δεν υπόμενε ν’ ακούσει τον άλλον. Όσο να πεις παιδιά ήτανε, κάπου δεκαεννιά χρονών. Μια βραδιά έβρεχε, κατακλυσμός. Τα παιδιά είχανε γυρίσει απ’ έξω, καθένα από την παρέα του και κάθονταν στη φωτιά να στεγνώσουν, αμίλητα και συλλογισμένα. Κι η κυρα-Λένη σκυφτή στο τζάκι τηγάνιζε. Σε μια στιγμή που γύριζε τις πίτες, στράφηκε και είπε δειλά:

- Δε θα σπείρουμε;

Να σπείρουνε! Καθένας το σκεπτότανε μέρες τώρα, μονάχος, κρυφά, χώρια του, κι η έννοια τού πλάκωνε την καρδιά. Τώρα που ο συννεφιασμένος ουρανός, τα μουσκεμένα κίτρινα φύλλα με την πικρή μυρωδιά, κάτω στο χώμα, οι πρώτες βροχές προστάζουν τον αγρότη να ξεσηκωθεί κι εκείνος ακούει πρόθυμα, χαρούμενα της γης τη διαταγή. Κι αυτούς του γέμιζε θλίψη κι ούτε λέξη λέγανε να ξαλαφρώσουνε.

- Πρέπει να σπείρουμε, είπε η κυρα-Λένη συλλογισμένα.

- Να σπείρουμε; Με τι; γέλασε άγρια ο Τάσος. Με το ζευγάρι που μας αφήκανε ή με το σπόρο.

- Τώρα μάλιστα, είπε θυμωτά κι ο Πέτρος, ρημάζατε το χωριό, πέτρα δεν αφήσατε στην άλλη πέτρα…

- Εμείς ρε; φώναξε ο άλλος.

- Καλά, μωρέ, πήρατε το σπόρο, τον φάγατε, τον πουλήσατε, ποιος ξέρει τι διάβολο τον κάματε, τα βόδια όμως πώς βάσταξε η ψυχή σας να τους βάλετε μαχαίρι;

- Έχεις μούτρα και μιλάς εσύ για τα βόδια;

- Εγώ;

Ήταν κι οι δυο ορθοί. Τα μάτια τους έλαμπαν αγριεμένα και το στήθος τους φούσκωνε από θυμό.

Η βροχή χτυπούσε τα κεραμίδια, τα ξύλα έτριζαν στο τζάκι και τα λόγια έβγαιναν ορμητικά από το στόμα του καθενός, κι η κυρα-Λένη δίπλα στο σκαμνί κι αυτό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου!

Πρωί πρωί σηκώθηκε ο Πέτρος αμίλητος. Ντύθηκε και τράβηξε κατά την πόρτα. Πού πας; τον ρώτησε η γιαγιά του.

- Έξω, της απάντησε ανόρεχτα. Ο Τάσος είχε φύγει πρωτύτερα. Δεν τον είχε ρωτήσει εκείνον η κυρα-Λένη μόνο βγήκε στην αυλή και τον κοίταξε που έστριψε το δρομάκι αριστερά. Το δρομάκι αριστερά πήρε κι ο Πέτρος. Πέρασε το ρέμα, το μονοπάτι μέσα από τις λυγιές και τις αγράμπελες που φέρνει στο χωράφι. Η βροχή είχε πάψει. Ο ήλιος έλαμπε από ψηλά κι έλουζε τον κάμπο. Και τα κλαδιά ξεπλυμένα, καταπράσινα.

Έφτασε στο χωράφι και στάθηκε. Το χώμα μουσκεμένο, άφηνε τη γλυκιά μυρωδιά και το μάτι του  Πέτρου τ’ αγκάλιασε με αγάπη. Στην άκρη του χαντακιού είδε τον Τάσο που καθόταν με την παλάμη στο μάγουλο. Προχώρησε κατά κει και στάθηκε κοντά του.

- Στη γούβα, είπε, θέλει αυλακιές, να φύγουν τα νερά, αλλιώς θα πνιγεί το στάρι.

- Κι ο φράχτης σήκωμα, έκαμε ο Τάσος.

- Και τ’ αλέτρι βαθιά, το ’πνιξε η αγριάδα.

- Ναι, είπε ο άλλος σιγά, τρία αλέτρια θέλει, κι όπως έχει δύναμη το χωράφι…

Κάπως τους άρεσε να ’ναι μαζί, να συζητάνε αυτά τα αγαπητά πράματα, που τα ’χανε ζήσει από μικρά κι είχανε μεγαλώσει μαζί τους.

- Φέτος θα ’φτανε χίλιες οκάδες καρπό κι ακόμα…

- Σωστά, δυο χρόνια χέρσο που έμεινε!

 

Πώς μπόρεσε να χτυπήσει έτσι η καρδιά ενός δυνατού παλικαριού που καιρό τώρα γύριζε από βουνό σε βουνό με πολυβόλο και κανόνι κι είδαν τόσα πολλά τα μάτια του, τόσο απίστευτα;

Και χτύπησε έτσι την ώρα που ξεπρόβαλε από το μονοπάτι με τις αγράμπελες η κυρα-Λένη σκυφτή και μπροστά ο Μαυρομάτης με τον Τρυγόνη καμαρωτοί με το αργό και σίγουρο περπάτημά τους.

- Α! κάνανε μονάχα κι έτρεξαν μαζί.

- Γιαγιά, ρώτησε ο Τάσος ολόχαρος, πού τα βρήκες; Μα η γριά δεν άκουσε και χαμογελούσε.

Κι ο Πέτρος τα χάιδευε δειλά σα να ντρεπόταν και τα ’ξυνε κάτω από το κέρατο, κει που τα σφίγγει το σχοινί και η παλάμη του γλίστραε στο μαλακό δέρμα και χάιδευε. Και κάποτε, εκεί που χάιδευε το βόδι, βρήκε το χέρι του Τάσου. Κι έμεινε εκεί ακίνητο πάνω στο χέρι που κι ο άλλος το ’χε σταματήσει.

Η κυρα-Λένη τους έβλεπε, κάτι ήθελε να πει, μα τ’ άφηνε γι’ αργότερα, ήθελε να τους αφήσει ακόμα εκεί, τον ένα κοντά στον άλλο. Σε κάμποση ώρα είπε:

- Το σπόρο τον έφερα το πρωί στο σπίτι. Και τότε μονάχα τρέξανε τα μάτια της.

- Μα πού τα ’χες, γιαγιά, που τα ’χες κρύψει όλον αυτό τον καιρό; ρωτούσανε ολοένα τα παιδιά. Τους χαμογελούσε χωρίς να μιλά. Είχε βλέπεις, κι η κυρα-Λένη τα μυστικά της.

 

Επιστροφή στην Ανθολογία από τη Νέα Γενιά

Επιστροφή στις Ανθολογίες
Αρχική σελίδα KEIMENA