Ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου
(από τη συλλογή "Μαθητεία 1952-1962", Πρίσμα, 1978)

Από την ενότητα "Χρόνια της πέτρας":
Βορεινή πύλη, Προσχέδια για τη Μακρόνησο, Γράμματα μετάνοιας, 'Ισως ένα ποτάμι, Φάση μιας μάχης, Δυο άνθρωποι, Αμετάθετο όραμα, Στάσεις
Από την ενότητα "Χρόνια της ασφάλτου":
Επιστροφή ενός εξόριστου, Τα λόγια, Η πόλη που γεννήθηκα
Από την ενότητα "Αντιδικίες"
Τέλος μιας ηλικίας, Μπαλλάντα ενός μικρού γραφειοκράτη,
Από την ενότητα "Οι ρίζες κι η βροχή"
Οφειλή, Μπροστά στους νεκρούς
Από την ενότητα "Το δάσος και τα δέντρα" (στον Κώστα Κουλουφάκο):
Πορεία
 
 

Βορεινή πύλη

'Ισως από την πρώτη μέρα να μην το 'ξερες
πως η θητεία τούτη δε θα τέλειωνε ποτέ.
Το δέχτηκες, όταν στα μαύρα χρόνια απάνω,
φάνηκε καθαρά πως άλλα, πιο μαύρα, θα σωριάζονταν.
Αυτό το ελάχιστο φλούδι της ζωής σου που συνεχώς μεταβαλόταν
ανάμεσα σ' εξωτερικές πιέσεις κι αντίδραση προσωπική,
είχε αποχτήσει πια κάποια συνείδηση, και διάλεγε.
'Ετσι κι αν άλλαζες τοποθεσίες, περιβολή και ιδιότητες,
κι αν γύρναγε ασταμάτητα ο τροχός προσώπων που βουλιάζαν
σε σκιές, σκιών που λευτερώνονταν σε πρόσωπα,
πάντα σε κάποια πύλη βορεινή ξαγρύπναγες σκοπός
ενάντια στο θάνατο με τ' όρθιο τρίχωμα που ορμούσε απ' έξω
στον άθλιο θάνατο που ξεπετιόταν από μέσα μας
στο θάνατο τον πιο πικρό που λούφαζε στις καρδιές κάποιων
      συντρόφων,
εκεί και συ ένας φαντάρος όμοιος με τους άλλους. Μόνο
που αντί για κάνα ξεροκόμματο, άλεθες μες στα δόνιτα
σκόρπιους στίχους, μην τύχει και λίγο ξεχαστείς
μην τύχει μια στιγμή και σε νικήσει ο φόβος, η κούραση, ο ύπνος,
μέσα στις ανελέητες ώρες της νυχτερινής σου βάρδιας.
 

Προσχέδια για τη Μακρόνησο

Ι
Με το μελτέμι σου που δυναμώνει τη νύχτα
με τη νύχτα σου που δυναμώνει τη σιωπή
και μ' ένα συρματόπλεγμα τριγύρω στην καρδιά σου

Νησί που κανείς σεισμός
δε θα σε καταπιεί
μακρύ σαν πέτρινη μαγνητική βελόνη
να δείχνεις το βοριά και το νότο
της πορείας μας
της ιστορίας
του χρόνου

Κ' η θάλασσα κυλάει και φεύγει
κυλάει και φεύγει
δεν τ' αντέχει αυτά τα βράχια
κυλάει και φεύγει

ΙΙ
ΒΕΤΟ, ΑΕΤΟ, ΓΕΤΟ, ΣΦΑ, το Γάμμα Κέντρο
απ' την κορφή ως τα νύχια πέτρα
τ' αντίσκηνα σα σβώλοι λάσπη
ένα κομμάτι λάσπη οι άνθρωποι
τρεμόσβηνε η ψυχή γινόταν χώμα
φασματικές λάμπες κόβανε τα πρόσωπα
φωτίζοντας μάτια τρελλών
στόματα που ξεχύναν έντομα
κι ο άνεμος με τις χοντρές αρβύλες του βασανιστή
μαστίγωνε το άγριο βουνό με τη ζωστήρα του.

ΙΙΙ
Πηχτά σκουλήκια των στρατιωτικών αποχωρητήριων
από τους βόθρους γιγάντια ποντίκια
όλη τη νύχτα σκάβουν την κουραμάνα τους γυλιούς
γλυστρούν πάνω στα πρόσωπα
το φαγωμένο πρόσωπο μιας γάτας.
Κουρνιάζει σαν κοράκι η μέρα στο βουνό
και πέφτει η νύχτα που οι φαντάροι αυνανίζονται
νύχτα με τα περίπολα τα κινητά ουραία.
Πίσω απ' τα αποχωρητήρια
δυο ασελγούσαν μες στο φεγγαρόφωτο
ο ένας είχε γυναίκα και παιδιά.
Κι ένας Σκαρβέλας
χώνοντας τη σάπια μούρη του στον ύπνο μου
να δει αν τραγουδάω.

ΙV
Κυλιόνταν στους λασπόδρομους οι μεθυσμένοι
ο γερο-αντάρτης τραγουδούσε μες σε λυγμούς και σάλια
"Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα"
ώσπου τον έπιασαν οι αλφαμίτες.
Ο Σοφιανός σερνόταν δίπλα μου
βρωμοκοπώντας ούζο φωνάζοντας στον άδειο θάλαμο
"Εγώ είμαι χαφιές έγινα χαφιές
για μια σαρανταοχτάωρη άδεια
διώξε με από κοντά σου, διώξε με".
Κ' εγώ τον κράταγα απ' το κούτελο
για να ξεράσει.

V
'Ετσι έμαθα πόσο βαρειά είναι η άμμος
πόσο σκληρή είναι η πέτρα που δε σπάει
πως ξερριζώνονται τα σκοίνα κ' οι αφάνες.
Η άμμος έμεινε για πάντα μες στο στόμα μου
η πέτρα για πάντα στην καρδιά μου
τ' αγκάθια μείναν για πάντα καρφωμένα μες στα νύχια μου.
 

Γράμματα μετάνοιας

Οταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος
Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,
να γράψει για λογαριασμό του
γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.
Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,
παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος
από έξη χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμέλια
ξεκληρισμένη, του 'πε κλαίγοντας:
"Εσύ θα μπόραγες να τ' αλαφρώσεις λίγο".
Τότε,
πρώτη φορά κατάλαβε,
τι σήμαινε ήττα του κινήματος.
 

'Ισως ένα ποτάμι

Μ' άρπαξε από τ' αμπέχωνο πάνω στα πυρωμένα βράχια.
"Τα ποτάμια στέρεψαν" μου φώναξε "στέρεψαν οι πηγές.
Ακόμα κ' οι αγέρηδες χάσανε το δρόμο".
Την άλλη μέρα μου ψιθύρισε στην αγγαρεία:
"'Ισως υπάρχει πάντα μες στα χέρια μας ένα ποτάμι".
Είταν η εποχή της πέτρας και της δίψας.
Πολλοί τρελλαίνονταν. Πολλοί προδίνανε τη μάνα τους
για μια γουλιά νερό. 'Οταν τον πήρανε
πρόφτασε να μου πει: "Οι αγέρηδες χάνουνε το δρόμο
όταν αφήνουμε το δρόμο μας να χορταριάζει,
ν' αποκοιμιέται στο πλευρό των χωραφιών".
'Επειτα ήραν κι άλλες νύχτες κυκλωμένες θάλασσα
οι ξιφολόγχες χώριζαν τον ύπνο μας στα τέσσερα, στα δέκα.
Αργότερα πολύ έμαθα πως αυτός, ο τόσο αδύνατος,
είχε κρατήσει ως το τέλος.
 

Φάση μιας μάχης

Είμαστε φάτσα με φάτσα
με τον εχθρό μου.
‘Ενα γραφείο μονάχα μας χωρίζει
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.
Πίσω απ’ τις αξιοπρεπείς μας μάσκες
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος.
Και να που τούτη τη στιγμή,
τώρα που παίζεται η ζωή μου,
ανακαλύπτω στη μορφή του πως
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει.
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει
στη μορφή μου
πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.
 

Δυο άνθρωποι

Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να είμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.

Και κείνο το πρωί είχα και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα ‘βρισκα,
για έναν περίπατο στα φώτα και την άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί μου
είχε και κείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξη από τη γυναίκα του).

'Οταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.

Δυο άνθρωποι.
Σαν και σένα.
 

Αμετάθετο όραμα

Και μ’ όλες τις αναστολές που πήραν τα όνειρά μας
πάντα θα σκέφτομαι μιαν υψικάμινο, πολύξερη
με χιλιάδες εργάτες να της καθαρίζουν τα δόντια
να την ταίζουν σίδερο και κάρβουνο.
Μιαν υψικάμινο που θα καπνίζει
όσο δεν καπνίσαμε όλα τα τελευταία χρόνια,
που δε θα κόβει το τσιγάρο της στα δυο,
που δε θ’ αφήνει τη λαχτάρα της στη μέση,
κι όλο θα βγάζει ατσάλι
να δένονται οι μεγάλες σκαλωσιές
που παν να φτάσουνε τον ουρανό.
 

Στάσεις

Από τη στάση μου
προς τη ζωή
βγαίνουν
τα ποιήματά μου.

Μόλις υπάρξουν
τα ποιήματά μου
μια στάση μου επιβάλλουν
αντίκρυ στη ζωή.
 

Επιστροφή ενός εξόριστου

Σ’ ένα χαράκωμα ζήσαμε χρόνια
στριμωγμένοι, άγρυπνοι, πάντα έτοιμοι
γιατί από παντού ερχόταν ο εχθρός.
Και κάθε μέρα πληθαίναν οι νεκροί.
‘Αλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες,
άλλοι πεθαίναν απ' αρρώστειες,
άλλοι χάνονταν σε μυστικές αποστολές
δεν ξανακούγονταν ποτέ.
Κι όμως είχαμε συνηθίσει.
Στενός ο χώρος, πολύς ο θάνατος, μεγάλη η πίστη
οι κινήσεις σχεδόν καθορισμένες
οι συνομιλίες χαμηλόφωνες μα προσιτές
ισοπεδωμένες ανάγκες κι απολαύσεις -

Και τώρα εδώ πώς ξαναρχίζεις;
Σ’ αυτή την άπλα που σε πνίγει
εδώ μέσα στο πλήθος που βασιλεύει η μοναξιά
που οι χειρονομίες είναι απεριόριστες
και δεν υπάρχει παραλήπτης,
άοπλος, αβοήθητος, χωρίς το σώμα
έστω και του νεκρού συντρόφου σου που σε προφύλαγε
μες στις ατέλειωτες επιθυμίες
και τους πολύπλοκους κοινωνικούς μηχανισμούς.

Εδώ, στην πόλη αυτή, πώς συνηθίζεις;
 

Τα λόγια

"Μάνα," της είπα μέσα απ' τα κάγκελα του κρατητήριου,
"σου 'χω μιλήσει τόσο λίγο... 'Οταν θα βγω...".
Δίπλα στεκότανε ο χωροφύλακας.
Αντιμετώπιζα την περίπτωση
να μην την ξαναδώ ποτέ.
Σαν έπειτα από χρόνια πήγα σπίτι
έπεσε μες στην αγκαλιά μου κ' έκλαιγε,
όμως τα λόγια πάλι βγήκανε φτωχά.
Και πήρα τα ξυριστικά μου σύνεργα
να κάνω μπάνιο και να ξυριστώ.
 

Η πόλη που γεννήθηκα

Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
δεν αποκρίνεται κανείς.
Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
Βόρειο πλάτος, αίμα.
Βόρειο μήκος, θάνατο.
 

Τέλος μιας ηλικίας

Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες
-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-
βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.
'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε
στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:
"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,
με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,
βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.
Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".
'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.
'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,
του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά...
Λίγον καιρόν αργότερα
σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.
Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,
άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,
δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.
Κανείς δεν έμαθε.
'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.
 

Μπαλλάντα ενός μικρού γραφειοκράτη

'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτες έλεγε τ' όνομα του Στάλιν
δυο-τρεις φορές την ώρα.
Τώρα θυμάται λίγο ξεχασμένο Μαρξ και Λένιν
μα πιο πολύ κουβέντες
συγχρόνων ηγετών της μόδας.

'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτε τολμηρός πολύ
να κριτικάρει τους πιο κάτω.
Τώρα μιλάει πού και πού
για κριτική και προς τα πάνω
και ξεσκονίζει λίγο πιο διακριτικά.

'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτες έτοιμος να καταγγείλει όποιον διαφωνούσε
χαφιέ, τσιράκι της Ασφάλειας, όργανο της Ιντέλλιτζενς.
Τώρα, αληθινά αλλαγμένος,
τον βγάζει μόνο ρεβιζιονιστή, οππορτουνιστή,
κ' επιεικώς, χαλαρό ηθικά.

'Ανθρωπος πραγματικά συνειδητός
που τώρα όπως και πριν
στο κίνημα αφιερώνει
τη ζωή του ολόκληρη
έχοντας τη ματιά του προσηλωμένη
στις πρώτες θέσεις στις εξέδρες.
 

Οφειλή

Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ' έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμίπου βρέθηκε στη θέση μου.
'Ετσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
 

Μπροστά στους νεκρούς

Μέσα στα σπασμένα λαρύγγια των νεκρών μας
μένουν ακόμα άλυωτες οι τελευταίες τους λέξεις:
"Ζήτω ο Στάλιν"
                "Ζήτω ο τάδε αρχηγός"
                                    "Ζήτω η τάδε απόφαση".
Ποιος έχει το κουράγιο τώρα μπροστά τους να σταθεί
και να τους πει - αυτός που έζησε...
Μ' αυτός έζησε, εμείς ζήσαμε, πώς να σας πούμε για τα λάθη
σ' όσους τα ξέρατε ή δεν τα ξέρατε, τι να σας πούμε,
και φεύγατε μες στην πικρή σας περηφάνεια
χωρίς ούτε ένα κούνημα του κεφαλιού.
 

Πορεία

Τότε ήρθε στη συνεδρίαση ο Χαρίλαος,
πραγματικό του όνομα Γεράσιμος,
και είπε:
"Συναγωνιστές θα νικήσουμε".
Τον σκότωσαν έπειτα από δυο μέρες.
Και ήρθε στη θέση του ο Αλέξης,
όνομα πραγματικό του Νίκος,
και είπε:
"Συναγωνιστές θα νικήσουμε".
Στο τρίτο κύμα της τρομοκρατίας
έπιασε θέση λογιστή.
Τότε ήρθε στη θέση του ο Γρηγόρης,
επιλεγόμενος Αρμένης,  πραγματικό του όνομα άγνωστο
κ' είπε:
"Αδέρφια, θα περάσουμε πολλές δοκιμασίες
μα θα νικήσουμε".
Αργότερα ανέλαβε πιο υπεύθυνη δουλειά.
Κ' ήρθε στη θέση του η Ρόζα,
πραγματικό της όνομα Φανή,
κ' είπε:
"Θα πρέπει τώρα να προσαρμοστούμε
στις νέες συνθήκες".
'Οταν την πιάσαν ήρθε στη θέση της ο Πέτρος,
πραγματικό του όνομα Θανάσης
κ' είπε:
"Ο δείχτης των απεργιών ανέβηκε".
Πέθανε αργότερα στο σανατόριο.
Κ' ήρθαμε με τη σειρά μου εγώ κι ο Πελοπίδας κι ο Στρατής
ήρθαν παιδιά καινούργια, οι καταδίκες ηγετών
ήρθανε τα πεντάχρονα, τα εφτάχρονα, οι αλλεπάλληλες επαναστάσεις
ήρθανε τα συνέδρια, η αποκατάσταση νεκρών ηρώων
ο θάνατος από τα γερατειά
σκοτείνιασε η σειρά των ονομάτων, μπερδεύτηκε η συνέχεια...
Και είπε ο νέος εργάτης στη νέα συνεδρίαση:
"Σύντροφοι θα νικήσουμε".