Οκτώ ανέκδοτα

του Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή (1809-1892)

 

 

1

Ότε ο αείμνηστος Όθων ηναγκάσθη να υποχωρήση δια του περιφήμου εκείνου υπομνήματος περί ιθαγενισμού, όπερ ο Ραγκαβής ως υπουργός των Εξωτερικών εξέδοτο, είπεν ημέραν τινά αυτώ· «απορώ, κύριε Ραγκαβή, πώς τόσον μικρός άνθρωπος έχεις τόσον μεγάλας βλέψεις».

- «Μεγαλειότατε», απαντά αυτώ ο Ραγκαβής, «τα μικρά ωρολόγια έχουν τας τελειοτάτας μηχανάς».

 

 

2

Εσπέραν τινά εν Παρισίοις εξήρχοντο εκ της οικίας της πριγκιπίσσης Μέτερνιχ ο Ραγκαβής, ο Ιταλός πρεσβευτής και ο Τούρκος πρεσβευτής. Εις τον προθάλαμον ο πάντοτε φιλοφρονέστατος Ραγκαβής υπεβοήθησε τον Τούρκον πρεσβευτήν να περιβληθή την γούναν του.

— Μπα! η Ελλάς βοηθούσα την Τουρκίαν; παρετήρησε πονηρώς ο Ιταλός πρεσβευτής.

— Ναι! αλλά δια να απέλθη, του εψιθύρισεν ο Ραγκαβής.

 

 

3

Εσπέραν τινά προσεκλήθη παρά τω Ιωάννη Σούτσω τω Μιχάλβοδα. Ο ευφυής Φαναριώτης θέλων να παίξη με την γνωστήν αφηρημάδα του Ραγκαβή διέταξε να τον εισαγάγωσιν εις το εστιατόριον.

— Πού είναι ο μπεϊζαδές; ερωτά ο Ραγκαβής, ούτω συνειθίζων ν΄ αποκαλή τον Σούτσον.

— Τώρα θα έλθη, απαντά ο υπηρέτης.

Ο Ραγκαβής κάθηται ησύχως εις την τράπεζαν και άρχεται ίσως συνθέτων κανέν ποίημα.

Ο υπηρέτης επωφελούμενος του σερβίρει το πρώτον φαγητόν, είτα το δεύτερον, είτα τρίτον και ούτω καθεξής.

Ο Ραγκαβής έτρωγε σκεπτόμενος πάντοτε και μη δίδων καμμίαν προσοχήν. Αφού ετελείωσεν, ηγέρθη, ευχαρίστησε τον υπηρέτην και απήλθε. Κάτωθεν όμως της παροψίδος του ευρέθη κατόπιν σκωπτικόν δίστιχον επίγραμμα προς τον οικοδεσπότην.

 

 

4

Τα όσα έγραψεν επί λευκωμάτων κυριών, επί εικόνων, ας απέστελλεν, επί εικόνων, ας ελάμβανε, δεν αριθμούνται.

Εκ των χαριεστέρων βεβαίως είναι το εξής τετράστιχον γραφέν επί φωτογραφίας του, ην έδωκεν εις περικαλλή δέσποιναν·

Είν΄ η εικών ομοία μου, αν να πιστεύω πρέπη.

Ομοία μου; Τι ωφελεί;

Όταν την στέλλω προς υμάς, την ήθελον να ομιλή

Προ πάντων δε να βλέπη.

 

 

5

Την προτεραίαν του θανάτου του, τον Ραγκαβήν επεσκέφθη κατά την συνήθη ώραν ο ιατρός της οικογενείας κ. Θάλης.

— Ε! κύριε Ραγκαβή, τω λέγει ο κύριος Θάλης, σήμερον είσθε καλλίτερα! οι σφυγμοί σας έχουσι καλώς, η αναπνοή σας καλώς, οι παλμοί της καρδίας σας καλώς!...

— Ένα πράγμα δεν έχει καλώς, απαντά ο Ραγκαβής.

— Ποίον;

— ...Εγώ δεν έχω... καλώς, απαντά μετά της γνωστής χάριτος ο Ραγκαβής.

 

 

6

Ότε ποτε η βασίλισσα Αμαλία τον προέτρεπε να κατασκευάση στολήν διπλωματική, ούτος εν τη χαρακτηριζούση αυτόν ευφυΐα και διότι ήθελε να υπαινιχθή ποίος πρέπει να γείνη διάδοχός του απήντησε : «Προθυμότατα θα υπακούσω, Μεγαλειοτάτη, αν μοι δώσητε την υπόσχεσιν, ότι ο διάδοχός μου θα έχη οπωσούν το ανάστημά μου, ώστε να την πωλήσω».

 

 

7

Είναι γνωστόν πόσον ο γηραιός αυτοκράτωρ Γουλιέλμος ηυνόει τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν.

Ημέραν τινά κατά τινα εν τη αυλή υποδοχήν, ο αυτοκράτωρ περιπτυσσόμενος τον Έλληνα διπλωμάτην, όστις μικρόσωμος ων εξηφανίζετο σχεδόν εντός του εναγκαλισμού του κολοσσού εκείνου.

— Ηξεύρετε, είπεν, αποτεινόμενος προς τους λοιπούς διπλωμάτας, εις τι αντιπάθειαν έχω αυτόν εδώ τον άνθρωπον;

Και ο Ραγκαβής βαθέως υποκλινόμενος υπό την περίπτυξιν του αυτοκράτορος :

— Είναι η πρώτη φορά, απαντά, όπου έχω την ατυχίαν να μη συμφωνώ με την γνώμην της Υμετέρας Μεγαλειότητος.

 

 

8

Έν τινι παρά τω Βίσκμαρκ γευμάτων, κατά τα οποία ο αυστηρός αποκλεισμός της πολιτικής προΐστατο, δεν ημπόδισε τον Ραγκαβήν να εισαγάγη αυτήν και εκεί μετά πνεύματος, αφοπλίσαντος και τον οικοδεσπότην αυτόν δια την παράβασιν του αυστηρού κανονισμού του διέποντος τας συναθροίσεις του.

Η πριγκίπισσα Βίσμαρ θέλουσα να προσφέρη εις τον Ραγκαβήν εκ της σαλάτας της λεγομένης Μακεδονίας :

— Δεν πέρνετε, εξοχώτατε, ολίγην Μακεδονίαν;

— Ευχαρίστως, αλλά όλην, πριγκίπισσα, όλην, αν το επιτρέπετε.

 

 

 

Περιοδικό Απόλλων, Τόμος 8, τεύχος 85 (1892), σ. 15-16.